Legislator Case Law & Legislation
1822/2011 AI generated

1822/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1822/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1822/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση, συνεπεία ανύπαρκτης ή ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, στερείται νόμιμης βάσεως και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα δικαίου.

Keywords

AI generated
abandonment of employment change of job cessation of gainful employment redundancy employment relationship reintegration into employment
AI generated
393/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/8/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5649/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2005 αίτησή της.
1103/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/5/2012 αίτησή της.
1234/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
987/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
594/2019
Με την από 5-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών 28/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την από 27-4-2015 έφεση και τους από 4-11-2016 και 15-11-2016 πρόσθετους λόγους έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 280/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις από 25-10-2011, 21-10-2011 και 17-2-2012 αγωγές, με τις οποίες ζητούσε ο ενάγων:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1822 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1822/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ζ. ΑΤΕΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2408/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-6-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 1-3-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 1 της αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς 11/1975 "κερί των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων απάσης της χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την Απόφαση 30842/1975 του Υπουργού Απασχολήσεως (ΦΕΚ 726 τεύχος Β' της 9-7-1975) και υποχρεωτική με την Απόφαση 37961/1975 του Υπουργού Απασχολήσεως (ΦΕΚ 897 τεύχος Β' της 25-8-1975) ορίζεται, ότι το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων πάσης φύσεως όλης της χώρας προσαυξάνεται δι' επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας εκ ποσοστού 5% για κάθε τριετία πραγματικής υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας στον ίδιο ή σε άλλους εργοδότες από της κτήσεως του διπλώματος οδηγού αυτοκινήτου και μέχρι συμπληρώσεως οκτώ τριετιών.

Το ανωτέρω επίδομα, προκειμένου περί προϋπηρεσίας σε άλλους εργοδότες αρχίζει από της υποβολής των σχετικών πιστοποιητικών προϋπηρεσίας στον εργοδότη, στον οποίο ήδη υπηρετεί ο μισθωτός. Επίσης, με το άρθρο 1 της αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών 87/1981 "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων απάσης της χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την Απόφαση 16093/1981 του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 456 τεύχος Β' της 3-8-1981) και υποχρεωτική με την Απόφαση 17603/1981 του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 640 τεύχος Β' της 16-10-1981) ορίζεται ομοίως, ότι το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων πάσης φύσεως όλης της χώρας προσαυξάνεται δι' επιδόματος τριετιών εκ ποσοστού 5% για κάθε τριετία και μέχρι συμπληρώσεως δέκα τριετιών.

Το ανωτέρω επίδομα, προκειμένου περί προϋπηρεσίας διανυθείσης σε άλλους εργοδότες, αρχίζει από της υποβολής των σχετικών πιστοποιητικών εργασίας στον εργοδότη, στον οποίο υπηρετεί ο μισθωτός. Από την διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι προϋπόθεση για τον συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας του εργαζομένου και την με βάση αυτόν διαμόρφωση των αποδοχών του, αποτελεί η υποβολή στον εργοδότη του των σχετικών πιστοποιητικών προϋπηρεσίας και ότι η καταβολή των μεγαλύτερων αποδοχών, λόγω της προϋπηρεσίας αυτής, αρχίζει από την υποβολή των παραπάνω πιστοποιητικών.

Χωρίς, όμως, να αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόδειξη της προϋπηρεσίας και η γνωστοποίηση της στον εργοδότη και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Έτσι, εξίσου εξυπηρετείται και ο σκοπός του νόμου, δηλαδή η αποφυγή των διενέξεων μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ως προς το ύψος των οφειλομένων αποδοχών και η έκθεση του εργοδότη σε δυσάρεστες εκπλήξεις εκ της επικλήσεως από τον εργαζόμενο, εκ των υστέρων, τυχόν προϋπηρεσίας που δεν του είχε γνωστοποιηθεί.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση, συνεπεία ανύπαρκτης ή ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, στερείται νόμιμης βάσεως και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα δικαίου.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες ή αντιφάσεις στην διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, αναφορικά με την προϋπηρεσία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα : Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στον Πειραιά την 1-6-2001, μεταξύ του ενάγοντος και της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Ζ.

Γ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", η τελευταία προσέλαβε τον ενάγοντα προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός ανατρεπόμενου φορτηγού αυτοκινήτου, ωφέλιμου βάρους 26 τόνων, μεταφέροντας με αυτό σε χώρους αποκομιδής απορριμμάτων (χωματερές) αδρανή υλικά, προερχόμενα από τις εργασίες εκσκαφών και κατεδαφίσεων, που εκτελούσε η ως άνω εταιρεία.

Ο ενάγων απασχολήθηκε στην εταιρεία αυτή ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, κατά τα συμφωνηθέντα, έως τις 11-9-2002, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς. Με το υπ' αριθμ. .../19-12-2002 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανάσιου Πετράκη, η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρεία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Ζ. ΑΤΕΕ", δηλαδή την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία συνέχισε να αναλαμβάνει και να εκτελεί τις προαναφερόμενες εργασίες.

Ο ενάγων -δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο-κατά την πρόσληψη του, την 1-6-2001, είχε προϋπηρεσία εννέα (9) ετών, την οποία είχε γνωστοποιήσει στην εργοδότρια ομόρρυθμη εταιρεία "Ζ. Γ. και ΣΙΑ Ο.Ε." . Πρέπει δε να σημειωθεί - είπε το Εφετείο- ότι με την υπ' αριθμ. 531/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών), η οποία εκδόθηκε επί διαφοράς του ενάγοντος με άλλον εργοδότη του, κρίθηκε ότι η προϋπηρεσία του ενάγοντος κατά την 12-9-2002, που αποχώρησε από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία και προσλήφθηκε από το νέο εργοδότη του, ήταν δέκα (10) έτη.

Την 1-3-2006 -δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο- η εναγομένη (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία προσέλαβε και πάλι τον ενάγοντα, ως οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος εργάσθηκε με την ειδικότητα αυτή στην επιχείρηση της έως τις 15-12-2006, που η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Από την 1-6-2001, οπότε καταρτίσθηκε η πρώτη σύμβαση εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, έως την 1-3-2006, που καταρτίσθηκε η δεύτερη σύμβαση εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης εταιρείας, ο ενάγων είχε απασχοληθεί, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, επί 4 έτη και 4 μήνες, καθόσον, μετά την λύση, στις 11-9-2002, της πρώτης συμβάσεως εργασίας του με την εταιρεία "Ζ.

Γ. και ΣΙΑ Ο.Ε." (στην οποία παρείχε την εργασία του επί 1 έτος, 3 μήνες και 11 ημέρες), εργάσθηκε στις εταιρείες "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." και "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ" από 12-9-2002 έως 14-5-2004 (δηλαδή επί 1 έτος και 8 μήνες) και στην εταιρεία "Μ. ΑΕ" από 1-10-2004 έως 28-2-2006 (δηλαδή επί ένα έτος και 5 μήνες).

Συνεπώς - καταλήγει το Εφετείο - ο ενάγων την 1-3-2006 είχε συνολική προϋπηρεσία, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, 13 ετών και 4 μηνών (9 έτη + 4 έτη και 4 μήνες) και συνακόλουθα έπρεπε να συνυπολογίζεται στις αποδοχές του και το προβλεπόμενο από τις οικείες διαιτητικές αποφάσεις επίδομα προϋπηρεσίας, ως ποσοστό επί του βασικού του μισθού, ανάλογο με τα ως άνω έτη υπηρεσίας - προϋπηρεσίας αυτού (13 έτη και 4 μήνες).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το ένα του μέρος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το Εφετείο, με το να συνυπολογίσει ως προϋπηρεσία του αναιρεσίβλητου και εκείνη των εννέα (9) ετών και να του καταβάλει μεγαλύτερο επίδομα τριετιών λόγω της προϋπηρεσίας αυτής, την οποία δεν της είχε γνωστοποιήσει ο αναιρεσίβλητος, ούτε υπέβαλε αυτός τα σχετικά πιστοποιητικά, λαμβάνοντας μόνο υπόψη του (το Εφετείο) την ως άνω υπ' αριθμ. 531/2008 απόφαση του, παραβίασε με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στις παραπάνω διαιτητικές αποφάσεις.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος κατά την πρόσληψη του από την εταιρεία "Ζ. Γ. και ΣΙΑ Ο.Ε." γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι είχε προϋπηρεσία εννέα (9) ετών. Το γεγονός δε αυτό, όπως προκύπτει από όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, καθιστά περιττή την υποβολή σχετικών πιστοποιητικών, την οποία οι οικείες διαιτητικές αποφάσεις προβλέπουν ακριβώς για να καταστεί γνωστό στον εργοδότη το κρίσιμο αυτό γεγονός, της προϋπηρεσίας, δηλαδή, του μισθωτού.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο συνυπολόγισε στις οφειλόμενες διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου και το επίδομα προϋπηρεσίας ως ποσοστό επί του βασικού του μισθού, ανάλογο με τα ανωτέρω έτη υπηρεσίας -προϋπηρεσίας αυτού (13 έτη και 4 μήνες), παρά την μη υποβολή σχετικών πιστοποιητικών εκ μέρους του για την προϋπηρεσία των εννέα (9) ετών, χρησιμοποιώντας προς ενίσχυση της κρίσης του και το παραπάνω επιχείρημα, που άντλησε από την υπ' αριθμ. 531/2008 απόφαση του, το οποίο σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και για τον λόγο αυτό δεν συνιστά παραδοχή επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνακόλουθα δεν αποτελεί "αιτιολογία" της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, δεν στέρησε την απόφαση του αυτή νόμιμης βάσης με ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία.

Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γ' αυτά, χωρίς όμως να απαιτείται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο κατέληξε στην προαναφερόμενη κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την πρόσληψη του, την 1-6-2001, από την ομόρρυθμη εταιρεία "Ζ. Γ. και ΣΙΑ Ο.Ε." γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι είχε προϋπηρεσία ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου εννέα (9) ετών, από την εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, της ένορκης βεβαίωσης, που λήφθηκε ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα. Επομένως, στην παραπάνω κρίση του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, και γι' αυτό ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το έτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το άρθρο 3. - Επιδόματα - παρ. 1 της υπ' αριθμ. 19/2001 Διαιτητικής Απόφασης "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών και λοιπών αυτοκινήτων πάσης φύσεως όλης της Χώρας" (Πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 13/15-6-2001) ορίζεται ότι: "α) Στους οδηγούς αυτοκινήτων κάθε κατηγορίας και τύπου που απασχολούνται σε επιχειρήσεις τσιμεντοποιϊας, οδοποιίας - ασφαλτικά, χαλυβουργίας, παραγωγής ή μεταφοράς υγραερίων, μεταλλείων, ορυχείων - λιγνιτωρυχείων, λατομείων, παραγωγής ή μεταφοράς ασβέστη, καθώς και σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αποκομιδή σκουπιδιών - λυμάτων από νοσοκομεία και βιομηχανικούς χώρους, χορηγείται για κάθε μήνα εργασίας τους επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ δραχμών 6.500.

β) Επίσης επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ δραχμών 13.500 μηνιαίως λαμβάνουν οι οδηγοί αυτοκινήτων επί των οποίων λειτουργεί μαλακτήρας σκυροδέματος (βαρέλα)". Σύμφωνα με το άρθρο 12 της υπ' αριθμ. 14/2002 Διαιτητικής Απόφασης "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών και λοιπών πάσης φύσεως αυτοκινήτων όλης της Χώρας" (Πράξη καταθέσεως Υπ.

Εργασίας 6/1-7-2002), ως προς την χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις της ως άνω προηγούμενης όμοιας υπ' αριθμ. 19/2001 Διαιτητικής Απόφασης. Περαιτέρω, με το άρθρο 5-Χορηγούμενα Επιδόματα - περίπτωση Β 8 της υπ' αριθμ. 20/2004 όμοιας Διαιτητικής Απόφασης, για την ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κ.λπ.

αυτοκινήτων όλης της Χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12435/2004 (ΦΕΚ 1294 τεύχος Β' της 24-8-2004) ορίζεται ότι: "α) Στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων κάθε κατηγορίας και τύπου που απασχολούνται σε επιχειρήσεις τσιμεντοποιϊας, χαλυβουργίας, παραγωγής ή μεταφοράς υγραερίων, μεταλλείων, λατομείων, ορυχείων - λιγνιτωρυχείων, παραγωγής ή μεταφοράς ασβέστη, επιχειρήσεις οδοποιίας - ασφαλτικών και χωματουργικών εργασιών, καθώς και σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αποκομιδή απορριμμάτων και λυμάτων από νοσηλευτικά ιδρύματα ή κλινικές και βιομηχανικούς χώρους, χορηγείται για κάθε μήνα εργασίας επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 21,00 ευρώ.

β) Στους οδηγούς αυτοκινήτων επί των οποίων λειτουργεί μαλακτήρας σκυροδέματος (βαρέλα) χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, που ανέρχεται σε 44,00 ευρώ μηνιαίως". Σύμφωνα με το άρθρο 7 της υπ' αριθμ. 14/2006 Διαιτητικής Απόφασης "Για την ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κ.λπ.

αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της Χώρας" (η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11981/2006 -- ΦΕΚ 1079, τεύχ. Β' της 8-8-2006), σε συνδυασμό με το άρθρο 9 της προηγούμενης όμοιας υπ' αριθμ. 9/2005 Διαιτητικής Απόφασης (η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11869/2005 - ΦΕΚ 794, τεύχ. Β'της 10-6-2005), ως προς την χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 5 περ.

Β 8 της ανωτέρω όμοιας υπ' αριθμ. 20/2004 Διαιτητικής Απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, αναφορικά με την χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 11-9-2002, στο οποίο ανάγονται οι ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος, ίσχυε η υπ' αριθμ. 14/2002 Διαιτητική Απόφαση "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών και λοιπών πάσης φύσεως αυτοκινήτων όλης της Χώρας" (έναρξη ισχύος αυτής από 5-1-2002) και ως εκ τούτου, για την διαμόρφωση των αποδοχών που εδικαιούτο αυτός, κατά το από 1-1-2002 έως 11-9-2002 χρονικό διάστημα, δεν συνυπολογίζεται το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, διότι, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, το εν λόγω επίδομα χορηγείται στους οδηγούς αυτοκινήτων κάθε κατηγορίας και τύπου που απασχολούνται σε επιχειρήσεις τσιμεντοποιίας, οδοποιίας - ασφαλτικά, χαλυβουργίας, παραγωγής ή μεταφοράς υγραερίων, μεταλλείων, ορυχείων - λιγνιτωρυχείων, λατομείων, παραγωγής ή μεταφοράς ασβέστη, καθώς και σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αποκομιδή σκουπιδιών - λυμάτων από νοσοκομεία και βιομηχανικούς χώρους, στις οποίες επιχειρήσεις δεν υπαγόταν η προαναφερόμενη εργοδότρια του ενάγοντος "Ζ.

Γ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία αναλάμβανε την εκτέλεση εργασιών εκσκαφών και κατεδαφίσεων και την μεταφορά των εξ αυτών προερχομένων αδρανών υλικών, με φορτηγά αυτοκίνητα, σε χώρους αποκομιδής απορριμμάτων (χωματερές). Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2006 έως 15-12-2006, κατά το οποίο ίσχυε η υπ' αριθμ. 14/2006 Διαιτητική Απόφαση "Για την ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κ.λπ.

αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας" (έναρξης ισχύος αυτής από 4-1-2006), ως προς την χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας ίσχυαν οι διατάξεις του άρθρου 5 περ. Β 8 της όμοιας υπ' αριθμ. 20/2004 Διαιτητικής Απόφασης, με βάσει τις οποίες - όπως γίνεται δεκτό από το Εφετείο - ο ενάγων εδικαιούτο να λαμβάνει, κατά το από 1-3-2006 έως 15-12-2006 χρονικό διάστημα, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο και συνυπολόγισε (το Εφετείο) στις μηνιαίες αποδοχές του, για την εξεύρεση των οφειλόμενων διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών αυτού κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα .

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 5 περίπτωση Β 8 εδ. α' της υπ' αριθμ. 20/2004 Διαιτητικής Απόφασης, αφού, κατά την σαφή και αδιάστικτη διατύπωση αυτής, χορηγείται το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτω, οι οποίοι απασχολούνται σε επιχειρήσεις χωματουργικών εργασιών (που προστέθηκαν με την εν λόγω διάταξη), όπως αναμφίβολα ήταν και η επιχείρηση της εναγόμενης - αναιρεσείουσας εταιρείας (εργασίες εκσκαφών και κατεδαφίσεων και μεταφοράς των εξ αυτών αδρανών υλικών).

Μετά από αυτά, επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μέρος του (της παραβιάσεως του άρθρου 5 περ. Β 8 εδ.α' της ΔΑ 20/2004), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το έτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, γιατί, ενώ ορθώς δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν εδικαιούτο επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 11-9-2002, στη συνέχεια έκρινε ότι εδικαιούτο του επιδόματος αυτού για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2006 έως 15-12-2006, πέραν του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν υπάρχει αντίφαση, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί η παραπάνω πλημμέλεια που αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό αυτής, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, για να ιδρυθεί, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει την μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως.

Με το άρθρο 3 παραγρ. 2 εδάφ. β' της ως άνω υπ' αριθμ. 19/2001 Διαιτητικής Απόφασης "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών και λοιπών αυτοκινήτων πάσης φύσεως όλης της Χώρας" ορίζεται ότι : "Στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, που εργάζονται σε ορυχεία, λιγνιτωρυχεία, λατομεία, χωματουργία, οδοποιία -ασφαλτικά, γαλαρίες - στοές, χορηγείται για κάθε μήνα εργασίας τους, επίδομα επικίνδυνης εργασίας εκ δραχμών 13.500.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 της ανωτέρω όμοιας υπ' αριθμ. 14/2002 Διαιτητικής Απόφασης, όσον αφορά την χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας, εξακολουθεί να ισχύει η προπαρατεθείσα διάταξη της προηγούμενης υπ' αριθμ. 19/2001 όμοιας Διαιτητικής Απόφασης. Εξάλλου, με το άρθρο 5 περ. Β 9 της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 20/2004 όμοιας Διαιτητικής Απόφασης ορίζεται ότι: "Στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, ανεξαρτήτως ωφέλιμου φορτίου, που μεταφέρουν πολεμοφόδια και πυρομαχικά ή φυσίγγια, ραδιενεργά υλικά ή εξαρτήματα, εκρηκτικούς μηχανισμούς οποιουδήποτε τύπου και συστήματος, διαλυτικά χρώματα και καυστική ποτάσα, καθώς και στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων που εργάζονται σε τεχνικές εταιρείες γενικά και σε ορυχεία, λιγνιτωρυχεία, λατομεία, χωματουργικές-οδοποιητικές και ασφαλτικές εργασίες, γαλαρίες - στοές, καθώς και σε αυτοκίνητα μεταφοράς άμμου, χώματος και σκυροδέματος (βαρέλες), χορηγείται για κάθε μήνα εργασίας τους επίδομα επικίνδυνης εργασίας 44,00 ευρώ.

Ενώ, με το ίδιο άρθρο 5 περ. Β 13 - Επίδομα Ειδικής Εργασίας - της αυτής ως άνω Διαιτητικής Απόφασης (20/2004) ορίζεται ότι: "Στους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς απορριμμάτων, οικοδομικών απορριμμάτων, άμμου κ.λπ., που είναι υποχρεωμένοι να τα σκεπάζουν με επικάλυμμα, κινούμενο με το χέρι, αναρριχώμενοι στα πλαϊνά του οχήματος, χορηγείται για κάθε μήνα εργασίας τους ειδικό επίδομα από 15,00 ευρώ.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 της ανωτέρω όμοιας υπ' αριθμ. 14/2006 Διαιτητικής Απόφασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 της προηγούμενης υπ' αριθμ. 9/2005 όμοιας Διαιτητικής Απόφασης, ως προς την χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και του επιδόματος ειδικής εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 5 περ.

Β 8 και Β13 της εν λόγω όμοιας υπ' αριθμ. 20/2004 Διαιτητικής Απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ως προς την χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και του επιδόματος ειδικής εργασίας στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, ότι αυτός, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 11-9-2002 εδικαιούτο του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας, κατά δε το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2006 έως 15-12-2006 εδικαιούτο, τόσο του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας όσο και του επιδόματος ειδικής εργασίας, καθόσον - όπως δέχθηκε το Εφετείο - κάλυπτε τα μεταφερόμενα αδρανή υλικά με επικάλυμμα κινούμενο με το χέρι, αναρριχώμενος στα πλαϊνά του οχήματος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, συνυπολογίζοντας στις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 11-9-2002, το επίδομα επικίνδυνης εργασίας, και στις μηνιαίες αποδοχές αυτού, του χρονικού διαστήματος από 1-3-2006 έως 15-12-2006, το επίδομα επικίνδυνης εργασίας και το επίδομα ειδικής εργασίας, για την εξεύρεση των οφειλόμενων διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών αυτού κατά τα ανωτέρω επίδικα χρονικά διαστήματα, δεν υπέπεσε σε ευθεία παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που περιέχονται στις διαληφθείσες διαιτητικές αποφάσεις, αφού, κατά την σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, το επίδομα επικίνδυνης εργασίας χορηγείται και στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, οι οποίοι απασχολούνται σε επιχειρήσεις χωματουργικών εργασιών, όπως ήταν, κατά τα εκτεθέντα, και η επιχείρηση της αναιρεσείουσας, συνέτρεχαν δε στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, κατά τις παραδοχές του Εφετείου και οι ως άνω προϋποθέσεις για την χορήγηση σ' αυτόν του επιδόματος ειδικής εργασίας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το έτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί η πλημμέλεια αυτή δεν μπορεί να θεμελιώσει, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4558/1930 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου για να είναι έγκυρη και συνακόλουθα να επιφέρει την λύση της συμβάσεως, από την πλευρά του εργοδότη, πρέπει να είναι έγγραφη και, εφόσον η απασχόληση του εργαζόμενου είχε υπερβεί τους δύο μήνες, να συνοδεύεται από την ανάλογη αποζημίωση απολύσεως.

Σε διαφορετική περίπτωση, η καταγγελία δεν είναι νόμιμη, δεν επιφέρει την λύση της συμβάσεως και ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος έναντι του εργαζομένου, του οποίου δεν αποδέχεται την εργασία, υποχρεούμενος να του καταβάλει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, τις αποδοχές του, δηλαδή τον μισθό του και ό, τι άλλο αυτός θα εισέπραττε εάν η προσφορά της εργασίας του συνεχιζόταν κανονικά, έως ότου καταγγείλει (ο εργοδότης) και νόμιμα την σύμβαση.

Περαιτέρω δε, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του άνω Ν. 3198/1955, ο υπολογισμός της αποζημιώσεως απολύσεως γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, ως τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως απολύσεως, θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, που χορηγείται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή, με την προσαύξηση της;

για υπερεργασία.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι οι τακτικές αποδοχές του αναιρεσίβλητου κατά τον τελευταίο μήνα, πριν από την απόλυση του στις 15-12-2006, ανήρχοντο στο ποσό των 1.433,09 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων του επιδόματος τριετιών (προϋπηρεσίας), του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, των επιδομάτων επικίνδυνης και ειδικής εργασίας και της αμοιβής για την υπερεργασιακή του απασχόληση, με βάση δε το παραπάνω ποσό υπολόγισε την οφειλομένη αποζημίωση, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αυτού, στο ποσό των 1.671,93 ευρώ (μηνιαίες αποδοχές 1.433,09 ευρώ με προσαύξηση κατά την αναλογία των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας ίση προς το 1/6 της όλης αποζημιώσεως), αντί του οποίου - όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.162 ευρώ, δηλαδή κατέβαλε σ' αυτόν αποζημίωση μικρότερη από την οφειλόμενη, με συνέπεια η καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως να είναι άκυρη και η αναιρεσείουσα εργοδότρια, μη αποδεχόμενη την εργασία του αναιρεσίβλητου, να περιέλθει σε υπερημερία, οφείλουσα σ' αυτόν τους αναφερόμενους μισθούς υπερημερίας, τους οποίους και του επιδίκασε.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπολογίζοντας όπως ανωτέρω την αποζημίωση απολύσεως που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν προεβλήθη ισχυρισμός ότι η μη καταβολή εκ μέρους της(αναιρεσείουσας) πλήρους της οφειλομένης αποζημιώσεως απολύσεως στον αναιρεσίβλητο, ήταν δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, οφειλόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή περί του ακριβούς ποσού της αποζημιώσεως.

Συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε απορριπτέο ως απαράδεκτο, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 269 του ίδιου Κώδικα, τον ως άνω ισχυρισμό που πρότεινε η αναιρεσείουσα με τον ενδέκατο λόγο της εφέσεως της το πρώτον ενώπιον του, χωρίς να επικαλείται περιστατικά δικαιολογούντα την βραδεία προβολή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ και όχι αριθμός 8 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ενόψει όλων των εκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-6-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Ζ. ΑΤΕΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 134/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ