Appeal dismissed; court upheld lower court's finding of easement based on cumulative evidence, rejecting document distortion claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a servitude of way. The appellant argued the lower court distorted a deed and maps to find an easement, but the court noted the easement was established through a cumulative assessment of all evidence, not just the disputed documents. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for attacking the court's unfettered evaluation of facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1108, 559 of the Civil Code; The court's evaluation of factual circumstances regarding the existence of a servitude is unfettered and cannot be challenged by alleging distortion of specific documents when the finding is based on a cumulative assessment of all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1821 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1821/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασακόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Π. του Γ., Ν. Ά., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλαϊτζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4096/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5671/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/2/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 23/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1108 ΑΚ αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον, το δικαίωμα δε αυτό δεν παρέχεται στον κύριο, αν εκείνος που έκανε την προσβολή ενήργησε δυνάμει δικαιώματος.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται σε περίπτωση μερικής προσβολής της κυριότητας δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος. Διατάραξη της κυριότητας αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνον ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει, ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνον εξουσιών από την κυριότητα επί του πράγματος.
Γενικώς δε κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής, αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής με αίτημα την άρση της προσβολής και την παύση της στο μέλλον. Από την ίδια διάταξη (παρ 2) προκύπτει ότι ο εναγόμενος με την αρνητική αγωγή μπορεί να αντιτάξει την καταλυτική αυτής ένσταση ότι την επέμβαση στο ακίνητο ενήργησε με βάση δικαίωμα εμπράγματο ή ενοχικό, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού πηγάζει από έννομη σχέση, η οποία δεσμεύει και τον τελευταίο, ενάγοντα-κύριο, όπως όταν στηρίζεται σε περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα, αφού με αυτό περιορίζεται η κυριότητα και όχι από προσωπική ενοχική σχέση, που συνδέει τον εναγόμενο με τρίτους, οπότε σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού η αγωγή απορρίπτεται.
Περαιτέρω και εκείνος που έχει δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας οδού επί ακινήτου δικαιούται κατ' άρθρο 1108 παρ. 2 ΑΚ να αρνηθεί δε' ενστάσεως την απόδοση αυτού. Είναι δε οιονεί νομή ή νομή δικαιώματος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 975 ΑΚ η ασκούμενη φυσική εξουσίαση σε ξένο πράγμα ως προς ορισμένες μόνο χρησιμότητες αυτού με διάνοια δικαιούχου δηλαδή με τη θέληση να έχει ο δικαιούχος τη φυσική εξουσία ως ασκών ίδιο δικαίωμα.
Έτσι στοιχεία της οιονεί νομής είναι η ύπαρξη μερικής φυσικής εξουσίασης στο ξένο πράγμα και η θέληση του οιονεί νομέως να ασκεί τη φυσική εξουσίαση με διάνοια δικαιούχου, χωρίς να απαιτείται και πεποίθηση τούτου ότι ασκεί δουλεία νομίμως συσταθείσα. Εξάλλου η οιονεί νομή όπως και η νομή αποκτάται πρωτοτύπως η και κατά παράγωγο τρόπο, όπως ορίζεται στα άρθρα 976 και 977 ΑΚ.
Eιδικότερα παραγώγως αποκτάται η νομή και η οιονεί νομή και με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής ή οιονεί νομής σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι της μεταβίβασης νομέα. Περαιτέρω ο απαιτούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1121, 1033 και 369 ΑΚ συστατικός τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου για τη σύσταση πραγματικής δουλείας οδού από καμμία διάταξη επιβάλλεται και για τη μεταβιβαστική της οιονεί νομής δουλείας οδού συμφωνία, αφού η νομή αυτή ως ιδιόμορφο δικαίωμα, διάφορο των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 973 ΑΚ εμπραγμάτων δικαιωμάτων, δεν υπόκειται ως προς τη σύσταση, μετάθεση ή αλλοίωσή της δια συμβάσεως στους κανόνες των άρθρων 369 και 1033 ΑΚ περί συμβολαιογραφικού τύπου και μεταγραφής, έτσι η κτήση της οιονεί νομής δουλείας οδού με άτυπη συμφωνία και παράδοση είναι έγκυρη και ισχυρή.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αλεξάνδρας Μίχου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας, στον τόμο ..., με αριθμό…, ο ενάγων κατέστη κύριος της υπό στοιχεία …αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας .....(κατοικίας), κειμένης επί του υπ' αριθμόν 2 του οικοπέδου στην θέση.
Το οικόπεδο αυτό....... αποτελεί τμήμα μείζονος οικοπέδου το οποίο περιήλθε στην δικαιοπάροχο του ενάγοντος και κατασκευάστρια της ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως και των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησιών......, ως αγροτεμάχιο εκτάσεων 5.156,74 τ.μ., το οποίο, μετά την ένταξή στο σχέδιο πόλεως, τη ρυμοτόμηση και την προσφορά του σε γη, απέμεινε εκτάσεων 2.970,20 τ.μ.
και το οποίο, δυνάμει του ... συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί........ κατέτμησε σε τρία οικόπεδα. Επί του ως άνω οικοπέδου με στοιχεία .. ανηγέρθη από τον Ι. Κ. και την εκπροσωπούμενη από αυτόν ως άνω εταιρεία συγκρότημα κατοικιών, αποτελούμενο από τρεις ανεξάρτητες υπό στοιχεία…,… και… ιδιοκτησίες......
Εν συνεχεία το οικόπεδο αυτό και τα ως άνω κτίσματα, δυνάμει της ... πράξεως της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί....... υπήχθησαν στον θεσμό και τις διατάξεις του Ν. 3741/1929........και δημιουργήθησαν οι αυτοτελείς διηρημένες και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες (κατοικίες), καθώς και οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι αυτής, παράλληλα καταρτίσθηκε και ο κανονισμός,......
Δυνάμει της ως άνω πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας προβλέφθηκε ότι οι κήποι που υπάρχουν γύρω από κάθε κατοικία θα ανήκουν στην αποκλειστική χρήση των ιδιοκτησιών της κατοικίας, γύρω από τις οποίες βρίσκονται όπως εμφαίνονται στο από Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.
Σ. που έχει προσαρτηθεί στην ως άνω πράξη. Βάσει αυτής...... στην …κατοικία προβλέφθηκε να ανήκει κατά αποκλειστική χρήση ο χώρος49,66 τ.μ. προκήπιο και χώρος 79,69 τ.μ. Παράλληλα απαγορεύθηκε σε καθένα ιδιοκτήτη να περιφράξει το χώρο αυτό........ Δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου που έχει νόμιμα μεταγραφεί η εναγόμενη κατέστη κυρία της με στοιχεία …οριζοντίου ιδιοκτησίας του συγκροτήματος κατοικιών του ομόρου υπό στοιχεία 1 αυτοτελούς ως άνω οικοπέδου......Παράλληλα με τους κανονισμούς του συγκροτήματος κατοικιών των ως άνω τριών οικοπέδων, καταρτίστηκε και κανονισμός χρήσης της πισίνας, επιφανείας 53,65 τ.μ., για την οποία είχε παραχωρηθεί δουλεία από όλους τους ιδιοκτήτες του συγκροτήματος του συνόλου των εννέα κατοικιών και αποτελεί κοινόχρηστο χώρο για τους ιδιοκτήτες και ενοίκους των κατοικιών του συγκροτήματος μετά την αποπεράτωση του συγκροτήματος των εννέα κατοικιών των τριών οικοπέδων, υφίσταται κοινή διαχείριση με ένα διαχειριστή και το συγκρότημα λειτουργεί ενιαία σαν ένα οικόπεδο.
Κατά το στάδιο κατασκευής του άνω συγκροτήματος κατοικιών και της τελικής διαμόρφωσης των εσωτερικών κοινοχρήστων χώρων του όλου οικοπέδου ήτοι των κήπων, προκηπίων, πίσω κήπων, διαδρόμων κλπ., προκειμένου η Κ3 κατοικία του με στοιχεία 1 οικοπέδου να έχει ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση προς την κοινόχρηστη πισίνα, όπως άλλωστε και οι λοιπές κατοικίες του ιδίου οικοπέδου, αλλά και η κατοικία του ενάγοντος, αφέθηκε από την κατασκευάστρια του συγκροτήματος των κατοικιών εταιρεία, για τον σκοπό αυτό, διάδρομος πλάτους 1,30 μέτρων περίπου μέσα σε κοινόχρηστο χώρο του με στοιχεία 2 οικοπέδου ο οποίος κείται βόρια του πίσω κήπου της ….κατοικίας του 1 οικοπέδου και ανατολικά του υπό στοιχεία ...
και ... ανατολικού ορίου του πίσω κήπου της …κατοικίας του ενάγοντος και έτσι αποτυπώνεται στο ως άνω από Ιούνιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα προσδιορισμού κήπων κάτοψης του 2 οικοπέδου του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Σ., που είχε προσαρτηθεί στην ... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, που ο ενάγων είχε λάβε γνώση κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της κατοικίας του, δεδομένου ότι μόνο από το σημείου αυτό ήταν τεχνικώς δυνατή η πρόσβαση της …κατοικίας του 1 οικοπέδου στην κοινόχρηστη πισίνα, ενόψει και του γεγονότος ότι ουσιαστικά και τα τρία οικόπεδα και οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι τους, με την αποπεράτωση του όλου οικοδομικού συγκροτήματος, έχουν μεταξύ τους λειτουργική εν δυνάμει ενότητα.
Μάλιστα, επειδή μεταξύ του πίσω κήπου της …κατοικίας του 1 οικοπέδου και του ανωτέρω διαδρόμου υπήρχε μικρή υψομετρική διαφορά, κατασκευάστηκε απ' αρχής στο σημείο επαφής τους, με δαπάνη της κατασκευάστριας εταιρείας, μικρή πέτρινη σκάλα από πέντε σκαλοπάτια, που κατέληγε στον διάδρομο αυτό, για να κατεβαίνουν από τον πίσω κήπο τους οι ένοικοι της …κατοικίας του 1 οικοπέδου κατά την μετάβασή τους, μέσω του διαδρόμου αυτού, προς την πισίνα.
Όλων των ανωτέρω έλαβε γνώση ο ενάγων όταν αγόρασε την ως άνω …κατοικία του οικοπέδου 2, δηλαδή αγόρασε την εν λόγω κατοικία ενώ υπήρχε ο εν λόγω διάδρομος και η μικρή πέτρινη σκάλα ήταν ήδη κατασκευασμένη και τελούσε σε πλήρη γνώση της ύπαρξής τους και του σκοπού για τον οποίο είχαν κατασκευαστεί, αλλά και με βάση το ως άνω από Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα προσδιορισμού κήπων κατοικιών του 2 οικοπέδου, του οποίου έλαβε γνώση μαζί με την πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως προαναφέρθηκε, κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και αποδέχθηκε χωρίς αντίρρηση.
Κατά την κατάρτιση του ... πωλητηρίου συμβολαίου της …κατοικίας του 1 οικοπέδου προς την εναγομένη και παράλληλα με αυτό καταρτίστηκε και το με ίδια ημερομηνία από 10-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου ο Ι. Κ., ενεργών για τον εαυτό του και με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της κατασκευάστριας και πωλήτριας εταιρείας της ως άνω κατοικίας, δήλωσε ρητά, ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα, έχοντας διατηρήσει εξ αρχής υπέρ αυτών το σχετικό δικαίωμα διόδου, ότι παραχωρούν στην εναγομένη την ως άνω δίοδο προκειμένου οι ιδιοκτήτες της Κ3 κατοικίας του 1 οικοπέδου, ως και οι έλκοντες από αυτούς δικαιώματα, να αποκτήσουν πρόσβαση στον ως άνω κοινόχρηστο χώρο της πισίνας.
Έτσι η εναγομένη απέκτησε οιονεί νομή δουλείας διόδου επί της επιδίκου εδαφικής λωρίδας και έκτοτε η ίδια αλλά και οι έλκοντες από αυτή δικαιώματα, σύμφωνα με τον κανονισμό χρήσης της πισίνας, έκαναν χρήση αυτής, το δικαίωμα δε αυτό επικυρώθηκε και με την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της 25-02-2007 των ιδιοκτητών των εννέα κατοικιών του συγκροτήματος μετά από πρόσκληση του ενάγοντος, που ήταν διαχειριστής, οπότε η Γ.Σ.
αποφάσισε ομόφωνα ότι η πρόσβαση στην πισίνα της ιδιοκτησίας …του 1 οικοπέδου θα γίνεται μέσω του κοινόχρηστου χώρου του οικοπέδου 2, απόφαση η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά αυτής, που έχουν υπογραφεί από τους ιδιοκτήτες των 9 κατοικιών, μεταξύ των οποίων και από τον ίδιο τον ενάγοντα. Παρόλα αυτά ο ενάγων στις 6.8.2007 μετέβη στο Α.Τ Ν.Ερυθραίας προσκομίζοντας την από 6.8.2007 Εισαγγελική παραγγελία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και εξέφρασε παράπονα σε βάρος της εναγομένης και του συζύγου της, μεταξύ άλλων και για παράνομη είσοδο στον προαύλιο χώρο της οικίας του.
Την 4.10.2007 ο ενάγων υπέβαλε την από 3.10.2007 αίτηση του στην Πολεοδομία της Νομαρχίας Αθηνών ζητώντας την διενέργεια αυτοψίας, προκειμένου να ελεγχθεί η νομιμότητα ή μη της ως άνω κλίμακας στον ακάλυπτο χώρο της ιδιοκτησίας της εναγομένης. Σε γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε από την εν λόγω Υπηρεσία ότι η σκάλα δεν εμφανίζεται στα εγκεκριμένα σχέδια των οικοδομικών αδειών, βάσει των οποίων κατασκευάστηκαν οι ιδιοκτησίες των διαδίκων.
Την 22.10.2007 ο ενάγων, μαζί με τον Δ. Κ. και την Ά. Σ., που ήταν μόνοι κύριοι, νομείς και κάτοχοι όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών του συγκροτήματος κατοικιών του 2 οικοπέδου, προέβησαν στην τροποποίηση της ... πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αλεξάνδρας Μίχου, δυνάμει της ...
πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ρουμπίνης Τίγκα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ν. Ερυθραίας (τόμος.., αρ….). Η τροποποίηση αφορούσε τις αποκλειστικές χρήσεις των οριζοντίων ιδιοκτησιών …και…. Έτσι στην οικία Κ3... του ενάγοντα ανήκει κατά αποκλειστική χρήση ο χώρος ο εμφαινόμενος με τα στοιχεία ..., πίσω κήπος…, στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, επιφανείας 121,73 τμ ήτοι χώρος μεγαλύτερος κατά 42,06 τμ, τα οποία αφαιρέθησαν, επίσης, από τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο του όλου οικοπέδου.
Στις 29.2.2008 εκδόθηκε, με την επιμέλεια του ενάγοντος, η ... άδεια καθαίρεσης της ως άνω σκάλας από την Διεύθυνση Πολεοδομίας Βορείου Τομέα και βάσει αυτής, κατά τον μήνα Μάρτιο του ιδίου έτους, ο ενάγων προέβη στην καθαίρεση της σκάλας, που χρησιμοποιούσε η εναγομένη και οι εξ αυτής έλκοντες δικαίωμα για να έχουν πρόσβαση, δια της επιδίκου διόδου, στην κοινόχρηστη πισίνα και περίφραξε το οικόπεδο του με αποτέλεσμα να διαταράσσει την άσκηση του ως άνω δικαιώματος της οιονεί δουλείας διόδου δι' αυτής της εναγομένης.
Η εναγομένη δεν αρνείται το δικαίωμα κυριότητος του ενάγοντος και των λοιπών συνιδιοκτητών επί του οικοπέδου 2 ούτε και το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης του ενάγοντος, επί του επιδίκου, ισχυρίζεται, όμως, ότι απέκτησε οιονεί νομή δουλείας οδού μέσω της επίδικης εδαφικής λωρίδας, προς επικοινωνία της ιδιοκτησίας της με την υπάρχουσα επί του συγκροτήματος των 9 κατοικιών πισίνα και όχι δουλεία διόδου.
Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί νόμιμη, κατά τα άρθρο 974, 975, 976 και 1095 ΑΚ ένσταση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού, ο οποίος, μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστικής απόψεως". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή και ακολούθως κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης, δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας οδού στο επίδικο ακίνητο, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, αρνητική κυριότητας και αρνητική αναγνωριστική ανυπαρξίας δικαιώματος, οιονεί νομής δουλείας οδού.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 975, 976, 973, 1095 1002, 1117, 1108 ΑΚ (ενώ δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των άρθρων 996, 1094, 1132 ΑΚ, τα οποία επικαλούνται επί πλέον οι αναιρεσείοντες), τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε εκθέτοντας με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις ειδικότερες παραδοχές από τις οποίες προκύπτει 1) ότι το ακίνητο που αγόρασε ο ενάγων ήταν επιβαρημένο από την κοινή δικαιοπάροχο των διαδίκων πωλήτρια τούτου και του ακινήτου της εναγομένης προηγούμενη κυρία και κατασκευάστρια αυτών, με τη διέλευση σε εδαφική λωρίδα του κοινοχρήστου χώρου του, των εκάστοτε ενοίκων της …οικίας του 1 οικοπέδου δηλαδή του ακινήτου που αγόρασε η εναγομένη, ομόρου του αναιρεσείοντος προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην κοινόχρηστη πισίνα, έχοντας προς τούτο δημιουργήσει και τη σχετική υποδομή (η δικαιοπάροχος αρχική κυρία) κατά την κατασκευή των κατοικιών του μείζονος συγκροτήματος τούτων, ώστε να καταστεί δυνατή η επικοινωνία της τελευταίας αυτής οικίας με την επίδικη δίοδο, και δια μέσου αυτής με την πισίνα, γεγονός το οποίο γνώριζε ο ενάγων-αναιρεσείων κατά την αγορά του ακινήτου του, δηλαδή γνώριζε και τον περιορισμό της κυριότητάς του ως προς την επίδικη εδαφικής λωρίδα και από τη διαμορφωθείσα πριν από την αγορά αυτού κατάσταση, καθώς και το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε και το αποδέχθηκε και 2) ότι η εναγομένη αναιρεσίβλητη απέκτησε οιονεί νομή πραγματικής δουλείας οδού στο επίδικο ακίνητο με βάση συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της κοινής δικαιοπαρόχου των διαδίκων κατά την αγορά του οιονεί δεσπόζοντος …ακινήτου του 1 οικοπέδου για την παράδοση και κτήση της οιονεί νομής δικαίωμα το οποίο η πωλήτρια είχε ως κυρία αυτού και μετά την αγορά του οιονεί δουλεύοντος ακινήτου του ενάγοντος και από την οποία δεσμεύεται ο αναιρεσείων αφού γνώριζε και αποδέχθηκε το σχετικό βάρος του ακινήτου του.
Δεν ήταν άλλωστε αναγκαία για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος, αλλά και του αντίστοιχου περιορισμού της κυριότητας του αναιρεσείοντος η κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου και η μεταγραφή του, καθ' όσον τούτο απαιτείται για την σύσταση πραγματικής δουλείας οδού. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, έστω και αν στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται αναφορά ότι η ένσταση δικαιώματος οιονεί νομής της εναγομένης κατά παραδοχή της οποίας ως κατ' ουσίαν βάσιμης, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1095 ΑΚ, με την οποία όμως αμύνεται ο εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου, εφάρμοσε ορθώς για να καταλήξει στο παραπάνω πόρισμά του τη διάταξη του άρθρου 1108 παρ. 2 ΑΚ, με την οποία αμύνεται ο εναγόμενος στην αρνητική αγωγή, που είναι αντίστοιχη με τη διάταξη του 1095 ΑΚ και ήταν εφαρμοστέα με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο κατά το πρώτο και τρίτο μέρος, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της οιονεί νομής δουλείας οδού από την εναγομένη είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους και ειδικότερα στο τρίτο μέρος του πρώτου λόγου, στο δεύτερο, τρίτο και ένατο λόγους είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται τόσον η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το ίδιο δικαστήριο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος καθώς και σε πραγματικά και νομικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που γίνεται με το αναιρετήριο αριθμητικά μόνον επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των στοιχείων που στηρίζουν τη σχετική αναιρετική πλημμέλεια, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκε από το Εφετείο είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 973, 974, 975, 999, 1000, 1095 και 1108 ΑΚ καθώς και από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. επειδή το Εφετείο δεν απέρριψε ως μη νόμιμη και απαράδεκτη την ένσταση της εναγομένης προς απόκρουση της αρνητικής αγωγής, περί δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας οδού, ενώ από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείχθηκε ότι η διέλευση της τελευταίας από την επίδικη δίοδο είχε επιτραπεί από τον ίδιο κατόπιν παρακλήσεως αυτής, ο οποίος και ανακάλεσε την ανοχή του προς τούτο, είναι απαράδεκτος καθ' όσον υπό την επίκληση των παραπάνω πλημμελειών πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται και όταν στην απόφαση υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της, που έχει τη μορφή των ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών και εφόσον οι αιτιολογίες αυτές στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού αυτής, συνιστάμενες ειδικότερα στο ότι ενώ δέχεται το Εφετείο ότι "η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) δεν αρνείται το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) και των λοιπών συνιδιοκτητών επί του επιδίκου ούτε το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του ενάγοντος...." απέρριψε στο σύνολό της την αρνητική της συγκυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος, δηλαδή και ως προς το αναγνωριστικό αίτημα αυτής, το οποίο όμως δέχεται στο αιτιολογικό της, αναγνωρίζοντας αυτόν συγκύριο του επιδίκου και έπρεπε να δεχθεί κατά το αίτημα τούτο την αγωγή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον η αγωγή απορρίφθηκε κατά παραδοχή ενστάσεως δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας οδού, την οποία πρότεινε η εναγομένη αμυνόμενη κατ' αυτής. Η παραδοχή της ενστάσεως έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής, τόσον κατά το αίτημα της αναγνώρισης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, ως συγκυρίου του επιδίκου ακινήτου όσον και κατά το αίτημα της άρσης της προσβολής της κυριότητας και της παράλειψης αυτής στο μέλλον, καθ' όσον το πρώτο δεν είναι αυτοτελές αλλά αποτελεί προϋπόθεση του δεύτερου.
Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο.
Περαιτέρω δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η έννομη σχέση που τον συνδέει με την αναιρεσίβλητη είναι αυτή της κατά παράκληση χρήσης του επιδίκου, (χρησιδανείου) που έληξε με τη γνωστοποίηση προς την τελευταία της αντίθετης προς τούτο βούλησής του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τον παραπάνω ισχυρισμό που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, είχε νομοτύπως με λόγο έφεσης προβάλλει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Παρεκτός του ότι ο ισχυρισμός αυτός, που στηρίζει την αγωγική αξίωση για την αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας οδού της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε, παρά τη μη ρητή αναφορά της απόρριψης σ' αυτήν, αφού δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι η τελευταία ασκεί στην επίδικη εδαφική λωρίδα δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας οδού και συνεπώς από την παραδοχή αυτή συνάγεται ότι δεν τη χρησιμοποιούσε στα πλαίσια άλλης έννομης σχέσης που τη συνέδεε με τον αναιρεσείοντα.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.
Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος που λήφθηκαν μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης Δ.
Κ., Α. Σ., και Π. Κ., καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως προς την περιεχόμενη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης οι οποίες αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι η έννομη σχέση που τον συνδέει με την αναιρεσίβλητη είναι αυτή της κατά παράκληση χρήσης του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα προαναφερόμενα έγγραφα.
Επειδή με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι "η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο" δεν εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναίρεσης πέραν από εκείνους, που περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο των παραπάνω εγγράφων προκειμένου να διαπιστωθεί αν από την εσφαλμένη εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
Έτσι η εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου άλλης δίκης, όπως δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί μεταξύ των διαδίκων σε άλλη δίκη από το δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί καθ' εαυτήν λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς ο όγδοος λόγος της αίτησης-αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. εσφαλμένης εκτίμησης από το Εφετείο της 593/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου με την οποία η αναιρεσίβλητη αναγνωρίσθηκε οιονεί νομέας δουλείας διέλευσης από το επίδικο ακίνητο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
στηρίζει η αιτίαση αυτή. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται 1) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου 2) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό της σφάλμα 3) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και 4) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 10-10-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε μεταξύ της κοινής δικαιοπαρόχου των διαδίκων και της αναιρεσίβλητης, το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας καθ' όσον, ενώ σ' αυτό δεν αναφέρεται ότι η κατασκευάστρια των ακινήτων των διαδίκων (και δικαιοπάροχός τους) "είχαν διατηρήσει εξαρχής υπέρ αυτών το σχετικό δικαίωμα διόδου" οδηγήθηκε σε καταφατική κρίση περί της αποκτήσεως οιονεί νομής δουλείας διόδου στο επίδικο ακίνητο από την αναιρεσίβλητη δεχόμενο ειδικότερα ότι η κατασκευάστρια είχε διατηρήσει το σχετικό δικαίωμα το οποίο και μεταβίβασε στην τελευταία.
Όπως όμως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης στις οποίες διαλαμβάνεται το περιεχόμενό του, όπως διατυπώνεται στο ίδιο έγγραφο, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε τούτο χωρίς να υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα, δε δέχθηκε ότι στο έγγραφο αυτό αναφερόταν ότι η κατασκευάστρια είχε διατηρήσει υπέρ αυτής το σχετικό δικαίωμα, σχημάτισε δε την προαναφερόμενη δικανική του κρίση από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι για το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης από την αναιρεσίβλητη οιονεί νομής δουλείας διόδου στην ένδικη διαφορά, μη μορφώνοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του παραπάνω έγγραφο, χωρίς άλλωστε να εξαίρεται η ιδιαίτερη αποδεικτική του αξία για το ίδιο ουσιώδες ζήτημα.
Με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος και το δέκατο λόγο αυτής αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια επίσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην παραδοχή του ότι η εναγομένη απέκτησε οιονεί νομή δουλείας οδού στο επίδικο ακίνητο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ...
συμβολαιογραφικής πράξης περί συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, καθώς και τα από Ιούνιο 2004 και Απρίλιο του 2002 τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού Γ. Σ., που συνοδεύει αυτήν, αφού, από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει ότι αφέθηκε ούτε αποτυπώνεται διάδρομος πλάτους 1,30 μ., για τη χρήση ή νομή δουλείας οδού υπέρ του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι αφέθηκε.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και επιπλέον δεν παραβιάζονται κανόνες δικαίου ούτε συντρέχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ' όσον ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ούτε από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή, αλλά στη συνεκτίμηση αυτών με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στα διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2012 αίτηση του Λ. Σ. κατά της 5671/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ