Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and remands partial case for retrial by new judge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding five plaintiffs who failed to appear or be represented by counsel. The court remanded the case for a new trial before a different judge for the remaining plaintiffs and specific issues. This decision ensures procedural compliance while allowing the substantive dispute to continue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573, 580, 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or be represented by a lawyer, and the case must be remanded for retrial before a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1821 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1821/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης" ("4η ΔΥΠΕ Μακεδονίας και Θράκης"), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 27ης Οκτωβρίου 2020 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Κεφάλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 26-10-2020.
Των αναιρισιβλήτων: 1.Γ.-Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., 2.Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3.Ζ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 4.Κ.-Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 5.Κ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 6. Κ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 7.Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 8.Μ. Ι. του Κ., κατοίκου ..., 9.Μ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 10.Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 11.Π. Ε., κατοίκου ..., 12.Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., 13.Π. - Μ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 14.Τ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 15.Τ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., και 16.Φ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 27ης Οκτωβρίου 2020 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 26-10-2020.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10790/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1953/2018 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 29-10-2018 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 27ης Οκτωβρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 357/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Όπως προκύπτει από τα από ...-2023 και ...-2023 αποδεικτικά επίδοσης του Κ. Δ., Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και Ε. Π., Επιμελητή του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, ακριβή υπηρεσιακά αντίγραφα της υπ' αριθμό 357/16-11-2023 πράξης του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου - με την οποία επαναλαμβάνεται νόμιμα κατά τη σημερινή δικάσιμο η συζήτηση της από 29-10-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3463-299/29-10-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 1953/30-7-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης - επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα τόσο στον αντίκλητο του αναιρεσείοντος, Θεοχάρη Α.
Κεφάλα, Δικηγόρο Θεσσαλονίκης, όσο και στον αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, Ιωάννη Τουτζιαράκη, Δικηγόρο Αθηνών (άρθρα 573 παράγραφος 1, 96 παρ. 3, 143 παρ. 1 και 307 του ΚΠολΔ). Η αίτηση, ειδικότερα, είχε ορισθεί αρχικά να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 27-10-2020. Οι διάδικοι κατά τη δικάσιμο εκείνη είχαν παραστεί με δήλωση των ως άνω πληρεξουσίων τους Δικηγόρων ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και είχαν καταθέσει και προτάσεις (άρθρο 573 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με άρθρο 242 παράγραφος 2 εδάφιο β και 570 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η έκδοση όμως απόφασης δεν κατέστη τελικά δυνατή από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, η οποία ήδη συνταξιοδοτήθηκε, με συνέπεια η υπόθεση να συζητηθεί εκ νέου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στη αρχή της απόφασης, η οποία αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση της υπόθεσης.
Η διάταξη, περαιτέρω, του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 69 του ν.4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201) ορίζει ότι: "Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (...) [ε]ιδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.".
Επομένως, προκειμένου περί εργατικής διαφοράς, δεν είναι επιτρεπτή η εκ μέρους του διαδίκου παροχή πληρεξουσιότητας με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτού από δικηγόρο και δή από τον ίδιο δικηγόρο, στον οποίο παρέχεται η πληρεξουσιότητα (ΑΠ 535/2020). Σύμφωνα δε με το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ. β` του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι διάδικοι, οι οποίοι είναι απλοί ομόδικοι και κάποιος από αυτούς, είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 350/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, οι αναιρεσίβλητοι με αριθμούς 1, 2, 8, 9 και 11 του αναιρετηρίου είχαν εκπροσωπηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 27-10-2020 από το Δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Τουτζιαράκη.
Οι αναιρεσίβλητοι περαιτέρω προσκομίζουν και επικαλούνται τα από 24-12-2015, 30-1-2016, 18-1-2016, 2-9-2015 και 21-9-2015 ιδιωτικά έγγραφα με τα οποία φέρεται ότι είχαν χορηγήσει νόμιμα πληρεξουσιότητα στον ίδιο Δικηγόρο να παραστεί στη δικάσιμο που προαναφέρθηκε ως πληρεξούσιος Δικηγόρος τους. Οι εξουσιοδοτήσεις, όμως, αυτές δεν φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των αναιρεσιβλήτων από Κ.Ε.Π.
ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών δεν φέρει καμία βεβαίωση περί της γνησιότητας της υπογραφής της 1ης αναιρεσίβλητης, παρά μόνο μία σφραγίδα της αναιρεσείουσας ΔΥΠΕ. Οι δε λοιπές εξουσιοδοτήσεις φέρουν βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των ως άνω αναιρεσιβλήτων από τον ως άνω δικηγόρο, που φέρεται ότι εκπροσώπησε αυτούς στην αναιρετική δίκη.
Οι διάδικοι επομένως αυτοί δεν είχαν χορηγήσει νόμιμα πληρεξουσιότητα στο Δικηγόρο που προαναφέρθηκε - ο οποίος τους είχε εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο της 27-1-2020 - τόσο για την επίσπευση, όσο και για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Οι αναιρεσίβλητοι συνεπώς που προαναφέρθηκαν δεν μετέχουν στη δίκη με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και για το λόγο αυτό θεωρούνται δικονομικά απόντες.
Οι ίδιοι εξάλλου αναιρεσίβλητοι δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκαν είτε από το αναιρεσείον, είτε από οποιοδήποτε άλλο ομόδικό τους να παραστούν τόσο κατά την αρχική, όσο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Πρέπει επομένως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β` του ΚΠολΔ να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους συγκεκριμένους αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Αντίθετα ως προς τους λοιπούς διαδίκους η συζήτηση θα διεξαχθεί κανονικά, παρά την ερημοδικία τους (άρθρο 573 παρ. 1 και 307 του ΚΠολΔ (ΑΠ 32/2023). 2. Με την από 29-10-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3463-299/29-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 1953/30-7-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 614 αριθμός 3 α του ΚΠολΔ) επί της από 27-1-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 326/27-1-2017 έφεσης που άσκησε το αναιρεσείον κατά της υπ' αριθμό 10790/16-12-2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μέσα στη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 564 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ), διότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει επίδοση της και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).
Πρέπει συνεπώς ως προς τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι παρίστανται προσηκόντως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 3. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, τα οποία αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής :
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ιατροί και οδοντίατρος, στην από 17-6-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4591/16-6-2016 αγωγή τους, την οποία είχαν απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και είχαν στρέψει (και) κατά του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης" ("4η ΔΥΠΕ Μακεδονίας και Θράκης") και έδρα τη Θεσσαλονίκη είχαν εκθέσει τα εξής :
Ότι είχαν καταρτίσει αρχικά με το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." ειδικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε πρόσφεραν σε αυτό προσηκόντως τις υπηρεσίες τους. Ότι στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας", το διακριτικό τίτλο "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και έδρα το Αμαρούσιο Αττικής.
Ότι σε εκτέλεση των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν στο (δεύτερο) εναγόμενο, "4η ΔΥΠΕ Μακεδονίας και Θράκης" και έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ότι μέσα σε χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών από τη μετάταξη/μεταφορά τους σε αυτό έπρεπε να είχαν αξιολογηθεί και στη συνέχεια να είχαν καταταγεί σε θέσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας ("Ε.Σ.Υ.") και να αμείβονται σύμφωνα με το μισθολόγιο των ιατρών του "Ε.Σ.Υ." και ότι, τέλος, το εναγόμενο ολοκλήρωσε τη διοικητική διαδικασία ένταξής τους σε θέσεις ιατρών του "Ε.Σ.Υ." του προσωπικού του μετά τη πάροδο δέκα έξι (16) μηνών από τη μετάταξη/μεταφορά τους σε αυτό.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι για τον υπολογισμό των αποδοχών τους μετά την 18-11-2014 - ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία αξιολόγησης και κατάταξής τους σε θέσεις κλάδων ιατρών και οδοντιάτρων του "Ε.Σ.Υ." - πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις του ν.3205/2003 που ρυθμίζουν το μισθολογικό καθεστώς των ιατρών και των οδοντιάτρων του "Ε.Σ.Υ." σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας τόσο μεταξύ των ιατρών του "Ε.Σ.Υ.", όσο και μεταξύ των ιατρών που υπηρετούσαν σε άλλες "ΔΥ.Πε" και να υποχρεωθεί το δεύτερο εναγόμενο, "4η ΔΥ.Πε", να καταβάλει σε αυτούς τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών από την 19-11-2014 το τέλος του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2016, όταν πιθανώς θα συζητείτο η αγωγή τους, συγκεκριμένο ποσόν στον καθένα τους και - μετά την τροπή του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό- να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς ποσό 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να καταβάλει στον καθένας τους το πλέον των 20.000 Ευρώ ποσό που είχαν αιτηθεί με την αγωγή τους, άλλως - σε περίπτωση που κριθεί ότι οφείλονται οι νόμιμες αποδοχές μετά την ένταξη - να αναγνωρισθεί ότι το (δεύτερο) εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον καθένα από αυτούς συγκεκριμένα ποσά ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας την οποία είχαν υποστεί από την καθυστέρηση της ένταξής τους σε θέσεις ιατρών και οδοντιάτρων του "Ε.Σ.Υ." για το χρονικό διάστημα από 18-11-2014 έως και 15-4-2015, άλλως να υποχρεωθεί το εναγόμενο στην καταβολή των ποσών που προαναφέρθηκαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, άλλως, να αναγνωρισθεί ότι η μη καταβολή αμοιβής για πρόσθετη απασχόληση πέραν των 5,5 ωρών για το χρονικό διάστημα μετά την μετάταξη/μεταφορά και έως την ένταξή τους σε θέσεις του "Ε.Σ.Υ." ήταν παράνομη και να υποχρεωθεί το (δεύτερο) εναγόμενο να καταβάλει σε αυτούς για την ίδια αιτία συγκεκριμένα ποσά και, άλλως, να υποχρεωθεί στην καταβολή τους κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Οι ενάγοντες ζήτησαν επίσης να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον καθένα τους ποσό 5.000 Ευρώ νομιμότοκα ως χρηματική τους ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία είχαν υποστεί, επειδή το εναγόμενο είχε προσβάλει την προσωπικότητά τους, όπως ειδικότερα ανέφεραν στην αγωγή.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1, 614, αριθμός 3 α και 621 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη α) ως προς τη νομική της θεμελίωση στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων στο αναιρεσείον με την αιτιολογία ότι οι αναιρεσίβλητοι ομολογούσαν στην αγωγή τους ότι δεν είχαν την ιδιότητα ιατρών του "Ε.Σ.Υ.", αλλά ιατρών του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ότι συνδέονταν με αυτόν με ειδικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι στη συνέχεια είχαν ενταχθεί στο "Π.Ε.Δ.Υ." που λειτουργεί στις "Δ.Υ.Πε." της Χώρας με αποτέλεσμα να μην παρέχουν στο αναιρεσείον εργασία υπό τους ίδιους όρους με τους ιατρούς του "Ε.Σ.Υ.", β) ως προς το αίτημά της για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας με την αιτιολογία ότι ο εργοδότης δεν ενέχεται από αδικοπραξία σε περίπτωση που αθετεί την ενοχική του υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο μισθό και γ) ως προς το αίτημά της να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία είχαν υποστεί από το λόγο ότι το αναιρεσείον καθυστερούσε να καταβάλει σε αυτούς τις νόμιμες αποδοχές τους, με την αιτιολογία ότι χωρίς την συνδρομή και άλλων περιστατικών που επιφέρουν ηθική μείωση του εργαζομένου δεν μπορεί να ιδρυθεί ευθύνη του εργοδότη από παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε κατά τα λοιπά την αγωγή νόμιμη και περαιτέρω τη δέχθηκε ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και, ειδικότερα, α) αναγνώρισε ότι για τον υπολογισμό των αποδοχών των εναγόντων από την 20-11-2014 πρέπει να εφαρμοστούν οι μισθολογικές διατάξεις του ν. 3205/2003 για τους ιατρούς του "Ε.Σ.Υ.", β) υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει νομιμότοκα στους αναιρεσιβλήτους ποσό 20.000 ευρώ στον καθένα τους για την αιτία που προαναφέρθηκε και γ) αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον είχε, επιπλέον, υποχρέωση να καταβάλει σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους για την ίδια αιτία νομιμότοκα το πλέον των 20.000 Ευρώ ποσό, το οποίο είχαν ζητήσει με την αγωγή τους.
Το αναιρεσείον άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 27-1-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 326/27-1-2017 έφεση και τους από 22-3-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1045-944/22-3-2018 προσθέτους λόγους έφεσης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση του και οι πρόσθετοι λόγοι της με σκοπό να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσιβλήτων εναντίον του.
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης συνεκδίκασε (άρθρα 591 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και τους προσθέτους λόγους της κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό 1953/30-7-2018 τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της, αλλά την απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της με όμοιες με την εκκαλουμένη παραδοχές.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ειδικότερα ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) τα εξής: "(...) αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες είναι ιατροί, που εργάζονταν στον ΕΟΠΥΥ και πιο πριν στο ΙΚΑ με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972) και μεταφέρθηκαν με βάση τις αναφερόμενες ως άνω διατάξεις του ν.4238/2014 σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συστάθηκαν στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) της Χώρας, οι μεν πρώτοι δεκαέξι [ήδη αναιρεσίβλητοι] στην 4η ΔΥΠΕ [ήδη αναιρεσείουσα], οι δε λοιποί στην 3η ΔΥΠΕ, με την ίδια εργασιακή σχέση, γεγονός μη αμφισβητούμενο από τις εναγόμενες ΔΥΠΕ.
Από την δημοσίευση του παραπάνω νόμου (17-2-2014) οι ενάγοντες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα για ένα μήνα, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν.4238/2014, ενώ, μετά την λήξη της διαθεσιμότητάς τους (18-3-2014) μεταφέρθηκαν στις οικείες ΔΥΠΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν.4238/2014 εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του ΕΣΥ, ενώ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του ιδίου νόμου, μετά την ένταξή του σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του ΕΣΥ, λαμβάνει τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, της προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης αναγνωριζόμενης και υπολογιζόμενης για την μισθολογική τους εξέλιξη (χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας), ως προϋπηρεσίας στο ΕΣΥ.
Το οκτάμηνο από την ολοκλήρωση της μεταφοράς των εναγόντων έληγε την 19-11-2014, η δε κατάταξη αυτών σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του ΕΣΥ, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησής τους, έλαβε χώρα για την 4Π ΔΥΠΕ την 2-7-2015 με την δημοσίευση στο ΦΕΚ ...-2015 της υπ' αριθμ. ...-2015 διαπιστωτικής πράξεως του Διοικητή της , και για την 3η ΔΥΠΕ (...).
Με βάση την διάταξη του άρθρου 18 του ν.4238/2014, που ορίζει ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μεταφοράς των ιατρών στις θέσεις των ΔΥΠΕ αυτοί αξιολογούνται και κατατάσσονται σε θέσεις κλάδου ιατρών του ΕΣΥ, οι οικείες αποδοχές (ιατρών του ΕΣΥ) οφείλονται στην συγκεκριμένη περίπτωση μετά την παρέλευση του οκταμήνου, ανεξαρτήτως του χρόνου της πραγματικής μεταγενέστερης ένταξης των ιατρών.
Αυτό συμβαίνει γιατί η μη καταβολή στους ενάγοντες των δεδουλευμένων αποδοχών τους από την λήξη του οκταμήνου, χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζει την μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, διαφορετικά καταλήγει στην δυσμενή διάκριση να αμείβονται λιγότερο οι ιατροί που εντάχθηκαν αργότερα από αυτούς που εντάχθηκαν νωρίτερα σε άλλες ΔΥΠΕ, μολονότι παρείχαν την ίδια εργασία.
Μάλιστα επειδή η διαδικασία της αξιολόγησης μεγάλου αριθμού ιατρών στις ΔΥΠΕ της Χώρας ήταν χρονοβόρα και για να μην δημιουργηθούν τεράστιες ανισότητες μεταξύ των ιατρών διαφόρων ΔΥΠΕ ο νομοθέτης έθεσε εύλογο χρονικό διάστημα (οκτώ μήνες), μετά την παρέλευση του οποίου οφείλονται οι σχετικές αποδοχές σαν να είχε λάβει χώρα η κατάταξη.
Ενόψει των προεκτεθέντων για τους ενάγοντες από την 20-11-2014 εφαρμοστέες τυγχάνουν οι μισθολογικές διατάξεις του ν. 3205/2003 για τους ιατρούς του ΕΣΥ, βάσει της διατάξεως του άρθρου 21 παρ.2 του ν.4238/2014.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι [το εναγόμενο ΝΠΔΔ κατέβαλ[ε] μικρότερες από τις νόμιμες αποδοχές που δικαιούνταν [οι δέκα έξι (16) πρώτοι] ενάγοντες από την λήξη του οκταμήνου (...)". Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στη συνέχεια υπολόγισε συγκεκριμένα τις μηνιαίες αποδοχές που θα έπρεπε να λαμβάνει κάθε ενάγων - εάν κατείχε θέση ιατρού του "Ε.Σ.Υ." - με βάση το βασικό μισθό που αντιστοιχούσε στο βαθμό του και, ειδικότερα, στο βαθμό του Επιμελητή Α', εκτός από το δέκατο που είχε το βαθμό του Διευθυντή, το επίδομα χρόνου υπηρεσίας σύμφωνα με την προϋπηρεσία καθενός ως αγροτικού ιατρού και ως ιατρού που είχε υπηρετήσει και σε άλλους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο υπολόγισε ειδικότερα σύμφωνα με το βασικό μισθό ποσού 2.067 Ευρώ το μήνα που λάμβανε ο πρωτοδίκης, το επίδομα, περαιτέρω, νοσοκομειακής περίθαλψης, την πάγια αποζημίωση βιβλιοθήκης, την οικογενειακή παροχή (επίδομα γάμου και τέκνων) για όσους τη δικαιούντο και το επίδομα παραμεθόριας και προβληματικής περιοχής για όσους επίσης το δικαιούντο.
Μετά τον υπολογισμό αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφαίρεσε τις μικρότερες μηνιαίες αποδοχές που λάμβανε κάθε ενάγων από τις υψηλότερες αποδοχές, τις οποίες κατά την κρίση του έπρεπε να λαμβάνει κατά το χρονικό διάστημα από 20-11-2014 - όταν, δηλαδή, είχε παρέλθει πλέον το χρονικό διάστημα των οκτώ (8) μηνών από τη μετάταξη/μεταφορά τους στο αναιρεσείον και μέσα στο οποίο θα έπρεπε να είχαν αξιολογηθεί και στη συνέχεια να είχαν καταταγεί σε θέσεις κλάδου ιατρών του "Ε.Σ.Υ." - και εφεξής και, ειδικότερα, έως και τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε λάβει χώρα στις 21-9-2016.
Μετά από αυτό το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο τρίτος, η τέταρτη, ο πέμπτος, η έκτη, ο έβδομος, ο δέκατος, η δωδέκατη, η δέκατη τρίτη, η δέκατη τέταρτη, ο δέκατος πέμπτος και η δέκατη έκτη από τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες δικαιούντο τόσο το ποσό των 20.000 Ευρώ ο καθένας - το οποίο το αναιρεσείον είχε υποχρεωθεί με την εκκαλουμένη απόφαση να καταβάλει σε αυτούς για την αιτία που προαναφέρθηκε- όσο και, επιπλέον, ποσό 3.254,20 Ευρώ, 4.987,96 Ευρώ, 4.066,36 Ευρώ, 6.074,40 Ευρώ, 4.487,36 Ευρώ, 7.174,40 Ευρώ, 2.635,88 Ευρώ, 5.817,96 Ευρώ, 7.067,32 Ευρώ, 3.885,60 Ευρώ και 3.595,44 Ευρώ, ο καθένας τους αντίστοιχα, το οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του εναγομένου-ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει σε αυτούς.
Ακολούθως απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. 4.α. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 του ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν υπόθεση, η οποία όμως δεν ανήκει κατά το νόμο στη δικαιοδοσία τους, αλλά στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 16/2024).
Στον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Το αναιρεσείον επικαλείται, ειδικότερα, ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1 του Συντάγματος, 1, 2, 3 του ΚΠολΔ και 1 παρ. 2 περ.
θ του ν. 1406/1983 δέχθηκε ότι είχε δικαιοδοσία ως πολιτικό δικαστήριο να ερευνήσει τη βασιμότητα της από 17-6-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4591/2016 αγωγής των αναιρεσιβλήτων εναντίον του στα πλαίσια έρευνας της από 27-1-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 326/27-1-2017 έφεσης, την οποία είχε ασκήσει κατά της υπ' αριθμό 10790/16-12-2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ως προς τη διάταξή της με την οποία είχε υποχρεωθεί και είχε αναγνωρισθεί κατά περίπτωση η υποχρέωσή του να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τις επίδικες μισθολογικές παροχές και για το χρονικό διάστημα από την 20-7-2015 και εφεξής έως και τη συζήτηση της αγωγής, μολονότι από τη ημεροχρονολογία που προαναφέρθηκε οι αναιρεσίβλητοι είχαν συνδεθεί με αυτό με σύμβαση εργασίας δημοσίου δικαίου - διότι είχε εκδοθεί και είχε δημοσιευθεί στο Φ.Ε.Κ.
η υπ' αριθμό ...-2015 πράξη του Διοικητή της 4ης "Δ.Υ.Πε" (Φ.Ε.Κ. ...-2015) - με την οποία είχε διαπιστωθεί ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 50 παράγραφος 4 υποπερίπτωση Β.1. του ν. 4305/2014 οι οργανικές θέσεις ιατρικού προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που κατείχαν έως τότε μετατράπηκαν αυτοδίκαια σε οργανικές θέσεις ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ.
με τις αντίστοιχες για τον καθένα τους ειδικότητες - με συνέπεια τα πολιτικά δικαστήρια να μην έχουν πλέον δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη διαφορά για μισθολογικές αξιώσεις τους που δημιουργήθηκαν μετά την 20-7-2015. Το αναιρεσείον προσθέτει ότι είχε προβάλει μάλιστα τη δικονομική αυτή ένσταση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως εναγόμενο και την είχε επαναφέρει νόμιμα ως εκκαλούν με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του και ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ότι, τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσής του, μολονότι θα έπρεπε να τον είχε δεχθεί ως βάσιμο και μετά από αυτό να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος με το οποίο είχε δικάσει την επίδικη διαφορά και για το χρονικό διάστημα από 20-7-2015 και εφεξής, μολονότι δεν είχε δικαιοδοσία και να απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή κατά το αίτημά της με το οποίο οι αναιρεσίβλητοι είχαν αιτηθεί την καταβολή της διαφοράς στις αποδοχές τους και για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε.
Το νομικό όμως ζήτημα αν τα πολιτικά δικαστήρια έχουν ή όχι δικαιοδοσία να δικάζουν αγωγές ιατρών κατά των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών ("Δ.Υ.Πε.") με αντικείμενο την επιδίκαση σε αυτούς μισθολογικών παροχών μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας ένταξής τους σε οργανικές θέσεις ιατρών του "Ε.Σ.Υ." στα νομικά αυτά πρόσωπα δημοσίου δικαίου - η οποία επέρχεται από και με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της οικείας διαπιστωτικής πράξης που εκδίδει κάθε φορά ο διοικητής των "ΔΥ.Πε." - έχει ήδη παραπεμφθεί με την υπ' αριθμό 662/10-5-2024 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου - η οποία είχε εκδοθεί, όταν στις 26-6-2024 έλαβε χώρα διάσκεψη της υπό κρίση υπόθεσης - ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ως ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον, διότι αφορά σε μεγάλο αριθμό ιατρών οι οποίοι εντάχθηκαν στο ιατρικό προσωπικό των "ΔΥ.Πε." κατά την ίδια διαδικασία με τους αναιρεσιβλήτους.
Η συζήτηση επομένως του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναβληθεί, εωσότου εκδοθεί απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου στην υπόθεση που προαναφέρθηκε, διότι με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί το ενδεχόμενο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και θα διασφαλισθεί η ενότητα της νομολογίας (άρθρα 573 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με 249 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά, ΟλΑΠ 12/2012, ΑΠ 649/2021). 4.β.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 652/2023). Από το συνδυασμό εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε.
Με την παραίτηση όμως δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το αίτημα της αγωγής, διότι σε διαφορετική περίπτωση εμποδίζεται η συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς που έχει οδηγηθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αίτημα της αγωγής αποτελείται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά, μόνον αν διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλογικά κατά κλάσμα ή εκατοστιαίο ποσοστό του όλου αιτήματος, οπότε θεωρείται ότι επέρχεται αντίστοιχη αναλογική μείωση όλων των κονδυλίων (ΟλΑΠ 30/2007, ΑΠ 1299/2018).
Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 γ, 115 παρ.3, 216 παρ. 1 γ, 223 εδάφιο β και 295 παρ. 1 β του ΚΠολΔ με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Το αναιρεσείον εκθέτει ειδικότερα ότι οι αναιρεσίβλητοι με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους, η οποία καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και με τις προτάσεις επί της αγωγής τους, τις οποίες είχαν καταθέσει ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, περιόρισαν το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, αλλά δεν διευκρίνισαν σε ποια ειδικότερα κονδύλια της αξίωσής τους αφορούσε ο περιορισμός αυτός με συνέπεια η αγωγή εναντίον τους να καταστεί αόριστη.
Το αναιρεσείον επικαλείται επιπλέον ότι είχε προβάλει τη δικονομική αυτή ένσταση ως εκκαλούν με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά το Μονομελές Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο, ενώ έπρεπε να τον δεχθεί ως βάσιμο, να εξαφανίσει για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη.
Οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο και το αιτητικό της από 17-6-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4591/16-6-2016 αγωγής τους (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), την οποία είχαν ασκήσει (και) κατά του αναιρεσείοντος, είχαν αιτηθεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον τρίτο ενάγοντα, Δ. Ζ.
του Χ., Ψυχίατρο, Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του "Ε.Σ.Υ." (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή, επίδομα κατοχής μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και επίδομα προβληματικής περιοχής) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 23.823,40 ευρώ, στην τέταρτη ενάγουσα, Μ.
Κ.-Κ. του Γ., Γενική Χειρουργό, Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του "Ε.Σ.Υ." (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 24.897,96 ευρώ, στον πέμπτο ενάγοντα, Ε.
Κ. του Χ., Χειρουργό, Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του Ε.Σ.Υ. (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή και επίδομα προβληματικής περιοχής) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών συνολικό ποσό 27.719,60 ευρώ, στην έκτη ενάγουσα, Ε.
Κ. του Δ., Π., Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του Ε.Σ.Υ. (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή και επίδομα προβληματικής περιοχής) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 26.799,60 ευρώ, στον έβδομο ενάγοντα, Α.
Κ. του Ε., Ορθοπαιδικό, Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του Ε.Σ.Υ. (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή και επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 27.266,96 ευρώ, στο δέκατο ενάγοντα, Π.
Π. του Σ., Μαιευτήρα-Γυναικολόγο, Διευθυντή, τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του Ε.Σ.Υ. (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή και επίδομα προβληματικής περιοχής) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 29.789,60 ευρώ, στη δωδέκατη ενάγουσα, Α.
Π. του Ι., Οδοντίατρο, Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του Ε.Σ.Υ. (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή και επίδομα προβληματικής περιοχής) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 24.328,48 ευρώ, στη δέκατη τρίτη ενάγουσα, Α.
Π.-Μ. του Μ., Παιδίατρο, Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του Ε.Σ.Υ. (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή και επίδομα προβληματικής περιοχής) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 25.817,96 ευρώ, στη δέκατη τέταρτη ενάγουσα, Α.
Τ. του Ε., Μικροβιολόγο, Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του Ε.Σ.Υ. (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή, επίδομα τέκνων και επίδομα προβληματικής περιοχής) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 27.067,32 ευρώ, στο δέκατο πέμπτο ενάγοντα, Ι.
Τ. του Γ., Ειδικό Παθολόγο, Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του Ε.Σ.Υ. (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, οικογενειακή παροχή, επίδομα τέκνων και επίδομα προβληματικής περιοχής) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 28.148,32 ευρώ και, τέλος, στη δέκατη έκτη ενάγουσα, Μ.
Φ. του Μ., Παιδίατρο, Επιμελητή Α', τη διαφορά μεταξύ των μισθολογικών παροχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ως ιατρός του Ε.Σ.Υ. (βασικό μισθό, επίδομα προϋπηρεσίας, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη και οικογενειακή παροχή) και όσων έλαβε για χρονικό διάστημα 23 μηνών, η οποία ανέρχεται σε συνολικό ποσό 24.667,96 ευρώ.
Οι αναιρεσίβλητοι, περαιτέρω, όπως προκύπτει α) από την αναιρεσιβαλλομένη, β) την υπ' αριθμό 10.790/16-12-2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και εν πάση περιπτώσει ομολογείται (άρθρο 573 παρ. 1 σε συνδυασμό με 591 παρ. 1 και 261 του ΚΠολΔ), με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με τις προτάσεις επί της αγωγής τους, τις οποίες είχαν καταθέσει ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, περιόρισαν το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό (άρθρα 591 παρ. 1 γ, 115 παρ. 3, 223 εδ.
β και 295 παρ. 1 β του ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητοι, συγκεκριμένα, ζήτησαν α) να υποχρεωθεί το αναιρεσείον για την αιτία που προαναφέρθηκε να καταβάλει στον καθένα από αυτούς ποσό 20.000 Ευρώ και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον καθέναν από αυτούς το πλέον των 20.000 Ευρώ ποσό το οποίο είχαν αιτηθεί με την αγωγή τους.
Ο περιορισμός αυτός του αιτήματος της αγωγής δεν την κατέστησε αόριστη, διότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αιτηθεί με αυτή την καταβολή διαφορών μεταξύ του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών που θα έπρεπε να λαμβάνουν ως ιατροί του "Ε.Σ.Υ." και όσων είχαν λάβει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 18-11-2014 έως και το τέλος Οκτωβρίου του έτους 2016, το οποίο ανέρχεται συνολικά σε 23 μήνες και, ειδικότερα την προκύπτουσα διαφορά στο βασικό μισθό τους, στο επίδομα προϋπηρεσίας, στο επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, στην πάγια αποζημίωση για βιβλιοθήκη, στην οικογενειακή παροχή, στο επίδομα τέκνων και στο επίδομα προβληματικής περιοχής που συγκροτούν όμως το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του κάθε ενάγοντα.
Οι αναιρεσίβλητοι επομένως δεν περιέλαβαν στην αγωγή τους περισσότερα αιτήματα θεμελιωμένα σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία το καθένα τους. Η δίκη επομένως είχε ένα μόνον αντικείμενο και όχι περισσότερα με συνέπεια ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής που επιχείρησαν οι αναιρεσίβλητοι να μην καταστήσει την αγωγή αόριστη και επομένως απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Το αναιρεσείον, ωστόσο, επικαλείται ότι, επειδή ο μισθός καταβάλλεται κατά μήνα, η αξίωση καταβολής περισσοτέρων μισθών εισάγει περισσότερα, αυτοτελή, αντικείμενα δίκης και όχι μια, ενιαία, δικονομική αξίωση. Η περιοδικότητα όμως στην καταβολή του μισθού δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της έννοιάς του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αλλά τρόπο καταβολής του με συνέπεια το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση περισσοτέρων μισθών, οι οποίοι οφείλονται για παροχή εργασίας, εισάγει ένα και όχι περισσότερα αντικείμενα δίκης (άρθρο 655 ΑΚ και ν. 3248/1955).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αναιρεσιβαλλομένη δεν παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, όπως επικαλείται το αναιρεσείον με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.γ.
Με τη διάταξη του άρθρου 16 παράγραφος 1 εδάφια α έως δ του ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38) ορίσθηκε ότι: "Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού (...) προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
τίθεται αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παράγραφο 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή ανά Υγειονομική Περιφέρεια των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (...)", ενώ με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ/Β/485) των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, με την οποία συστήθηκαν και κατανεμήθηκαν ανά ειδικότητα (ιατροί) ή κλάδο (λοιπό προσωπικό) 9.930 οργανικές θέσεις μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, ιατρικού (...) προσωπικού στις επτά Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας.
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ίδιου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς "Δ.Υ.Πε", όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος Ι5 του ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85) ορίσθηκε ότι, εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί / οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παραγράφου 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει (...)".
Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "οι πράξεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του φορέα υποδοχής". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιατροί και οι οδοντίατροι που υπηρετούσαν στο "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" με ειδικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ."), από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." - σύμφωνα με τα άρθρα 17 παράγραφοι 1 και 2 και 26 παράγραφος 9 του ν. 3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150) - στη συνέχεια μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και μετά από αίτησή τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών ("Δ.Υ.Πε.") και σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστάθηκαν για τον σκοπό αυτό κατά τη διαδικασία που προβλεπόταν στα άρθρα 16 παράγραφος 1 και 17 παράγραφος 1 του ν. 4238/2014.
Με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Ένταξη και κατάταξη ιατρικού/οδοντιατρικού προσωπικού στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.)", εξάλλου, ορίστηκε ότι "εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.
που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26 του παρόντος", δηλαδή μετά την αξιολόγησή τους από τις αρμόδιες επιτροπές. Με το άρθρο 21 του ίδιου νόμου, περαιτέρω, με τίτλο "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας" ορίσθηκε ότι "1.Το πάσης φύσεως ιατρικό/οδοντιατρικό (...) προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του παρόντος νόμου, σε θέσεις που συστήνονται για το σκοπό αυτόν, σε κάθε Διοικητική Υγειονομική Περιφέρεια (Δ.Υ.Πε.), σε εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288), μετά την έκδοση της αναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, ως ορίζεται στη διάταξη, μισθοδοτείται από τους Φορείς αυτούς και οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στους οικείους Κ.Α.Ε.
του ειδικού φορέα 210 του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας. Για τη μισθοδοσία του προσωπικού αυτού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 2592/1998 (Α' 57) και του π.δ. 412/1998 (Α' 288), όπως ισχύουν. Η εκκαθάριση των τακτικών αποδοχών του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Δ.Υ.Πε..
Για τις πρόσθετες αμοιβές, εφημερίες, νυχτερινά και εξαιρέσιμα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 4071/2012 (Α' 85). 2. Το ιατρικό/ οδοντιατρικό προσωπικό της ανωτέρω παραγράφου 1, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288) και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης και κατάταξης αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος.
Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις". Το τελευταίο αυτό εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του ν. 4298/2014 επαναδιατυπώθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 38 του μεταγενέστερου της ένταξης των ιατρών ν. 4368/2016 (Φ.Ε.Κ.
Α 21) ως εξής : "Μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, της προϋπηρεσίας τους σε οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης αναγνωριζομένης και υπολογιζόμενης για τη μισθολογική τους εξέλιξη (χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας) ως προϋπηρεσίας στο Ε.Σ.Υ.".
Κατά συνέπεια οι αποδοχές των ιατρών και οδοντιάτρων - οι οποίοι απασχολούντο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών ("ΔΥ.Πε.") - καθορίζονται πλέον από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών και των οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας ("Ε.Σ.Υ.") σύμφωνα με το μισθολογικό καθεστώς που ισχύει κάθε φορά, αλλά μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης και ένταξής τους σε θέσεις κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, "Ε.Σ.Υ." (ΑΠ 1641/2022).
Αντίστοιχη πρόβλεψη υπάρχει και στη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του μεταγενέστερου ν. 4368/2016 (Φ.Ε.Κ. Α 21) που προαναφέρθηκε με υπότιτλο "Κατάταξη και μισθολογική αποκατάσταση ιατρών που μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ και το ΙΚΑ στον κλάδο ιατρών Ε.Σ.Υ.", η οποία ορίζει για τους ιατρούς του ΕΟΠΥΥ και του ΙΚΑ, οι οποίοι μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., ότι μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν όλοι τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, ενώ η προϋπηρεσία τους σε οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης αναγνωρίζεται και υπολογίζεται για τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη (χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας) ως χρόνος προϋπηρεσίας τους στο Ε.Σ.Υ..
Η ένταξη εξάλλου των ιατρών σε θέσεις κάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ., [η οποία ολοκληρώνεται ως διοικητική ενέργεια με τη δημοσίευση της σχετικής διαπιστωτικής πράξη του Διοικητή της οικείας ΔΥΠΕ] σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 παράγραφος 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4238/2014 τόσο υπό την αρχική διατύπωση της παραγράφου αυτής, όσο και μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 παράγραφος 3 του ν. 4368/2016 - ως κατά νόμο αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη των αντίστοιχων αποδοχών με τις οποίες αμείβονται οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος για την ίση μισθολογική μεταχείριση των ιατρών για το λόγο ότι η διαδικασία για την αξιολόγηση και κατάταξη των ιατρών και των οδοντιάτρων σε αντίστοιχες θέσεις κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.
των επιμέρους "Δ.Υ.Πε." της Χώρας δεν ολοκληρώθηκε ταυτόχρονα, διότι οι διατάξεις αυτές δεν εισάγουν ευνοϊκότερη μεταχείριση ως προς συγκεκριμένη κατηγορία ιατρών, ώστε να ανακύπτει ζήτημα να επεκταθεί η ίδια ρύθμιση και σε άλλη κατηγορία ιατρών που δεν εντάσσεται σε αυτή, αλλά ορίζουν μόνο τις προϋποθέσεις για την ένταξη των ιατρών που μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν στις "Δ.Υ.Πε" στο ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Τέλος κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία αποτυπώνεται στο άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2690/1999 "Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας" (ΦΕΚ Α 45), οι προθεσμίες για τη Διοίκηση είναι κατά κανόνα ενδεικτικές, εκτός εάν από τις διατάξεις που τις προβλέπουν προκύπτει ότι είναι αποκλειστικές (ΣτΕ 1712/2020, ΣτΕ 1932/2013).
Στον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 και 21 παράγραφοι 1 έως 3 του ν. 4238/2014, όπως η παράγραφος 2 τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 38 παράγραφος 3 του ν. 4368/2016, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2960/1999) και υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ με συνέπεια να πρέπει να αναιρεθεί.
Το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση μετά από εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρθηκαν υποχρέωσε και αναγνώρισε κατά περίπτωση την υποχρέωσή του να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους, ιατρούς και οδοντιάτρους, τις επίδικες διαφορές αποδοχών αναδρομικά από 20-11-2014, δηλαδή από την πάροδο του χρονικού διαστήματος των οκτώ (8) μηνών μέσα στο οποίο θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί η αξιολόγηση και η κατάταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων του "Ε.Σ.Υ.", όπως προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 18 του ν. 4238/2014, μολονότι η διοικητική διαδικασία για την ένταξή τους στις θέσεις αυτές είχε ολοκληρωθεί αργότερα και, συγκεκριμένα, από και με τη δημοσίευση στις 20-7-2015 της υπ' αριθμό ...-2015 (Φ.Ε.Κ.
Γ/20-7-2015) διαπιστωτικής πράξης του Διοικητή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Το αναιρεσείον επικαλείται, τέλος, ότι για το λόγο αυτό οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούσαν να απαιτήσουν από αυτό τις επίδικες διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα, πριν εκδοθεί και δημοσιευθεί νόμιμα η διαπιστωτική διοικητική πράξη που προαναφέρθηκε.
Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, πράγματι, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι μπορούσαν να αξιώσουν από το αναιρεσείον τις επίδικες διαφορές αποδοχών από 20-11-2014, δηλαδή, όταν πλέον είχε παρέλθει από τη μετάταξη/μεταφορά τους στο αναιρεσείον χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών και έπρεπε επομένως να είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία αξιολόγησης και κατάταξής τους σε θέσεις κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων του "Ε.Σ.Υ." - όπως προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 18 του ν. 4238/2014 - και για το λόγο αυτό επιδίκασε νομιμότοκα σε αυτούς αναδρομικά από τη ημεροχρονολογία που προαναφέρθηκε και εφεξής έως και τη συζήτηση της αγωγής (21-9-2016) συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στον καθένα τους, μολονότι οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούσαν να αξιώσουν από το αναιρεσείον τις επίδικες μισθολογικές παροχές έως και την 19-7-2015, διότι η διαδικασία για την ένταξή τους σε οργανικές θέσεις ιατρών και οδοντιάτρων του "Ε.Σ.Υ." σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 του νόμου 4238/2014 είχε ολοκληρωθεί αργότερα και, συγκεκριμένα, από και με τη δημοσίευση στις 20-7-2015 της υπ' αριθμό ...-2015 (Φ.Ε.Κ.
Γ/20-7-2015) διαπιστωτικής πράξης του Διοικητή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Η έκδοση και η νόμιμη δημοσίευση της διαπιστωτικής πράξης που προαναφέρθηκε αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες που προέβλεπε διάταξη του άρθρου 21 παράγραφος 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4238/2014. Η προθεσμία περαιτέρω των οκτώ (8) μηνών από τη μετάταξη/μεταφορά του ιατρικού προσωπικού στις κατά τόπους "Δ.Υ.Πε.", η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 4238/2014, για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης και κατάταξης του ιατρικού αυτού προσωπικού σε θέσεις κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων του "Ε.Σ.Υ." που θα ενταχθούν στο "Π.Ε.Δ.Υ." είναι ενδεικτική, διότι από το περιεχόμενό της δεν προκύπτει ότι έχει ορισθεί ως αποκλειστική.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε ευθέως και, ειδικότερα, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 και 21 παράγραφος 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4238/2014 -τόσο υπό την αρχική της διατύπωση, όσο και μετά την τροποποίησή της στη συνέχεια με το άρθρο 38 παράγραφος 3 του ν. 4368/2016, και για το λόγο αυτό υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να γίνει δεκτός κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια που προαναφέρθηκε και ως προς το χρονικό διάστημα από 20-11-2014 έως και 19-7-2015.
Το Δικαστήριο θα επιφυλαχθεί να αποφανθεί ως προς τη βασιμότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης για το χρονικό διάστημα από 20-7-2015 και εφεξής έως και τη συζήτηση της αγωγής μετά την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του ζητήματος που αναφέρθηκε στο υπό στοιχείο "4.α" της απόφασης. 3.δ. Τα άρθρα 43 και 44 του ν. 3205/2003 (Φ.Ε.Κ.
Α 297) είναι ενταγμένα στο κεφάλαιο Γ "Ιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας" του ίδιου νόμου και ίσχυσαν, ωσότου καταργήθηκαν με το άρθρο 160 περίπτωση α του ν. 4472/2017 (Φ.Ε.Κ. Α 74). Ο νόμος αυτός σύμφωνα με το άρθρο 162 άρχισε να ισχύει από 1-1-2017. Τα άρθρα 29 και 30 του ν. 3205/2003, τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 159 του ν. 4472/2017 είναι ενταγμένα στο κεφάλαιο Α του Β Μέρους του ν. 3205/2003 με τον τίτλο "Ειδικό Μισθολόγιο Δικαστικών Λειτουργών".
Στο άρθρο 43 του ίδιου νόμου, το οποίο φέρει τον τίτλο "Βασικός Μισθός", όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του ν. 3336/2005 (Φ.Ε.Κ. Α 96) και στη συνέχεια και διαδοχικά με το άρθρο 11 του ν. 3453/2006 (Φ.Ε.Κ. Α 74) και με το άρθρο 1 παράγραφος 1 περίπτωση ιδ του ν. 3554/2007 (Φ.Ε.Κ. Α 80) και κατόπιν αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 (Φ.Ε.Κ.
Α 43) και τελικά με το άρθρο 55 παρ. 2 του ν. 3918/2011 (Φ.Ε.Κ. Α 31/2.3.2011) και πριν από την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΣτΕ 431/2018) περίπτωση 27.α της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α 222) και την κατάργησή του με το άρθρο 160 του ν. 4472/2017 (Φ.Ε.Κ.
Α 74/19-5-2017), ορίζονται τα εξής: "1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2011 στα παρακάτω ποσά: (...) β. Διευθυντής : 2.054 ευρώ, γ. Επιμελητής Α. 1.759 ευρώ δ. Επιμελητής Β 1.468 ευρώ (...). Περαιτέρω στο άρθρο 44 παράγραφος Α. 1 του ν. 3205/2003 "Επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις" ορίζονται τα εξής: "Α.
Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίας, με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού. Ως υπηρεσία για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού λαμβάνεται υπόψη εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, υπολογιζόμενου και του χρόνου απόκτησης ειδικότητας".
Εξάλλου στην παράγραφο Α.1 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003, το οποίο είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο Α "Ειδικό Μισθολόγιο Δικαστικών Λειτουργών" και φέρει τον τίτλο "επιδόματα, παροχές, αποζημιώσεις" ορίζονται τα ακόλουθα: "Α. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1.
Χρόνου υπηρεσίας, οριζόμενο σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας, προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%). Το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός".
Τέλος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 καθορίζονται ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί όλων των δικαστικών λειτουργών με βάση τους συντελεστές που αναφέρονται συγκεκριμένα στη διάταξη. Οι συντελεστές αυτοί πολλαπλασιάζονται με το βασικό μισθό του πρωτοδίκη, ο οποίος έχει διαμορφωθεί στο ποσό των 2.067 ευρώ μηνιαίως σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 29, όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 181 παρ. 1 β του ν. 4270/2014 (Φ.Ε.Κ.
Α 143) και στη συνέχεια με το άρθρο 86 παράγραφος 6 του ν. 4307/2014 (Φ.Ε.Κ. Α 246). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 43 και 44 παράγραφος Α περίπτωση 1, 29 παράγραφος 2 και 30 παράγραφος Α περίπτωση 1 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν μέχρι τις 30-12-2016, συνάγονται τα εξής: Το άρθρο 43 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 55 του ν. 3918/2011, ορίζει τα ποσά των βασικών μισθών που πρέπει να καταβάλλονται μηνιαίως από 1-1-2011 στους ιατρούς και στους οδοντιάτρους όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου ιατρών του "Ε.Σ.Υ", μεταξύ των οποίων και του Διευθυντή και του Επιμελητή Α' και Β'.
Το άρθρο 44 παράγραφος Α.1 του ίδιου νόμου ορίζει ότι πλέον του βασικού μισθού παρέχεται στους ιατρούς - και στους οδοντιάτρους - και επίδομα χρόνου υπηρεσίας, για τον καθορισμό του οποίου παραπέμπει σε ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού. Η ανάλογη αυτή εφαρμογή αναφέρεται στο επί μέρους και στο συνολικό ποσοστό (4% και 60%) του χρονοεπιδόματος που πρέπει να καταβάλλεται και στο χρονικό διάστημα που πρέπει να συμπληρωθεί για να αρχίσει να χορηγείται το συγκεκριμένο επίδομα και όχι, προφανώς, στη βάση υπολογισμού του χρονοεπιδόματος, δηλαδή στο ποσό επί του οποίου κατά περίπτωση υπολογίζεται.
Σύμφωνα συνεπώς με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν α) το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών του "Ε.Σ.Υ." ορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας - όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 44 παράγραφος 1 εδάφιο β του ίδιου νόμου - και προσαυξάνεται στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού έως και δέκα τέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%) και β) το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο ιατρός ανάλογα με το βαθμό που κατέχει.
Από τις ίδιες διατάξεις περαιτέρω προκύπτει ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών και των οδοντιάτρων υπολογίζεται όχι στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός και συγκεκριμένα ο πρωτοδίκης, διότι σε τέτοια περίπτωση ο νομοθέτης δεν θα όριζε στην παράγραφο Α.1 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 - το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ενταγμένο στο Κεφάλαιο Γ με τον τίτλο "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας" του ίδιου νόμου - ότι η παράγραφος Α.1 του άρθρου 30 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται αναλογικά, αλλά θα όριζε ρητά ότι το άρθρο 30 παράγραφος Α.1 του ν. 3205/2003 εφαρμόζεται και για τον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος, το οποίο πρέπει να καταβάλλεται στους ιατρούς και στους οδοντιάτρους.
Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή ενισχύεται και από το ότι στο άρθρο 43 του ν. 3205/2003, όπως ήταν αρχικά διατυπωμένο, καθορίζονταν ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί των ιατρών με βάση τους συντελεστές που αναφέρονταν στην ίδια διάταξη, οι οποίοι πολλαπλασιάζονταν με το βασικό μηνιαίο μισθό του Επιμελητή Β - που οριζόταν σε συγκεκριμένο ύψος (1.042 ευρώ) - και συνεπώς ο ιστορικός νομοθέτης είχε ρυθμίσει με αντίστοιχο τρόπο τους βασικούς μισθούς των ιατρών με εκείνο των δικαστικών λειτουργών (ΑΠ 1626/2023, ΑΠ 904/2022).
Στον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43, 44 παράγραφος Α.1, 29 παράγραφοι 1 και 2 και 30 παράγραφος Α.1 του ν. 3205/2005 με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Το αναιρεσείον εκθέτει, ειδικότερα, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το υποχρέωσε και αναγνώρισε κατά περίπτωση την υποχρέωσή του να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους μηνιαίως συγκεκριμένα ποσά ως επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας, τα οποία εσφαλμένα υπολόγισε για τον καθένα τους ποσοστιαία επί του μηνιαίου βασικού μισθού του πρωτοδίκη σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 43, 44 παράγραφος Α.1.
του ν. 3205/2003 - την οποία εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση αναλογικά σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος Α περίπτωση 1 του ν. 3205/2003 - και 29 παράγραφος 2 του ν. 3205/2003, όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθρο 181 παράγραφος 1 β του ν. 4270/2014 (Φ.Ε.Κ. Α 143/28-6-2014) και στη συνέχεια με το άρθρο 86 παράγραφος 6 του ν. 4307/2014 (Φ.Ε.Κ.
Α 246/15-11-2014), μολονότι από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το επίδομα αυτό έπρεπε να υπολογισθεί ποσοστιαία επί του βασικού μισθού που δικαιούτο κατά περίπτωση ο κάθε αναιρεσίβλητος-ιατρός και οδοντίατρος ανάλογα με το βαθμό του και όχι επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη.
Το αναιρεσείον ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το Μονομελές Εφετείο με την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρθηκαν υπολόγισε εσφαλμένα το χρονοεπίδομα που δικαιούντο οι αναιρεσίβλητοι και επιδίκασε για το λόγο αυτό στους αναιρεσιβλήτους επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας μεγαλύτερο από αυτό το οποίο μπορούσαν να αξιώσουν νόμιμα.
Το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), είτε υποχρέωσε, είτε αναγνώρισε κατά περίπτωση την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους μηνιαίο επίδομα χρόνου υπηρεσίας και για το χρονικό διάστημα από 20-11-2014 έως και 19-7-2015 συγκεκριμένου ποσού για τον καθένα τους το οποίο υπολόγισε ποσοστιαία επί του βασικού μισθού ποσού 2.067 Ευρώ, τον οποίο λάμβανε τότε ο πρωτοδίκης (βλ.
σελ. 12 της αναιρεσιβαλλομένης) σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. Α περ. 1 του ν. 3205/2003 και 29 παράγραφος 2 του ν. 3205/2003, όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθρο 181 παράγραφος 1 β του ν. 4270/2014 (Φ.Ε.Κ. Α 143/28-6-2014) και στη συνέχεια με το άρθρο 86 παράγραφος 6 του ν. 4307/2014 (Φ.Ε.Κ. Α 246/15-11-2014). Σύμφωνα, ωστόσο, και με όσα προαναφέρθηκαν το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας που μπορούσαν οι αναιρεσίβλητοι να αξιώσουν από το αναιρεσείον κατά το χρονικό διάστημα από 20-11-2014 έως και 19-7-2015 - διότι στις 20-7-2015 είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία ένταξής τους σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ.
με την έκδοση και τη νόμιμη δημοσίευση της οικείας διαπιστωτικής πράξης του διοικητή του - έπρεπε να υπολογισθεί ποσοστιαία επί του βασικού μισθού που δικαιούτο κατά περίπτωση ο ιατρός και ο οδοντίατρος ανάλογα με το βαθμό που κατείχε σύμφωνα με το άρθρο 43 του ν. 3205/2003, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 55 παράγραφος 2 του ν. 3918/2011 (Φ.Ε.Κ.
Α 31/2-3-2011), και όχι επί του βασικού μισθού, τον οποίο λάμβανε ο πρωτοδίκης. Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 43, 44 παράγραφος Α.1. του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. Α περ. 1 του ν. 3205/2003 και 29 παράγραφος 2 του ν. 3205/2003, όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθρο 181 παράγραφος 1 β του ν. 4270/2014 (Φ.Ε.Κ.
Α 143/28-6-2014) και στη συνέχεια με το άρθρο 86 παράγραφος 6 του ν. 4307/2014 (Φ.Ε.Κ. Α 246/15-11-2014) με συνέπεια να υπολογίσει το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας που είχαν δικαίωμα να λάβουν οι αναιρεσίβλητοι σε ποσό μεγαλύτερο από αυτό το οποίο μπορούσαν να αξιώσουν νόμιμα από αυτό. Το Μονομελές Εφετείο συνεπώς με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον με τον τέταρτο αναίρεσης, ο οποίος συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος για το χρονικό διάστημα από 20-11-2014 έως και 19-7-2015.
Το Δικαστήριο θα επιφυλαχθεί να αποφανθεί ως προς τη βασιμότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης για το χρονικό διάστημα από 20-7-2015 και εφεξής έως και τη συζήτηση της αγωγής μετά την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του ζητήματος που αναφέρθηκε στο υπό στοιχείο "4.α" της απόφασης. 5. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - πρέπει ως προς τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι παρέστησαν νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, α) να αναβληθεί η έκδοση απόφασης ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του ζητήματος το οποίο έχει παραπεμφθεί σε αυτή με υπ' αριθμό 662/2024 απόφαση του παρόντος Τμήματος, β) να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε η από 27-1-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 326/27-1-2017 έφεση και οι από 22-3-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1045-944/22-3-2018 πρόσθετοι λόγοι της, την οποία είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της υπ' αριθμό 10.790/16-12-2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση είχε δεχθεί την από 17-6-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4591/16-6-2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων εναντίον του και, περαιτέρω, είτε είχε υποχρεώσει, είτε είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει σε αυτούς τις επίδικες παροχές για το χρονικό διάστημα από 20-11-2014 έως και 19-7-2015.
Το Δικαστήριο θα επιφυλαχθεί να αποφανθεί ως προς τη βασιμότητα του τρίτου και του τετάρτου λόγου αναίρεσης για το χρονικό διάστημα από 20-7-2015 και εφεξής έως και τη συζήτηση της αγωγής μετά την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του ζητήματος που αναφέρθηκε στο υπό στοιχείο 4.α της παρούσας.
Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ).
Λόγος για δικαστικά έξοδα δεν θα γίνει, επειδή το παρόν Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε οριστικά επί όλων των λόγων αναίρεσης (άρθρα 573 παρ. 1, 176 εδ. α, 191 παρ. 2 και 183 του ΚΠολΔ, ΑΠ 448/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29-10-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3463-299/29-10-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 1953/30-7-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την πρώτη, τη δεύτερη, τον όγδοο, τον ένατο και τον ενδέκατο από τους αναιρεσιβλήτους και, συγκεκριμένα, ως προς τη Μ. Γ.-Α. του Β., κάτοικο ..., την Κ. Δ. του Β., κάτοικο ..., τον Ι. Μ. του Κ., κάτοικο ..., το Χ. Μ. του Δ., κάτοικο ... και τον Ε. Π., κάτοικο ...
Αναβάλλει ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους την έκδοση της απόφασης επί του πρώτου λόγου αναίρεσης, ωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του ζητήματος, το οποίο έχει παραπεμφθεί σε αυτή με υπ' αριθμό 662/10-5-2024 απόφαση του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου και επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί του τρίτου και του τετάρτου λόγου αναίρεσης κατά το μέρος τους που αναφέρεται στο σκεπτικό μετά την έκδοση της απόφασης που προαναφέρθηκε
Αναιρεί εν μέρει ως προς τους αναιρεσιβλήτους που παρέστησαν νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την υπ' αριθμό 1953/30-7-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τη διάταξή της που αναφέρθηκε στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τους ίδιους αναιρεσιβλήτους και κατά το μέρος που αναιρέθηκε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ