Supreme Court dismisses appeal on abuse of process claim regarding co-ownership distribution rights under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by co-owners against a lower court ruling on property distribution. The appellants argued that the plaintiff's delay in exercising distribution rights constituted an abuse of process under Article 281 of the Civil Code. The court rejected this, stating that the alleged inactivity did not meet the legal thresholds for abuse of process and the plaintiff's conduct remained within statutory limits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 559 of the Civil Code; The exercise of a right to demand distribution of co-owned property does not constitute abuse of process merely due to the passage of time or alleged inactivity by the co-owner, unless specific legal conditions are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1822 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1822/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Γ. του Α., 2.Ε. Κ. συζύγου Χ. Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη.
Των αναιρεσίβλητων:1.Σ. Σ. του. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Τσούνη, 2.Ε. Μ. του Σ., 3.Μ. Μ. του Σ., 4.Χ. Κ. του Δ., 5.Ε. Π. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 6. ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AE." διαδόχου της "...",που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δε παραστάθηκε στο ακροατήριο, 7.ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δε παραστάθηκε στο ακροατήριο, 8. ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" διαδόχου της "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ",που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Δροσιά Μπάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Κοινοποίηση: 1. Υπουργείο Δικαιοσύνης, 2. Υπουργείο Εσωτερικής Μεταρρύθμισης, 3. Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης Περιβάλλοντος & Ενέργειας, 4.Εισαγγελεία Αρείου Πάγου, 5.Περιφέρεια Αττικής, 6.Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, 7. Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, 8.Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής, 9. Δήμος Μαρκοπούλου Μεσογαίας Αττικής, Υπηρεσία Δόμησης, 10.Δήμος Σαρωνικού Αττικής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2007 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και των από 7-9-2007 προσεπικλήσεών της, την από 12-11-2007 κύρια παρέμβαση της ήδη 6ης αναιρεσίβλητης, την από 30-1-2008 κύρια παρέμβαση της ήδη 7ης αναιρεσίβλητης, την από 18-1-2008 κύρια παρέμβαση της ήδη 8ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3573 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5088/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 16-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε, ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις υπ’ αριθμ. .../5.10.2016, .../5.10.2016, ...5.10.2016 και ...5.10.2016, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Πειραιά Μ. Μ., τις κάτω από αυτές βεβαιώσεις παραδόσεως δικογράφου και αποστολής συστημένης επιστολής (άρθρ. 128 παρ. 4 ΚΠολΔικ), καθώς και της υπ’ αριθμ. .../5.10.2016 και .../5.10.2016 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας δικαστικού επιμελήτριας, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης μαζί με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 7.12.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο, τρίτη, τέταρτο, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων.
Νέα κλήτευση για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν χρειαζόταν, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Εφόσον όμως αυτοί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε κατέθεσαν δια πληρεξούσιου δικηγόρου, δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ.).
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 και ΚΠολΔικ, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996).
Μόνο αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιο της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Στην περίπτωση όμως που με το ίδιο δικόγραφο προσβάλλονται αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η κατάθεσή τους, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔικ, πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα Δικαστήρια αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ’ αριθμ. 3573/2009 αποφάσεως του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και κατά της υπ’ αριθμ. 5088/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η κατά της πρωτόδικης απόφασης εμπροθέσμως ασκηθείσες και συνεκδικασθείσες δύο εφέσεις, οι επ’ αυτών πρόσθετοι λόγοι, καθώς και οι ασκηθείσες, το πρώτον, στο Εφετείο, δύο πρόσθετες παρεμβάσεις, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, για τυπικούς λόγους (μη απεύθυνση εφέσεως κατά όλων των αναγκαίων ομοδικών, μη κλήτευση κυρίως παρεμβάσεων Τραπεζών, άσκηση προσθέτων παρεμβάσεων από διαδίκους, παρεπόμενο προσθέτων λόγων παρεμβάσεων) Οι αναιρέσεις αυτές, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου τους, έχουν κατατεθεί στις γραμματείες τόσο του πρωτοβάθμιου, όσο και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ. 566 παρ. 2 ΚΠολΔικ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔικ, η έφεση απευθύνεται, κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδούχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου με την παρ. 1 του άρθρου 76 του ίδιου κώδικα, ορίζονται οι περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας, με την δε παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 76 ΚΠολΔικ, ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους στην παράγραφο 1 ομοδίκους, επάγεται αποτελέσματα και για τους λοιπούς αυτό δε υπό την έννοια ότι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, μολονότι αυτοί δεν το άσκησαν.
Συνεπώς δεν απαιτείται, από το νόμο, η έφεση που ασκείται από κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους να απευθύνεται, με ποινή το απαράδεκτο, και κατά των ίδιων των ομοδίκων, αφού σε αντίθετη περίπτωση, ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανιζόταν να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εφεσιβλήτου και του εκκαλούντος, πράγμα που είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΟλΑΠ 63/1981).
Εντούτοις, ειδικά επί αναγκαστικής ομοδικίας που υπάρχει σε δίκη δικαστικής διανομής, δεν είναι δυνατόν να ισχύσουν τα προεκτιθέμενα, γιατί, κατ’ άρθρο 478 ΚΠολΔικ, είναι αναγκαία η εναγωγή όλων των κοινωνιών. Ειδικότερα όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 798 ΑΚ, 479, 480 παρ. 3, 481, παρ. 2, 482 παρ. 1, 483 και 489 ΚΠολΔικ, η αγωγή περί διανομής δεν είναι μόνο διαπλαστική, επειδή διώκεται η διάπλαση νέας έννομης σχέσης για κάθε κοινωνό με τη λύση της κοινωνίας, αλλά είναι και διπλού χαρακτήρα, με την έννοια ότι δημιουργεί δίκη, στην οποία, εκ προοιμίου και ανεξάρτητα από την εξέλιξή της στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων είναι συνάμα και εναγόμενος, όπως και κάθε εναγόμενος ή κυρίως παρεμβαίνων είναι συγχρόνως αντίδικος των λοιπών διαδίκων, αφού υφίσταται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε από τους αντιδίκους του ενάγοντος να υποβάλει αίτηση (που δεν έχει το χαρακτήρα ανταγωγής, ώστε να πρέπει να εφαρμοσθούν τα οριζόμενα στο άρθρο 268 παρ. 2 Κ.ΠολΔικ), με βάση πραγματικό διάφορο εκείνου της αγωγής ως προς το επίκοινο δικαίωμα και τη διάπλαση αυτού, και σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως αυτής, να αποβεί η δίκη εις βάρος των λοιπών, όχι με την απόρριψη της αγωγής, αλλά με τη διάπλαση της έννομης σχέσης κατά τρόπο διάφορο εκείνου που επιδιώχθηκε με την αγωγή και, συνεπώς, να καταλήξει η δίκη εις βάρος του ενάγοντος ή των εναγόντων, και κάποιου από τους αντιδίκους του, οι οποίοι κατά τούτο είναι αντίδικοι προς αλλήλους, δεσμευόμενοι από τη διαπλαστική ενέργεια της απόφασης που με τον τρόπο αυτό εκδίδεται.
Ακολούθως, η δίκη περί διανομής που έχει αρχίσει, είναι επίσης διπλή σε όλη την πορεία της και επομένως και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Το ότι κάποιος ή περισσότεροι από τους κοινωνούς, ως επιτιθέμενοι ή αμυνόμενοι, βρίσκονται στην αντίστοιχη δικονομική θέση κατά την έναρξη του δικαστικού αγώνα σε κάθε στάδιο αυτού, είναι τελείως συμπτωματικό, γιατί καθένας από αυτούς, ανεξάρτητα από την ανωτέρω θέση του, μπορεί να έχει αντίθετα συμφέροντα ως προς τον άλλον, όπως προαναφέρθηκε και προβάλλοντας αυτά να είναι ουσιαστικός αντίδικος του άλλου (Ολ ΑΠ 32/1983).
Κατά συνέπεια, σε δίκη διανομής, εάν ασκεί έφεση ο εναγόμενος, οφείλει, με ποινή το απαράδεκτο, να απευθύνει αυτή και κατά του αναγκαίου ομοδίκου του στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 517 εδ. β ΚΠολΔικ, γιατί στην ειδική αυτή περίπτωση, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔικ, κατά την οποία η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους (Ολ ΑΠ 15/1996, 16/1996).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 491 παρ. 1 ΚΠολΔικ, στη δίκη διανομής προεπικαλούνται υποχρεωτικά με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση όσοι έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας, καθώς και όσοι είχαν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς.
Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε, γιατί ο νομοθέτης, ενόψει των σοβαρών συνεπειών που επιφέρει η διανομή του κοινού πράγματος, θέλησε οι αναφερόμενοι σ’ αυτή τρίτοι, όχι να λαμβάνουν απλώς γνώση της δίκης διανομής, αλλά και να συμμετέχουν υποχρεωτικώς σ’ αυτή, αφού από την τελεσιδικία της σχετικής αποφάσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 492 παρ. 1 ΚΠολΔικ, που εισήγαγε νέα ρύθμιση από εκείνη του ΑΚ (άρθρο 803), η υποθήκη ή το ενέχυρο περιορίζονται εφεξής μόνο στα μέρη που περιήλθαν στον οφειλέτη.
Ακόμη ο νόμος (άρθρο 492 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔικ) προκειμένου να εξασφαλίσει πληρέστερα τα συμφέροντα του εν λόγω υποχρεωτικώς προσεπικαλούμενου ενυπόθηκου ή ενεχυρούχου δανειστή, του παρέχει το δικαίωμα να ζητήσει από το Δικαστήριο που διατάζει τη διανομή, να διατάξει υπέρ αυτού τα πρόσθετα εξασφαλιστικά μέτρα α) της συστάσεως υποθήκης ή ενεχύρου σε αντικείμενα που με τη διανομή περιέρχονται στον οφειλέτη του, στα οποία δεν έχει συσταθεί υποθήκη ή ενέχυρο και β) της εξοφλήσεως (εν όλω ή εν μέρει), ύστερα από αίτηση του ενυπόθηκου ή ενεχυρούται δανειστή, της ασφαλισμένης με την υποθήκη ή το ενέχυρο απαιτήσεώς του, έστω και αν αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της διανομής, με την καταβολή εκ μέρους κάποιου άλλου κοινωνού, ολόκληρου ή μέρους, του ποσού στον κοινωνό που η μερίδα του βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο, προκειμένου να εξισωθούν οι μερίδες τους.
Με τα δεδομένα αυτά και το περαιτέρω γεγονός ότι η άσκηση της προσεπικλήσεως έχει, κατά το άρθρο 89 εδ τελευταίο ΚΠολΔικ., τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής, ο ενυπόθηκος ή ενεχυρούχος δανειστή, από την επίδοση αναγκαία σ’ αυτόν της προσεπικλήσεως, καθίσταται ομόδικος των συγκυριών, ανάμεσα στους οποίους διεξάγεται η δίκη της διανομής του κοινού πράγματος, υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και έτσι αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, έστω και αν δεν άσκησε παρέμβαση.
Επομένως, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔικ, να καλείται, με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικαστική πράξη σε όλα τα στάδια της προαναφερόμενης δίκης. Αν το εν λόγω υποχρεωτικώς προσεπικαλούμενο πρόσωπο δεν εμφανισθεί στη δίκη διανομής κοινού πράγματος θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται κατά το άρθρο 76 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, από τους λοιπούς παριστάμενους διαδίκους (κοινωνούς) και δεσμεύεται από το δεδικασμένο που πηγάζει από την απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής διανομής γιατί διευρύνονται και ως προς αυτό (προσεπικαλούμενο) τα υποκειμενικά όρια της δίκης (ΟλΑΠ 20/1995).
Περαιτέρω, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, κατ’ άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ασκούνται μόνο κατά την "πρώτη συζήτηση" έστω και μετ’ αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 2091/1986), κατά κανόνα με δικόγραφο που πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του Εφετείου και να επιδοθεί στον εφεσίβλητο τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αλλιώς απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 33/1990).
Με τους πρόσθετους λόγους προσβάλλονται "κεφάλαια" της απόφασης που έχουν ήδη εκκληθεί με την έφεση, δηλαδή διατάξεις της αποφάσεως για καθεμιά από τις αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας και όχι διάφορα νομικά ή πραγματικά ζητήματα, καθώς και τα αναγκαίως συνεχόμενα με τα εκκληθέντα κεφάλαια, ήτοι κεφάλαια παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαιτήσεως, είτε προερχόμενα από την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα των πρόσθετων λόγων με την έφεση στην οποία αναφέρονται, έστω και εάν εμφανίζονται ως αυτοτελής διαδικαστική πράξη, αυτοί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι αν απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση (Ολ ΑΠ 33/1990). Αν όμως οι πρόσθετοι λόγοι κατατεθούν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας της έφεσης, μπορεί να θεωρηθούν ως αυτοτελής έφεση.
Τέλος η πρόσθετη παρέμβαση, στηριζόμενη στα άρθρα 80 ή 83 του ΚΠολΔικ, δεν έχει αυτοτελή και ανεξάρτητη ύπαρξη, αλλά παρακολουθηματικό χαρακτήρα, γιατί ο παρεμβαίνων, που πρέπει να είναι τρίτος ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, δεν εισάγει δική του αξίωση προς διάγνωση και απόφαση στην κύρια δίκη, αλλά προσέρχεται σ’ αυτή για να υποστηρίζει τις αιτήσεις κάποιου από τους αρχικούς διαδίκους.
Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 12/2000) ενώ οι ακυρότητες και οι παραβιάσεις του ουσιαστικού δικαίου ελέγχονται μέσω των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (Ολ ΑΠ 2/2001).
Εξάλλου η αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 10 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη", προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της διαφοράς όπως ουσιαστική έρευνα της διαφοράς προϋποθέτει και η αναιρετική πλημμέλεια, του αρ. 8 ενώ η στοιχειοθέτηση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 17 του ίδιου άρθρου προϋποθέτει αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού και μόνο, ότι δε και του σκεπτικού, του οποίου οι τυχόν αντιφάσεις ελέγχονται με τον αναιρετικό λόγο της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου (ΟλΑΠ 13/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 5088/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα, ως προς το παραδεκτό των κατά της υπ’ αριθμ. 3573/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκηθεισών και συνεκδιασθεισών δύο εφέσεων, των προσθέτων λόγων τους και των ασκηθεισών στο Εφετείο δύο προσθέτων παρεμβάσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 7 Σεπτεμβρίου 2007 και με αριθμό κατάθεσης .../2007 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη Σ. Σ. του Γ. ιστορούσε ότι με τους εναγόμενους Μ. Μ. του Σ., Ε. Μ. του Σ., Χ. Γ. του Α., Ε. σύζυγο Χ. Γ., Ε. Π. και Χ. Κ. είναι συγκύριοι (και ειδικότερα κατά ποσοστό 11,5% εξ αδιαιρέτου η ίδια, 12,55% εξ αδιαιρέτου καθένας από τους τέσσερις πρώτους των εναγομένων, 25,10% εξ αδιαιρέτου η πέμπτη των εναγομένων και 13,20% εξ αδιαιρέτου ο έκτος εναγόμενος), στο λεπτομερώς περιγραφόμενο ακίνητο (οικόπεδο με κατοικίες), συνολικής αξίας 1.800.000 ευρώ.
Ότι το πιο πάνω ακίνητο περιήλθε σ’ αυτούς, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με το νόμιμο παράγωγο τρόπο που ειδικότερα αναφέρει. Με βάση το ιστορικό αυτό και τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι δεν συναινούν στην εξώδικη διανομή, ζήτησε την αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου και, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη, να διαταχθεί η πώληση του με πλειστηριασμό, ώστε καθένας από τους συγκυρίους να πάρει το μέρος του πλειστηριάσματος που αναλογεί στη μερίδα του.
Επίσης, η ενάγουσα, με τα από 7-9-2007 αυτοτελή δικόγραφα προσεπικάλεσε τις "... Τράπεζα της Ελλάδος", "Ε. Τράπεζα της Ελλάδος" και "Α. Σ. Τράπεζα", που έχουν εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό των εναγομένων του προς διανομή ακινήτου, καθώς και τον Α. Μ. που έχει εγγράψει αναγκαστική κατάσχεση στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό των δυο πρώτων εναγομένων, προκειμένου να παρέμβουν στη διανοιγείσα δίκη.
Οι τρεις πρώτες προσεπικληθείσες άσκησαν "κύρια" παρέμβαση, ενώ ο Α. Μ. δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ακολούθως, επί της αγωγής, των προσεπικλήσεων και των παρεμβάσεων εκδόθηκε η 3573/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, αφού τις συνεκδίκασε, δέχθηκε την αγωγή κατά το περί διανομής με πλειστηριασμό αίτημα της, δέχθηκε την από 12-11-2007 "κύρια" παρέμβαση της "Ε.
Τράπεζας της Ελλάδος", κατά ένα μέρος, και απέρριψε τις "κύριες" παρεμβάσεις των "... Α.Τ.Ε." και "...ς Τράπεζας της Ελλάδος". Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκαν δύο εφέσεις και συγκεκριμένα: α] οι τρεις από τους εναγομένους και ειδικότερα οι: 1) Μ. Μ. του Σ. 2) Ε. Μ. του Σ. και 3) Χ. Κ. του Δ., άσκησαν την από 18.12.2009 έφεση τους, που κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμό κατάθεσης .../2009 και στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2010, παραπονούμενοι ως προς το ότι έγινε δεκτή η αγωγή διανομής, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρουν, την οποία [έφεση], ωστόσο, δεν έστρεψαν και κατά των συνεναγομένων τους και αναγκαίων ομοδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη Χ.
Γ. του Α., Ε. συζύγου Χ. Γ. και Ε. Π. του Δ. και β] οι δυο από τους εναγομένους και ειδικότερα οι 1] Χ. Γ. του Α. και 2] Ε. σύζυγος Χ. Γ., το γένος Γ. Κ. άσκησαν την από 22 Δεκεμβρίου 2009 έφεση τους που κατατέθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμό κατάθεσης .../2009 και στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2010, παραπονούμενοι επίσης ως προς το ότι έγινε δεκτή η αγωγή διανομής, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρουν, την οποία [έφεση], ωστόσο, δεν έστρεψαν και κατά των συνεναγομένων τους και αναγκαίων ομοδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη Μ.
Μ. του Σ., Ε. Μ. του Σ., Χ. Κ. του Δ. και Ε. Π. του Δ.. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε δίκη διανομής, εάν ασκεί έφεση ο εναγόμενος, οφείλει με ποινή το απαράδεκτο, να απευθύνει αυτή και κατά του αναγκαίου ομοδίκου του στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 517 εδ.
β’ ΚΠολΔ, διότι στην ειδική αυτή περίπτωση, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την οποία η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Ως εκ τούτου, οι υπό κρίση εφέσεις, οι οποίες δεν στρέφονται, όπως θα έπρεπε, κατά των αναγκαίων ομοδίκων των εναγομένων στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, αντίστοιχα, κατά τα προαναφερόμενα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εκκαλούντες και των δυο παραπάνω εφέσεων δεν κλήτευσαν κατά την παρούσα συζήτηση, όπως όφειλαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τις παριστάμενες στην πρωτοβάθμια δίκη προσεπικληθείσες "Ε. Τράπεζα της Ελλάδος","... Α.Τ.Ε." και "... Τράπεζα της Ελλάδος", που άσκησαν κύρια παρέμβαση και κατέστησαν διάδικοι.
Περαιτέρω: Α] οι εκκαλούντες 1] Μ. Μ. του Σ., 2] Ε. Μ. του Σ. και 3] Χ. Κ. του Δ. άσκησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τους από 19.3.... πρόσθετους λόγους έφεσης (που κατατέθηκαν στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό κατάθεσης ...-3-...), οι οποίοι απευθύνονται κατά της εφεσίβλητης Σ. Σ. και κατά των α] Χ. Γ. του Α., β]Ε. συζύγου Χ.
Γ. και γ] Ε. Π.. Επίσης, οι παραπάνω εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 19 Μαρτίου ... πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των 1]Χ. Γ. του Α. και 2] Ε. συζύγου Χ. Γ. και κατά της Σ. Σ. Τ. Γ. και Β] οι εκκαλούντες 1] Χ. Γ. του Α. και 2] Ε. σύζυγος Χ. Γ., άσκησαν τους από 30 Σεπτεμβρίου 2011 πρόσθετους λόγους έφεσης, απευθυνόμενους κατά των α] Σ.
Σ. Τ. Γ., β] Μ. Μ. του Σ., γ] Ε. Μ. του Σ., δ] Χ. Κ. του Δ. και ε] Ε. Π. του Δ., οι οποίοι κατατέθηκαν στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό ...30-9-2011. Επίσης, άσκησαν την από 12 Οκτωβρίου 2011 πρόσθετη, παρέμβαση, υπέρ των α] Μ. Μ., β] Ε. Μ. και γ] Χ. Κ. και κατά της Σ. Σ., που κατατέθηκε στο παρόν Δικαστήριο με αριθμό ...-10-2011. Σε όλες τις περιπτώσεις, τόσο οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης όσο και οι πρόσθετες παρεμβάσεις είναι απαράδεκτα, διότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η πρόσθετη παρέμβαση έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα με την έφεση στην οποία αναφέρονται, με συνέπεια, όταν η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, απορριπτέοι να παρίστανται οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η πρόσθετη παρέμβαση.
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, σε κάθε περίπτωση, οι, ως άνω, πρόσθετες παρεμβάσεις είναι απαράδεκτες και για το λόγο ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων πρέπει να μην είναι διάδικος της κύριας δίκης αλλά να είναι τρίτος [ΑΠ 408/2010, ΝοΒ 2010/2049, ΑΠ 993/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 556/1991, ΑΠ 957/1985 στη ΝΟΜΟΣ], ενώ, στην εξεταζόμενη περίπτωση, και στις δυο παραπάνω παρεμβάσεις, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη αλλά και είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι τα προαναφερόμενα δικόγραφα των πρόσθετων λόγων έφεσης δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αυτοτελείς εφέσεις, αφού προϋπόθεση για να ισχύσουν οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως αυτοτελής έφεση είναι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, να έχουν κατατεθεί στη γραμματεία και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω [αφού εδώ οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου] και, επιπλέον, να κατατεθούν εντός της νόμιμης κατ’ άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσμίας της εφέσεως, γεγονός που επίσης δεν συνέβη εν προκειμένω τουλάχιστον για την έφεση των Μ.
Μ., Ε. Μ. και Χ. Κ., αφού οι αμέσως, ως άνω εκκαλούντες, κατέθεσαν τους πρόσθετους λόγους στις 20.3...., δηλαδή μετά την πάροδο όχι μόνον της τριακονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης (η εκκαλούμενη απόφαση τους επιδόθηκε στις 20.11.2009) αλλά ακόμη και της τριετούς προθεσμίας άσκησης της έφεσης από την δημοσίευση της εκκαλουμένης (στις 26.5.2009.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτες τις ενώπιόν του εισαχθείσες εφέσεις (καθώς και τους προσθέτους λόγους των εφέσεων αυτών και τις ασκηθείσες το πρώτον στο Εφετείο πρόσθετες παρεμβάσεις λόγω του παρακολουθηματικού σε σχέση με την έφεση χαρακτήρα τους) και οι από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, που αφορούν σε παραβιάσεις του άρθρου 76 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔικ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Ειδικότερα ορθά απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι εφέσεις εφόσον δεν στρεφόντουσαν κατά όλων των κοινωνιών του επικοίνου ακινήτου, αφού κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη επί δικαστικής διανομής δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔικ, αλλά εκείνη του άρθρου 517 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, κατά την οποία και ενόψει της κατά το άρθρο 478 του ίδιου κώδικα αναγκαίας εναγωγής, όλων των κοινωνών, η έφεση, με ποινή το απαράδεκτο, πρέπει να στρέφεται κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων.
Προσέτι δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 76 παρ. 3 ΚΠολΔικ με το να κηρυχθούν οι εφέσεις απαράδεκτες, λόγω μη κλητεύσεως των προσεπικληθεισών Τραπεζών, που λόγω ασκήσεως κατά την πρωτόδικη δίκη κυρίων παρεμβάσεων κατέστησαν αναγκαία ομόδικοι, και οι οποίες, ως έχουσες επί του διανεμητέου επιδίκου δικαιώματα προσημειώσεων ήταν κατά το άρθρο 491 παρ. 1 ΚΠολΔικ υποχρεωτικά προσεπικλητέες.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την εφαρμογή ή μη της προλαβούσας διατάξεις του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔικ, δεν ιδρύουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί αφορούν σε εκ πλαγίου παραβίαση δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως.
Επίσης οι υπό την επίκληση του αριθμού 17 του ίδιου άρθρου πλημμέλειες, κατά τις οποίες η προσβαλλομένη περιέχει αντιφατικές διατάξεις ως προς την εφαρμογή της ίδιας διατάξεως του άρθρου 76 παρ. 4 του ΚΠολΔικ, δεν στοιχειοθετούν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, αφού αφορούν στο σκεπτικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλομένης, ενώ προσέτι απαράδεκτες είναι και οι από τους αριθμούς 10 και 8 του ίδιου άρθρου πλημμέλειες, καθόσον η στοιχειοθετήσή τους προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, πράγμα το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει.
Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.Δ/τος 1024/1971 κάθετη ιδιοκτησία συνικτάται με μονομερή δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου του κυρίου του οικοπέδου ή με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων. Με τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, δημιουργείται αποκλειστική κυριότητα επί των αυτοτελών οικοδομημάτων και αναγκαστική συγκυριότητα επί ολοκλήρου του ενιαίου οικοπέδου.
Έτσι για να αποκτηθεί διηρημένη (χωριστή) κυριότητα επί του εδάφους (ενιαίου οικοπέδου), επί του οποίου υπάρχει αναγκαστική συγκυριότητα, πρέπει προηγουμένως να καταργηθεί η κάθετη ιδιοκτησία με νόμιμο τρόπο. Μεταξύ των γενικών και αναγκαστικών λόγων, λήξης της περιλαμβάνεται και η αλλοίωση (ολική ή μερική) του αντικειμένου της (του κοινού οικοπέδου) είτε από λόγους φυσικούς, είτε από νομικούς, όπως η απαλλοτρίωση (κυρίως ρυμοτομίας) του κοινού οικοπέδου.
Η λήξη της χωριστής ιδιοκτησίας στην περίπτωση αυτή επέρχεται ανεξάρτητα από το μέγεθος της αλλοίωσης του οικοπέδου, επί του οποίου έχει συσταθεί η κάθετη ιδιοκτησία και των οικοδομών που έχουν ανεγερθεί πάνω σ’ αυτό, γιατί παύει πλέον να υφίσταται το ενιαίο οικόπεδο που ανήκε, κατά συγκυριότητα, στους δικαιούχους των κάθετων ιδιοκτησιών, με την μορφή και την επιφάνεια που υπήρχε κατά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, αφού μέρος του ενός ή των περισσοτέρων τμημάτων του (καθέτων ιδιοκτησιών), έπαυσαν να έχουν την επιφάνεια και τη μορφή που είχαν σύμφωνα με την πράξη σύστασης της κάθετης ιδιοκτησίας.
Η αλλοίωση αυτή του αντικειμένου της κάθετης ιδιοκτησίας είναι γενικότερα της καταστροφής της οριζόντιας ιδιοκτησίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, η οποία είναι ειδική διάταξη και δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην κάθετη ιδιοκτησία της οποίας αντικείμενο είναι πρωτίστως το οικόπεδο και όχι η οικοδομή.
Ακόμη η αλλοίωση του αντικειμένου της κάθετης ιδιοκτησίας με πράξη της διοίκησης, καταργεί στην ουσία το δικαιοπρακτικό θεμέλιο επί του οποίου στηρίχθηκε η δικαιοπραξία αυτή (σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας) και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, λύει σε κάθε περίπτωση τη δικαιοπραξία, αφού λόγω ουσιώδους μεταβολής των συνθηκών, ένεκα εκτάκτων και απρόβλεπτων περιστατικών, η παροχή του ενός μέρους στη σύμβαση κάθετης ιδιοκτησίας, έγινε ιδιαίτερα επαχθής (άρθρο 388 ΑΚ) και επομένως η σύμβαση είναι άκυρη.
Περαιτέρω, η πράξη εφαρμογής (άρθρο 12 και 43 παρ. 10 εδ. 2 και Π Ν. 1337/1983, άρθρο 8 παρ. 5 περ. α’ Ν. 1512/1985, άρθρο 2 παρ. 3 και άρθρο 4 Ν. 1772/1988, άρθρο 19 παρ. 2 εδ. β’ Ν. 1849/1989, άρθρο 98 παρ. 7, 8 και 9 Ν. 1892/1990, άρθρο 5 παρ. 5 και 10 Ν. 2052/1992, άρθρο 6 παρ. 4 και 5 Ν. 2242/1994) καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά γης, τα τμήματα που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά και προσδιορίζει τα τμήματα που ρυμοτομούνται για κοινόχρηστους χώρους ή καταλαμβάνονται για κοινωφελείς χώρους.
Με την μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής επέρχονται στις ιδιοκτησίες, όλες οι ανωτέρω μεταβολές, εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για την εκτέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ΝΔ της 17.7.1923 και του ΝΔ 797/1971 (ήδη του ν. 2882/2001, Κ.Α.Α.). Αν λοιπόν πρόκειται για μεταβολή δεν εμπίπτει στην περίπτωση στην οποία οφείλεται αποζημίωση, με την μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής επέρχεται άμεση απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος, στο τμήμα που αφαιρέθηκε ως εισφορά γης.
Περιπτώσεις για τις οποίες δεν οφείλεται αποζημίωση είναι για τη συμμετοχή με εισφορά γης στους ιδιοκτήτες για δημιουργία των κοινόχρηστων, αλλά και των κοινωφελών χώρων της περιοχής ένταξης ή επέκτασης. Ειδικότερα ο Ν. 949/79 θέσπιζε τη συμμετοχή των ιδιοκτησιών με εισφορά σε γή για την απόκτηση μόνο των κοινόχρηστων χώρων.
Στη συνέχεια με το Ν. 1337/1983 και τα Π.Δ./τα της 16/30.8.85 και 20.3.85 όπως συμπληρώθηκαν με τους Ν. 2508/1997, 2831/2000, 3044/2002 και 3212/2003 ορίστηκε ότι οι ιδιοκτήτες συμμετέχουν με εισφορά σε γή για τη δημιουργία όχι μόνο των κοινόχρηστων, αλλά και των κοινωφελών χώρων της περιοχής τους. Ήτοι ή συνταγματική υποχρέωση των ιδιοκτητών (άρθρο 24 παρ. 3 του Συντ.), για εισφορά σε γή, καλύπτει μόνο τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους, όπως αυτοί προβλέπονται από την πολεοδομική υπηρεσία και τον αστικό κώδικα και όχι για άλλους σκοπούς ως π.χ.
την κάλυψη στεγαστικών ή άλλων κοινωφελών προγραμμάτων. Αντίθετα οι μεταβολές στις ιδιοκτησίες, που στηρίζονται στο άρθρο 17 του Συντάγματος και τα προαναφερθέντα ΝΔ της 17.7.1923 και 797/1971 (ήδη Ν. 2882/2001) (π.χ. αφαίρεση εδαφικού τμήματος μεγαλύτερου του ποσοστού εισφοράς γης), θα επέλθουν μόνον και εφόσον ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές (προσδιορισμός, καταβολή αποζημίωσης, συντέλεση απαλλοτρίωσης), ήτοι οι μεταβολές των εμπραγμάτων δικαιωμάτων δεν επέρχονται με την μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής, αλλά με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Τέλος μετά την κατάργηση της κάθετης ιδιοκτησίας παύει η επί του οικοπέδου αναγκαστική συνιδιοκτησία και καθίσταται επιτρεπτή η αγωγή διανομής και αν δεν χωρεί αυτούσια διανομή θα ακολουθήσει πλειστηριασμούς. Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), τούτο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων, από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση και κατά το μέρος που αφορά την αναίρεση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αγωγή διανομής ακινήτου, που άσκησε η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά των αναιρεσειόντων και των δεύτερου έως και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων.
Με το .../4-3-1982 συμβόλαιο συνένωσης αγροτεμαχίων, ανταλλαγής ποσοστών και σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/29, των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και του Ν.Δ. 1024/71 της συμβολαιογράφου Λαυρίου Μ. Κ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα συνενώθηκαν δύο αγροτεμάχια ήτοι ένα κληροτεμάχιο εμβαδού 4850 τ.μ.
ιδιοκτησίας Δ., Ι. και Π. Λ. του Α., Α. Κ. του Σ., Α. συζύγου Χ. Λ., Σ. συζύγου Α. Γ. και Σ. Κ. του Σ. και ένα κληροτεμάχιο εμβαδού 553 τ.μ. ιδιοκτησίας της ενάγουσας, που βρίσκονται στη θέση "..." της εποικισθείσας περιοχής του αγροκτήματος "... - Φ. -Τ." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου .... Το ενιαίο πλέον ακίνητο συνολικής επιφάνειας 5.403 τ.μ.
υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και του Ν.Δ. 1024/1971 και δημιουργήθηκαν πέντε [5] διακεκριμένες [κάθετες] ιδιοκτησίες όπως απεικονίζονται στο από 6 Φεβρουαρίου 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Π., καθορίστηκε δε η κάθε διακεκριμένη ιδιοκτησία στην οποία, έκαστος των συγκυρίων θα έχει αποκλειστική χρήση και συγκεκριμένα ο Ι.
Α. Λ. στην με αριθμό ένα [1] διακεκριμένη ιδιοκτησία με ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο κοινό ακίνητο 251 %ο και επιφάνεια 1363,50 τ.μ-, ο Δ. Α. Λ. στην με αριθμό δύο [2] με ποσοστό συγκυριότητας 25 1/%ο και επιφάνεια 1360,17 τ.μ., ο Π. Α. Λ. στην με αριθμό τρία [3] με ποσοστό συγκυριότητας 251 ‰ και επιφάνεια 1360,17 τ.μ., οι Α., Α., Σ. και Σ.
Σ. Κ. στην με αριθμό τέσσερα [4] ιδιοκτησία με ποσοστό συγκυριότητας 132‰ και εμβαδό 634,80 τ.μ. και η ενάγουσα Σ. Σ. στην με αριθμό πέντε [5] διακεκριμένη ιδιοκτησία. Ακολούθως οι εκ. των ανωτέρω Α., Α., Σ. και Σ. Σ. Κ. δυνάμει του .../1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλυβιών Μ. Κ.- Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν λόγω πώλησης την προαναφερόμενη με αριθμό τέσσερα [4] διακεκριμένη ιδιοκτησία στον έκτο εναγόμενο Χ.
Κ., ο οποίος στη συνέχεια ανήγειρε στο διακεκριμένο αυτό τμήμα του ενιαίου ακινήτου διόροφη οικοδομή επιφανείας 135,32 τ.μ. δυνάμει της …1989 οικοδομικής άδειας του πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου. Ομοίως ο εκ των ανωτέρου ιδιοκτητών - συνιδιοκτητών του κοινού ακίνητου Δ. Λ. του Α. δυνάμει του .../1990 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πώλησης την προαναφερόμενη με αριθμό δύο [2] διακεκριμένη ιδιοκτησία στους Χ.
Γ. του Α. [τρίτο εναγόμενο] και Δ. Γ. του Α., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ο δε εξ αυτών Δ. Γ. δυνάμει του .../1998 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε λόγω πώλησης το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του στην τέταρτη εναγόμενη Ε. σύζυγο Χ. Γ.. Οι Χ. Γ. και Ε. σύζυγος Χ. Γ. δυνάμει νομίμου οικοδομικής αδείας (...1998) ανήγειραν στο διακεκριμένο τμήμα του κοινού ακινήτου οικοδομή επιφανείας 167,23 τ.μ.
Επίσης ο εκ των ανωτέρω συγκυρίων Π. Λ. του Α. δυνάμει του .../1983 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πώλησης την προαναφερόμενη με αριθμό τρία [3] διακεκριμένη ιδιοκτησία στην Α. σύζυγο Σ. Μ., η οποία με το .../1984 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα την μεταβίβασε στην Ο.
σύζυγο Α. Μ. και αυτή με το .../1998 συμβόλαιο πώλησης της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στην πέμπτη εναγόμενη Ε. Π.. Η τελευταία δυνάμει νομίμου οικοδομικής αδείας [...2000] ανήγειρε στο διακεκριμένο αυτό τμήμα του ενιαίου ακινήτου οικοδομή .επιφανείας 137,19 τ.μ. Τέλος οι κληρονόμοι του εκ των προαναφερόμενων συγκυρίων Ι.
Λ., Α. και Μ. Λ. δυνάμει του ...2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Γ. που μεταγράφηκε νόμιμα .μεταβίβασαν λόγω πώλησης την προαναφερόμενη με αριθμό ένα [1] διακεκριμένη ιδιοκτησία στους Σ. Μ., Φ. σύζυγο Σ. Μ., Μ. και Ε. Μ.. Οι Σ. και Φ. σύζυγος Σ. Μ. με το ...2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ε. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα παραιτήθηκαν από την επικαρπία επί της παραπάνω διακεκριμένης ιδιοκτησίας υπέρ των ψιλών κυρίων -τέκνων τους Ε.
και Μ. Μ.. Οι τελευταίοι δυνάμει νομίμου οικοδομικής αδείας [.../2002 πολεοδομικού γραφείου Μαρκοπούλου] ανήγειραν στο διακεκριμένο αυτό τμήμα του κοινού ακινήτου δύο διόροφες κατοικίες συνολικής επιφάνειας 224,38 τ.μ. Εν τω μεταξύ ολόκληρο το συνενωμένο κοινό ακίνητο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης ... του Δήμου Καλυβιών Αττικής στο 20 οικ.
τετράγωνο δυνάμει του Π.Δ. 27/12/1995, ΦΕΚ ΔΙ’ 9/1/1996 και ρυμοτομήθηκε τμήμα αυτού συνολικού εμβαδού 2047,96 τ.μ. για την δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, στο οποίο περιλαμβάνεται ολόκληρη η με αριθμό πέντε [5] διακεκριμένη ιδιοκτησία της ενάγουσας, η δε απομένουσα στους συνιδιοκτήτες έκταση είχε συνολική επιφάνεια 3.346,97 τ.μ..
Η πράξη εφαρμογής του ανωτέρω ρυμοτομικού σχεδίου κυρώθηκε με την .../29.7.2002 απόφαση του Νομάρχη Αν. Αττικής που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Κερατέας στον τόμο … με αυξ. Αριθμό …, επαναλήφθηκε ορθά και διορθώθηκε με τις .../2003, .../10.6.2005 αποφάσεις του Νομάρχη Ανατ. Αττικής αντίστοιχα, που ομοίως μεταγράφηκαν νόμιμα.
Ενόψει της πολύ μεγάλης ρυμοτόμησης του αρχικού κοινού ακινήτου επί του οποίου είχαν συσταθεί χωριστές ιδιοκτησίες των διαδίκων, δυνάμει συμβάσεως συστάσεως διηρημένης ιδιοκτησίας κατά τα προαναφερόμενα, και της λόγω αυτής, αποτελούσης απρόβλεπτο και έκτακτο γεγονός, ουσιαστικής μεταβολής του ως προς την έκταση του και την μορφή του αλλά και ως προς την επιφάνεια και την μορφή των τμημάτων του (κάθετων ιδιοκτησιών) επήλθε κατάργηση της χωριστής [καθέτου] ιδιοκτησίας [λύσης της σύμβασης], μετά δε την κατάργηση αυτή παύει η επί του οικοπέδου αναγκαστική συνιδιοκτησία με συνέπεια να καθίσταται επιτρεπτή η διανομή του όλου εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση οικοπέδου.
Περαιτέρω επί του εναπομείναντος μετά την ρυμοτόμηση οικοπέδου επιφανείας σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής 3.346,97 τ.μ. είναι επιτρεπτή η ανέγερση κτισμάτων συνολικής επιφάνειας 664,70 τ.μ. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα οι εναγόμενοι συνιδιοκτήτες έχουν ήδη ανεγείρει κατοικίες συνολικής επιφάνειας 664,12 τετρ.μ.
και συνεπώς απομένουν στην ενάγουσα, μόνη εκ των συνιδιοκτητών που δεν έχει κατασκευάσει κτίσμα 0,58 τ.μ. Ενόψει του γεγονότος αυτού αφού δεν απομένει ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο για δόμηση είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, προδήλως αδύνατη η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου με σύσταση νέας διηρημένης [καθέτου] ιδιοκτησίας.
Περί του ζητήματος αυτού καταθέτουν με πειστικότητα οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες και των δύο πλευρών, οι οποίοι λόγω της ιδιότητας των ως πολιτικών μηχανικών και της εξέτασης του φακέλου της συγκεκριμένης υπόθεσης έχουν ειδική και άμεση γνώση. Κατά συνέπεια, αφού η αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου κρίνεται από το Δικαστήριο αδύνατη, χωρίς προς τούτο να παρίσταται ανάγκη πραγματογνωμοσύνης, πρέπει, αφού γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση, να διαταχθεί η διανομή του με πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού και η διανομή του πλειστηριάσματος στους διαδίκους κατά τα μερίδια της συγκυριότητάς τους, σύμφωνα με τις διάταξη του άρθρου 484 ΚΠολΔικ.".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα τόσο της κατάργησης της χωριστής (κάθετης) ιδιοκτησίας που συνέδεε την ενάγουσα με τους εναγομένους, λόγω της πολύ μεγάλη ρυμοτόμησης του αρχικού κοινού ακινήτου, επί του οποίου είχαν συσταθεί χωριστές ιδιοκτησίες των εν λόγω διαδίκων, ενώ αυτές (χωριστές ιδιοκτησίες) είχαν ανεγερθεί μόνο από τους εναγομένους, η οποία (ρυμοτόμηση) αποτελούσε απρόβλεπτο και έκτακτο γεγονός ουσιαστικής μεταβολής του οικοπέδου ως προς την έκταση και τη μορφή του, αλλά και ως προς την επιφάνεια και την μορφή των τμημάτων του (κάθετων ιδιοκτησιών) και του επιτρεπτού της διανομής του εναπομείναντος οικοπέδου, λόγω παύσεως της επί του οικοπέδου αναγκαστικής συνιδιοκτησίας, ενώ η ρυμοτόμηση που αφορούσε σε δημιουργία κοινόχρηστου χώρου επήλθε με τη μεταγραφή της νομίμως κυρωθείσας από τον αρμόδιο Νομάρχη οικείας πράξεως Εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου, καθώς και των επαναλήψεων, και διορθώσεών της.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων περί συστάσεως και καταργήσεως της κάθετης ιδιοκτησίας και περί ρυμοτομίας και γι’ αυτό ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος της αναίρεσης και κατά το πρώτο τμήμα που πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω η αιτίαση του ίδιου λόγου, κατά την οποία δεν ολοκληρώθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση γιατί οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι, παρά τη μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής διατηρούν ακέραια τα επί του απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα, λόγω μη καταβολής σ’ αυτούς της οφειλομένης για την απαλλοτρίωση αποζημιώσεως, ανεξάρτητα από το ότι προβάλλεται το πρώτον στον Άρειο Πάγο, είναι αλυσιτελή, καθόσον κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά η ένδικη ρυμοτόμηση αφορούσε στη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων για την οποία, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν τηρούνται οι διαδικασίες των ΝΔ της 17.7.1923 και 797/1971 και για τις οικείες μεταβολές αρκεί η μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής.
Επειδή η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, η οποία, όπως προκύπτει από τα άρθρα 247 επ, 785 επ, 1000 και 1113 ΑΚ, μπορεί να προβληθεί και κατά της ασκήσεως του δικαιώματος περί διανομής κοινού πράγματος (αφού αυτή αποτελεί μορφή ασκήσεως του δικαιώματος συγκυριότητας που κατάγεται σε δίκη), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, προτείνεται και όταν ο δικαιούχος εδημιούργησε, όχι μόνο με την αδράνειά του επί μακρό χρόνο, αλλά και με την εν γένει συμπεριφορά του, στον υπόχρεο ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του εις τρόπον ώστε η επιδίωξη, με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, μεταβολής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε με την μακροχρόνια αδράνεια και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο να έρχεται σε προφανή αντίθεση με τις αρχές που καθιερώνονται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Εξάλλου με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 11/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων και των λοιπών εναγομένων, για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης-ενάγουσας ως νομικά αβάσιμη. Ειδικότερα δέχθηκε... Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το δικαίωμα της ενάγουσας ασκείται καταχρηστικά, διότι οι ίδιοι έχουν ανεγείρει οικοδομές εντός του χώρου αποκλειστικής τους χρήσης, με συνέπεια να μην είναι εφικτή η αυτούσια διανομή του ακινήτου, ενώ σε περίπτωση πλειστηριασμού θα υποστούν ανυπολόγιστη ζημιά.
Ακόμη η ενάγουσα όφειλε να ζητήσει από την Τράπεζα γης του Δήμου το οφειλόμενο σε όλους τους συγκυρίους οικόπεδο, η δε αδράνειά της εκδηλώσει την παραίτηση της από κάθε δικαίωμα της επί του κοινού ακινήτου, ενώ η ανωτέρω συμπεριφορά της τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά της για διανομή του επιδίκου ακινήτου.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του περιστατικά ακόμη και αν είναι αληθινά, δεν αρκούν για να καταστήσουν την εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση της αγωγής αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, δεν παραβίασε την επικαλούμενη και προαναφερθείσα διάταξη του 281 ΑΚ, καθόσον τα αναφερόμενα ως επικληθέντα περιστατικά δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου βασίμου της, ως αυτές αναλύθηκαν στη νομική σκέψη και γι’ αυτό ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο τμήμα του πρέπει να απορριφθεί.
Οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο δεύτερο λόγο της αναίρεσης και κατά το ίδιο δεύτερο τμήμα του, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση των αναφερομένων, ότι εσφαλμένα κρίθηκε ως νομικά αβάσιμη η εκ του άρθρου 281 έντασή τους, επικαλούμενοι περιστατικά, τα οποία όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων από 10.1.2008 ενώπιον του δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου προτάσεών τους δεν τα είχαν εκεί επικαλεσθεί.
Όμως, και αν ακόμη ληφθούν υπόψη τα περιστατικά αυτά, μαζί με όσα αναφέρει το Δικαστήριο, πάλι η άσκηση της αγωγής της ενάγουσας δεν καθίσταται καταχρηστική. Και αν δηλαδή υποτεθούν αληθινά τα περιστατικά που περιλαμβάνονται στον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως και που αφορούν σε αδράνεια και μόνο της ενάγουσας από το 1983 μέχρι το 2007 και πάλι η άσκηση με την αγωγή του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης προς διανομή του επικοίνου ακινήτου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του 281ΑΚ (ΑΠ 1374/2014).
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτοί (αναιρεσείοντες), ως ηττώμενοι διάδικοι, (άρθρ. 183, 176 και 180 παρ. 1 ΚΠολΔικ), πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.12.2015 αίτηση των Χ. Γ. του Α. κ.λ.π. κατά των Σ. Σ. Τ. Γ., Ε. Μ. του Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5088/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της υπ’ αριθμ. 3573/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ