1823/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1823/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων (εφεσιβλήτων-εναγόντων) κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων (εφεσίβλητου) Π. Π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1823 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1823/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. - Κ. Μ. του Δ., 2)Σ. Μ. του Δ. και 3)Ε. χήρας Σ. Κ., το γένος Δ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γερογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ζ. Δ. του Σ., συζ. Θ. Τ., κατοίκου ..., 2)Π. Π. του Ν., κατοίκου ... και 3)Δήμου Αλίμου Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενου. Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Γεώργιο Μπιμπίρη, ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Αικατερίνη Παλιατσάρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 20/9/2004 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5340/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4513/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/2/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 28/2/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 αρ.4, 556, 558, 577 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνο κατά του οποίου, σε περίπτωση ήττας του, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για το ποσό που ενδεχομένως θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα και συγχρόνως ενώσει μαζί με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημίωσης, ο δε προσεπικληθείς-εναγόμενος της παρεμπίπτουσας αγωγής δεν προσήλθε και δεν έλαβε μέρος στη δίκη, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού και του προσεπικαλέσαντος αυτόν εναγομένου.
Συνεπώς, είναι απαράδεκτη η αναίρεση του προσεπικαλέσαντος κατά του προσεπικληθέντος δικονομικού εγγυητή, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν κατέστη διάδικος και δεν νομιμοποιείται ως αναιρεσίβλητος στη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων (εφεσιβλήτων-εναγόντων) κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων (εφεσίβλητου) Π. Π.
του Ν., ο οποίος είχε προσεπικληθεί ως δικονομικός εγγυητής, στον πρώτο βαθμό, από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων (εκκαλούσα-εναγόμενη), επιδίδοντας του, μαζί με την προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης. Ωστόσο, ο εν λόγω προσεπικληθείς δεν εμφανίστηκε ούτε έλαβε μέρος στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κι έτσι δεν κατέστη διάδικος, ώστε να νομιμοποιείται ως αναιρεσίβλητος στην παρούσα δίκη.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του Π. Π., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του τελευταίου και σε βάρος των αναιρεσειόντων, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στην παρούσα δίκη, η δε κλήτευση του από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες έγινε ως εκ περισσού.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 εδάφ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, επομένως και οι αγροτικές, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στον Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Η αγροτική οδός, όπως και κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος.
Έτσι, ο κύριος εδαφικής έκτασης κειμένης εκτός σχεδίου πόλεως, που διαιρεί αυτή σε μερικότερα αυτοτελή οικόπεδα, τα οποία πωλεί σε τρίτους, αφήνει δε μεταξύ των οικοπέδων ιδιωτικές οδούς για την εξυπηρέτηση των αγοραστών αυτών και όχι για κοινή χρήση, δεν χάνει, λόγω παραίτησης, την κυριότητα του επί των εδαφικών λωρίδων που άφησε για τη δημιουργία των εν λόγω ιδιωτικών οδών, εκτός αν έχει περιληφθεί δήλωση περί παραίτησης του από αυτή στα οικεία μεταβιβαστικά συμβόλαια και έχουν αυτά μεταγραφεί (ΑΠ 15/2004, 556/1994).και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 Πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε, συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Περαιτέρω, στο προτελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 720/1977 οριζόταν, ότι: "ιδιωτικοί οδοί σχηματισθείσαι μέχρι της ισχύος του ν. 651/1977 και εμφαινόμεναι εις συμβόλαια, ομοίως προ της ισχύος του ν. 651/1977 καταρτισθέντα, θεωρούνται ως αγροτικαί οδοί προς εξυπηρέτηση των παρ' αυταίς αγροτεμαχίων", ενώ το άρθρο 43 παρ. 7 του ν. 1337/1983 ορίζει, ότι "τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 720/1977 ...καταργούνται" και το άρθρο 44 του ίδιου ν. 1337/1983, ότι "η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις".
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου νόμου (1337/1983), "ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων, και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση. Σε περίπτωση, όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι ιδιωτικές οδοί που σχηματίσθηκαν μέχρι το έτος 1977 με τη βούληση του κυρίου εδαφικής έκτασης κειμένης εκτός σχεδίου πόλεως, ο οποίος τη διαιρεί σε μερικότερα αυτοτελή οικόπεδα, που πωλεί σε τρίτους και αφήνει μεταξύ των οικοπέδων τις εν λόγω (ιδιωτικές) οδούς για την εξυπηρέτηση των αγοραστών των οικοπέδων, εφόσον φαίνονται στα τοπογραφικά σχέδια που κατατέθηκαν σε καταρτισθέντα μέχρι τότε συμβόλαια θεωρούνται ως αγροτικές, για την εξυπηρέτηση των παρόδιων αγροτεμαχίων (οικοπέδων).
Με την πολεοδομικού κυρίως χαρακτήρα ρύθμιση αυτή (άρθρο 6 παρ.2 εδαφ. προτελευταίο του ν. 720/1977), δεν μεταβάλλεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς επί των ιδιωτικών οδών. κι έτσι ο κύριος της αντίστοιχης εδαφικής έκτασης δεν χάνει την κυριότητα του επί των εδαφικών λωρίδων που άφησε για τη δημιουργία των παραπάνω ιδιωτικών οδών, εκτός αν περιλήφθηκε δήλωση περί παραιτήσεως του από αυτή στα οικεία μεταβιβαστικά συμβόλαια που έχουν μεταγραφεί (ΑΠ 169/2000, 556/1994).
Μετά το έτος 1983, οπότε άρχισε να ισχύει ο νόμος 1337/1983 (άρθρο 28), οι ιδιωτικές οδοί απόκτησαν την ιδιότητα των κοινόχρηστων χώρων και η κυριότητα τους μετατέθηκε αυτοδικαίως, χωρίς αποζημίωση, υπέρ του οικείου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εφόσον εντάχθηκαν στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι, η δε κοινοχρησία τους ήταν αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη των αντίστοιχων εδαφικών λωρίδων ή προέκυπτε από την πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο με την ανοχή του ιδιοκτήτη (ΑΠ 157/2009).
Αντίθετα, οι ιδιωτικές οδοί που αφέθηκαν από τον ιδιοκτήτη των αντίστοιχων εκτός σχεδίου εδαφικών εκτάσεων για την εξυπηρέτηση των παρόδιων οικοπέδων και δεν απόκτησαν κοινόχρηστο χαρακτήρα με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν, ούτε στη συνέχεια εντάχθηκαν ή και καταργήθηκαν με το σχέδιο πόλεως, δεν περιήλθαν στην κυριότητα των ΟΤΑ ως κοινόχρηστοι χώροι, αλλά εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της ιδιοκτησίας σε βάρος της οποίας δημιουργήθηκαν, ενόψει και του ότι ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών δεν έγινε (όπως έγινε για τις εντός σχεδίου ιδιωτικές οδούς) κάποια ειδικότερη ρύθμιση με το ν. 1337/1983, μετά την κατάργηση των δύο τελευταίων εδαφίων του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 720/1977.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η μητέρα των εναγόντων Α. Μ., ήταν αληθινή κυρία ενός αγροτεμαχίου 5,5 στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "Αγριλιός" ή "Αμπελάκια", του Δήμου Αλίμου Αττικής. Την κυριότητα του εν λόγω αγροτεμαχίου απέκτησε: α)σε έκταση δύο στρεμμάτων από κληρονομιά του πατέρα της Σ.
Σ., που απεβίωσε το έτος 1908, και την εγκατέστησε συγκληρονόμο του με την .../1908 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Μπουρνιά και δημοσιεύτηκε νόμιμα, σε αγρό μείζονος έκτασης οκτώ στρεμμάτων, στην οποία (κληρονομιά του) υπεισήλθε, και με διανομή του μείζονος αγρού μεταξύ των συγκληρονόμων, η οποία έγινε με το .../1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Εμμανουήλ Βλάσση, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την .../1-12-1930 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Γαρταγανη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία η μητέρα της Σ.
Σ. παραιτήθηκε από την επικαρπία των κληρονομιαίων και β)σε έκταση 3,5 στρεμμάτων με αγορά από τον Γ. Γ., με το .../26-2-1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αναστασάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Τα ως άνω περιστατικά δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη. Περί το έτος 1958 η Α. Μ., προκειμένου να εκμεταλλευθεί καλλίτερα το αγροτεμάχιο της, ανέθεσε στον πολιτικό υπομηχανικό Μ.
Τ. τη διαίρεση του σε αυτοτελή τμήματα, το σχηματισμό ιδιωτικών οδών, που θα εξυπηρετούσαν τους μελλοντικούς αγοραστές των αυτοτελών τεμαχίων, και τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος. Ο τελευταίος 'πράγματι προέβη στη διαίρεση του και στο σχηματισμό των ιδιωτικών οδών, στη συνέχεια δε συνέταξε το από Οκτωβρίου 1959 τοπογραφικό διάγραμμα(από προφανή παραδρομή τόσο οι ενάγοντες όσο και η εναγομένη αναφέρουν ως χρόνο συντάξεως του το έτος 1958), το οποίο(τοπογραφικό διάγραμμα) έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμ. .../1959 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Πολ.
Βαρδουλάκη. Το αγροτεμάχιο της, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό, διαιρέθηκε σε δέκα αυτοτελή τεμάχια, με αντίστοιχη αρίθμηση. Μεταξύ δε των τμημάτων 1,2 και των 3,4,5 και 8 η μητέρα των εναγόντων, σχημάτισε τότε ιδιωτική οδό πλάτους 10 μέτρων, που εκτείνεται κατά μήκος της δυτικής πλευράς των υπ' αριθμ. 1 και 2 τεμαχίων και της ανατολικής πλευράς των 3, 4, 5 και 8 τεμαχίων, για την εξυπηρέτηση τους και φθάνει μέχρι τη συμβολή της επίσης από την ίδια αφεθείσας ιδιωτικής οδού μεταξύ του όλου κτήματος και της ιδιοκτησίας Α.
Κ.(σημερινή Λ. Θ.). Τ' ανωτέρω περιστατικά δεν αμφισβητούνται από τους ενάγοντες. Το υπ' αριθμ. 1 αγροτεμάχιο πωλήθηκε από τη μητέρα των εναγόντων στον Ν. Π., με το .../1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Παν. Πασπαλάκη, το υπ' αριθμ. 2 πωλήθηκε στην Α. Κ. με το .../1975 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Ρώτη, το υπ' αριθμ. 3 πωλήθηκε στους Π.
και Μ. Β. με το .../1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Πολ. Βαρδουλάκη, το υπ' αριθμ. 4 πωλήθηκε στους Ι. και Ε. Μ. με το .../1965 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, το υπ' αριθμ. 5 πωλήθηκε στη Θ. Δ. με το υπ' αριθμ. .../1959 ως άνω συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πολ. Βαρδουλάκη, στο οποίο προσαρτήθηκε και το τοπογραφικό που προαναφέρθηκε και το υπ' αριθμ. 8 πωλήθηκε στη Β.
Κ.. Η εν λόγω ιδιωτική οδός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 εδάφιο προτελευταίο του ν. 720/1977, θεωρείται ως αγροτική, αφού, σχηματίστηκε μέχρι της ισχύος του ν.651/1977, ήτοι μέχρι τις 6-10-1977 και εμφαίνεται στο τοπογραφικό που προαναφέρθηκε, που προσαρτήθηκε στο .../1959 ως άνω συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πολ.
Βαρδουλάκη, τα οποία (τοπογραφικό και συμβόλαιο) συντάχθηκαν ομοίως προ τις 6-10-1977. Άρα, η εν λόγω οδός, από τις 6-10-1977, που ίσχυσε ο ν.720/1977, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, κατέστη κοινόχρηστη και ανήκει έκτοτε στο Δήμο Αλίμου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται. Ακολούθως, με τα π.δ.
από 27-1-1978, 30-5-1979, 10-8-1981 και 6-2-1982, η περιοχή εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης, η οδός δε αυτή, με βάση το εν λόγω σχέδιο, δεν περιλαμβάνεται στους κοινόχρηστους χώρους. Κατόπιν αιτήσεως του Δ. Μ., εκδόθηκε η 31/6-11-1991 πράξη προσκύρωσης ιδιωτικών οδών του Πολεοδομικού Γραφείου Αργυρούπολης, η οποία κυρώθηκε με την 348763/Π.37/27-2-1992 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς και μεταγράφηκε νόμιμα.
Με την πράξη αυτή, τμήμα της καταργούμενης ως άνω οδού, το οποίο αποτελεί την επίδικη έκταση, βρίσκεται στο Ο.Τ. ..., έχει επιφάνεια 68 τ.μ. συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μήκους 13,70 μ. με ιδιοκτησία της εναγομένης, δυτικά, επί πλευράς μήκους 13,50 μ. και βόρεια επί πλευράς μήκους 5 μ. με υπόλοιπη οδό και νότια επί πλευράς μήκους 5 μέτρων με την οδό Κυρήνειας, εμφαίνεται δε με τα στοιχεία 10-11-12-13-10 στο από 6-11-1991 τοπογραφικό διάγραμμα του υπαλλήλου του Πολεοδομικού Γραφείου Ηλιούπολης Ε.
Σ., που συνοδεύει την πράξη εφαρμογής και χαρακτηρίστηκε προσκυρωτέο, κατ' αρθρ. 28 εδ. γ ν.1337/1983 στο όμορο προς ανατολάς ακίνητο, που εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Ε. Σ. με αριθμ. 5. Το εν λόγω(υπ' αριθμ. 5) ακίνητο(αρ. 1 στο τοπογραφικό Τράκα) ανήκε στην κυριότητα του Ν. Π., ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, το αγόρασε από τη μητέρα των ενάγοντων, με το .../1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Παντελή Πασπαλάκη.
Μετά το θάνατο του Ν. Π., στις 8-6-1993, το εν λόγω ακίνητο περιήλθε με κληρονομική διαδοχή στο γιό του Παντελεήμονα Παπαγεωργίου ο οποίος, το τμήμα του των 144,18 τ.μ., που απέμεινε μετά τη ρυμοτόμηση του, το πώλησε στην εναγομένη, με το .../2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας Δοντά. Η μητέρα των εναγόντων Α.
Μ. απεβίωσε το έτος 1987, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες, μόνους πλησιέστερους συγγενείς της, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά της και ως προς το άνω εδαφικό τμήμα, με την .../1998 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Δομνίκης Βογιατζή, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Κατόπιν αιτήσεως των ιδίων, εκδόθηκε η 2347/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με διάδικο και το δικαιοπάροχο της εναγομένης, που ερημοδίκησε, καθώς και το Δήμο Αλίμου, η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας στο ποσό των 90.000 δραχμών ανά τ.μ. Επίσης, με την 1093/1999 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με διαδίκους και το δικαιοπάροχο της εναγομένης, που ερημοδίκησε, καθώς και το Δήμο Αλίμου, ο οποίος άσκησε κύρια παρέμβαση και προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί της επίδικης έκτασης, οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης της επίδικης έκτασης, ενώ η παρέμβαση του Δήμου Αλίμου απορρίφθηκε.
Όμως, κατά τα προαναφερθέντα, η επίδικη εδαφική έκταση είχε καταστεί κοινόχρηστη ήδη από το έτος 1977 και είχε περιέλθει στην κυριότητα του Δήμου Αλίμου, ενώ μετά την ένταξη της, κατά τ' ανωτέρω, στο σχέδιο πόλης, απέβαλε την ιδιότητα της αγροτικής οδού, γιατί έπαυσε ο προορισμός της για κοινή χρήση, αλλά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εξακολουθεί να ανήκει στο Δήμο Αλίμου και υπάγεται στην ιδιωτική του περιουσία.
Επίσης, μετά την κατάργηση των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.720/1977 με το άρθρο 43 παρ. 7 του ν. 1337/1983 δεν επήλθε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μεταβολή στο νομικό καθεστώς της.
Συνεπώς, η δικαιοπάροχος των εναγόντων, κατά το βάσιμο ισχυρισμό της εναγομένης, απώλεσε την κυριότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης από το έτος 1977 και, μετά ταύτα, οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα της με την επικαλούμενη με την αγωγή κληρονομική διαδοχή της μητέρας τους. Ο Δήμος Αλίμου, με το …/2001 συμβόλαιο αγοραπωλησίας αναγκαστικώς προσκυρωτέας οικοπεδικής έκτασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας Δοντά, μεταβίβασε την επίδικη έκταση στην εναγομένη, η οποία είχε αποκτήσει το ακίνητο στο οποίο προσκυρώνεται, αντί τιμήματος 4.080.000 δραχμών, η οποία την κατέχει έκτοτε.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 20/10/2003 αγωγή των αναιρεσειόντων (εναγόντων) κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι της επίδικης εδαφικής έκτασης, αφού δέχθηκε την ένσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης (εναγόμενης) ότι αυτή (επίδικη εδαφική έκταση) αποτελεί τμήμα ιδιωτικής οδού που σχηματίσθηκε το έτος 1958 από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων για την εξυπηρέτηση των μελλοντικών αγοραστών των αυτοτελών τεμαχίων, στα οποία είχε διαιρέσει το μείζον αγροτεμάχιο της με το από Οκτωβρίου 1958 τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτήθηκε στο .../1959 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, στο οποίο (τοπογραφικό) εμφαίνεται ως ιδιωτική οδός, και ότι με βάση το άρθρο 6 παρ.2 του ν. 720/1977 θεωρείται αγροτικός δρόμος, ο οποίος κατ' άρθρο 967 ΑΚ είναι κοινόχρηστος και περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου της (πρώτης αναιρεσίβλητης) Δήμου Αλίμου (τρίτου αναιρεσιβλήτου).
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης (εκκαλούσας) ως προς τους ααιρεσείοντες και τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων (εφεσίβλητους), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση ως προς την ένδικη αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας της επίδικης εδαφικής έκτασης, ως τμήματος ιδιωτικής οδού εκ μέρους του τρίτου αναιρεσιβλήτου Δήμου, δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η αφεθείσα από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων ιδιωτική οδός (τμήμα της οποίας αποτελεί η επίδικη εδαφική έκταση) χάριν εξυπηρέτησης των αγοραστών των οικοπέδων, στα οποία αυτή είχε διαιρέσει τη μείζονα έκταση, ιδιοκτησίας της, περιήλθε αυτοδικαίως από το έτος 1977 στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Δήμου Αλίμου, διότι απέκτησε κοινόχρηστο χαρακτήρα, ως αγροτική οδός, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.2 εδάφιο προτελευταίο του ν. 720/1977 (το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 43 παρ.7 του ν. 1337/1983), παρά το ότι με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν επήλθε μεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της εν λόγω οδού εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, η οποία παρέμεινε κυρία της αντίστοιχης εδαφική λωρίδας, εφόσον δεν έγινε δεκτό ότι μεσολάβησε νομότυπη παραίτηση της από αυτή ή ότι συντρέχει κάποια από τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν για την απόκτηση της ιδιότητας της οδού ως κοινόχρηστης και τη μετάθεση της κυριότητας της στον αναιρεσίβλητο Δήμο.
Περαιτέρω, με αντιφατικές αιτιολογίες έγινε δεκτό ότι: α) ο αναιρεσίβλητος Δήμος απόκτησε αυτοδικαίως από το έτος 1977 την κυριότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης ως τμήματος ιδιωτικής οδού που θεωρείται ως αγροτική, και άρα κοινόχρηστη, κατ' άρθρο 6 παρ.2 εδ. προτελευταίο του ν. 720/1977, παρά το ότι μεταγενεστέρως αυτή δεν εντάχθηκε ως κοινόχρηστος χώρος στο σχέδιο πόλεως του πιο πάνω Δήμου και β) η επίδικη έκταση είχε καταστεί κοινόχρηστη ήδη από το 1977 και είχε περιέλθει στην κυριότητα του Δήμου Αλίμου, ενώ μετά την ένταξη της κατά τ' ανωτέρω στο σχέδιο πόλεως απέβαλε την ιδιότητα της αγροτικής οδού, γιατί έπαυσε ο προορισμός της για την κοινή χρήση, αλλά εξακολουθεί να ανήκει στο Δήμο και να υπάγεται στην ιδιωτική του περιουσία.
Επίσης, δεν προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αν συντρέχουν (και ποιες) οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν για την απόκτηση κυριότητας του αναιρεσίβλητου Δήμου επί της επίδικης εδαφικής έκτασης, ως τμήματος ιδιωτικής οδού, αφού μόνον ο σχηματισμός αυτής πριν από το έτος 1977 για την εξυπηρέτηση των αναγκών των παρόδιων ιδιοκτητών των οικοπέδων τους και η εμφάνιση της ως ιδιωτικής οδού σε τοπογραφικό σχέδιο που έχει προσαρτηθεί σε συμβόλαιο καταρτισμένο πριν από το έτος αυτό, δεν μεταθέτει αυτοδικαίως την κυριότητα της στον αναιρεσίβλητο Δήμο, ως κοινόχρηστης, όταν μάλιστα στη συνέχεια δεν περιλαμβάνεται στους κοινόχρηστους χώρους του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως αυτού.
Τέλος, δεν προκύπτει, γιατί μετά την κατάργηση των δύο τελευταίων εδαφίων του άρθρου 6 του ν. 720/1977 με το άρθρο 43 παρ.7 του ν. 1937/1983 δεν επήλθε μεταβολή στο νομικό καθεστώς της ιδιοκτησίας του Δήμου επί της επίδικης εδαφικής έκτασης.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι σχετικοί πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αρ.1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι πιο πάνω πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους σε βάρος της πρώτης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους, μειωμένα όμως ως προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 281 ν. 3463/2006 περί κυρώσεως του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/2/2011 αίτηση του Ι. Κ. Μ. κλπ για αναίρεση της 4513/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Π. Π. του Ν..
Αναιρεί την 4513/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει για την πρώτη αναιρεσίβλητη στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3500) ευρώ και για τον τρίτο αναιρεσίβλητο στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ