Supreme Court partially allows appeal against second instance judgment for considering unsubmitted evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The Court found that the lower court had considered medical reports and expert opinions submitted by the appellant in the first instance, which were not cited or presented by the parties during the second instance proceedings. Consequently, the Court ruled that the second instance judgment was flawed regarding the assessment of evidence and the calculation of damages. The case was remanded for retrial on the specific issues of compensation amounts, while the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(b), 576(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when a court of first instance considers evidence not submitted by the parties, requiring the case to be remanded for retrial on the affected issues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1822 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1822/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION A.E.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρβανίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαϊου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 8 Σεπτεμβρίου 1998 αγωγή του ...., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1520/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3824/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Μαρτίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του πρώτου αναιρεσίβλητου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ΄ αριθ. 4002Β΄/24.12.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ηλία Δ. Τριάντου ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για την συζήτησή της αυτή που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης (6.10.2006) και κλήση για τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Εφόσον συνεπώς ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν παραστάθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαιώματος ή απαράδεκτο. Εξ΄ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 279 παρ. 1, 524 παρ. 1 και 531 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την κατάργηση του πρώτου με το άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 2915/2001 και την τροποποίηση του δευτέρου με το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 2915/2000 και εφαρμόζονται με τη μορφή αυτή στην προκειμένη υπόθεση διότι αυτή ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος του Α΄ κεφαλαίου του Ν. 2995/29.5.2001 ήτοι την 16.9.2001 (άρθρ. 38 Ν. 2915/2001) αφού η πρώτη συζήτηση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε είχε ορισθεί κατά τη δικάσιμο της 30.4.1999 την δε 16.9.2001 είχε εκδοθεί η πρωτόδικη απόφαση και εκκρεμούσε η κατ΄ αυτής από 20.6.2001 έφεση, εφαρμόζονται δε και στις ειδικές διαδικασίες εκτός αν αντιβαίνουν στις ειδικές γι΄ αυτές διατάξεις (άρθρ. 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ακόμη και κατά την πρώτη επ΄ ακροατηρίου συζήτηση, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, εκτός άλλων, τις προτάσεις τις οποίες υπέβαλε αυτός στον πρώτο βαθμό τις οποίες οφείλει ο παριστάμενος εκκαλών διάδικος να προσκομίσει δεόντως, εφ΄ όσον η επιβαλλόμενη από το άρθρο 279 ΚΠολΔ υποχρέωση στο γραμματέα να επισυνάψει το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, όλες τις προτάσεις που υποβλήθηκαν από το διάδικο που δεν εμφανίσθηκε κατά τις προηγούμενες συζητήσεις της υποθέσεως στο ίδιο δικαστήριο και τα πρακτικά που συντάχθηκαν γι΄ αυτές μέσα σε τρεις ημέρες από τη συζήτηση, προϋποθέτει ερημοδικία σε επόμενη της πρώτης σε κάθε βαθμό συζήτηση ενώ έπαυσε να υφίσταται, από της ισχύος του α.ν. 958/1971 η από το αρχικό άρθρο 519 ΚΠολΔ (α.ν. 44/1967) υποχρέωση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να διαβιβάσει το φάκελλο στο γραμματέα του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου απευνθύνεται το ένδικο μέσο (ΑΠ 502/1981, ΑΠ 1398/1984).
Η παράλειψη όμως του παρισταμένου εκκαλούντος να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά (προτάσεις του εφεσιβλήτου που υπέβαλε αυτός στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και πρακτικά της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον αυτού) κατά τη συζήτηση της υποθέσεως που επισπεύδει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνεπάγεται κατά νόμο την κήρυξη της συζητήσεως της υποθέσεως ως απαράδεκτη, (άλλως την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθούν τα έγγραφα αυτά) και όχι την εκ μέρους του δικαστηρίου υποχρέωση κηρύξεως (οριστικού) απαράδεκτου λόγω παραβάσεως δικονομικής διατάξεως όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ προκειμένου να ιδρυθεί ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο "παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και απαράδεκτο" σε σχέση με την παράλειψη αυτή και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, μεταξύ άλλων, παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδείξεις μη προσαχθείσες. Ειδικότερα προκειμένου περί εγγράφων, αυτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 106, 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη όχι οίκοθεν αλλά ύστερα από επίκλησή των, η οποία αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις της συζητήσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκομιδή των.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο της εκτίμησης των αποδείξεων, μεταξύ άλλων ότι: "ο ενάγων (τότε εφεσίβλητος), μετά από σύσταση των γιατρών, υποχρεώθηκε για ενάμισυ χρόνο να βαδίζει με βακτηρίες και να απέχει από κάθε είδους καταπόνηση.
Τον lούνιο του έτους 1998 μετά από ειδικές εξετάσεις στο ειδικό Ινστιτούτο "Εγκέφαλος" διαπιστώθηκε πλήρης βλάβη του αριστερού νεύρου της περόνης (βλ. 381, 021 2344/1998 ιατρικές γνωματεύσεις και από 12.1 και 19.6 γνωματεύσεις των ιατρών Π. Πιπέρου και Στ. Δωρή). Η ίδια κατάσταση διαπιστώθηκε και από τους γιατρούς του ασφαλιστικού του φορέα ΙΚΑ με την 16855/1998 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων ΙΚΑ μετά από απόφαση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής".
Όμως τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω έγγραφα τα οποία είχε αυτός επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, κανένας από τους διαδίκους που παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου (ο ίδιος δικάσθηκε ερήμην) δεν τα επικαλείται με τις προτάσεις του (ιδετε αυτές) και εν τούτοις αυτά ελήφθησαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόδειξη θεμάτων που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι ο ισχυρισμός του που ανάγεται στην πλήρη και διαρκή ανικανότητά του προς εργασία και τα εισοδήματα που απώλεσε εξ' αιτίας της, η βαρύτητα του τραυματισμού και η με αυτή σχετιζόμενη αξίωση του προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οι δαπάνες νοσηλείας του, το ποσό της αποζημίωσης λόγω βελτιωμένης τροφής κ.λ.π., αξιώσεις για τις οποίες του επιδικάσθηκαν κατ' έφεση μειωμένα σε σχέση με τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά.
Είναι επομένως βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' δεύτερος λόγος της αναίρεσης και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος μόνον κατά το κεφάλαιό της που αφορά το ύψος της αποζημιώσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 3824/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήτοι μόνον ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναριεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ