Legislator Case Law & Legislation
1822/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, rejecting second appeal against same judgment.

Case Number 1822/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to retry the appeal against the Second Instance Court's decisions. The appellants argued that the lower court erred in accepting witness testimony to prove the fictitious nature of legal acts, but the Court found no legal error in this evidentiary ruling. Consequently, the Court ruled that the appellants were barred from filing a second appeal against the same judgment, citing the prohibition in Article 555 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Article 555 of the Code of Civil Procedure; Article 138 and 139 of the Civil Code; The prohibition of a second appeal by the same party against the same judgment applies regardless of whether the grounds differ, provided the party acts under their own independent procedural right.

Keywords

AI generated
res judicata second appeal Code of Civil Procedure procedural bar fictitious legal acts witness testimony legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 555 of the Code of Civil Procedure
Article 138 of the Civil Code
Article 139 of the Civil Code
Article 562 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 394 §1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1822 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1822/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των Α: αναιρεσειουσών-καθών η κλήση: 1. Ε. χας Γ. Α., κατοίκου ... και 2. Ε. συζ. Ε. Κ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο,

Β. αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Ε. χας Δ. Α., 2. Ν. Δ. Α., 3. Γ. Δ. Α., 4 Ε. συζ. Γ. Κ., 5. Σ. Ν. Χ. και 6 Χ. συζ. Ν. Κ. θυγ. Ν. Χ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης μητρός των Π. Ν. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Τιμαγένη.

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Μ. χας Ι. Α. και 2. Ν. Ι. Α., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος συζ. και πατρός Ι. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χαρτοφύλακα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-1991 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ι. Ν. Α. και με την από 20-4-1991 αίτηση του Κ. Μ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/1992 του ίδιου Δικαστηρίου και 837/1992 μη οριστική, 432/1994 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των δύο εφετειακών αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-1997 αίτησή τους και με τους από 12-7-2005 προσθέτους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 412/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την 22-11-2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 17-1-2006 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος των παρααστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι θεσπίζεται η απαγόρευση της ασκήσεως για δεύτερη φορά του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από τον ίδιο διάδικο κατά της ιδίας αποφάσεως, με βάση τα γενικά και τα επί μέρους ειδικά στοιχεία και ατομικά της γνωρίσματα, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο της, ακόμη και εάν οι λόγοι αναιρέσεως είναι διαφορετικοί σε κάθε αναίρεση.

Ταυτότητα διαδίκου υπάρχει, όταν ο ίδιος διάδικος, κατά τα επί μέρους ειδικά αυτού στοιχεία και ατομικά γνωρίσματα, προσβάλλει την ίδια απόφαση και τις δύο φορές με βάση δικό του αυτοτελές δικονομικό δικαίωμα και όχι υπό διαφορετική ιδιότητα, εκτός και εάν πρόκειται περί αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε και αν ακόμη η πρώτη αναίρεση ασκήθηκε από τον ένα κατά τα ατομικά στοιχεία αναγκαίο ομόδικο και η δεύτερη από άλλον, συντρέχει η περίπτωση της υπάρξεως "του ιδίου διαδίκου", διότι η άσκηση του ενδίκου μέσου από τον ένα ομόδικο καθιστά διαδίκους και τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά των ιδίων υπ' αριθμ. 432/1994 (οριστικής) και 837/1992 (προδικαστικής) 2 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς ασκήθηκαν οι από 5.5.1994 και 12.10.1994 αιτήσεις αναιρέσεως από τους εναγομένους Κ. Μ. και Ν. Α., αντιστοίχως, ενώ η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από διαφορετικούς, κατά τα ατομικά στοιχεία και γνωρίσματα, εναγομένους, στα πλαίσια ασκήσεως ιδικού τους,αυτοτελούς δικονομικού δικαιώματος.

Δεδομένου δε ότι στην ένδικη διαφορά δεν υπόκειται περίπτωση αναγκαστικής αλλ' απλής ομοδικίας, διότι αντικείμενο της δίκης που ανοίχθηκε με την από 15.3.1991 αγωγή του Ι. Ν. Α., κληρονομηθέντος από τους αναιρεσιβλήτους, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, ήταν η αναγνώριση της κυριότητος του αρχικώς ενάγοντος επί του στην αγωγή αυτή περιγραφομένου ακινήτου και η απαγόρευση της διαταράξεως του δικαιώματος αυτού από τους εναγομένους, η άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως κατά των ιδίων αποφάσεων είναι παραδεκτή, διότι δεν ασκήθηκε από "ίδιους διαδίκους" κατά την ανωτέρω έννοια, και επομένως ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμος.

II. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4,498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. 5381 Β'/22.1.2010, 935γ'/6.5.2011, 7926ΣΤ'/10.2.2011 και 7142ΣΤ/14.9.2010 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... και ..., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ενδίκου από 12/3/1997 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 15/7/2005 προσθέτων αυτής λόγων των Ε. χήρας Γ. Α., Ε.

συζ. Ε. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση των 432/1994 και 837/1992 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 22/11/2010 κλήσεως, μαζί με την κάτω από αυτή από 13/12/2010 πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, διά της οποίας - μετά την κήρυξη ως απαραδέκτου της συζητήσεως κατά την ορισθείσα, μετά από ματαίωση της συζητήσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 21/9/2005, νέα δικάσιμο της 19/11/2008 με την υπ' αριθμ. 412/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου - ορίσθηκε νέα δικάσιμος για την συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων η στην αρχή της παρούσης αποφάσεως μνημονευομένη (8/2/2012), νομίμως και εμπροθέσμως επεδόθησαν προς τις δύο πρώτες εκ των αναιρεσειόντων, με την επιμέλεια των υπολοίπων εξ' αυτών, οι οποίοι, διά του πληρεξουσίου των δικηγόρου Πειραιώς Γρηγορίου Τιμαγένη, επισπεύδουν την συζήτηση.

Πλην όμως αυτές, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκαν κατά την συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο της 8/2/2012, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

III. Επειδή, για την κτήση κυριότητος επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και 1 παρ.1 Κωδ.(7.39), 9 παρ.1 (βασ.50 . 14), αδιάλειπτος νομή του πράγματος με καλή πίστη επί τριακονταετία, την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20παρ. 12 πανδ. (5.8),27 πανδ.(18.1), 10, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 πανδ.(41.10)και 109 πανδ.(50.16),αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση,ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ ο χρόνος αυτός περιωρίσθη στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.

Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύοντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο (23/2/1946). Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε.

Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου κωδικός, εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.

Και κατά τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου δηλαδή με την θέληση να το έχει δικό του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980,981, 982 επ. και 994 ΑΚ ( καθώς και τις αντίστοιχες του προϊσχύσαντος δικαίου), οι οποίες, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμόζονται και επί κληρονομιαίων ακινήτων, συνάγεται ότι, ο συγκληρονόμος που κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει σ αυτούς γνωστή την βούληση του, με οποιοδήποτε τρόπο, να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό (ΟλΑΠ 485/1982).

Η αρχή όμως αυτή, προϋποθέτουσα νομίμως υφισταμένη κοινωνία κληρονομικού δικαιώματος κατά τον χρόνο ενάρξεως της νομής εκ μέρους ενός εκ των συγκοινωνών που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, δεν εφαρμόζεται όταν οι κοινωνοί προβαίνουν σε άτυπη διανομή του επικοίνου ακινήτου, αφού έκτοτε έκαστος εξ αυτών με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σε αυτόν εκ της ατύπου διανομής, καθώς και όταν κάποιος εκ των κοινωνών εξωτερικεύσει την βούληση του να μην είναι συννομέας του επικοίνου.

Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139 και 180 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά είναι εικονική και άκυρη, θεωρούμενη ως εάν να μην έγινε. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση περί της γενομένης μεταβολής στην υπάρχουσα νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τοιαύτης μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητος της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητος από τον αντισυμβαλλόμενο.

Η υπό την εικονική δε δικαιοπραξία καλυπτόμενη άλλη είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι για την σύσταση της. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις, αναγόμενες στην εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, ήτοι εκείνων που καθορίζουν τα όργανα και τον τρόπο επιλύσεως των διαφορών που προκύπτουν από την μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...". Ακολούθως, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 80/1992 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δια της προσβαλλομένης αποφάσεώς του ανεγνώρισε την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου του αρχικώς ενάγοντος Ι.

Α., αποβιώσαντος προ της ασκήσεως της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως και κληρονομηθέντος από τους αναιρεσιβλήτους, την οποία αυτός απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία. Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα κτητικά της κυριότητος του αρχικώς ενάγοντος περιστατικά με έκτακτη χρησικτησία δια της υπέρ την εικοσαετία υπό την ισχύν του Αστικού Κωδικός από 23/2/1946 μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκήσεως, αδιαλείπτως, διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων-συννομέων.

Επίσης πληρότητα αιτιολογίας εμπεριέχει η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς την περί εικονικότητος κρίση του υπ' αριθμ. .../10.2.1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αιγίνης Ιωάννου Πλατή και του υπ' αριθμ. 10973/2.7.1963 επαναληπτικού του ιδίου συμβολαιογράφου, αφορώσης (της εικονικότητος) ειδικώς στις δηλώσεις των συμβαλλομένων που περιέχονται σ' αυτά " ότι διατηρείται η σύννομη και συγκατοχή όλων των συμβληθέντων (πλην της Μ.

Μ.), σε όλα τα περιγραφόμενα σ' αυτά ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο", αφού ρητώς εδέχθη το Εφετείο ότι τα ως άνω συμβόλαια, που καταρτίσθηκαν, σύμφωνα με τις σχετικές παραδοχές, προκειμένου η εκ των συγκληρονόμων Μ. σύζυγος Α. Μ. να αποκτήσει τίτλο κυριότητος επί ακινήτου της κληρονομιάς του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων Γ.

Α., ως προς την σε αυτά περιλαμβανομένη ανωτέρω δήλωση των συμβαλλομένων περί σύννομης, έγινε όχι σπουδαίως, αλλά κατά το φαινόμενο και μόνον και ότι ο αρχικώς ενάγων και μετά την κατάρτιση των άνω συμβολαίων, εξακολούθησα μέχρι την άσκηση της ενδίκου αγωγής, εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων- συννομέων να εξουσιάζει συνεχώς το επίδικο με διάνοια κυρίου.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται στην απόφαση και η σύναψη, μεταξύ των κοινωνών, και επιπρόσθετης ατύπου περί διανομής συμφωνίας, πέραν της μνημονευομένης πριν από την ισχύ του Αστικού Κωδικός του έτους 1942, στην οποία ρητώς αναφέρθηκαν όλοι οι συμβαλλόμενοι, αρκούσης της παραδοχής, για την συμπλήρωση του χρόνου της κτητικής παραγραφής από τον αρχικώς ενάγοντα, ότι αυτός, και μετά την κατάρτιση του προμνημονευθέντος συμβολαίου, εν γνώσει των λοιπών συννομέων ασκούσε την νομή για ιδικό του αποκλειστικά λογαριασμό εφ' ολοκλήρου του επιδίκου.

Επίσης, δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά στην ύπαρξη γνώσεως της πρώτης και του δευτέρου εκ των αναιρεσειόντων περί της άνω εικονικότητος, αρκούσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας, της καταφάσεως του δικαστηρίου περί της υπάρξεως του γνωστικού αυτού στοιχείου στο πρόσωπο του αμέσου δικαιοπαρόχου των εν λόγω διαδίκων Γ.

Α., αποβιώσαντος το έτος 1979 και κληρονομηθέντος από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 με τους δεύτερο, τρίτο(πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος) τέταρτο (κατ' ορθή αρίθμηση) πρώτο μέρος, προβαλλόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ και ειδικότερα η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας όσον αφορά την κρίση του Εφετείου περί της υπάρξεως στην ένδικη διαφορά της ηθικής αδυναμίας προς κτήση εγγράφου για την απόδειξη της εικονικότητος των προαναφερομένων δηλώσεων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, συναφώς προς την προεκτεθείσα σκέψη, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η αποδιδομένη ως άνω πλημμέλεια αφορά στην εφαρμογή δικονομικής διατάξεως, όπως είναι εκείνη του άρθρου 394 §1 ΚΠολΔ, και όχι ουσιαστικής.

ΙV. Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 45 του προϊσχύσαντος π.δ/τος της 28/7/1031, με το να δεχθεί την ύπαρξη εγκύρου διανομής μεταξύ των διαδίκων του έτους 1942 επί των κληρονομιαίων ακινήτων του κοινού δικαιοπαρόχου των, χωρίς να τηρηθεί ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και η μεταγραφή του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο την κρίση του περί της κτήσεως της κυριότητος επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από τον αρχικώς ενάγοντα εστήριξε, επαρκώς, επί της συνεχούς υπ' αυτού νομής υπό την ισχύ του Αστικού Κωδικός μέχρι την άσκηση της ενδίκου αγωγής εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων, ο δε σχετικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για την κρίση του αυτή απερρίφθη ως αβάσιμος.

V. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εδέχθη, χωρίς να διατάξει απόδειξη, ως βάσιμο τον περί εικονικότητος των ανωτέρω συμβάσεων ισχυρισμό του ενάγοντος, χωρίς να διατάξει απόδειξη περί της γνώσεως της εικονικότητος και από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες. Όπως, όμως, προκύπτει από την συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. 837/1992 προδικαστική περί αποδείξεως απόφαση του Εφετείου, ετάχθη θέμα αποδείξεως περί της γνώσεως της εικονικότητος από όλους τους συμβληθέντες, μεταξύ των οποίων και ο άμεσος δικαιοπάροχος των δύο πρώτων αναιρεσειόντων Γ. Α., μετά των οποίων ο τελευταίος νομικώς ταυτίζεται και δεν ήταν αναγκαίο να ταχθεί ίδιο θέμα αποδείξεως περί της υπάρξεως του γνωσικού αυτού στοιχείου και στο πρόσωπο των δύο πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων, καθολικών αυτού διαδόχων. Επομένως, ο άνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων στοιχείων οι παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις, καθώς και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των, σε περίπτωση δε εφαρμογής περισσοτέρων διατάξεων πρέπει να μνημονεύεται για κάθε μία χωριστά το σφάλμα περί την εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 138 και 139 ΑΚ, το Εφετείο έκρινε ως νόμιμη την υπό του αναιρεσιβλήτου προταθείσα ένσταση εικονικότητος των άνω δικαιοπραξιών, ως προς τα προαναφερόμενο περιεχόμενο τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο σφάλμα του δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή καθεμίας εκ των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και ότι ο περί μη νομιμότητος της άνω ενστάσεως ισχυρισμός επρατάθη από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο (αρθρ. 562 §2 ΚΠολΔ), είναι αόριστος και απορριπτέος.

VΙΙ. Επειδή, η κατ'άρθρο 138 ΑΚ εικονικότητα της δικαιοπραξίας μπορεί να αποδειχθεί δια των κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ επιτρεπομένων αποδεικτικών μέσων, διότι δεν πρόκειται περί τροποποιήσεως της δικαιοπραξίας κατά το περιεχόμενο της, όπως αυτό καθορίσθηκε από τους συμβαλλομένους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 164 του ΑΚ, ούτε η απόδειξη της εικονικότητος στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 393§2 ΚΠολΔ, το οποίο, άλλωστε, περιεχόμενο αναγνωρίζεται, όπως έχει εξωτερικώς, αλλά στρέφεται κατά του κύρους της σε αυτό περιεχόμενης πράξεως κατά τους ορισμούς του ουσιαστικού νόμου, που έγινε χωρίς την πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων, η παραγωγής διαφόρων της φαινόμενης δικαιοπραξίας. Εξ' άλλου, κατ' άρθρο 394 §1 εδ. β' ΚΠολΔ, η δια μαρτύρων απόδειξη επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση εάν υπάρχει ηθική αδυναμία προς κτήση εγγράφου, εφ' όσον δε οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν το γεγονός από το οποίο είναι δυνατόν να προκύψει ηθική αδυναμία, η ύπαρξη της απόκειται στην ελευθέρα και εκ των ενόντων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει εκ της προσβαλλομένης προδικαστικής του αποφάσεως (837/1992), προς απόδειξη της υπό του αναιρεσιβλήτου προταθείσης ενστάσεως εικονικότητος των προαναφερομένων δικαιοπραξιών, διέταξε αποδείξεις και δια μαρτύρων, δεχόμενο προς δικαιολόγηση του επιτρεπτού του εμμαρτύρου μέσου, την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας προς κτήση εγγράφου προς απόδειξη της εικονικότητος, ως εκ της στενής εξ αίματος συγγενείας μεταξύ των διαδίκων, μη αμφισβητηθείσης από αυτούς. Έτσι, που απεφάνθη το Εφετείο, δεχόμενο το εμμάρτυρο μέσο της αποδείξεως προς απόδειξη της άνω εικονικότητος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, με το να λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, ούτε και σε εκείνη από τον αριθμό 8α του ιδίου άρθρου με το να δεχθεί την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας προς κτήση εγγράφου, χωρίς αυτή να προταθεί. Επομένως, οι περί του αντιθέτου με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως του δικογράφου προβαλλόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12/3/1997 αίτηση αναιρέσεως των Ε. χήρας Γ. Α. κ.λ.π. και τους από 15/7/2005 προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση των 432/1994 και 837/1992 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ