Supreme Court dismisses appeal for violation of evidence rules regarding public documents and admissibility of aerial photos.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding land ownership disputes. The appellants argued the lower court violated evidence rules by accepting aerial photographs and a forester's report without proper legal submission, while the State contended these documents were legitimately considered as part of the forester's official report. The court ruled that since the aerial photos were integral to the forester's report which had been properly cited, no violation occurred, and the appeal was therefore inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(12) and 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure; The appeal for violation of legal provisions on the force of evidence is inadmissible when the court of second instance legitimately considers documents that were part of an expert report properly cited by the opposing party, even if specific citation of those documents occurred post-judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1824 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1824/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..., και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδημητράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαθεοδώρου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/1999 μη οριστική, 59/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1990/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-1-2008 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 12-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 17-1-2008 αίτηση για αναίρεση της 1990/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης σε σχέση με το δεύτερο (εν μέρει) λόγο της και να απορριφθεί αυτή κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.
Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε στο προσκομισθέν από τους αναιρεσείοντες με αρ. πρωτ. 390/1972 πιστοποιητικό του δασαρχείου Πολυγύρου, από το οποίο προκύπτει ότι το εκ των επιδίκων ακίνητο (εμβαδού 1.110 τμ) δεν αποτελεί δασική έκταση, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης, όπως δέχτηκε, κυριότητας επί του ανωτέρω επιδίκου από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω του ότι αυτό αποτελούσε ανέκαθεν δημόσια δασική έκταση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες παραπάνω έγγραφο δεν αποτελεί, στην προκείμενη περίπτωση, πλήρη απόδειξη, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ., αφού το γεγονός ότι το ανωτέρω επίδικο ακίνητο δεν ήταν δασική έκταση και συνακόλουθα δεν είχε την κυριότητα αυτού το Δημόσιο, δεν είναι από εκείνα για τα οποία το πιο πάνω έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στο παραπάνω έγγραφο μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτέο θέμα, κρίναν, μετ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι δεν παρέχει άμεση απόδειξη, εκτίμησε αυτό ελεύθερα κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1042/2002).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 388, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ., σαφώς προκύπτει ότι τα έγγραφα (τέτοια είναι και οι αεροφωτογραφίες-άρθρο 444 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από επίκληση, η οποία αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε από το διάδικο που τα προσκομίζει για να κάνει χρήση αυτών κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του, δηλαδή για ποιό έγγραφο πρόκειται και δεν αρκεί παραπομπή σε άλλα (με εξαίρεση τις προτάσεις άρθρο 240 ΚΠολΔ) έγγραφα όπου αυτό προσδιορίζεται. Αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του για τη μόρφωση της κρίσης του έγγραφο χωρίς την παραπάνω επίκληση δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρο 559 αρ.11 περ.β' ΚΠολΔ (ΑΠ 1310/1992).
Εξάλλου ναι μεν η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, πλην όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή.
Τέλος η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 30/2002). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων-αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή τους κατά του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου (Ελληνικού Δημοσίου).
Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή και στη συνέχεια την έφεση, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ'ουσίαν της περί ιδίας κυριότητας ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου επί των επιδίκων ακινήτων, που στηριζόταν στον ισχυρισμό του τελευταίου ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούσαν ανέκαθεν δημόσια δασική έκταση, η οποία δεν καλλιεργούνταν από τον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων συνεχώς κατά την κρίσιμη δεκαετία πριν από τις 20-5-1917 και έτσι δεν έχασαν ποτέ το χαρακτήρα της δημόσιας γαίας με συνέπεια να περιέλθουν στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης τους, από τον αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, ότι δηλαδή η κυριότητα των επιδίκων ακινήτων ανήκει στο αναιρεσίβλητο, λόγω του ότι αυτά αποτελούσαν ανέκαθεν δημόσια δασική έκταση, κάνοντας δεκτή την αμέσως πιο πάνω ένσταση του, τα παρακάτω έγγραφα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι α) τις αεροφωτογραφίες, που συνοδεύουν την παρακάτω έκθεση αυτοψίας και β) την από 21-4-1998 έκθεση αυτοψίας του δασολόγου ....
Πράγματι, όπως από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, το δικαστήριο αυτό έλαβε υπόψη του για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης του αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια για τη συναγωγή του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος του τα παραπάνω έγγραφα, για τα οποία μάλιστα υπάρχει και ειδική μνεία στην απόφαση αυτή.
Περαιτέρω από τις νόμιμα προσκομιζόμενες από 9-3-2007 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου και τις από 12-3-2007 προτάσεις των αναιρεσειόντων κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφασή του, προκύπτει ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση της από 21-4-1998 έκθεσης αυτοψίας, από την οποία δεν δημιουργούνται αμφιβολίες για την ταυτότητα του εγγράφου αυτού, ενώ αντίθετα δεν έγινε τέτοια επίκληση των ανωτέρω αεροφωτογραφιών.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ως άνω αεροφωτογραφίες λήφθηκαν υπόψη από τον συντάξαντα την από 21-4-1998 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας ..., δασολόγο, ο οποίος όπως δέχτηκε το Εφετείο, προέβη σε ερμηνεία των εν λόγω αεροφωτογραφιών, οι οποίες έτσι συνοδεύουν την εν λόγω έκθεση αυτοψίας, της οποίας, κατά τα προεκτιθέμενα, είχε γίνει σαφής επίκληση, και, συνεπώς, δεν απαιτείτο να γίνει περαιτέρω ειδική επίκληση τούτων από το εναγόμενο προκειμένου να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-1-2008 αίτηση των ... κλπ. για αναίρεση της 1990/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ