Supreme Court dismisses appeal against European arrest warrant execution due to lack of sentence execution commitment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece formally rejected the appeal filed by a Lithuanian national currently detained in Thessaloniki against the Council of Appeal's decision to execute a European Arrest Warrant. The appellant argued for transfer to Greece to serve a potential sentence, but the court found the appeal substantively unfounded because the competent Lithuanian authorities had not issued a formal commitment to execute the sentence in Greece. Furthermore, the court ruled that the pending asylum application did not legally block the enforcement of the warrant under the relevant Greek legislation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 9, 18, and 22 of Law 3251/2004; The execution of a European Arrest Warrant against a non-consenting suspect is permissible even if an asylum application is pending, provided no formal commitment to execute the sentence in the executing state has been issued.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1823 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1823/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 και 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου (όνομα) G. () D. του J. και A., γεν. στις 26.2.1974 στο Panevezys της Λιθουανίας και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με την συνήγορο της υπερασπίσεώς του Αγγελική Σπαγάκου η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθ. 215/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κατά της υπ'αριθμ. 411/26.6.2019 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Λιθουανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 10/27.6.2019 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 999/2019. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και την πληρεξούσια δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία η από 27 Ιουνίου 2019 και με αριθμό 10/27.6.2019 έφεση του ανωτέρω εκζητουμένου, κατά της υπ'αριθ. 411/26.6.2019 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", προκύπτει ότι αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Από τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών είναι επιτρεπτή η άσκηση έφεσης από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου.
Συνεπώς, η έφεση, με αριθμό έκθεσης 10/27-6-2019, του εκζητουμένου από τις δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας της Λιθουανίας G. D. του J. και A. M., που γεννήθηκε στο Panevezys της Λιθουανίας στις 26-2-1974, είναι υπήκοος της Λιθουανίας, κατοικεί στον ...) και ήδη κρατείται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, κατά της απόφασης 441/26-6-2019 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αποφασίστηκε η κατ' αυτού εκτέλεση του με στοιχεία αναφοράς φακέλου .../18 από 3-4-2019 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από τη Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λιθουανίας με βάση:
α) την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Καϊσιάντορυς της Λιθουανίας από 29-5-2018 και β) της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου της πόλης του ... της Λιθουανίας από 27-3-2019, ασκήθηκε, ενώπιον του Γραμματέα του ως άνω Συμβουλίου, νομοτύπως και εμπροθέσμως. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του προαναφερθέντος Ν. 3251/2004, προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, πρέπει, για το τυπικό κύρος του, να περιέχει: α) την ταυτότητα και την ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, τη διεύθυνση, τον αριθμό της τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και την ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) τη μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) την περιγραφή των περιστάσεων τέλεσής του, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.
Προϋπόθεση της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του ως άνω νόμου, είναι οι πράξεις, για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και, αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν, δηλαδή, ήδη επιβληθεί, να είναι διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
Το ένταλμα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του αυτού νόμου, εκτελείται, με την επιφύλαξη περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του ίδιου νόμου, εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί αυτό, συνιστά έγκλημα, σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις αξιόποινες πράξεις, που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.
Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 12 αυτού οι περιπτώσεις, στις οποίες η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Ο Έλληνας δικαστής, λοιπόν, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερικά νομότυπη έκδοση (π.χ.
έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές, που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του Ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Ν. 3251/2004 ορίζεται ότι: "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Ελλάδα είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, δ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ε) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, του γενετήσιου προσανατολισμού του ή της δράσης του υπέρ της ελευθερίας, στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία:
ι) θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή ιι) τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους απαγορεύεται η δίωξη για το ίδιο έγκλημα που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Ελλάδας, η) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη.
Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος", ενώ με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, το κείμενο του οποίου (άρθρου) αριθμήθηκε ως παράγραφος 1, στην οποία προστέθηκε περίπτωση στ', με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4596/2019, ορίζεται ότι: "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, β) αν οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, γ) αν ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, δ) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ε) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα, και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, στ) αν ο εκζητούμενος, με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης".
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, συνάγεται ότι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα, που αναφέρονται στις ως άνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις.
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 παρ. 3 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι "αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, και πάντως μετά την απόδοση σε αυτό συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, κατοικεί στην Ελλάδα, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό τη στερητική ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ελληνική δικαστική αρχή, που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος (στην παρούσα περίπτωση ο Άρειος Πάγος), οφείλει αρχικώς να προσδιορίσει, αν ο εκζητούμενος "κατοικεί" ή "διαμένει" στην Ελλάδα και, επομένως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, και στη συνέχεια (μόνον εφόσον διαπιστώσει ότι το πρόσωπο αυτό ικανοποιεί ένα από τα κριτήρια αυτά), να εκτιμήσει αν υπάρχει εύλογο συμφέρον που να δικαιολογεί την εκτέλεση της ποινής, που επιβλήθηκε από το κράτος που εξέδωσε το ένταλμα, στην Ελλάδα.
Στην εισηγητική έκθεση του Ν. 3251/2004, αναφορικά με την ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3, διευκρινίζεται ότι ως πρόσωπα που κατοικούν στην Ελλάδα νοούνται εκείνα των οποίων η διαμονή έχει το στοιχείο της μονιμότητας• ένας εκζητούμενος "κατοικεί" στην Ελλάδα, εφόσον έχει εδώ την πραγματική κατοικία του και "διαμένει" σ' αυτή, εφόσον, μετά από σταθερή παραμονή ορισμένης διάρκειας, δημιούργησε δεσμούς παρόμοιους με εκείνους που δημιουργεί ένας κάτοικος• για να διαπιστωθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υφίστανται μεταξύ του εκζητουμένου και της Ελλάδας δεσμοί που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό "διαμένει" στο Κράτος, η δικαστική αρχή εκτέλεσης απαιτείται να προβεί σε συνολική εκτίμηση διάφορων αντικειμενικών στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του προσώπου αυτού, στα οποία καταλέγονται, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η φύση και οι συνθήκες παραμονής του εκζητουμένου, καθώς και οι οικογενειακοί και οικονομικοί δεσμοί του με το κράτος - μέλος εκτέλεσης (Ελλάδα).
Για την εξάρτηση της εκτέλεσης, από την αρμόδια δικαστική αρχή, του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό τη στερητική ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, που τυχόν θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη σχετική απόφαση ή συναίνεση, για την έκτιση της ποινής στην Ελλάδα, του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων ή του κατά τόπον αρμόδιου για την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εισαγγελέα εφετών (ΑΠ 479/2015, ΑΠ 1288/2014, ΑΠ 324/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα, τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκκαλών-εκζητούμενος, μέσω διερμηνέα, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και η συνήγορός του, προφορικά και με το κατατεθέν υπόμνημά της, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Με το έγγραφο ... από 2-5-2019 της Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης το, με στοιχεία αναφοράς φακέλου .../18 από 3-4-2019, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από τη Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, με βάση: α) την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Καϊσιάντορυς Λιθουανίας από 29-5-2018 και β) της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου της πόλης ...
Λιθουανίας από 27-3-2019, κατά του εκζητουμένου υπηκόου της Λιθουανίας G. D. του J. και A. M., που γεννήθηκε στο Panevezys Λιθουανίας στις 26-2-1974 και ήδη κρατείται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα που το συνοδεύουν. Με το ένταλμα αυτό ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του προαναφερθέντος υπηκόου της Λιθουανίας ενώπιον της αρχής που το εξέδωσε, προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις της απόδρασης κρατουμένου και της κλοπής, από τις οποίες την πρώτη φέρεται ότι τέλεσε στην ανοικτή φυλακή στην Πραβιένισκες του Δήμου Καϊσιάντορυς της Λιθουανίας την 29η-4-2018 και τη δεύτερη στο ...
της Λιθουανίας την 14η-4-2018. Ειδικότερα, με το προαναφερθέν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αποδίδονται στον εν λόγω εκζητούμενο, επί λέξει, τα εξής: "1. Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου του Καϊσιάντορυς 29-05-2018. Α) Ο Γ. Ν. υποψιάζεται ότι κατά την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής στο διορφωτικό σπίτι - ανοικτή φυλακή της Πραβιένισκες (χωριό Πραβιένισκες Β', δήμος Καϊσιάντορυς) υπό συνθήκες ανοικτής αποικίας, με την 25-04-2018 εντολή του διευθυντή διορφωτικού σπιτιού - ανοικτής φυλακής της Πραβιένισκες αρ. ... "Περί επισκέψεων στο σπίτι σε κατάδικους που έχουν καταδικαστεί σε φυλάκιση υπό συνθήκες ανοικτής αποικίας" σύμφωνα με το δικαίωμα που του δόθηκε αναχώρησε από 27-04-2018 ώρα 18.30 μέχρι 29-04-2018 ώρα 18.30 προς το σπίτι του που βρίσκεται στη διεύθυνση οδός ..., χωριό ..., νομός Πανεβεζής, ωστόσο, μέχρι την καθορισμένη ώρα (29-4-2018 ώρα 18.30) δεν επέστρεψε στο διορφωτικό σπίτι - ανοικτή φυλακή της Πραβιένισκες, δηλαδή δραπέτευσε από αυτό. 2.
Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου της πόλης του ... 27 Μαρτίου 2019 Β) Ο Γ. Ν. υποψιάζεται ότι έκλεψε ξένα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή 14-04-2018 από 18.00 μέχρι 23.00 παρευρισκόμενος στο διαμέρισμα οδός ..., στο ..., στο δωμάτιο πήρε από τραπέζι ένα περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στο θύμα στην Ι. Κ. - κινητό τηλέφωνο "Apple iPhone Χ256 GB Space Grey" αξίας 1300 ευρώ και έκανε ζημιά αξίας 1300 ευρώ προς την Ι.
Κ.". Ο εκζητούμενος, συνεπώς, φέρεται στο εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ως αυτουργός των ως άνω πράξεων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από το δίκαιο της Λιθουανίας ως "απόδραση κρατουμένου" και "κλοπή", αντίστοιχα, και τιμωρούνται στο Κράτος έκδοσης του ένδικου εντάλματος η μεν πρώτη με δημόσια έργα ή πρόστιμο ή κράτηση ή με περιορισμό της ελευθερίας ή φυλάκιση μέχρι τρία (3) έτη, σύμφωνα με το άρθρο 178 του Ποινικού Κώδικα της Λιθουανίας, η δε δεύτερη με περιορισμό της ελευθερίας ή φυλάκιση μέχρι τρία (3) έτη, σύμφωνα με το άρθρο 241 του Ποινικού Κώδικα της Λιθουανίας, ενώ οι πράξεις αυτές είναι αξιόποινες και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και ειδικότερα η μεν πρώτη (απόδραση κρατουμένου) προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 173 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος, η δε δεύτερη (κλοπή) προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 372 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή.
Περαιτέρω, ο εκζητούμενος-εκκαλών, που είναι πράγματι το πρόσωπο, κατά του οποίου εκδόθηκε το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνελήφθη στις 18-4-2019 στη Θεσσαλονίκη και διατελεί σε κράτηση από την 19η-4-2019, η οποία διατάχθηκε με τη σχετική διάταξη 16/19-4-2019 της Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με σκοπό την έκδοσή του στις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Λιθουανίας, διατηρήθηκε δε αυτή (κράτηση) με την προσβαλλόμενη απόφαση και έτσι ο εκζητούμενος-εκκαλών, που δεν συγκατατέθηκε να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εν λόγω εντάλματος (Λιθουανία), κρατείται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης.
Μετά από αυτά, περιέχονται στο επίδικο ένταλμα όλα τα τυπικά, κατά το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004, στοιχεία, δεν αντίκειται αυτό στις θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 1 του ίδιου νόμου και συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 5 αυτού προϋποθέσεις έκδοσής του, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις περιπτώσεις απαγόρευσης της εκτέλεσης ή δυνατότητας απαγόρευσης της εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος κατά τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ίδιου νόμου.
Επιπλέον, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα, αξιόπιστα και ακριβή στοιχεία περί της συνδρομής κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης του εκζητουμένου-εκκαλούντος λόγω των γενικών συνθηκών κράτησης στο Κράτος έκδοσης του εν λόγω εντάλματος (Λιθουανία), αφού ο εκζητούμενος-εκκαλών δεν έχει προσκομίσει τέτοια στοιχεία, μολονότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του εκζητουμένου-εκκαλούντος, ανέβαλε για το σκοπό αυτό την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 4ης-10-2019 για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, ενώ η προβαλλόμενη από τον ίδιο (εκζητούμενο-εκκαλούντα) διακινδύνευση της ζωής του από τρίτα, άσχετα προς το εκζητούν Κράτος, πρόσωπα, ουδόλως ασκεί επιρροή στην υπόθεση, αφού δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απαγόρευσης της έκδοσης.
Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, οπότε πρέπει να απορριφθεί και το υποβληθέν από τον εκζητούμενο-εκκαλούντα αίτημα αναβολής για την προσκόμιση πρόσθετων για τα προαναφερόμενα ζητήματα στοιχείων. Περαιτέρω, ο εκζητούμενος-εκκαλών βρίσκεται, από το τέλος του Απριλίου 2018, στην Ελλάδα, στην οποία έφθασε, αφού είχε αποδράσει, όπως προαναφέρθηκε, από την ανοικτή φυλακή της Πραβιένισκες της Λιθουανίας.
Αφού έφθασε στην Ελλάδα, ο εκζητούμενος-εκκαλών προέβη στις απαραίτητες ενέργειες για την απόδοση σ' αυτόν ΑΦΜ και ΑΜΚΑ. Με την υπό κρίση έφεση, ο εκζητούμενος-εκκαλών έχει δηλώσει, δια του ασκήσαντος αυτή (έφεση) εκπροσώπου του Παναγιώτη Μανώλη, Δικηγόρου Θεσσαλονίκης, ότι είναι κάτοικος του οικισμού ...).
Με τα από 26-6-2019 και 12-11-2019 υπομνήματα των πληρεξούσιων Δικηγόρων του προς το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης και το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, αλλά και για τη σύνταξη άλλων δημόσιων εγγράφων έχει δηλώσει ότι είναι κάτοικος ..., ενώ στο έγγραφο με τον τίτλο "ΕΓΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ", το οποίο συντάχθηκε από την Ά.
Χ., Εφοριακό ΠΕ, με βάση την από 31-10-2018 αίτηση του εκζητουμένου-εκκαλούντος έναντι της ένδειξης "Κάτοικος εξωτερικού" έχει σημειωθεί η ένδειξη "ΝΑΙ". Με τα δεδομένα αυτά, δεν αποδεικνύεται σταθερή, μόνιμη και συγκεκριμένης διάρκειας παραμονή του εκζητουμένου-εκκαλούντος στην Ελλάδα, ιδίως με την επίκληση και προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών μέσων, όπως, ενδεικτικά, μισθωτηρίων οικίας, αποδείξεων λογαριασμών ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ.
Εξάλλου, η εργασία του εκζητουμένου-εκκαλούντος στην Ελλάδα δεν είναι μόνιμη και σταθερή, ώστε να δικαιολογεί τέτοιους οικονομικούς δεσμούς με την Ελλάδα, ώστε να θεμελιώνεται το εύλογο συμφέρον αυτού να ζητήσει την κατά το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 3251/2004 διαμεταγωγή του στην Ελλάδα για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που τυχόν θα του επιβάλει το αρμόδιο Δικαστήριο της Λιθουανίας για τις πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις, για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του στη Λιθουανία.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την κατά το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 3251/2004 διαμεταγωγή του εκζητουμένου-εκκαλούντος στην Ελλάδα προκειμένου να εκτελεστεί η στερητική της ελευθερίας ποινή που τυχόν θα επιβάλει σ' αυτόν το αρμόδιο Δικαστήριο της Λιθουανίας για τις εν λόγω πράξεις.
Ορθώς, συνεπώς, απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης το σχετικό αίτημα του εκζητουμένου-εκκαλούντος με την ίδια κύρια αιτιολογία και, επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης έφεσης αυτού είναι αβάσιμος. Η διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία ότι το εν λόγω αίτημα είναι απορριπτέο, διότι "....δεν προσκομίστηκε, ούτε ο εκζητούμενος επικαλέστηκε, έγγραφη δήλωση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία να αναλαμβάνεται η υποχρέωση για την έκτιση της ποινής, που τυχόν θα του επιβληθεί, στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους....", είναι μεν αντίθετη με όσα έγιναν δεκτά, για το σχετικό ζήτημα, στη μείζονα σκέψη, όμως τούτο δεν έχει στην προκείμενη περίπτωση έννομη επιρροή, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην πρώτη (κύρια) αιτιολογία.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο εκζητουμένος-εκκαλών, μετά τη σύλληψή του και, ενώ ήταν κρατούμενος, υπέβαλε την από 7-10-2019 με αριθμό κατάθ. .../9-10-2013 αίτηση για παροχή σ' αυτόν πολιτικού ασύλου κατά την από 28-7-1951 Διεθνή Σύμβαση της Γενεύης, η οποία (αίτηση) εκκρεμεί. Εφόσον, όμως, δεν έχει χορηγηθεί ακόμη στον εκζητούμενο-εκκαλούντα άσυλο, δεν εμποδίζεται η διαδικασία της εκτέλεσης του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ούτε απαγορεύεται η έκδοση αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3251/2004, ενώ δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ΠΔ 113/2013, που επιτρέπει την παραμονή στη χώρα εκείνου που ζήτησε άσυλο μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του (ΑΠ 939/2018, ΑΠ 862/2015).
Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Μετά ταύτα, το προβαλλόμενο εκ νέου από τον εκζητούμενο-εκκαλούντα με την κρινόμενη έφεση και το υπόμνημά του αίτημα για διαμεταγωγή αυτού (εκζητουμένου-εκκαλούντος) στην Ελλάδα για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που τυχόν θα του επιβάλει το αρμόδιο Δικαστήριο της Λιθουανίας για τις πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις, για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του στη Λιθουανία, είναι αλυσιτελές.
Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον εκζητούμενο-εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής του εκκαλούντος.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 27-6-2019, με αριθμό έκθεσης 10/2019, έφεση του υπηκόου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας G. D. του J. και A. M., που γεννήθηκε στο Panevezys της Λιθουανίας στις 26-2-1974 και ήδη κρατείται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, κατά της απόφασης 441/26-6-2019 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αποφασίστηκε η κατ' αυτού εκτέλεση του με στοιχεία αναφοράς φακέλου .../18 από 3-4-2019 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από τη Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λιθουανίας με βάση: α) την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Καϊσιάντορυς της Λιθουανίας από 29-5-2018 και β) της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου της πόλης του ... της Λιθουανίας από 27-3-2019, προκειμένου να δικαστεί για τα αδικήματα της "απόδρασης κρατουμένου" και της "κλοπής". Και Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ