Legislator Case Law & Legislation
1823/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance distribution, ruling lower court correctly interpreted deed contents.

Case Number 1823/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by nine heirs against the Second Instance Court's decision regarding an inheritance distribution. The heirs argued that the deed contained false information about the property's origin and distribution, but the court found the lower court's interpretation of the document accurate. The appeal was rejected because the evidence did not prove the deed was distorted or that the distribution was invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 787, 974, 980, 981, 982, 983, 994, 1113, 1884 of the Civil Code; The lower court's interpretation of a deed regarding inheritance distribution is valid if supported by the document's text and other evidence, and an appeal based on alleged distortion without proof is inadmissible.

Keywords

AI generated
inheritance distribution co-ownership rights deed interpretation appeal dismissal property title civil procedure burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 787, 974, 980, 981, 982, 983, 994, 1113, 1884 of the Civil Code
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1823 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1823/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Φ. του Γ., 2.Ν. Φ. του Γ., 3.Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Γ. Φ., κατοίκων ..., 4.Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 5.Ι.-Φ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 6.Μ. συζ. Γ.Π., το γένος Γ. Φ., κατοίκου ..., 7. Φ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 8.Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Γ. Φ., κατοίκου ..., 9.Η. Φ. του Γ., κατοίκου ..., δι’ εαυτούς ατομικά και ως κληρονόμων της μητρός τους Α., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Μαλαφούρη.

Της αναιρεσίβλητης: Θ. Μ. του Ν., πρώην συζ. Μ.-Μ. Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Λαγουδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδος.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2001 του ιδίου Δικαστηρίου, 1161/2005 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 22-2-2006 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 992/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχθηκε την αίτηση αναίρεσης και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πατρών για περαιτέρω εκδίκαση.

Μετά την εκδίκαση, εκδόθηκε η 25/2015 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2015 αναίρεσή τους και τους από 20-7-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 25-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των ν. 3 Κωδ. 7.34, ν. 42 πανδ. 41.2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3 του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά τα άρθρα 50 και 43 του ΕισΝΑΚ, εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων, που δημιουργήθηκε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και συνεχίζεται και μετά από αυτή, καθώς και τις αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 983, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, προκύπτει ότι μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί του ιδίου πράγματος ο κοινωνός (εξ αδιαιρέτου συγκύριος), αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους, ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ολόκληρο ή πλέον της μερίδας του.

Η γνώση των συγκληρονόμων για την, ως άνω, αντιποίηση της νομής δύναται να προέρχεται είτε από τον αντιποιούμενο είτε από τρίτο πρόσωπο και δεν απαιτείται να γίνει με συγκεκριμένο τρόπο, προκύπτει δε αυτή ως ενυπάρχουσα στο πρόσωπο των άλλων συγκυρίων, όταν η κατοχή του κοινού από τον συγκληρονόμο έλαβε χώρα με τη συναίνεση τούτων να το νέμεται αυτός ολόκληρο αποκλειστικά στο όνομά του.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο που αποτελεί αγρό, βρίσκεται στη θέση .... της κτηματικής περιφέρειας του χωριού ..., έχει εμβαδόν 50 στρέμματα και συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησίες....

και με θάλασσα. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει ως προίκα μαζί με πολλά άλλα ακίνητα στην απώτερη δικαιοπάροχο των διαδίκων Σ. Φ. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../1897 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Απολλωνίων ... Ι. Π.. Η Σ. Φ. απεβίωσε το έτος 1918 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το σύζυγό της Σ.

Φ. και τα τέκνα της Χ., Π., Τ., Α. και Γ., οι οποίοι υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομία. Τα κληρονομιαία ακίνητα εκμεταλλεύονταν από κοινού οι προαναφερθέντες υπό την εποπτεία και τις οδηγίες του πατέρα τους, λόγω άλλωστε και του νεαρού της ηλικίας τους, ο οποίος, όπως συνηθιζόταν στις αγροτικές περιοχές, εφόσον αποτελούσαν μια οικογένεια έκανε κουμάντο ασχέτως κληρονομικών μεριδίων εκάστου εξ αυτών.

Έτσι όταν κάποιο από τα τέκνα του παντρευόταν και δημιουργούσε δική του οικογένεια ο πατέρας του του παραχωρούσε ατύπως με τη συναίνεση και των λοιπών συγκληρονόμων συγκεκριμένα κτήματα, τα οποία έκτοτε αυτός κατείχε ως αποκλειστικός κύριος και με την πεποίθηση ότι δεν πρόσβαλε τα δικαιώματα των λοιπών κληρονόμων που εξακολουθούσαν να διαμένουν με τον πατέρα τους.

Αυτό συνέβη αρχικά με τον Χ., που ήταν ο μεγαλύτερος και στη συνέχεια και με τον Α., οι οποίοι έλαβαν δικά τους αγροκτήματα, που φρόντιζαν και καλλιεργούσαν και έγιναν κύριοι αυτών με χρησικτησία. O Α. μάλιστα είχε λάβει και τμήμα της πατρικής οικίας για να κατοικήσει με την οικογένειά του, που έτσι χωρίσθηκε σε δύο μέρη και στο άλλο μισό, αφού η Τ.

είχε παντρευτεί και είχε φύγει, έμενε ο πατέρας (απεβίωσε το έτος 1949) με τον υιό του Γ., πατέρα και σύζυγο των εναγόντων, που εν τω μεταξύ δημιούργησε τη δική του οικογένεια. Το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε μαζί με άλλα ακίνητα στον Α. το έτος 1938 όταν δημιούργησε δική του οικογένεια. Η παραχώρηση των κληρονομιαίων ακινήτων με πρωτοβουλία του πατέρα σε κάθε παιδί, κατά τα παραπάνω, αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης Π.

Φ., η οποία κρίνεται πειστική καθόσον δεν συνδέεται με τα διάδικα μέρη ή τους δικαιοπαρόχους τους και του οποίου η πατρική οικία ήταν δίπλα στην πατρική οικία των εναγόντων, ενώ ο ίδιος κατοικούσε στο χωριό μέχρι το έτος 1962. 0 ισχυρισμός των εναγόντων ότι το έτος 1937 οι τότε συγκληρονόμοι προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας τους Σ.

συζ. Σ. Φ., ότι έκαστος εξ αυτών έλαβε τα αναφερόμενα στην αγωγή ακίνητα, τα οποία έκτοτε κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ότι το επίδικο περιήλθε στον δικαιοπάροχό τους Γ. Φ. κρίνεται ως αβάσιμος, καθόσον τέτοια διανομή δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα από το ...1-8-1939 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε.

Δ. Φ., που έχει τον τίτλο "αποζημίωσις δραχμών 15.000 λόγω αποπλανήσεως εις ασέλγειαν δια παραχωρήσεως ακινήτων ίσης αξίας", προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Φ. παραχώρησε κατά κυριότητα πλήρη νομή και κατοχή στη Μ. Φ. τα περιγραφόμενα στο συμβόλαιο αυτό ακίνητα ως αποζημίωση προκειμένου να αποφύγει την ποινική δίωξη από την τελευταία για την ως άνω αξιόποινη πράξη.

Τα ακίνητα που παραχώρησε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων βρίσκονται στη θέση "...". Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι τα ακίνητα που παραχωρούνται βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ... και είχαν περιέλθει στον μεταβιβάζοντα από κληρονομιά της κατά το έτος 1918 αποβιώσασας μητέρας του Σ.

και κατόπιν διανομής μετά των λοιπών συγκληρονόμων. Το τελευταίο (περί διανομής) είναι προφανές ότι αναγράφηκε για να δικαιολογήσει την παραχώρηση των ακινήτων που ήταν κληρονομιαία και ο μεταβιβάζων κατείχε άτυπα. Και η κρίση αυτή ενισχύεται από το ότι από τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα μόνο δυο συμπίπτουν με τα ακίνητα της Σ.

που οι ενάγοντες απαριθμούν στην αγωγή και αυτά είναι στη θέση "...", ενώ τα υπόλοιπα, δηλαδή τα ευρισκόμενα στη θέση "..." δεν περιέχονται στα ακίνητα της αγωγής, που κατά τους ενάγοντες αποτελούν την κληρονομιαία περιουσία της μητέρας του δικαιοπαρόχου τους και διανεμήθηκαν άτυπα μεταξύ των συγκληρονόμων το έτος 1937 και έλαβαν καθένας από αυτούς ό,τι αναφέρεται στην αγωγή.

Εξάλλου η αβασιμότητα του ισχυρισμού των εναγόντων περί διανομής του 1937 προκύπτει και από το ότι το έτος 1939 με το ως άνω συμβόλαιο ο Γ. Φ. παραχώρησε στη Μ. Φ. τμήμα του ακινήτου του στη θέση "..." και το ακίνητό του στη θέση "...", ενώ σύμφωνα με την αγωγή ολόκληρο μεν το ακίνητο στη θέση "..." με τη διανομή του 1937 είχε περιέλθει στον Α.

Φ., το δε ακίνητο στη θέση "..." με την ίδια διανομή είχε περιέλθει στον Χ. Φ., και επομένως δεν θα μπορούσε να τα παραχωρήσει ο Γ. Φ. το έτος 1939, εφόσον δεν ήταν δικά του. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες με την προσθήκη αντίκρουση επί των προτάσεων τους της παρούσας δίκης ότι με το παραπάνω συμβόλαιο μεταβιβάστηκαν στη Μ.

Φ. από το ακίνητο στη θέση "..." συνολικής έκτασης 45 στρεμμάτων, μόλις οκτώ ελαιόδενδρα μετά της υποκειμένης γης τους, οπότε το υπόλοιπο περιήλθε στον Α. Φ.. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή με την επικαλούμενη διανομή του 1937 το εν λόγω ακίνητο περιήλθε ολόκληρο στον Α.

Φ. και όχι μόνο ένα τμήμα αυτού, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του που μεταβιβάστηκε στη Μ. Φ. είχε περιέλθει στο Γ. Φ.. Ενόψει αυτών η κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης Π. Φ., ο οποίος κατέθεσε ότι η παραχώρηση των κληρονομιαίων ακινήτων γινόταν με πρωτοβουλία του πατέρα σε κάθε παιδί, κατά τα παραπάνω, κρίνεται πειστική, καθόσον ενισχύεται και από τα προαναφερόμενα, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Φ.

Φ., ο οποίος θεωρούσε ότι το επίδικο ήταν ιδιοκτησία του Σ. Φ. και ότι αυτός πριν το θάνατό του είχε διανείμει την περιουσία του στα παιδιά του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ξερικό και πετρώδες κατά το μεγαλύτερο μέρος του, με κάποια κατωφέρεια προς τη θάλασσα, αγρονομή, κατάλληλο μόνο για βόσκηση ζώων και μόνο ένα μικρό τμήμα ήταν καλλιεργήσιμο, όπου ανάμεσα στις "σκαλούλες" (αναβαθμίδες) που σχηματίζονταν μπορούσαν να καλλιεργηθούν με δυσκολία (με τσάπα και αλέτρι) βρώμη, κριθάρι, αγριοκόκι, λινάρι, ενώ φύονταν αγριλίδες και καθόλου ελιές (βλ.

και την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Κ. Φ., σύμφωνα με την οποία το επίδικο τουλάχιστον μέχρι το έτος 1946 που ο ίδιος βρισκόταν στην περιοχή, ήταν λόγγος - βοσκότοπος). Το ακίνητο αυτό, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, που για τους προαναφερόμενους λόγους κρίνεται πειστική, πριν ακόμη από το έτος 1940 και μέχρι το έτος 1987 νεμόταν μόνος του ο Α.

Φ., τον οποίο γνώριζε

"ως νοικοκύρη", που το κυρίευε ανενόχλητα με τις προαναφερόμενες καλλιέργειες και μάλιστα κάποια φορά ο μάρτυρας με τον αδελφό του το όργωσαν για λογαριασμό του Α.. Οι καλλιέργειες αυτές σταδιακά σταμάτησαν διότι ήταν ασύμφορες λόγω του άγονου εδάφους και ο Α. Φ. εξακολούθησε να

το χρησιμοποιεί ως βοσκότοπο πλέον και να το επιβλέπει, να κόβει κλαδιά και

ξύλα από τα αγριόδεντρα, να επισκευάζει τις λιθιές και γενικά να ασκεί όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής

ως αποκλειστικός κύριος, έτσι δε απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Με το .../1987 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Απολλωνίων Ν. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, το παραπάνω ακίνητο μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στην εναγομένη [αναιρεσίβλητη], η οποία και απέκτησε την κυριότητα αυτού, αφού το αγόρασε από αληθή κύριο.

Η τελευταία από την ημέρα που το έλαβε στην κατοχή της το περιέφραξε, ενώ ανακριβώς υποστηρίζουν οι ενάγοντες με την αγωγή ότι η εναγομένη κατά την περίφραξη αυτή απομάκρυνε τα ορόσημα που είχαν προηγουμένως τοποθετηθεί από τους ίδιους, διότι το επίδικο ουδέποτε είχε περιφραχθεί ή οριοθετηθεί προηγουμένως, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Φ.

Φ., σύμφωνα με την οποία το επίδικο δεν υπήρξε ποτέ φραγμένο πριν από την περίφραξη που τοποθέτησε η εναγόμενη. Μέχρι το έτος 1992 δεν υπήρξε αμφισβήτηση των δικαιωμάτων της εναγομένης ή του δικαιοπαρόχου της από οποιονδήποτε τρίτο, όπως από τους ενάγοντες ή παλιότερα από τον δικαιοπάροχό τους. Ειδικά ο τελευταίος που απεβίωσε το έτος 1981 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες καμία πράξη νομής δεν ενήργησε στο επίδικο από την κατά τα παραπάνω παραχώρησή του στον αδελφό του Α..

Συγκεκριμένα αυτός (Γ. Φ.) περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940 εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Πρέβεζα (όπως προκύπτει από το .../92 πιστοποιητικό του Δήμου Πρέβεζας η κόρη του, έκτη ενάγουσα, γεννήθηκε στην Πρέβεζα το έτος 1950), όπου έκτοτε διέμενε μόνιμα μέχρι το θάνατό του το έτος 1981 και δεν είχε καμία σχέση με το επίδικο.

Το αντίθετο δεν προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων. Ειδικότερα ο εξ αυτών Κ. Φ. το μοναδικό στοιχείο που κατέθεσε για ενίσχυση της άποψης ότι το επίδικο νεμόταν ο Γ. Φ., καθόσον από το έτος 1946 και εντεύθεν είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα, αναφέρεται στην κατασκευή ασβεστοκαμίνου στο επίδικο από τον τελευταίο κατά τα έτη 1944-1946.

Η κατασκευή όμως ασβεστοκαμίνου, που σημειωτέον άπαξ λειτούργησε, ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της παραχώρησης του επιδίκου στο δικαιοπάροχο της εναγομένης (βλ. κατάθεση ίδιου μάρτυρα "δεν ξέρω πότε έγινε για πρώτη φορά καμίνι, δηλαδή αν προϋπήρχε το καμίνι πριν το 1945, 1946" και κατάθεση Π. Φ. " το καμίνι το έκανε η οικογένεια, λίγο πριν ή μετά τον πόλεμο").

Όσον αφορά την κατάθεση του μάρτυρα Φ. Φ., η κατάθεσή του στα κρίσιμα για την υπόθεση θέματα της διενέργειας διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και των ίδιων μετά το θάνατό του δεν είναι πειστική. Συγκεκριμένα κατέθεσε αυτός ότι στο επίδικο υπήρχαν ελιές 30, 40 και 50 ετών και άλλες μικρότερης ηλικίας κατά το χρόνο της κατάθεσής του (1996) και ότι ο Γ.

Φ. και η γυναίκα του συνέλεγαν τον καρπό, αυτό δε γινόταν τόσο πριν όσο και μετά την εγκατάστασή του στην Πρέβεζα, χωρίς ωστόσο ποτέ να τις σκάψει ή να κάνει τίποτα παραπάνω, ενώ αφενός στο επίδικο, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει και από την προαναφερόμενη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Κ. Φ., δεν υπήρχαν ελιές, αφετέρου αν υπήρχαν και το έτος 1996 ήταν 50 ετών, σημαίνει ότι φυτεύθηκαν, άγνωστο από ποιόν, το έτος 1946, οπότε μέχρι που έφυγε ο Γ.

Φ. από τη Λευκάδα, αυτές δεν θα είχαν καρποφορήσει. Για τον ίδιο λόγο αβάσιμη είναι η κατάθεση του ίδιου μάρτυρα ότι μετά το θάνατο του Γ. έβλεπε στο επίδικο τα τέκνα του Σ. και Ν. και τη γυναίκα του Κ., που το επισκέπτονταν και το επιτηρούσαν και έβλεπαν αν είχαν καρπό τα ελαιόδεντρα, καθώς επίσης και ότι ο Γ.

έδινε άδεια σε τρίτους να χρησιμοποιούν το επίδικο ως βοσκότοπο, περιστατικό που δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Κ. Φ., ο οποίος δεν κατέθεσε για καμιά πράξη νομής του Γ. Φ. μετά το έτος 1946 ή των εναγόντων, οι οποίοι το πρώτον πρόβαλαν δικαιώματα επί του επιδίκου με την .../1992 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Η.

Μ., στην οποία συμπεριέλαβαν και το επίδικο. Να σημειωθεί ότι αναληθώς εκθέτουν στην αγωγή ότι αποδέχθηκαν την κληρονομία αμέσως μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, αφού αυτός απεβίωσε το έτος 1981. Περαιτέρω η πώληση του επιδίκου στην εναγομένη έγινε με βάση τα αναφερόμενα στο πωλητήριο συμβόλαιο .../11-7-1987 και .../28-7-1987 πληρεξούσια του συμβολαιογράφου Απολλωνίων Ν.

Μ. προς τον πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο του πωλητή Β. Φ. που μετερχόταν το επάγγελμα του μεσίτη. O τελευταίος με το .../1992 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Απολλωνίων Ν. Μ., ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει αιτία πωλήσεως στον Γ. Γ. ακίνητο του Α. Φ. στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., εκτάσεως 8 στρεμ., για την πώληση του οποίου ο τελευταίος (Α.

Φ.) τον είχε καταστήσει πληρεξούσιο και αντιπρόσωπό του δυνάμει του .../1992 πληρεξουσίου του ίδιου συμβολαιογράφου. Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων και δη μετά παρέλευση λίγων μηνών που ο εκ των εναγόντων Σ. Φ. πληροφορήθηκε την προσυμφωνηθείσα πώληση, το πωλούμενο ακίνητο δεν ανήκε στον Α. Φ., αλλά στους ενάγοντες, ως κληρονόμους του Γ.

Φ. και ο ανωτέρω πληρεξούσιος Β. Φ. παραπέμφθηκε για να δικαστεί για απάτη σε βαθμό κακουργήματος (βλ. τα 58/95 και 415/95 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών ... και Εφετών Πατρών αντίστοιχα), αθωώθηκε όμως ελλείψει δόλου για την πράξη αυτή με την 40/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η μεταγενέστερη όμως αυτή συμπεριφορά του Α.

Φ., αν ήθελε θεωρηθεί ότι ήταν δόλια, όπως και άλλες επικαλούμενες από τους ενάγοντες παρόμοιες πιθανόν παραβατικές και αξιόποινες συμπεριφορές του εν λόγω πληρεξουσίου που ακολούθησαν (από το έτος 1990 και εντεύθεν) με εντολείς άλλα πρόσωπα, δεν μπορεί να συνδυασθεί με την κρινόμενη περίπτωση της πώλησης του επιδίκου στην εναγομένη που έλαβε χώρα πέντε χρόνια νωρίτερα από το προαναφερόμενο προσύμφωνο πώλησης με εντολέα τον Α.

Φ., διότι πέραν της αποδειχθείσας κατά τα άνω κυριότητας του Α. Φ. επί του επιδίκου, κατά το χρονικό αυτό διάστημα ουδείς ποτέ διαμαρτυρήθηκε παρότι με την περίφραξη που τοποθέτησε η εναγομένη αμέσως μετά την πώληση κατέστησε εμφανή τη μεταβίβαση του ακινήτου προς αυτήν. Αλλωστε, όπως εκθέτουν οι ενάγοντες, ο Α.

Φ. αναγνώρισε ότι το επιχειρηθέν να πωληθεί κατά τα παραπάνω ακίνητο στη θέση "..." ανήκε στους ενάγοντες, με συνέπεια να ματαιωθεί η συζήτηση της σχετικής από 21-12-1992 αγωγής, το ίδιο δε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα είχε κάνει και στην προκειμένη περίπτωση, αν δεν είχε δώσει ο ίδιος πληρεξουσιότητα στον παραπάνω μεσίτη για την πώληση του επιδίκου.

Όσα δε αναφέρονται στα οικεία ως άνω βουλεύματα περί σχετικής κατάθεσης του εκ των εναγόντων Σ. Φ. ότι κατά τον ίδιο τρόπο με τον εκεί ερευνώμενο πωλήθηκε και άλλο ακίνητο του Γ.υ Φ. στη θέση ... (το επίδικο) δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι τότε είχε πλέον ασκηθεί από διετίας η ένδικη αγωγή. Κατόπιν όλων των παραπάνω έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης στο επίδικο και να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο συναφής λόγος της έφεσης είναι βάσιμος". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, κατ’ αποδοχή της προαναφερόμενης, καταλυτικής της αγωγής, ένστασης, απέρριψε την τελευταία ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες, κατά τις εκτιθέμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ζήτημα της γνώσης όλων των συγκληρονόμων της Σ.

Φ. περί του ότι με την έναρξη της κατοχής του επιδίκου από τον εξ αυτών Α. Φ. (δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης-εναγομένης), το έτος 1938, ο τελευταίος κατείχε τούτο, με τη συναίνεσή τους να το νέμεται ολόκληρο αποκλειστικά στο όνομά του, έκτοτε και μέχρι την πώλησή του στην αναιρεσίβλητη, το έτος 1987, ασκώντας τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης διακατοχικές πράξεις, επιδηλωτικές της νομής του επ’ αυτού, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων μοναδικός λόγος του κυρίου αναιρετικού δικογράφου είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά τα οποία αφενός "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις" και αφετέρου "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011).

Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 529/2017, ΑΠ 215/2016).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προέβη σε ερμηνεία της δήλωσης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων που περιείχετο στο υπ’ αριθ. ...1939 προαναφερθέν συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε. Δ. Φ. με το οποίο εκείνος μεταβίβασε στην Μ. Φ. την κυριότητα των αναφερομένων σ’ αυτό ακινήτων (στα οποία δεν περιλαμβάνεται το επίδικο), καθόσον ενώ στο κείμενό του αναφέρεται ότι τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα προέρχονται από κληρονομία της αποβιώσασας το έτος 1918 μητέρας του Σ. και κατόπιν διανομής μετά των λοιπών κληρονόμων, το Δικαστήριο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "το περί διανομής είναι προφανές ότι αναγράφηκε για να δικαιολογήσει την παραχώρηση των ακινήτων που ήταν κληρονομιαία και ο μεταβιβάζων κατείχε άτυπα". Πλην όμως με τη διατύπωση αυτή το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, η οποία ήταν η προς την Μ. Φ. μεταβίβαση των, ως άνω, ανηκόντων εκ κληρονομίας στην κυριότητά του ακινήτων, γεγονός που δεν αμφισβητείται από αυτό, αλλά σε εκτίμηση της αληθείας του γεγονότος της φερομένης ως λαβούσας χώρα μεταξύ των κληρονόμων διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας της Σ. Φ.. Επομένως, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο προσάπτεται η αιτίαση ότι, ενώ από το αναφερόμενο στο αποδεικτικό πόρισμα της πληττόμενης απόφασης υπ’ αριθ. ...1939 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε. Δ. Φ. "προκύπτει αναμφίβολα όχι μόνον ότι εγένετο διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων της Σ. συζ. Σπ. Φ. από τους συγκληρονόμους της το έτος 1937, αλλά και ότι η διανομή αυτή κρίθηκε από τον αρμόδιο Εφορο ...

ως αφορολόγητη, εκδοθέντος μάλιστα σχετικού πιστοποιητικού που επισυνάφθηκε σε άλλο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφο", το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μεταξύ των κληρονόμων της Σ. συζ. Σπ. Φ. γενομένη το έτος 1937 (άτυπη) διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, δεν αποδείχθηκε, αποδίδοντας στο ανωτέρω έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό του πράγματι υπάρχοντος σ’ εκείνο.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και του προαναφερόμενου συμβολαιογραφικού εγγράφου προκύπτει ότι αφενός το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της από την πλευρά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης προβληθείσας και γενομένης δεκτής ένστασης ιδίας κυριότητος, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και αφετέρου στο κείμενο του τελευταίου αναφέρεται μεν ότι τα παραχωρούμενα κατά κυριότητα από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Γ.

Φ. στη Μ. Φ. και περιγραφόμενα σ’ αυτό ακίνητα, ο τελευταίος [κατά δήλωση των αντισυμβαλλομένων] "κέκτηται εκ κληρονομίας της εν έτει 1918 θανούσης μητρός του Σ. συζ. Σ. Φ., κριθείσης αφορολογήτου κατά το υπ’ αριθ. ... του έτους 1937 πιστοποιητικόν του Οικον. Εφόρου Λευκάδος... συνεπεία διανομής μετά των λοιπών συγκληρονόμων του...", χωρίς όμως καμία αναφορά από τον Γ.

Φ. στα λοιπά ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας και στον τρόπο διανομής τούτων, ειδικότερα δε του, μη συμπεριλαμβανόμενου στα παραχωρούμενα με το προαναφερόμενο συμβόλαιο ακίνητα, επιδίκου.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του, ως άνω, εγγράφου, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 9-10-2015 αίτηση και τους από 20-7-2017 προσθέτους λόγους αυτής των 1) Σ. Φ. του Γ., 2) Ν. Φ. του Γ., 3) Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Γ. Φ., 4) Κ. Φ. του Γ., 5) Ι.-Φ. Φ. του Γ., 6) Μ. συζ. Γ. Π., το γένος Γ. Φ., 7) Φ. Φ. του Γ., 8) Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Γ. Φ. και 9) Η. Φ. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 25/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους αυτής.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ