Supreme Court dismisses appeal against appeal judgment but partially overturns first-instance decision on interest claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's judgment but partially revoked the First Instance Court's decision regarding interest payments. The appellants argued that the First Instance Court erred in law by refusing to award default interest after converting a counterclaim into a recognition claim. The court held that the First Instance Court violated Article 346 of the Civil Code by failing to recognize the legal consequences of the plaintiff's filing, thus remanding the case for further proceedings on the interest issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553 para. 1, 559 no. 1, 346 of the Code of Civil Procedure and Articles 345, 346 of the Civil Code; The Supreme Court ruled that when an appeal is rejected on formal grounds, the appeal lies against both the appellate judgment and the substantive first-instance decision, and that the first-instance court erred in law by denying default interest after the counterclaim was converted to a recognition claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1823 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1823/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Σωτηρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "..... και Σία ΟΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τρίμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2696/1994 προδικαστική 5391/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4053/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και της προδικαστικής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-4-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 17-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α)να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4053/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β)να αναιρεθεί εν μέρει η υπ' αριθ. 2696/1994 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και καθόσον με αυτή απορρίφθηκε το παρεπόμενο αίτημα των εναγόντων περί υποχρεώσε3ως των εναγομένων να καταβάλλουν τόκους υπερημερίας επί του επιδικαζομένου ποσού αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από της επιδόσεως της αγωγής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δκαιοδοσίας και γίνει τυπικα δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση που περατώνει οριστικά την όλη δίκη, τούτο δε διότι, αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, κατά τα μεταβιβασθέντα με την έφεση κεφάλαιά της, ενώ αν αυτή απορριφθεί, η πρωτόδικη ενσωματώνεται στη εφετειακή, σφάλματα δε της πρωτόδικης θεωρούνται ως σφάλματα και της εφετειακής.
Αν όμως η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή, σχετικά με το κεφάλαιό της απόρριψης της έφεσης, όσο και η πρωτόδικη ως προς την ουσία της υπόθεσης. Από αυτά συνάγεται περαιτέρω ότι σε αναίρεση υπόκειται και η εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τις οριστικές της διατάξεις (κεφάλαια) που δεν προσβλήθκαν με έφεση ή προσβλήθηκαν απαράδεκτα, αλλά όμως μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, με την οποία περατώνεται η όλη δίκη, για το παραδεκτό δε της αναίρεσης αυτής και κατά της πρωτόδικης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.2 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, η κατάθεση του δικογράφου της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την συμπροσβαλλόμενη εν μέρει οριστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 16.04.2007 αίτηση, η οποία έχει κατατεθεί νομίμως την 03.05.2007 τόσο στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, όσο και στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.053/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 2696/1994 προδικαστικής του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 21.6.1993 (κατ. 7563/1993) αγωγή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενοι παράνομη και υπαίτια (από αμέλεια) αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων εργατοτεχνιτών από την εναγομένη εταιρία, της οποίας ομόρρυθμο μέλος είναι ο πρώτος εναγόμενος, κατά την εκτέλεση οικοδομικού έργου (εκσκαφή σε γειτονικό ακίνητο για την ανέγερση οικοδομής), η οποία είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την κατάρρευση της ανήκουσας στον πρώτο εξ αυτών (εναγόντων) εν μέρει κατά πλήρη και εν μέρει κατά ψιλή κυριότητα οικίας επί της οποίας δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας, κατά ποσοστό 52,08/100 εξ αδιαιρέτου, είχε η δεύτερη εξ αυτών μητέρα του πρώτου, ζήτησαν, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν εις ολόκληρο ο καθένας, και νομιμοτόκως σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον πρώτο και για χρηματική ικανοποίηση στην δεύτερη ενάγουσα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2696/1994 εν μέρει οριστική απόφασή του, α) απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς το αιτούμενο από τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα ποσό αποζημίωσης που αφορούσε την αξία της καταστραφείσας οικίας β)απέρριψε ως μη νόμιμο, μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, το αίτημα τοκοδοσίας από της επιδόσεως της αγωγής και γ) διέταξε αποδείξεις και με μάρτυρες κατά τα λοιπά.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης με κλήση των εναγόντων, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 5391/2002 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας, στον πρώτο μεν ενάγοντα το ποσό των 594.000 δραχμών για θετική ζημία που αυτός υπέστη (καταστροφή των εντός της οικίας που κατέρρευσε επίπλων και σκευών αυτού) καθώς και ποσό 200.000 δρχ.
για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στη δεύτερη δε ενάγουσα (επικαρπώτρια κατά ποσοστό 52,08/100 της οικίας) το ποσό των 200.000 δρχ. για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Εφετείο συνεκδικάζοντας την από 16.12.2002 έφεσή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και αντίθετη έφεση των εναγομένων αναιρεσιβλήτων με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) απέρριψε ως απαράδεκτο το λόγο έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων, που αναφέρονταν σε σφάλμα της εν μέρει οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι η έφεση αυτή δεν απευθύνονταν ρητώς και κατά της άνω εν μέρει οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου β) απέρριψε την έφεση των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και την έφεση της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας γ)δέχτηκε εν μέρει την έφεση του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, και αφού εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου, δικάζοντας την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της θετικής ζημία, δέχτηκε αυτή εν μέρει.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με την οποία προβάλλονται λόγοι τόσο κατά της εν μέρει οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου όσο και κατά της απόφασης του Εφετείου, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως, αφού δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, η οποία δημοσιεύθηκε την 10η Ιουνίου 2004, και δεν είχε παρέλθει τριετία από τη δημοσίευσή της μέχρι την άσκηση της αναίρεσης την 03.05.2007.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.3 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται, ότι με την άσκηση έφεσης κατά της οριστικής απόφασης, θεωρούνται ως συνεκκληθείσες και όλες οι προεκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις και αν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς κατ' αυτών. Αν όμως η προεκδοθείσα απόφαση περιέχει και οριστικές διατάξεις, όπως η απόρριψη αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, κυρίου ή παρεπομένου, δεν θεωρείται ως συνεκκληθείσα και η προεκδοθείσα εν μέρει οριστική απόφαση, εκτός αν η έφεση ρητώς απευθύνεται και κατά της εν μέρει οριστικής απόφασης και προβάλλονται λόγοι έφεσης που αφορούν τις οριστικές αυτής διατάξεις. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, το λόγο έφεσης κατά της εν μέρει οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρΊου, δότι η έφεση δεν απευθύνονταν ρητώς και κατ' αυτής, δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβασίμως αιτιώνται κατ' εκτίμηση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
ΙΙΙ. Επειδή η αναλογικότητα είναι ερμηνευτική αρχή, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα δικαίου και επομένως δεν ιδρύεται με αυτή (αναλογικότητα) λόγος αναίρεσης, αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά τον έλεγχο του οποίου θα κριθεί εάν κατά την τελολογική αυτού ερμηνεία παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι με το να επιδικάσει σε καθέναν εξ αυτών το ποσό των 200.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων από την εναγομένη εταιρία εργατοτεχνιτών, συνεπεία της οποίας κατέρρευσε η άνω, ανήκουσα κατά κυριότητα στον πρώτο ενάγοντα και εν μέρει κατ' επικαρπία στη δεύτερη, οικία και καταστράφησαν τα εντός αυτής έπιπλα και σκεύη του πρώτου ενάγοντος, και όχι το αιτούμενο ποσό των 5.000.000 δραχμών, όπως ζητούσαν με την αγωγή τους, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την με το άρθρο 25 του Συντάγματος κατοχυρωμένη δικαιϊκή αρχή της αναλογικότητας, διότι το επιδικασθέν ποσό είναι δυσαναλόγως μικρό σε σχέσει με την ηθική βλάβη την οποία αυτοί υπέστησαν από την καταστροφή της οικίας και των εντός αυτής επίπλων.
Ο λόγος αυτός από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, αυτός δεν ιδρύεται εάν δεν γίνεται επίκληση λόγου αναίρεσης για παράβαση ουσιαστικού νόμου, όπως εν προκειμένω, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας.
ΙV. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ.1εδ.α', 221 παρ.1, 294, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν ασκηθεί αγωγή για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης, η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, ανεξάρτητα από το διαδικαστικό χαρακτήρα της ως στοιχείου άσκησης της αγωγής και μέσο έναρξης της δίκης, αποτελεί και οιονεί δικαιοπραξία όχλησης, με την πρόσκληση του δανειστή προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του, με αποτέλεσμα να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Ετσι ο μεταγενέστερος περιορισμός του αιτήματος της αγωγής αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ο οποίος συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφό της, με αποτέλεσμα η αγωγή αυτή ως προς το σημείο τούτο να θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως διαδικαστική πράξη και να μην οφείλονται οι εξαιτίας αυτής τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, δεν συνεπάγεται όμως, αναδρομική ή μη, κατάργηση των κατά το άρθρο 345 ΑΚ εννόμων συνεπειών της υπερημερίας του εναγομένου οφειλέτη, η οποία, μετά την ως άνω όχληση, έχει ήδη επέλθει με την επίδοση της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν με την αγωγή τους να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ομόρρυθμη εταιρία και το ομόρρυθμο αυτής μέλος) να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας σε κάθε ενάγοντα το αιτούμενο με την αγωγή τους ποσό, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη θετική ζημία και την ηθική βλάβη, αντιστοίχως, που αυτοί υπέστησαν από την συνιστώσα αδικοπραξία υπαίτια και παράνομη πράξη των προστηθέντων από την εναγομένη εταιρία εργατοτεχνιτών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με τις προτάσεις τους δε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής παραδεκτώς μετέτρεψαν το καταψηφιστικό αίτημα εξ ολοκλήρου σε αναγνωριστικό.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την παραπάνω αναφερόμενη και συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2696/1994 εν μέρει οριστική απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα με την αιτιολογία ότι μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ. 'Ετσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιώνται με τον πρώτο λόγο οι αναιρεσείοντες.
Μετά από αυτά πρέπει α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 4053/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β) να αναιρεθεί εν μέρει η υπ' αριθμ. 2696/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον με αυτή απορρίφθηκε το αίτημα των εναγόντων περί καταβολής τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή (άρθρο 583 ΚΠολΔ), συμψηφισθεί δε εξ ολοκλήρου η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, λόγω της έκτασης της εκατέρωθεν νίκης και ήττας (άρθρο 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Απορρίπτει την από 16.04.2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ.4.053/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Β) Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2.696/1994 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την οριστική της διάταξη με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα των εναγόντων να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν τόκους υπερημερίας επί του ζητουμένου ποσού αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από της επιδόσεως της αγωγής.
Παραπέμπει την υπόθεση,κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που εξέδωσε την αναιρούμενη υπ' αριθμ. 2.696/1994 απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Και
Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ