Legislator Case Law & Legislation
1823/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because lower court considered all evidence including the technical report.

Case Number 1823/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final judgment. The appellant argued the lower court failed to consider a specific technical expert report submitted during the proceedings. The court rejected this claim, noting the lower court explicitly stated it evaluated all documents submitted by the parties, including the technical report, without needing a separate mention.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's failure to consider specific evidence is inadmissible if the appellate court's reasoning confirms that all submitted documents were duly evaluated and weighed in the final decision.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility technical expert report evaluation of evidence lower court reasoning costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1823 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1823/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσιμπουράκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΗ ΚΟΝΤΕΪΝΕΡ ΕΠΕ", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΡ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ... και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ήδη "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λαγού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 3-4-2025 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1ος, 2η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 26-10-2016 αγωγή της 5ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2602/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 3η και 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος (διάδικος), κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή επιδόθηκε μεν, αλλά όχι νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται (για συζήτηση) με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στην δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως κάποιος απ' αυτούς, η συζήτηση, στην μεν περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, σ' αυτή δε της απλής (ομοδικίας) η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση χωρεί μεν νομίμως ως προς τους νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθέντες, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 1630/2025, Α.Π. 1592/2025, Α.Π. 1474/2025).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 41/2005, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1392/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 24-7-2019, αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 292/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 περ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 4-2-2022, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 24, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2023, ...-202 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Γ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως ο επισπεύδων την συζήτηση της αναιρέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Χρήστου Τσιμπουράκη, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχική δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων, Θ.

Κ. και την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΗ ΚΟΝΤΕΪΝΕΡ Ε.Π.Ε.", καθώς και στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, Δ. Π., σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 και 4 του Κ.Πολ.Δ. ως προς τους δύο πρώτους και κατ'άρθρο 130 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τέταρτο εξ αυτών. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι τελευταίοι απολειπόμενοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον ο, επισπεύδων την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρεσείων και η τρίτη και η πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες ασφαλιστικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "NP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε." και "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", αντιστοίχως.

Επομένως, αφού οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Η κρινόμενη, από 24-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 789/58/25-7-2019), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 292/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 περ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 22-5-2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 292/2019, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 18-5-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2657/1460/27-5-2016) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά των αναιρεσιβλήτων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέβη στον αναφερόμενο στο δικόγραφο τόπο και χρόνο και υπό τις εκτιθέμενες συνθήκες και το οποίο οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσον του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Θ.

Κ., ο οποίος οδηγούσε Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΗ ΚΟΝΤΕΙΝΕΡ Ε.Π.Ε.", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε.", όσον και του τετάρτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Δ.

Π., ο οποίος οδηγούσε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πέμπτης εναγομένης εταιρείας, με την επωνυμία "BMW HELLAS Α.Ε. - ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την έκτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΜΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", υπέστη τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες και προκλήθηκαν υλικές ζημίες στην δίκυκλη μοτοσικλέτα του, ζήτησε, μετά από νόμιμη μετατροπή του αιτήματος της αγωγής του, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική και αποθετική ζημία του και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικό ποσόν 300.280,39 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής του.

Επίσης, η έκτη εναγομένη και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΜΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", άσκησε, ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, την από 26-10-2016 αγωγή της, κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "Eurolife ERB Α.Ε.Γ.Α." και κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2602/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή του αναιρεσείοντος και έγινε εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η δεύτερη αγωγή. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η από 26-7-2017 έφεση του αναιρεσείοντος, η από 4-7-2017 έφεση της έκτης των εναγομένων και ήδη πέμπτης των αναιρεσιβλήτων και η από 30-1-2018 έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "Eurolife ERB Α.Ε.Γ.Α.".

Επί των αντιθέτων εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 292/2019, απόφασή του, με την οποία απέρριψε τις εφέσεις ως κατ'ουσίαν αβάσιμες.

Κατά την διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων να εντοπίζεται αποκλειστικώς στο διατακτικό της ιδίας αποφάσεως και δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, ήτοι η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (Ολ.

Α.Π. 13/1995, Α.Π. 1323/2023, Α.Π. 472/2023, Α.Π. 1115/2021). Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος (Α.Π. 1323/2023, Α.Π. 833/2020, Α.Π. 759/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η δημιουργία της σκοπουμένης εννόμου σχέσεως ή η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (Α.Π. 1323/2023, Α.Π. 1081/2020).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρον 562 παρ. 2β του Κ.Πολ.Δ., αφού πρόκειται για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (Α.Π. 1323/2023, Α.Π. 2016/2022, Α.Π. 43/2021).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αναιρέσεως αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει:

α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή την μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και την σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή την μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 64/2022, Α.Π. 302/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο των αναιρετικών λόγων προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από το άρθρο 559 αριθμ. 17 και 19 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, ότι αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις, επειδή στην ελάσσονα πρότασή της εκτίθεται αφενός μεν, ότι η διαγράμμιση στην οδό ..., ήτοι στο σημείο του ατυχήματος, δεν είναι ορατή στους οδηγούς, αφετέρου δε, ότι ακόμη και αν δεν ήταν ορατή η εν λόγω διαγράμμιση, δεν αίρεται η υποχρέωση των οδηγών να τηρούν τις ελάχιστες υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. και επειδή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του επιδίκου ατυχήματος. Ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως και ως προς τα δύο σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο, διότι, κατά το μεν πρώτο σκέλος αυτού, πρωτίστως, διότι δεν προσδιορίζεται ποια είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία και μόνον αυτή ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως και, σε κάθε περίπτωση, γιατί η, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, αντίφαση, όπως, κατά τα ανωτέρω, αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεν εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως απαιτείται για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου, αλλά εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση αυτής, πλην, όμως, τέτοιου είδους αντίφαση δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 17 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, δεν εκτίθενται, για το ορισμένο του δευτέρου σκέλους του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του Δικαστηρίου, αφού δεν διαλαμβάνονται τα αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας ελλείποντα στοιχεία ή οι τυχόν υπάρχουσες αντιφάσεις, αλλά απλώς ο αναιρεσείων βάλλει (απαραδέκτως) κατά της εκτιμήσεως των αποδείξεων, αναφορικώς με την κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την αποκλειστική του υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο Δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το Δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπ' όψιν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1466/2025, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1074/2024, Α.Π. 1064/2024, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1161/2020).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε υπ' όψιν το Δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1074/2024, Α.Π. 1064/2024, Α.Π. 1161/2020).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπ' όψιν το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτοψίας της Τροχαίας, σύμφωνα με την οποία στο σημείο του ατυχήματος δεν υπάρχει διαγράμμιση επί του οδοστρώματος.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αλλά επιχείρημα αναγόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.

Στην πραγματικότητα, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας, με τον λόγο αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1426/2024).

Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραλειφθεί κανένα (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 311/2025). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025).

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1474/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025).

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, την προσαχθείσα μετ' επικλήσεως από αυτόν, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, από ...-2018 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Χ. - Λ.

Σ. Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της μη λήψεως υπ' όψιν εκ μέρους του Εφετείου του ως άνω αποδεικτικού στοιχείου πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος.

Το τελευταίο δε τούτο, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, εκτίμησε τα προσαχθέντα ενώπιόν του έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αναφέροντας "...από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζονται νόμιμα μ' επίκληση από τους διαδίκους, είτε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ..., έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς, όμως, να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς...", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και το ως άνω αποδεικτικό μέσο - έγγραφα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και ξεχωριστή αξιολόγηση αυτού.

Επιπλέον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, στην ελάσσονα πρότασή του συνεκτιμά και αξιολογεί σαφώς και το περιεχόμενο της εν λόγω τεχνικής έκθεσης. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ δικαστικά έξοδα υπέρ των απολειπομένων πρώτου, δεύτερης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων δεν πρέπει να επιβληθούν, δεδομένου ότι αυτοί, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε αυτά (Α.Π. 421/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1330/2024), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-7-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 292/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€), για καθένα διάδικο μέρος αυτών, που παραστάθηκε με ξεχωριστό δικηγόρο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ