Supreme Court dismisses appeal for vague legal errors failing to cite material facts under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant alleged direct violations of substantive law but failed to specify the material facts the lower court relied upon in its reasoning. The court ruled that such specific factual foundations are mandatory to verify the alleged legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 571(3), 578 of the Code of Civil Procedure; For an appeal based on direct violation of substantive law to be admissible, the appellant must clearly state the material facts accepted by the court of first instance as the basis for its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1823 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1823/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΝΤΕ - Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων, Ειδών Οικιακής Χρήσης και Γενικά Καταναλωτικών Αγαθών" και τον διακριτικό τίτλο "ΓΑΛΑΞΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας .... ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Φώτιο Βυτινίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κεμπερά, 2. ..... Οι 2η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βόμβα και ο 3ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Απριλίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5883/2000 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του αρμόδιου καθ΄ύλην Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι οριστικές αποφάσεις: 111/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2004 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 571 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικώς, για να είναι ορισμένος ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση από το δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον τούτο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρ. 578 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφήρμοσε κανόνα, ενώ δεν έπρεπε ή τον εφήρμοσε εσφαλμένα. Η πλημμέλεια αυτή ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα που κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος συνέτρεχαν.
Περαιτέρω, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν ευθέως οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών κανόνες, μεταξύ των οποίων και εκείνοι των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνο, όταν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων.
Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ΄ αυτούς, για να διαπιστώσει την αληθή βούληση των συμβαλλομένων ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν παραλείπει να αναφέρει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε πως υπάρχει στη δικαιοπραξία κενή ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν την προκληθείσα από την αναιρεσείουσα εταιρία ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος περί αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσειούσης μισθώτριας, συνισταμένης στην παραβίαση της υποχρεώσεώς της προς κατασκευή διαχωριστικού της κύριας εισόδου της πολυκατοικίας και των εκατέρωθεν αυτής μίσθιων καταστημάτων τοίχου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από την ίδια άνω πλημμέλεια προσάπτεται στην προσβαλλομένη παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά τη γενόμενη από αυτή ερμηνεία του όρου της μισθωτικής συμβάσεως, που αφορά τον τρόπο κατασκευής του πιο πάνω διαχωρίσματος και τις προϋποθέσεις που αυτό πρέπει να πληροί.
Όμως, στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται και μάλιστα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του περί της μη βασιμότητας της ανωτέρω ενστάσεως της αναιρεσειούσης και για την έννοια του επίμαχου όρου της μισθωτικής συμβάσεως αναφορικώς με τον ως άνω διαχωριστικό τοίχο, με βάση τα οποία (περιστατικά) ελέγχεται η επικαλούμενη και με τους δύο λόγους αναιρέσεως παραβίαση των κανόνων δικαίου, παρά μόνο εκτίθενται τα κατά τις απόψεις της αναιρεσειούσης πραγματικά περιστατικά όσον αφορά τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα.
Επίσης, καθόσον αφορά τη δεύτερη αναιρετική πλημμέλεια, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο διαπίστωσε κενή ή αμφιβολία στις διαλαμβανόμενες στον επίμαχο όρο της συμβάσεως μισθώσεως δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων διαδίκων ούτε διευκρινίζεται με ποιό τρόπο παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Συνεπώς, αμφότεροι οι λόγοι της αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΝΤΕ - Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων, Ειδών Οικιακής Χρήσης και Γενικών Καταναλωτικών Αγαθών" για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 60/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για τους άλλους αναιρεσιβλήτους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ