Supreme Court dismisses appeal against civil court damages award for personal injury and moral harm.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court's damages award for personal injury and moral harm. The appellant argued the compensation was excessive and lacked sufficient reasoning, but the court found the amounts within judicial discretion. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for legal errors and respects the lower court's assessment of damages unless it exceeds reasonable limits or lacks adequate reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1822 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1822/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπιμπλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 779/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3160/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 8-11-2021 (αριθμ. καταθ.8790/10-11-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.3160/7-7-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.3160/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 25-11-2019 (αρ.εκθ. καταθ.104569/2019) αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο Γ. Ρ., δημόσιος υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων, (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) εκτελώντας υπηρεσιακό δρομολόγιο μεταφοράς προσωπικού με το υπ'αριθμ.
κυκλ. ... κρατικό αυτοκίνητο, το οποίο ανήκει στο Υπουργείο Εσωτερικών και καλυπτόταν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο για την αστική ευθύνη του οδηγού και ιδιοκτήτη του από ζημίες προς τρίτους, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του ιδίου (ενάγοντα), που οδηγούσε τη με αρ.
κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή. Ζήτησε, δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής α) το ποσό των 11.454 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη, β) το ποσό των 120.000 ευρώ ως αποζημίωση κατ'άρθρο 931 ΑΚ και γ) το ποσό των 240.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ.779/2020 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη Γ. Ρ., δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Μετά την άσκηση έφεσης τόσο από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο όσο και από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, χωρίς να προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν τις ασκηθείσες εφέσεις και, αφού εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη με τις εφέσεις απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η αγωγή.
3. α. Η διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στο παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνέπεια αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική, δε, παροχή του άρθρου 931 ΑΚ δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του (ΑΠ 1846/2024,ΑΠ 303/2023, ΑΠ 1563/2022, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 158/2016, 361/2016).
Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του ΑΚ, χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ` αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως και στη περίπτωση αυτή του άρθρου 931 του ΑΚ, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και τη κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας πρόσθετης, από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής, πρέπει, όπως και στο άρθρο 932 του ΑΚ, να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ), αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19, η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 980/2023,ΑΠ 790/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1609/2024,ΑΠ 22/2023, ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 768/2020).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, όπως προαναφέρθηκε ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ ( ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1846/2024, ΑΠ 823/2023 ΑΠ 858/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 1303/2020).
Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1846/2024, ΑΠ 1609/2024,ΑΠ 1003/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 934/2020, ΑΠ 642/2020).
β. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο, δε, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 687/2024,ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020).
4. Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της πρόσθετης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ και της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου κατ' άρθρο 932 ΑΚ, που υπέστη ο τελευταίος λόγω του τραυματισμού του, με τη ρητή μνεία ότι η υπόθεση δεν μεταβιβάσθηκε ως προς το μη προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποκλειστικής υπαιτιότητας του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Γ.
Ρ. οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαια τηςπρόσθετης χρηματικής παροχής κατ'άρθρο 931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ` άρθρο 932 του ΑΚ: "...Ο ενάγων, αμέσως μετά το άνω τροχαίο ατύχημα και εξαιτίας του τραυματισμού του, διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".
Εισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική του εν λόγω Νοσοκομείου, όπου διαγνώστηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα πρόσθιας κολώνας κοτύλης δεξιά, ρωγμώδες κάταγμα οπίσθιας κολώνας, κάταγμα οροφής κοτύλης με υπεξάρθρημα της μηριαίας κεφαλής και κάταγμα δεξιού ισχιακού και δεξιού λαγονίου οστού. Στις 6.6.2019 υποβλήθηκε σε χειρουργική αποκατάσταση των καταγμάτων με ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση με πλάκα και κοχλίες Ariti.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του παρουσίασε εμπύρετο την 5η μετεγχειρητική ημέρα και για διάρκεια τεσσάρων (4) ημερών χωρίς να εντοπιστεί κάποια εστία φλεγμονής, η δε κατάστασή του αυτή αντιμετωπίστηκε με ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή. Νοσηλεύθηκε στο άνω Νοσοκομείο (από 30.5.2019) έως 21.6.2019, οπότε εξήλθε σε καλή γενική κατάσταση με οδηγίες για συνέχιση της αντιπηκτικής φαρμακευτικής αγωγής επί τριάντα (30) συνολικά ημέρες από τη χειρουργική επέμβαση, για επανεξέταση στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία του Ορθοπεδικού Τμήματος, για κλινοστατισμό με σκελετική έλξη, από το μηριαίο και για χρήση, αντιθρομβωτικών καλτσών.
Επίσης, του συνεστήθη αναρρωτική άδεια εξήντα (60) ημερών από την έξοδό του, ενώ διαπιστώθηκε ότι μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο έχρηζε βοήθειας ετέρου προσώπου λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης.... Στις 28.6.2019 ο ενάγων επανεξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν.Α. Νοσοκομείου και του συνεστήθη αναρρωτική άδεια ενός (1) μήνα σε συνέχεια της προηγούμενης, ενώ διαπιστώθηκε εκ νέου, ότι ο ίδιος έχρηζε βοήθειας τρίτου προσώπου....
Ακολούθως, και δη στις 30.9.2019, ο ενάγων εξετάστηκε και πάλι στα εξωτερικά ιατρεία του ιδίου Νοσοκομείου και του συνεστήθη εκ νέου αναρρωτική άδεια, τη φορά αυτή διάρκειας δύο (2) μηνών, σε συνέχεια της προηγούμενης. Διαπιστώθηκε, δε, εκ νέου ότι ο ενάγων έχρηζε βοήθειας τρίτου προσώπου.... Στις 18.11.2019 ο ενάγων επανεξετάστηκε στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της Ορθοπεδικής Κλινικής του άνω Νοσοκομείου και διαπιστώθηκε επιπροσθέτως ότι έπασχε πλέον και από μετατραυματική αρθρίτιδα ισχύου ΔΕ μετά από κάταγμα κοτύλης χειρουργηθέν.
Του συνεστήθη, δε, αποχή από την εργασία του για έναν (1) ακόμη μήνα, σε παράταση της αμέσως προηγούμενης αναρρωτικής άδειός του. Τέλος, στις 21.11.2019, ο ενάγων εξετάστηκε από τον χειρουργό - ορθοπεδικό Ι. Α. Λ. Στην κλινική εξέτασή του, που έγινε στο ιατρείο του εν λόγω ιατρού, προσήλθε με βακτηρία χειρός, χωλαίνοντας, και διαπιστώθηκαν τα εξής:
Η κάμψη του δεξιού ισχίου του είναι 100 μοίρες (φυσιολογική μέχρι 140 μοίρες), η έξω στροφή είναι 5 μοίρες (φυσιολογική μέχρι 45 μοίρες) και η έσω στροφή 20 μοίρες (φυσιολογική μέχρι 35 μοίρες), η απαγωγή είναι 20 μοίρες (φυσιολογική μέχρι 45 μοίρες), η προσαγωγή είναι 10 μοίρες (φυσιολογική μέχρι 35 μοίρες). Επίσης, ο ενάγων παρουσιάζει πάρεση του περονιαίου νεύρου, ατροφία του δεξιού τετρακεφάλου (η περίμετρός του υπολείπεται κατά 2 cm του αριστερού), αδυναμία της ενεργητικής έκτασης του άκρου ποδός και βάδισης στις πτέρνες, ενώ πάσχει από μετατραυματική αρθρίτιδα ισχύου ΔΕ.
Η κατάσταση, δε, της υγείας του ενάγοντα, όπως πειστικά διαπιστώθηκε κατά την αμέσως πιο πάνω εξέτασή του από τον χειρουργό ορθοπεδικό Ι. Α. Λ. και προκύπτει και από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, είχε και έχει ως εξής: Ο ενάγων από το χρόνο του ατυχήματος και έως τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2019, περίπου, εμφάνιζε αναπηρία κατά ποσοστό, πρόσκαιρα, εξήντα επτά τοις εκατό (67%).
Έκτοτε, η αναπηρία του, κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) πλέον, κατέστη μόνιμη. Η αιτία χωλότητας και όλων των λειτουργικών διαταραχών του είναι η δυσκαμψία του δεξιού ισχίου και η πάρεση του περονιαίου νεύρου, καταστάσεις που συνθέτουν μια μόνιμη κατάσταση εφ' όρου ζωής, η οποία δεν επιδέχεται βελτίωσης με συντηρητικά ή χειρουργικά μέσα.
Ο ενάγων θα βαδίζει στο μέλλον με χωλότητα, θα απέχει από αθλητική δραστηριότητα και θ' απαιτείται ν' αποφεύγει την ορθοστασία και τη σωματική....
Εξάλλου, όπως ήδη πιο πάνω αναφέρεται, ο ενάγων, εξαιτίας του τραυματισμού του στο επίμαχο τροχαίο ατύχημα, έχει καταστεί μόνιμα ανάπηρος σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%). 'Η αναπηρία του αυτή, σε συνδυασμό με την όλη κατάσταση της υγείας του όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, επηρεάζει και θα επηρεάζει δυσμενώς την επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική ζωή του ενάγοντος.
Ειδικότερα, ο ενάγων διατηρούσε, προ του ατυχήματος, κατάστημα ξύλινων κορνιζών για πίνακες ζωγραφικής, φωτογραφίες και καθρέπτες, επί της οδού ... στην Αθήνα. Η απασχόληση αυτή ήταν πολύωρη και επίπονη και απαιτούσε ορθοστασία. Ήδη, δε, η ως άνω αναπηρία του καθιστά την εν λόγω εργασία, στο εξής, ιδιαιτέρως δυσχερή, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη συρρίκνωση της επαγγελματικής του απασχόλησης, την οποία, ενόψει και της ηλικίας, του, δεν μπορεί, εύκολα να μεταβάλει, ενώ τον αποτρέπει και θα τον αποτρέπει στο μέλλον από το να συμμετέχει σε δραστηριότητες, που του δημιουργούν ευεξία και καλή σωματική και ψυχική υγεία, όπως οι πεζοπορίες, στις οποίες αρεσκόταν να επιδίδεται, αλλά και κάθε άλλη δραστηριότητα, η οποία απαιτεί ορθοστασία και βάδιση για μεγάλο χρονικά διάστημα.
Ως εκ τούτου, αφού η ως άνω αναπηρία του ενάγοντος είναι βέβαιο ότι επιδρά δυσμενώς στο επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον και η επίδραση αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρ. 929 και 932 ΑΚ, ο τελευταίος δικαιούται κατ' άρθρ. 931 ΑΚ ιδιαίτερη αυτοτελή αποζημίωση σε εύλογο κεφάλαιο εφάπαξ, η οποία, ενόψει της κατά τα ανωτέρω αναπηρίας του, και αφού ληφθούν υπόψη το είδος και οι κατά τα ανωτέρω συνέπειες της εν λόγω αναπηρίας, η ηλικία, το φύλο και οι κλίσεις του παθόντος - ενάγοντος καθώς και η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου κρατικού αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ....
Εξάλλου, ο εκκαλών - εφεσίβλητος - ενάγων, λόγω του ως άνω τραυματισμού του και όλων των εξ αυτού συνεπειών, που ανωτέρω περιγράφονται υπέστη ηθική βλάβη. Ενόψει δε της έντασης και όλων των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η σύγκρουση, του είδους και της έκτασης του επελθόντος τραυματισμού του, εξαιτίας του οποίου ο τελευταίος ένιωσε έντονο σωματικό άλγος και ισχυρή ψυχολογική αναστάτωση και ταλαιπωρία, και υπέστη τις εκτιθέμενες ανωτέρω συνέπειες, περιλαμβανομένων και των περιουσιακής φύσεως ζημιών, ακόμη δε της ηλικίας του [τότε διήνυε το πεντηκοστό ένατο (59°) έτος], του βαθμού του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου, με στοιχεία κυκλοφορίας ..., κρατικού αυτοκινήτου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εμπλακέντων φυσικών προσώπων (ενάγοντας και υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος) - χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, του οποίου η ευθύνη είναι εγγυητική, ο ίδιος (ενάγων) δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, ανέρχεται στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο (άρθρ. 932 ΑΚ) και ανταποκρίνεται σε εκείνο που, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις ..".
5. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την επίκληση των διατάξεων αυτών, παραθέτοντας αποσπασματικές κατ'επιλογή του παραδοχές, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ως εύλογη χρηματική παροχή-αποζημίωση και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από το τραυματισμό του, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία όμως είναι καταφανώς μεγαλύτερα, εκείνων που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών.
Οι ως άνω λόγοι πέραν του ότι είναι απαράδεκτοι αφενός λόγω αοριστίας, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις, αλλά περιορισμένες και κατ'επιλογή του αναιρεσείοντα αποσπασματικές παραδοχές και αφετέρου διότι, με αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστή ουσίας (άρθρο 561 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, κρίνονται και αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Ειδικότερα, το Εφετείο με το να καθορίσει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα: α) για χρηματική του παροχή εκ του άρθρου 931 του ΑΚ το ποσό των 25.000 ευρώ και β) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του (παθόντος) το ποσό των 20.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (άρθρ. 932 του ΑΚ) και χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του ΑΚ.
Τέλος, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτούμενης της παράθεσης και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
6. Μετά τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό. Διάταξη περί παραβόλου δεν διαλαμβάνεται, αφού το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατ' άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. Δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α' 239/1931), απαλλάσσεται της προκαταβολής των τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το εν λόγω παράβολο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2021 (αριθμ.καταθ.8790/10-11-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.3160/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ