1823/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-7-2004 και 7-10-2004 αντίθετες αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Legislator headnote
AI generated1823/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Full text
Απόφαση 1823 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1823/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. .., 2...., 3. ...., 4. ..., 5. ... και 6. ..... Εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Λεωνίδας Πλειώνης, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η αναιρεσείουσα ..., απεβίωσε στις 16 Αυγούστου 2006, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ΄αριθ. ... ληξ. πράξη θανάτου και την παρούσα δίκη συνεχίζουν επ΄ονοματί της οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ήδη 2η, 3ος, 4η και 5η εκ των ως άνω αναιρεσειόντων, τους οποίους εκπροσωπεί ο ίδιος δια πληρεξουσίου εγγράφου, όπως και τον 6ο αναιρεσείοντα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7. ..., 8. Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΝΕΑ ΑΙΟΛΙΣ ΣΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και τελεί υπό εκκαθάριση, εκπροσωπουμένου από τους εκκαθαριστές του ..., ... και ..., 9. Κοινότητας Διονύσου Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 10. ..., 11. ..., 12. ... και 13. .... Οι 1ος, 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Δικαίο, οι 5ος, 6ος, 7η, 10ος, 11η και 13η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Κοντομηνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ενώ οι λοιποί (4η, 8ος, 9η και 12ος) δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-7-2004 και 7-10-2004 αντίθετες αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 7352/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Απριλίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 4ης, 8ου, 9ης και 12ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ης και 3ης εκ των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της 7352/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Όπως αποδεικνύεται από τα με επίκληση προσκομιζόμενα πιο κάτω έγγραφα και δη: α) υπ' αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου, συνταγείσα ενώπιον της Ληξιάρχου Ν. Μάκρης Αττικής, β) από 30-8-2006 πιστοποιητικό περί πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Ν. Μάκρης, γ) από 5-9-2006 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) υπ' αριθ. 5529/2006 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής Παπακωνσταντίνου και ε) υπ' αριθ. 6313/2006 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Μαραθώνος, η πρώτη των αναιρεσειόντων (υπό στοιχ. 1) ... αποβίωσε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ήτοι την 16-8-2006 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους δεύτερη, τρίτο, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία αυτής, μεταγράψαντες την περί αποδοχής της κληρονομίας της ανωτέρω δήλωση. Οι τελευταίοι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δηλώσαντες στο ακροατήριο ότι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ως άνω θανούσας πρώτης των αναιρεσειόντων συνεχίζουν τη βιαίως, συνεπεία του θανάτου αυτής, διακοπείσα δίκη, νομιμοποιούνται στη συνέχιση αυτής, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, μη προβαλλόμενης αντιρρήσεως παρά των λοιπών παρισταμένων διαδίκων.-
ΙΙ. Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ' αριθμούς 1678Β/15-12-2006, 1703Β/20-12-2006, 1643Β/13-12-2006 και 1642Β/13-12-2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... με τις κάτω από τις πρώτη και δεύτερη αυτών από 15-12-2006 και 20-12-2006 αποδείξεις παράδοσης θυροκολληθέντος εγγράφου και από 18-12-2006 και 20-12-2006, αντίστοιχα, βεβαιώσεις παραδόσεως συστημένης επιστολής, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 4-4-2005 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση για τη συζήτηση αυτής κατά την άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθένα από τους τέταρτη, όγδοο, ένατη και δωδέκατο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 576 Κ.Πολ.Δ., παρότι οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.- III. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικέςπαραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτόδέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενηπαραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστεαπό το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δενμπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλοδιαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης για να είναι ορισμένος και παραδεκτός απαιτείται να διαλαμβάνει α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών β) τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που πρότεινε ο διάδικος προς θεμελίωση του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και αν πρόκειται για ελλιπείς αιτιολογίες σε τι συνίσταται η έλλειψη και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται (Ολ.
Α.Π, 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 19 άλλως 1 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέν ακίνητο, έκτασης 381 τ.μ., στο Ο.Τ. 73 της Κοινότητας Διονύσου Αττικής, στο ποσό των 150 ευρώ, ενώ για άλλο ακίνητο, έκτασης 721 τ.μ., στο ίδιο Ο.Τ., στο ποσό των 350 ευρώ ανά τ.μ., άλλως διότι ως προς το πιο πάνω θέμα εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και άρθρου 13 παρ. 1 Ν. 2882/2001.
Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο μέρη του πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης, με βάση τις οποίες προσδιορίστηκε η τιμή μονάδος αποζημιώσεως για καθένα από τα πιο πάνω ακίνητα στα άνω ποσά ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η ασάφεια και η ανεπάρκεια των μη παρατιθέμενων αιτιολογιών αυτής και ποιά επί πλέον στοιχεία έπρεπε να εμπεριέχουν για την επάρκειά τους, αλλ' ούτε και ο αιτητικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων αναφορικά με την αξία του πρώτου πιο πάνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου και δη εάν η κατ' αυτούς αξία τούτου υπερέβαινε την από το δικαστήριο καθορισθείσα με την προσβαλλόμενη, με την οποία, ας σημειωθεί, ότι καθορίστηκε οριστικά η αποζημίωση για το ακίνητο αυτό στο ποσό των 150 ευρώ ανά μ.τ., γιατί στο ποσό αυτό ζητούσαν οι αναιρεσείοντες να προσδιορισθεί και το οποίο ποσό δεν μπορούσε να υπερβεί το δικαστήριο.
IV. Κατά το άρθρο 20 του ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων) που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 29 παρ. 2 και στις απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν μετά την 1.2.1971, όσον αφορά τα εκκρεμή κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (6.5.2001) θέματα, προκειμένου να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση της αποφάσεως του προσωρινού προσδιορισμού τιμής μονάδος και σε κάθε περίπτωση εντός προθεσμίας έξι μηνών από την έκδοση της αποφάσεως από το Μονομελές Πρωτοδικείο, να ζητήσει από το αρμόδιο προς τούτο εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριωθείσα έκταση ή το μεγαλύτερο αυτής μέρος, με αίτηση του, που κατατίθεται στη γραμματεία του εφετείου, να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως (παρ. 1 και 2).
Ο πρόεδρος του εφετείου ορίζει δικάσιμο, σε χρόνο όχι βραχύτερο των 30 ημερών ούτε βραδύτερο των 40 ημερών, από την κατάθεση της αίτησης, η οποία και επιδίδεται, με επιμέλεια του αιτούντος, σε εκείνους, κατά των οποίων απευθύνεται, μέσα σε είκοσι ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (παρ. 3).
Από την τελευταία αυτή διάταξη, στην οποία δεν επαναλαμβάνεται η διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν.δ. 797/1971, με την οποία ρητά επιβάλλονταν η κοινοποίηση της αίτησης με την πράξη ορισμού, από τον πρόεδρο, δικασίμου εντός της προθεσμίας του εξαμήνου, προκύπτει ότι στη βούληση του νομοθέτη με τη νέα ρύθμιση είναι, να περιοριστούν τα απαράδεκτα, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν κατατεθεί η αίτηση στο αρμόδιο εφετείο εντός των πιο πάνω αποκλειστικών προθεσμιών και δεν κοινοποιηθεί σε εκείνο, κατά του οποίου στρέφεται, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο δικάσιμο.
Με τη νέα, δηλαδή, διάταξη, που απηχεί τα ισχύοντα επί διοικητικών διαφορών για την απεμπλοκή των διαδίκων από τα δικονομικά απαράδεκτα, αποσυνδέθηκε η υποχρέωση επίδοσης της αίτησης εντός του εξαμήνου και αρκεί μόνη η κατάθεσή της εντός αυτής της προθεσμίας ολοκληρώνεται δε η "άσκησή" της, η οποία στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου περιλαμβάνει και την επίδοση, με την κοινοποίηση της αίτησης στην προθεσμία των 15 ημερών πριν από την ορισθείσα δικάσιμο.
Αν δεν χωρήσει επίδοση εντός του τελευταίου αυτού χρονικού ορίου, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και η προσδιορισθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο τιμή μονάδος καθίσταται οριστική. Η νέα αυτή ρύθμιση προσιδιάζει και προς τη φύση της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής μονάδος, η οποία, χωρίς να έχει την έννοια και τη φύση ενδίκου μέσου, οδηγεί στην επανεξέταση της υποθέσεως από το εφετείο για το διάδικο εκείνο που δεν αποδέχεται την προσδιορισθείσα από το μονομελές πρωτοδικείο προσωρινή τιμή μονάδος και τη βούληση του αυτή εκδηλώνει με την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης στο αρμόδιο εφετείο.
Ο τυχόν ορισμός της δικασίμου από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου, λόγω του μεγάλου αριθμού εκκρεμουσών υποθέσεων (υπερπλήρωση πινακίων) σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την οριζόμενη προθεσμία των σαράντα ημερών από την κατάθεση της αίτησης, δεν μπορεί να αποβαίνει σε βάρος του αιτούντος, ο οποίος έπραξε τα καθ' εαυτόν και συμμορφώθηκε με τα υπό του νόμου οριζόμενα με την εμπρόθεσμη, από μέρους του, κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου της αίτησης.
Το παραδεκτό, δηλαδή, ή όχι της αίτησης, δεν μπορεί να εξαρτάται από τη δυνατότητα του δικαστηρίου να προσδιορίζει εντός ή εκτός του εξαμήνου τη δικάσιμο, αλλά μόνο από το αν ο ίδιος ο διάδικος κοινοποίησε την αίτηση 15 ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο, όποτε αυτή προσδιοριστεί. Αιτίαση σε βάρος του αιτούντος για ενδεχόμενη από μέρους του προσπάθεια παρέλκυσης της σχετικής διαδικασίας οριστικού προσδιορισμού της τιμής μονάδος, δεν μπορεί να αποδοθεί, αφού για την τυχόν βραδύτητα στον προσδιορισμό τον ίδιο δεν βαρύνει καμιά ευθύνη (Ολ.
ΑΠ 27/2006, 28/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τα διαμειφθέντα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων της αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ότι οι πρώτοι πέντε των αναιρεσειόντων και η ..., διάδοχος της οποίας είναι ο έκτος αυτών, κατέθεσαν στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την από 7-10-2004 αίτηση για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα αναγκαστικώς έκταση 307 τ.μ.
λόγω ρυμοτομίας, βάσει της με αριθμό 2/1999 πράξης προσκυρώσεως, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως του Πολεοδομικού Γραφείου Καπανδριτίου, η οποία κυρώθηκε με την 8259/783/15-12-1999 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, στην περιφέρεια της Κοινότητας Διονύσου Αττικής, την 11-11-2004, ήτοι εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση κατά την 13-5-2004 της 633/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης.
Ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης ορίστηκε από τον Πρόεδρο Εφετών Αθηνών η 11-1-2005, ήτοι μετά εξάμηνο από τη δημοσίευση της πιο πάνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι αντίγραφό της επιδόθηκε στους έκτο και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, ως υπόχρεους σε αποζημίωση την 19-11-2004.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη ως προς τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους με την αιτιολογία ότι αυτή δεν επιδόθηκε εντός της προθεσμίας των έξι μηνών από τη δημοσίευση της 633/13-5-2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 20 ν. 2882/2001, διότι αρκούσε η κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο Εφετείο Αθηνών εντός της εξάμηνης προθεσμίας και η επίδοσή της στους ανωτέρω δεκαπέντε ημέρες προ της πέραν του εξαμήνου προσδιορισθείσας δικασίμου.
Είναι, επομένως, βάσιμος ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., της παρά το νόμο απόρριψης ως απαράδεκτης της αίτησης ως προς τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι κατά το μέρος αυτό βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή κατ' αυτό. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το μέρος με το οποίο απέρριψε την ως άνω από 7-10-2004 αίτηση των αναιρεσειόντων κατά των έκτου και έβδομης των αναιρεσιβλήτων για προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως καθόσον αφορά την πιο πάνω αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση των 307 τ.μ., να παραπεμφθεί η υπόθεση κατ' αυτό το μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε και θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), απορριφθεί δε η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και καταδικασθούν οι έκτος και έβδομη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις και οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη α) των 1ου, 2ης, 3ης των αναιρεσιβλήτων και β) 5ου, 10ου, 11ης και 13ης αυτών, οι οποίοι είχαν χωριστή εκπροσώπηση και υπέβαλαν αυτοτελώς προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει τη στο σκεπτικό αίτηση για αναίρεση της 7352/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους υπό στοιχ. 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9, 10, 11, 12 και 13 των αναιρεσιβλήτων. -
Αναιρεί την αμέσως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας μέρος της.
-
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, για περαιτέρω εκδίκαση. Και -
Καταδικάζει τους έκτο και έβδομη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ και τους αναιρεσείοντες στη δικαστική των με στοιχ. 1, 2, 3 αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1.170) ευρώ και των με στοιχ. 5, 10, 11, 13 αυτών, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ