Legislator Case Law & Legislation
1824/2011 AI generated

1824/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1824/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας ο οδηγός λεωφορείου ΚΤΕΛ δεν υποβάλλεται ανά δωδεκάμηνο στις ιατρικές εξετάσεις και έχει λήξει η δωδεκάμηνη ισχύς του ιατρικού πιστοποιητικού η σύμβαση εργασίας καθίσταται άκυρη και παύει να ισχύει.

Legislator headnote

AI generated

1824/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΓΕΝΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ... α) ... δ) Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί, με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση.

Keywords

AI generated
unemployment benefits overpayment unemployment benefits of directors unpaid work contractor remuneration exclusion from public-sector employment waiver of wage claims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1824 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας ο οδηγός λεωφορείου ΚΤΕΛ δεν υποβάλλεται ανά δωδεκάμηνο στις ιατρικές εξετάσεις και έχει λήξει η δωδεκάμηνη ισχύς του ιατρικού πιστοποιητικού η σύμβαση εργασίας καθίσταται άκυρη και παύει να ισχύει.

Αριθμός 1824/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μαρκοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χας Α. Κ., 2) Ι. Κ. του Α. και 3) Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., ως μοναδικών εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου - εφεσιβλήτου Α. Κ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2009 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. δ' του π.δ, 229/1994 "Γενικός Κανονισµός Προσωπικού Κοινών Ταµείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του ν.δ. 102/1973 και ίσχυε από 20-8-1994 (πριν από την κατάργησή του µε το π.δ. 246/2006 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001): "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω, γενικά και ειδικά, ανάλογα µε την περίπτωση, προσόντα ... 1.

ΓΕΝΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ... α) ... δ) Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί, με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση.

Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς των". Από την παραπάνω διάταξη, η οποία έχει εφαρμογή και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμη εταιρία, η οποία υποκαθιστά αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τα ΚΤΕΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (άρθρα 1, 2, 3 παρ.1, 6, 10 του ν. 2963/2001), προκύπτει ότι για την πρόσληψη του οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία του.

Η καταλληλότητα του πιστοποιείται αρμοδίως από ιατρούς υπηρεσιών που έχουν συμβληθεί με το Υπουργείο Μεταφορών ή από ιατρούς του ΙΚΑ. Τα πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για ορισμένο χρόνο και δη για 12 μήνες από την έκδοσή τους. Έτσι αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στην πιο πάνω δημόσιας τάξης διάταξη, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε.

Αλλά και εάν κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο οδηγός δεν υποβάλλεται ανά δωδεκάμηνο στις ιατρικές (κατά τα παραπάνω) εξετάσεις και έχει λήξει η δωδεκάμηνη ισχύς του ιατρικού πιστοποιητικού και πάλι η σύµβαση εργασίας καθίσταται άκυρη και παύει να ισχύει. Η ύπαρξη, εξάλλου, πιστοποιητικού υγείας κατά την αρχική πρόσληψη του υπαλλήλου δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής με την οποία αυτός αξιώνει οφειλόμενες αποδοχές, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί κατ' ένσταση την έλλειψή του και την εντεύθεν ακυρότητα της σύµβασης.

Περαιτέρω η, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, άκυρη σύµβαση θεωρείται, σύµφωνα µε το άρθρο 180 ΑΚ, σαν να µην έγινε και επομένως ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.

ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 Ε.Σ.Ε.Ε.), επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους, βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή σχέση εργασίας.

Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από τη διατύπωση όλων αυτών των διατάξεων που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι, αντιθέτως, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/1981 Υ.Α.

και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση.

Συνεπώς και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ότι τον Αύγουστο του έτους 1985, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσελήφθη από τον εναγόμενο (στη θέση του οποίου ήδη υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω θανάτου του), για να εργασθεί ως οδηγός στο ενταγμένο στο υπεραστικό ΚΤΕΛ Μεσσηνίας υπ' αριθμ. ...

ΔΧ λεωφορείο, ιδιοκτησίας του τελευταίου. Ο ενάγων εργάσθηκε υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του έως τις 22-5-1995, οπότε ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Κατόπιν ασκήσεως της από 6-6-1995 αγωγής του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ.142/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής η υπ' αριθ. 70/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να επαναπροσλάβει τον ενάγοντα στην αρχική του θέση.

Ο ενάγων επέδωσε νόμιμα στον εναγόμενο αντίγραφο του υπ' αριθ. 2/2005 απογράφου της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, προσφέροντας παράλληλα τις υπηρεσίες του στον τελευταίο, πλην όμως αυτός δεν τις αποδέχθηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2001 έως 30-4-2006, ο ενάγων δεν ήταν εφοδιασμένος με πιστοποιητικά υγείας, όπως οι πιο πάνω διατάξεις δημοσίας τάξεως ορίζουν.

Ειδικότερα δεν επικαλέστηκε και εν πάση περιπτώσει δεν προσκόμισε τα άνω πιστοποιητικά 12 μηνης ισχύος, τα οποία και δεν υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο για φύλαξη πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων που τηρείται στο ΚΤΕΛ Μεσσηνίας. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, η ένδικη σύμβαση εργασίας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι άκυρη, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου, την οποία πρότεινε παραδεκτώς στο Πρωτόδικο δικαστήριο και η οποία δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης, η οποία έκρινε ότι μέχρι τις 22-5-1995 η σύμβαση εργασίας ήταν έγκυρη.

Συνακολούθως ο εναγόμενος, που δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του ενάγοντος, δεν κατέστη υπερήμερος και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας. Η επίκληση και η προσκομιδή εκ μέρους του ενάγοντος της από 22-1-2007 γνωμάτευσης του ιατρού του ΙΚΑ Κ. Ζ., σύµφωνα µε την οποία αυτός "ευρέθη κλινικά υγιής" δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, αφού αναφέρεται σε μεταγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστηµα.

Για επικύρωση, εξάλλου, της άκυρης κατά το παραπάνω χρονικό διάστηµα εργασιακής σύµβασης, µετά τη γνωστοποιηθείσα στον εναγόμενο παραπάνω ιατρική γνωμάτευση, δεν µπορεί να γίνει λόγος, διότι ο εναγόμενος δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του ενάγοντος (από το 1995), κατά τα προεκτεθέντα, µετά δε τη γνώση της απόκτησης της ιατρικής γνωμάτευσης (12-6- 2008) ρητώς απέκρουσε µε την από 23-6-2008 εξώδικη απάντησή του την επικύρωση της συµβάσεως, αρνούμενος την επαναπρόσληψή του (ΑΚ 183 § 2.).

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα : Ο ενάγων, έχοντας εμπειρία οδηγού δέκα(10) τουλάχιστον ετών (1985-1995) και ηλικία το 2001 47 ετών, είχε την ευχέρεια να ανεύρει εργασία, ως οδηγός αυτοκινήτου, σε άλλον εργοδότη διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, α) Υπήρχε ζήτηση εργασίας στην περιοχή της Καλαμάτας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όσον αφορά το επάγγελμα του ενάγοντος, αφού υπήρχαν στο υπεραστικό ΚΤΕΛ Μεσσηνίας 103 λεωφορεία, στο Αστικό ΚΤΕΛ Καλαμάτας 12 λεωφορεία και στην ευρύτερη περιοχή Καλαμάτας 30 - 45 τουριστικά λεωφορεία, 150 περίπου ταξί και 200 φορτηγά αυτοκίνητα, β) Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προσελήφθη ικανός αριθμός οδηγών στο ΚΤΕΛ Μεσσηνίας, οι οποίοι κατέλαβαν τις θέσεις αυτών που αποχώρησαν, και γ) Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι μέτοχοι του ΚΤΕΛ Μεσσηνίας Δ.

Κ. και Λ. Β. ζήτησαν από τον ενάγοντα να εργασθεί ως οδηγός στα λεωφορεία τους. Παρόλα ταύτα ο ενάγων δολίως και κακοβούλως απέφυγε την απασχόληση, που θα μπορούσε εύκολα να έχει, με πρόθεση να παραμείνει άνεργος και να ζημιώσει τον εναγόμενο εργοδότη. Ενόψει, αυτών η άσκηση του δικαιώματος προς λήψη των αποδοχών υπερημερίας προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως βασίμως ισχυρίσθηκε κατ' ένσταση πρωτοδίκως ο εναγόμενος με τις προτάσεις του.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, κατά της 120/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες των ΠΔ 54/1998 και 246/2006, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, που εφάρμοσε και συνεπώς, είναι αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις.

Περαιτέρω, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ο ουσιώδης ισχυρισμός τον οποίο δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, αλλ' απλώς και μόνο γίνεται επίκληση της διατάξεως αυτής. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την κατάθεση "του μάρτυρα απόδειξης Η. Μ. και μάρτυρα ανταπόδειξης Ι. Κ." και τα "νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα" από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη πιστοποιητικών υγείας του ενάγοντος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν ήταν δε υποχρεωμένο να διατάξει την προσκομιδή του ατομικού φακέλου του ενάγοντος, που τηρείται στο ΚΤΕΛ, εφόσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι υποβλήθηκε, ενώπιον του Εφετείου, αίτημα επίδειξης αυτού. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 13-11-2009, αίτηση του αναιρεσείοντος Α. Β., για την αναίρεση της 120/2009 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ