Legislator Case Law & Legislation
1821/2019 AI generated

Supreme Court applies more lenient new criminal code retroactively to acquit defendant on penalty charges.

Case Number 1821/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a June 2019 verdict by the Athens Court of Assizes. The defendant argued for a new trial, but the court found the appeal inadmissible regarding the charge of guilt. However, because the new Criminal Code entered into force after the appeal was filed, the court applied its more lenient provisions retroactively to the sentencing portion of the verdict.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 4619/2019; Art. 2 para. 1 of the new Criminal Code; Art. 511 para. 4 of the Criminal Procedure Code: The Supreme Court applies the more lenient substantive law retroactively when a new code enters into force after the appeal is filed, even if the original verdict was rendered under the old law.

Keywords

AI generated
retroactive application more lenient law criminal procedure appeal admissibility sentencing reduction

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 4619/2019
α και 27 § 1 του Ποινικού Κώδικα, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της κλοπής.
Art. 2 para. 1 of the new Criminal Code
Art. 511 para. 4 of the Criminal Procedure Code
Art. 514 para. 4 lit. b of the Criminal Procedure Code
Art. 520 of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1821 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1821/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2315/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Α. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πουρναρά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2019 αίτησή του αναιρέσεως, που ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, Διονυσίας Δημήτρουλα, και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 64/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1311/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α'95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, ορίζεται ότι " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1α του ΠΚ, περί κλοπής, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, με βάση την οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", ενώ κατά την ίδια διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή".

Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η νομοτυπική μορφή της πράξης της κλοπής δεν έχει αλλάξει, πλην όμως η διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1α του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού με αυτήν προβλέπεται πλέον ποινή από δέκα ημέρες, κατ' άρθρο 53 ΠΚ, έως τρία έτη, αντί εκείνης των τριών μηνών έως πέντε ετών, που προβλεπόταν προηγουμένως, ή μόνο χρηματική ποινή, η οποία είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα, και στη θεμελίωση νέας σ1 αυτό κατοχής από τον δράστη ή τρίτο, με το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησής του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται, τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του.

Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Γ ια την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Ειδικά για την αιτιολογία στην περίπτωση του εγκλήματος της κλοπής, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, με εξαίρεση την υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, που συνίσταται στο σκοπό παράνομης ιδιοποίησης του αφαιρεθέντος πράγματος, δεν απαιτείται περαιτέρω αιτιολογία του δόλου, εφόσον ο νόμος δεν συνδέει την ύπαρξή του με ορισμένα πρόσθετα περιστατικά, και δεν εμφανίζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση και η μορφή ενδεχομένου δόλου, αφού αυτός (ο δόλος), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 § 1 εδάφ.

α και 27 § 1 του Ποινικού Κώδικα, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της κλοπής. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 548 του ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του, εκτός αν λύεται με αυτές οριστικά ένα ζήτημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ανακλητές δεν είναι όλες οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις, παρά μόνο αυτές που δε λύνουν οριστικά ένα θέμα που ανέκυψε και σχετίζεται με την κατηγορία, αλλά απλά προπαρασκευάζουν την τελειωτική κρίση του Δικαστηρίου.

Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη για την ανάκληση των προπαρασκευαστικών αποφάσεων στηρίζεται στο ότι οι συγκεκριμένες αποφάσεις δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα και έτσι στα βασικά γνωρίσματα μιας γνήσιας προπαρασκευαστικής απόφασης πρέπει να συμπεριληφθεί και η μη ύπαρξη δυνατότητας προσβολής της αυτοτελώς με ένδικο μέσο (βλ, Αιτιολογική Έκθεση του ν, 4620/2019, κεφάλαιο Χ).

Γνήσια προπαρασκευαστική ή άλλως ανακλητή απόφαση είναι και η αναβλητική απόφαση του άρθρου 352 παρ. 3 του ΚΠοινΔ για νέες αποδείξεις. Η ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, αν το δικαστήριο δεν εμμείνει στην προπαρασκευαστική του απόφαση και προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις, δεν έχει δε υποχρέωση να αιτιολογήσει γιατί δεν θεωρεί πλέον αναγκαία την περαιτέρω συνέχιση της αναβολής για τον λόγο που αρχικά είχε αναβάλλει.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ΖΤ 2315/26-6-2019 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς, κατ' είδος, αναφέρει (τα έγγραφα που αναγνώστη καν, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την απολογία του κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν τα εξής, κατά λέξη: "Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 9-12-2011 έως 11-12-2011, στην ..., ο κατηγορούμενος αφαίρεσε από τη κατοχή του Ι.

Α. το με αριθμό ...89 ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας LOTUS, το οποίο ήταν σταθμευμένο στη οδό .... Το όχημα αυτό ακολούθως μετέφερε και στάθμευσε στον ..., στην οδό ..., όπου κατοικεί η Γ. Γ., φιλικό πρόσωπο της οικογένειας του κατηγορούμενου, ισχυριζόμενος σε αυτήν ότι το ανωτέρω όχημα ήταν ιδιοκτησίας του και δεν διέθετε χώρο για να το σταθμεύσει στην δική του οικία.

Στην συνέχεια αποδείχθηκε ότι στις 6-1-2016, ο εγκαλών, που είχε ήδη υποβάλει μήνυση κατ' αγνώστων και αναζητούσε το αυτοκίνητο του, εντόπισε σε αγγελία σε εφημερίδα ότι πωλείτο ένα παρόμοιο αυτοκίνητο. Λόγω του ότι επρόκειτο για μοντέλο αυτοκινήτου, του οποίου η κυκλοφορία δεν είναι συνήθης στην Ελλάδα, ο εγκαλών κανόνισε συνάντηση και έστειλε σε αυτήν την μάρτυρα του κατηγορητηρίου, Μ.

Σ. και έναν τεχνικό αυτοκινήτων. Στην συνάντηση αυτή εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος με την σύζυγο του, όπου οδήγησαν τη Μ. Σ. και τον τεχνικό αυτοκινήτων στην οδό ... στον ... όπου τους υπέδειξαν το επίδικο όχημα. Κατά την θεώρηση και τον έλεγχο του οχήματος, το οποίο, δεν έφερε πινακίδες, η Μ. Σ., αναγνώρισε σε αυτό τις αλλαγές που είχε διενεργήσει ο εγκαλών, όπως ένα ρολόι στην κεντρική κονσόλα που είχε τοποθετήσει ο εγκαλών, τον τύπο των ελαστικών, ιδιοκατασκευασμένα "φτερά" επάνω από τους θόλους των τροχών, το γραμματισμό LOTUS από μεταλλικά νίκελ γράμματα τα οποία ήταν κολλημένα κατά μήκος στην επάνω πλευρά του καπό, τα οποία είχε τοποθετήσει ο εγκαλών και δεν υπάρχουν στα υπόλοιπα αυτοκίνητα του ίδιου μοντέλου της ίδιας εταιρίας.

Κυρίως όμως παρατήρησαν τον αριθμό πλαισίου, που ήταν αυτός που αντιστοιχούσε στο αυτοκίνητο κατοχής του εγκαλούντα. Το γεγονός της αφαίρεσης του οχήματος, ο κατηγορούμενος δεν το αρνείται, όπως επίσης δεν αρνείται ότι έφερε χαραγμένο τον αριθμό πλαισίου του οχήματος LOTUS, που ανήκε στην κατοχή του εγκαλούντα.

Ισχυρίζεται όμως ότι το αυτοκίνητο αυτό δεν ανήκει στην κατοχή του εγκαλούντα αλλά ήταν ιδιοκτησίας του θανόντα πεθερού του και ότι ανήκε πλέον στην κατοχή της γυναίκας του και της οικογένειάς της. Ισχυρίζεται ακόμη ότι ο μηνυτής, που είχε επίσης στην κατοχή του όχημα μάρκας LOTUS που παρουσίαζε τεχνικά προβλήματα, κατά το χρονικό διάστημα που είχε στην κατοχή του το επίδικο όχημα, αλλοίωσε τον αριθμό πλαισίου του και άλλα στοιχεία του ώστε να φαίνεται ότι επρόκειτο για το όχημα μάρκας LOTUS που ανήκε στον ίδιο, με απώτερο σκοπό να αποσύρει το δικό του και να εμφανίζει το επίδικο όχημα ως δικό του.

Ο κατηγορούμενος όμως δεν επικαλέσθηκε κάποιο πραγματικό περιστατικό που αληθές υποτιθέμενο θα μπορούσε να στηρίξει τον ισχυρισμό αυτό. Αντίθετα αυτός (ισχυρισμός) συνιστά απλή υπόθεση ενόψει του ότι το επίδικο αυτοκίνητο και αυτό του πεθερού του ομοιάζουν και στη οποία (υπόθεση) προέβη ο κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε ότι το επίδικο όχημα δεν έφερε τον αριθμό πλαισίου του δικού του οχήματος αλλά αυτόν του εγκαλούντα.

Ο ισχυρισμός αυτός εξάλλου δεν αποδείχθηκε ούτε από κάποιο έγγραφο ούτε από κάποια μαρτυρική κατάθεση. Αντίθετα, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αποδείχθηκε ότι το επίδικο όχημα, είναι ιδιοκτησίας του πατέρα του εγκαλούντα, ευρισκόμενο στην κατοχή του εγκαλούντα, δοθέντος ότι όπως προκύπτει από την έκθεση έρευνας και κατάσχεσης το αυτοκίνητο που ανευρέθη, έφερε χαραγμένο τον αριθμό πλαισίου του αυτοκινήτου του εγκαλούντα ενώ και η μάρτυρας Μ.

Σ. που ήρθε σε επαφή με το αυτοκίνητο, όταν αυτό βρέθηκε σταθμευμένο σε οικία φιλικού προσώπου του κατηγορούμενου, αναγνώρισε τον αριθμό πλαισίου καθώς επίσης και τις προαναφερόμενες αλλαγές που είχε διενεργήσει ο εγκαλών. Όσα δε ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται περί αλλοίωσης του αριθμού πλαισίου από τον εγκαλούντα, όπως προαναφέρθηκε, συνιστούν υποθέσεις στις οποίες προέβη όταν αντιλήφθηκε ότι το επίδικο όχημα δεν έφερε τον αριθμό πλαισίου του δικού του οχήματος αλλά αυτόν του εγκαλούντα, προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Εξάλλου, το επίδικο αυτοκίνητο αποδόθηκε από τους αστυνομικούς του ΤΑ ... στον εγκαλούντα, αφού πείσθηκαν από την διενεργηθείσα προανάκριση ότι του ανήκει κατά κατοχή, όπως προκύπτει από τη από 2-2-2016 έκθεση κατάσχεσης. Επομένως, εάν οι αστυνομικοί του ΤΑ ... είχαν την υποψία ότι ο αριθμός πλαισίου είχε αλλοιωθεί και είχαν θεωρήσει ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου μπορεί να ήταν αληθείς, δε θα προχωρούσαν σε απόδοση αυτού στον εγκαλούντα αλλά θα προχωρούσαν σε έρευνα των ισχυρισμών.

Τέλος, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου κατά τον οποίο το όχημα είχε αφαιρέσει από την κατοχή του εγκαλούντα και το είχε μεταφέρει στον ..., στην οδό ... ήδη από το έτος 2004 δεν αποδεικνύεται δοθέντος ότι η ίδια η Γ. Γ. στην κατάθεσή της αναφέρει ως χρόνο στον οποίο ο κατηγορούμενος μετέφερε στην οικία της το επίδικο όχημα το 2011 ενώ όπως προκύπτει από το δελτίο τεχνικού ελέγχου του επίδικου οχήματος που προσκομίζει ο εγκαλών, προκύπτει ότι αυτό ελέγχθηκε το έτος 2009 και επομένως βρισκόταν ακόμη στην κατοχή του.

Από τα ως άνω αποδεικνύεται ότι τα υπάρχοντα στην δικογραφία στοιχεία κρίνονται επαρκή ώστε να διερευνηθεί το ζήτημα της κυριότητας του αυτοκινήτου που έχει θέσει ο κατηγορούμενος και επομένως η προγενέστερη απόφαση περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης πρέπει να ανακληθεί". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της κλοπής και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης επτά(7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 9-12-2011 έως 11-12-2011 και σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του. Ειδικότερα, με τον παραπάνω σκοπό, αφαίρεσε από την κυριότητα του Α. Ι. το υπ' αριθμό ...89 ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας Lotus, το οποίο ήταν σταθμευμένο στην οδό ...".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της κλοπής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, ήτοι τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, μεταξύ των οποίων και τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα, οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και η απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 372 εδ α ΠΚ.

Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη όλα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού με αιτιολογική επάρκεια κρίθηκε, ότι η αφαίρεση από τον αναιρεσείοντα του αναφερόμενου κινητού πράγματος (αυτοκινήτου) από την κατοχή του εγκαλούντος έγινε με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του, ήτοι με την επιδίωξη ενσωμάτωσής του στην περιουσία του.

Όσον δε αφορά την ύπαρξη του δόλου κατά τα λοιπά, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να υπάρχουν και ειδικότερες σκέψεις για το υποκειμενικό στοιχείο, διότι ο δόλος στην προκείμενη περίπτωση ενυπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις αναφερόμενες συνθήκες τέλεσής του, αφού από το νόμο, εκτός του κατά τα άνω αιτιολογηθέντος σκοπού, δεν αξιώνονται προσθετά στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υπόστασης.

Επίσης, δεν είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται περαιτέρω στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης από ποιο ή ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η παραδοχή της περί της τέλεσης της ένδικης πράξης από τον κατηγορούμενο, αφού, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η εκτίμηση και η εσφαλμένη ή ορθή αξιολόγηση των αποδείξεων, ως αναγόμενη στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Οι λοιπές εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' του ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το ένα μέρος του, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την κρίση της περί ενοχής, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, είναι αβάσιμος.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ρητά ανακάλεσε προγενέστερη ανακλητή προπαρασκευαστική απόφαση περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης ως προς το ζήτημα της κυριότητας του επίδικου αυτοκινήτου, δεχόμενο ότι" από τα ως άνω αποδεικνύεται ότι τα υπάρχοντα στην δικογραφία στοιχεία κρίνονται επαρκή ώστε να διερευνηθεί το ζήτημα της κυριότητας του αυτοκινήτου που έχει θέσει ο κατηγορούμενος και επομένως η προγενέστερη απόφαση περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης πρέπει να ανακληθεί".

Η ανωτέρω αιτιολογία, που παραπέμπει σε όλο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικοί και νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων ήταν ανακλητή η προπαρασκευαστική απόφαση, παρότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στο τελευταίο μέρος της μείζονος σκέψης, η ανάκληση θα μπορούσε να είναι και σιωπηρή, χωρίς να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να αιτιολογήσει γιατί δεν θεωρεί πλέον αναγκαία την περαιτέρω συνέχιση της αναβολής για τον λόγο που αρχικά είχε αναβάλλει.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το έτερο μέρος του περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ανάκληση της προπαρασκευαστικής απόφασης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο πρώτο του ν.4620/2019 (ΦΕΚ Α'96/11-6-2019), όπως προαναφέρθηκε, κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου Κ.Ποιν.Δ.). Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του νέου Κ.Ποιν.Δ, "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα", κατά δε το άρθρο 590 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα.

Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. δ' του νέου Κ.Ποιν.Δ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πράγμα που συμβαίνει ακόμη και σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (άρθρ. 514 εδ.δ' περ.β' ΚΠοινΔ).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος για την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης απόφασης, που εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, συζητήθηκε όμως μετά την 1-7-2019, στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από το αν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση της τελευταίας.

Εν προκειμένω, κατά την εκδίκαση της κρινόμενης από 10-9-2019 αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ΖΤ 2315/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε στις 26-6-2019, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω κώδικα, ασκήθηκε όμως και συζητήθηκε μετά την 1-7-2019, αφού εμφανίστηκε ο αναιρεσείων και η κρινόμενη αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση στο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου) είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα (περιέχουσα ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ 1. στοιχείο Δ' του Κ.Ποιν.Δ), συντρέχει νόμιμη περίπτωση το παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως την ανωτέρω επιεικέστερη διάταξη, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινής διατάξεις της και να παραπέμψει, κατά το αναιρούμενο μέρος της, την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, διαφορετικά από άλλους (άρθρο 522 Κ.Ποιν.Δ). Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν υφίσταται άλλος λόγος προς έρευνα καθιστάμενη πλέον αμετάκλητη ως προς την περί ενοχής διάταξή της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη ΖΤ 2315/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τις περί ποινής διατάξεις της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, διαφορετικά από άλλους.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10-9-2019, με αριθμό 64/2019, αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση στο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών) του Δ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ