Legislator Case Law & Legislation
1821/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance ownership, rejecting claims of exclusive possession and agent authority.

Case Number 1821/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three heirs against a final appellate judgment regarding inheritance ownership. The heirs argued the appellant exercised exclusive possession as an agent of the deceased mother, but the court found this insufficient to establish ownership via extraordinary usufruct. Consequently, the court ruled the appellants were co-owners and rejected their claims based on the lack of statutory requirements for exclusive possession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1846, 1193, 1198, 1199 of the Civil Code; Exclusive possession does not transfer ownership without meeting specific statutory conditions, and an heir may exercise possession rights through an agent without losing standing.

Keywords

AI generated
inheritance ownership exclusive possession extraordinary usufruct agent authority co-ownership rights appellate review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 308, 309, 513, 539, 533 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1193, 1198, 1199 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 980 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1821 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1821/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα ο οποίος ανακάλεσε την από 18-9-2008 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχάλη Παπαζήση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2001 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και με την από 1-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 276/2005 μη οριστική, 97/2007 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 15-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 30-7-2007 αίτηση για αναίρεση μόνο της υπ' αρ. 97/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και μόνο κατά τον έκτο λόγο αυτής, και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης.

Σε περίπτωση σώρευσης περισσότερων βάσεων ή αιτημάτων ή συνεκδίκασης περισσότερων αγωγών, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα (άρθρο 308 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Η απόφαση αυτή, που είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση ως προς τις οριστικές τις διατάξεις. Εξάλλου η οριστική κρίση του δικαστηρίου συνήθως διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, αλλά δεν αποκλείεται να περιέχεται και σε μόνο το σκεπτικό, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση το δικαστήριο δεν περιορίζεται να εκφέρει απλώς σκέψεις για τη βασιμότητα ή μη του εξεταζόμενου αιτήματος, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια, ως συμπέρασμα νομικής σκέψης, για την παραδοχή ή απόρριψη αυτού.

Διατακτικό δηλαδή δεν είναι μόνο το τμήμα της απόφασης που ακολουθεί τις λέξεις "δια ταύτα" αλλά και κάθε μέρος της που περιέχει σαφώς και ρητώς τη διάγνωση του κρίσιμου αιτήματος ή δικαιώματος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την είχε εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Με την έννοια του δεδικασμένου νοείται η δεσμευτικότητα της αναγνωριζόμενης στην απόφαση ως επελθούσης έννομης συνέπειας. Έτσι η εσφαλμένη παραδοχή της απόφασης ως προς την ύπαρξη ή όχι τέτοιας δεσμευτικότητας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη υπόθεση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (97/2007) του Εφετείου Ναυπλίου παρά το νόμο δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την προηγούμενη 276/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι αποκλειστικής κυριότητας του πρώτου αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου. 'Οπως από τις προσβαλλόμενες παραπάνω αποφάσεις προκύπτει, η 97/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου δέχτηκε, ότι η από 1-7-2001 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτός ζητούσε ν' αναγνωριστεί η αποκλειστική κυριότητα του στο επίδικο ακίνητο, είναι αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, ενώ αντίθετα η από 1-10-2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων είναι, αναφορικά με το ζήτημα της συγκυριότητας των διαδίκων, ουσιαστικά βάσιμη και, συνεπώς, οι διάδικοι είναι συγκύριοι του επίδικου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Η προσβαλλόμενη, δεύτερη απόφαση δέχτηκε ότι τα πιο πάνω ζητήματα κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την προηγούμενη 276/2005 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, επειδή, όπως προκύπτει από την 276/2005 απόφαση η απόφαση αυτή είναι εν μέρει οριστική αναφορικά με την από 1-7-2001 αγωγή, η δε σχετική κρίση της, για το ότι ο πρώτος αναιρεσείων δεν είναι αποκλειστικός κύριος του επίδικου, αποτελεί συμπέρασμα νομικής σκέψης που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό της, και η οριστική αυτή κρίση της, για αντικείμενο το οποίο ήταν ώριμο για έκδοση οριστικής απόφασης, διατυπώνεται με σαφήνεια στο σκεπτικό της, χωρίς να δημιουργείται καμιά αμφιβολία για την κρίση της αυτή από το γεγονός ότι δεν περιελήφθησαν στο διατακτικό της σχετικές διατάξεις, για εξαφάνιση της εκκαλουμένης και απόρριψη της παραπάνω αγωγής, οι οποίες τελικώς περιελήφθησαν στην προσβαλλόμενη 97/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το αίτημά τους για ανάκληση της 276/2005 απόφασης, που υποβλήθηκε, με τις από 1-2-2007 προτάσεις τους, κατά το μέρος που έκρινε αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 1-7-2001 αγωγή του πρώτου απ' αυτούς κατά της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι νόμιμα η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το ως άνω αίτημα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η απόφαση (276/2005) είναι οριστική ως προς αυτό.

ΙΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ. ΑΠ 44/90).

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη (97/2007) απόφαση η πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή, αναφορικά με την απόρριψη ως απαραδέκτου του ίδιου παραπάνω αιτήματός τους, για ανάκληση της 276/2005 απόφασης, η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος.

IV. Η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται αν δηλαδή πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 593/2003, ΑΠ 139/2001).

Εξάλλου, η από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο μη απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης ιδρύει το, λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, όταν η αιτίαση που θεμελιώνει αυτό το λόγο αναίρεσης προτάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1621/1988). Έτσι ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο οι προσβαλλόμενες αποφάσεις παρά το νόμο δεν κήρυξαν απαράδεκτη την από 1-10-2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης, επειδή η αγωγή αυτή δεν είχε ως αίτημα, εκτός από εκείνο της διανομής και αίτημα αναγνώρισης της συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης, προεχόντως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αντίστοιχος ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου.

Ανεξάρτητα απ' αυτό, πάντως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800 και 801 ΑΚ και 480 Α, 481 και 484 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού πράγματος, συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επ' αυτού, ενώ δεν είναι αναγκαίο η αγωγή αυτή να περιλαμβάνει και αίτημα για αναγνώριση της συγκυριότητας του ενάγοντος στο κοινό πράγμα.

Ενόψει αυτού ο ίδιος πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.

V. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή ενέχουν αμφισβήτηση της βαρύτητας αποδεικτικού μέσου.

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε με την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή ζήτησε αυτή να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά της στο επίδικο ακίνητο. Ο λόγος αυτός είναι αντιφατικός σε σχέση με τον προηγούμενο (τέταρτο) λόγο της αναίρεσης και ως εκ τούτου απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο τμήμα του, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή "υπάρχει υπέρβαση του αιτήματος της αντιδίκου (αναιρεσίβλητης)" είναι αβάσιμος, αφού, όπως παραπάνω αναφέρεται, το προαναφερόμενο αίτημα δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της ένδικης περί διανομής αγωγής της αναιρεσίβλητης.

VI. Για την πληρότητα του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης που στηρίζεται στην παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου όταν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των ανωτέρω, και ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος και προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλήτευσης (ΑΠ 1316/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 1-7-2001 αγωγή του ο πρώτος αναιρεσείων κατά της αναιρεσίβλητης ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του αναφερόμενου σ' αυτήν ακινήτου. Εξάλλου η αναιρεσίβλητη με την από 1-10-2001 αγωγή της κατά των αναιρεσειόντων, επικαλούμενη συγκυριότητα όλων των διαδίκων επί του ίδιου ακινήτου, ζήτησε να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του και σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η αυτουσία διανομή, να διαταχθεί η δια πλειστηριασμού πώλησή του και η διανομή του πλειστηριάσματος.

Με την 9/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως έγινε δεκτή η πρώτη από τις δύο πιο πάνω συνεκδικασθείσες αγωγές και αναγνωρίστηκε η κυριότητα του πρώτου αναιρεσείοντος στο επίδικο, ενώ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η δεύτερη αγωγή της αναιρεσίβλητης. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα και το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 276/2005 αφενός εν μέρει οριστική απόφασή του και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 1-7-2001 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος, σύμφωνα και με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, και αφετέρου εν μέρει μη οριστική σε σχέση με την από 1-10-2001 αγωγή διανομής της αναιρεσίβλητης, διατάσσοντας αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, περί του εφικτού ή μη της αυτουσίας διανομής του επίδικου ακινήτου.

Στη συνέχεια μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη (97/2007) απόφαση, με την οποία, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, συνεκδικάστηκαν οι αγωγές και απερρίφθη η από 1-7-2001 αγωγή, έγινε δεκτή η από 1-10-2001 αγωγή και διετάχθη η δια πλειστηριασμού πώληση του επίδικου ακινήτου.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, παρόλο που έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την οποία εκδόθηκε η 97/2007 προσβαλλόμενη απόφασή του, τα παρακάτω αποδεικτικά στοιχεία:

α) την εκκαλουμένη απόφαση (9/2004 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως) μετά των σχετικών πρακτικών που περιέχουν κατάθεση του μάρτυρά τους Α, β) τις 49 και 50/23-1-2003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Τριπόλεως, που ελήφθησαν ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους και γ) την 1353/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως.

Κατ' αρχάς ο λόγος αυτός αναφορικά με το υπό στοιχείο α' παραπάνω έγγραφο είναι απαράδεκτος, επειδή η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, δεν δημιουργείται ο από τη διάταξη του άρθρου αυτού λόγος αναίρεσης. Αναφορικά με τις υπό στοιχείο β' ένορκες βεβαιώσεις καθώς και με τα αντίστοιχα πρακτικά της 9/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος, επειδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, οι ισχυρισμοί για την απόδειξη του βασίμου ή αβασίμου των οποίων προσκομίστηκαν, αυτές και τα πιο πάνω πρακτικά, οι λόγοι για τους οποίους οι ισχυρισμοί αυτοί ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και μάλιστα σε τι θα χρησίμευαν οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις και η κατάθεση του μάρτυρα Α στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο του Εφετείου κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η πιο πάνω 97/2007 απόφαση, αφού το ζήτημα της κυριότητας είχε ήδη κριθεί με την προηγούμενη 276/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, και ακόμη ότι προσκομίστηκαν με επίκληση στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η ίδια απόφαση, οι εκθέσεις επίδοσης των κλητεύσεων της αντιδίκου τους αναιρεσίβλητης.

Τέλος από τις προτάσεις των διαδίκων κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η 97/2007 απόφασή του, προκύπτει ότι δεν έγινε επίκληση και προσκομιδή του ως άνω υπό στοιχείο γ' εγγράφου. Ενόψει των ανωτέρω ο έκτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ, καθόσον αφορά το αμέσως παραπάνω αναφερόμενο υπό στοιχείο γ' έγγραφο, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

VII. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1072-3/2005).

Στην υπόθεση που κρίνεται από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη με το λόγο αυτόν απόφαση (276/2005) βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του απορριπτικού πορίσματός του, και το αναφερόμενο στον έβδομο λόγο της αναίρεσης έγγραφο, ήτοι την 1353/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως.

Επομένως ο έβδομος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ψέγεται η 276/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου ότι δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

VIII. Κατά το άρθρο 400 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. γενικώς δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Η ιδιότητα πάντως του μάρτυρος ως συζύγου του διαδίκου, δεν αποτελεί λόγο μη εξέτασής του, εφόσον η ιδιότητα αυτή δεν συνδέεται με συμφέρον του μάρτυρα να καταλήξει η δίκη υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου.

Εξάλλου, για να εξαιρεθεί κάποιος μάρτυρας και να μην εξετασθεί, δεν αρκεί να ελπίζει σε κάποια ωφέλεια από το αποτέλεσμα της δίκης, αλλά πρέπει η ωφέλεια αυτή να είναι βέβαιη και άμεση και να είναι αναγκαία συνέπεια της δίκης. Από την πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 403 παρ 2 και 4 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερόμενη περίπτωση και με απλή πιθανολόγηση, προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περίπτωσης συμφέροντος, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Με το δεδομένο αυτό, ο δέκατος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατ' ορθή υπαγωγή και όχι από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου που επικαλείται ο αναιρεσείων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη (276/2005) απόφαση για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την κατάθεση του μάρτυρα Δ, ενώ δεν θα έπρεπε να την λάβει υπόψη, λόγω της ιδιότητάς του ως συζύγου της αναιρεσίβλητης και του συμφέροντος που αυτός είχε από την έκβαση της δίκης αυτής, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΧ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1987/2007 Δνη 49. 501). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 980, 981, 982, 984 Α.Κ.

προκύπτει ότι η νομή μπορεί να ασκείται και μέσω άλλου, ήτοι μέσω "αντιπροσώπου" ή κατ' άλλη έκφραση "βοηθού" νομής, τέτοιος δε είναι ο ασκών τη νομή όχι επ' ονόματι και για λογαριασμό δικό του αλλά του αντιπροσωπευομένου, οπότε αν εκείνος θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα πριν λάβει γνώση της αντιποίησης (ΑΠ 602/2004, ΑΠ 1289/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη (υπ. αρ. 276/2005) απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την από 1-7-2001 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος : Το επίδικο ακίνητο είναι μία διόροφη οικία με το οικόπεδό της, επιφανείας 730 τμ, που βρίσκεται μέσα στην πόλη της ..... , του Δήμου της .....

στο οικοδομικό τετράγωνο με αριθ. ..... και επί της διασταυρώσεως των οδών ..... και ..... και συνορεύει γύρω του με τις πιο πάνω οδούς και τις ιδιοκτησίες των δικαιοπαρόχων ..... και ..... και η οποία (οικία) αποτελείται από τον ισόγειο αυτής όροφο, από τρία κύρια δωμάτια, λουτρό, κουζίνα, συνεχόμενη μεγάλη αποθήκη, γκαράζ και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, καθώς και τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο από τέσσερα κύρια δωμάτια, λουτρό, κουζίνα, βεράντα και λοιπούς βοηθητικούς χώρους.

Το εν λόγω ακίνητο ανήκε στη μητέρα των διαδίκων Β, η οποία είχε γίνει κυρία αυτού από αγορά και δυνάμει του ..... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε Συμβ/φου Τριπόλεως Χρήστου Μπενόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η ως άνω μητέρα των διαδίκων απεβίωσε στις 13-2-1994 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους διαδίκους τέκνα της και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από καθένα απ' αυτά, αφού ο σύζυγός της και πατέρας τους είχε αποβιώσει στις 14-4-1990.

Η προαναφερόμενη κληρονομούμενη κατά το χρόνο θανάτου της ήταν κυρία και νομέας του επίδικου ακινήτου και συνεπώς οι διάδικοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της σ' αυτό κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας. Ο ενάγων στην πρώτη -πρώτος των εναγομένων στη δεύτερη αγωγή-ισχυρίζεται ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου κατά πρωτότυπο τρόπο κα συγκεκριμένα συνέπεια έκτακτης χρησικτησίας του, καθόσον είχε τούτο στη νομή από την άτυπη μεταβίβαση του λόγω δωρεάς προς αυτόν από την ως άνω δικαιοπάροχο μητέρα του στις 14-9-1967 μέχρι και την άσκηση της αγωγής του (Ιούλιος 2001), διενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις.

Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα όμως ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού του ενάγοντος - πρώτου των εναγομένων. Ειδικότερα, ουδόλως αποδείχθηκε η κατάρτιση άτυπης συμβάσεως δωρεάς μεταξύ της ως άνω μητέρας των διαδίκων και του ενάγοντος στην πρώτη - πρώτου των εναγομένων στη δεύτερη αγωγή - περί μεταβιβάσεως από την πρώτη στον τελευταίο του επίδικου ακινήτου, ούτε εξάλλου αποδείχθηκε η άσκηση απ' αυτόν νομής, με την ιδιότητά του ως αποκλειστικού κυρίου τούτου.

Βέβαια ο τελευταίος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα διενεργούσε στο επίδικο ακίνητο ορισμένες διακατοχικές πράξεις, όπως η κατά καιρούς εκμίσθωση του α' ορόφου της οικίας σε τρίτους, η διενέργεια σ' αυτήν εργασιών επέκτασης, βελτίωσης, συντήρησης και επισκευής και ειδικότερα αντικατάσταση της στέγης, των κουφωμάτων και ορισμένων ξύλινων δαπέδων, επέκταση του ισογείου και πρώτου ορόφου, κατασκευή χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, καθώς και χρωματισμός και εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης.

Τις πράξεις του αυτές όμως ο ενάγων-πρώτος των εναγομένων διενεργούσε όχι με διάνοια κυρίου, αλλά ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό τής ως άνω κυρίας τούτου μητέρας του, με την ουσιαστική οικονομική και γενικότερη συμβολή του αποβιώσαντος στις 14-4-1990 συζύγου της και πατέρα τού ως άνω διαδίκου Γ, ο οποίος ήταν βιοτέχνης και έμπορος υποδημάτων στην Τρίπολη, είχε δε αποκλειστική διαχείριση και πλήρη έλεγχο των οικογενειακών οικονομικών θεμάτων.

Έτσι οι ως άνω επικαλούμενες από τον ενάγοντα-πρώτο των εναγομένων πράξεις επί του επιδίκου ακινήτου δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υλικές επενέργειες με τις οποίες εκδηλωνόταν η βούλησή του περί φυσικής εξουσιάσεως αυτού. Εξάλλου, ούτε και η επικαλούμενη απ' αυτόν κατάρτιση κατά καιρούς συμβάσεων μισθώσεως του πρώτου ορόφου της ως άνω οικίας μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη νομής επ' αυτού, δηλαδή ως πράξη με την οποία εκδηλώθηκε θέληση αυτού να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος (με διάνοια κυρίου).

Τούτο δε διότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών έγινε από τον πιο πάνω διάδικο (ενάγοντα-πρώτο των εναγομένων), που ενεργούσε με την ιδιότητά του όχι ως κυρίου, αλλά ως εκπροσώπου της κυρίας μητέρας του. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η τελευταία όσο και ο ως άνω σύζυγος της είχαν μεταβιβάσει με συμβολαιογραφικά έγγραφα και στα τέσσερα τέκνα τους (διαδίκους) τα ακίνητα περιουσιακά τους στοιχεία, απέμενε δε στην κυριότητα της πρώτης κατά το χρόνο θανάτου της (13-2-1994) μόνο το επίδικο ακίνητο, που αποτελούσε και την οικογενειακή οικία, στην οποία γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι διάδικοι.

Μετά ταύτα η εναγομένη-ενάγουσα, που είναι εγκατεστημένη από το έτος 1957 στις Η.Π.Α, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι ο ενάγων-πρώτος των εναγομένων προβάλλει δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και μάλιστα ότι στις 24-6-1994 εμφάνισε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως την από 26-9-1993 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιωσάσης μητέρας τους, με την οποία εγκαταθίστατο ο ίδιος ως μοναδικός κληρονόμος του επίδικου ακινήτου.

Η πιο πάνω διαθήκη δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. 104/1994 πρακτικά του πιο πάνω δικαστηρίου και κηρύχθηκε κυρία με την 70/1994 απόφαση αυτού. Στη συνέχεια η ήδη εναγομένη-ενάγουσα άσκησε κατά του ενάγοντος-πρώτου των εναγομένων αδελφού της την από 4-11-1994 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, το οποίο με την 133/2000 οριστική απόφαση του έκανε αυτή δεκτή και αναγνώρισε την ακυρότητα της παραπάνω διαθήκης, για το λόγο ότι αυτή δεν είχε γραφτεί ολόκληρη με το χέρι της παραπάνω διαθέτιδος, ούτε είχε χρονολογηθεί και υπογραφεί απ' αυτήν.

Η πιο πάνω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού ο εναγόμενος σ' αυτήν και ήδη ενάγων-πρώτος των εναγομένων μετά τη νόμιμη επίδοση της προς αυτόν την 29-1-2001 δεν άσκησε ένδικο μέσο κατ' αυτής. Είναι δε χαρακτηριστικό, συνεχίζει το Εφετείο, ότι ο τελευταίος κατά τη διάρκεια της πιο πάνω δίκης σ' όλα τα δικόγραφα του ουδεμία μνεία είχε κάνει για την επικαλούμενη για πρώτη φορά στην παρούσα δίκη άτυπη μεταβίβαση λόγω δωρεάς του επίδικου ακινήτου από τη μητέρα τους προς αυτόν το έτος 1967.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η ως άνω μητέρα των διαδίκων ουδέποτε είχε μεταβιβάσει τη νομή του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα-πρώτο των εναγομένων και συνεπώς οι ισχυρισμοί του τελευταίου περί άτυπης δωρεάς τούτου σ' αυτόν δεν ευσταθούν και είναι αβάσιμοι. Επομένως, η προαναφερόμενη κληρονομούμενη μητέρα των διαδίκων κατά το χρόνο θανάτου της ήταν κυρία και νομέας του επίδικου ακινήτου και συνεπώς οι διάδικοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της σ' αυτό κατά ποσοστό 1/4 καθένας.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη-ενάγουσα αποδέχθηκε την πιο πάνω επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία της μητέρας της Β με ..... δήλωση της ενώπιον του Συμβ/φου Τριπόλεως Κων/νου Μητρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, οι λοιποί ως άνω κληρονόμοι της ίδιας κληρονομουμένης (λοιποί διάδικοι) αποδέχθηκαν την πιο πάνω επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία της μητέρας τους σιωπηρά, ήτοι με την άπρακτη παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση αυτής από το θάνατο της τελευταίας, η δε εναγομένη-ενάγουσα μετέγραψε νομίμως το .....

πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Τριπόλεως περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας αυτής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τριπόλεως Βόρειας Πλευράς. Επομένως, δέχθηκε το Εφετείο, με τις μεταγραφές αυτές, η κυριότητα επί του επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου θεωρείται ότι περιήλθε σ' όλους τους διαδίκους και κατά το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου σε καθένα απ' αυτούς από το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης μητέρας τους αναδρομικώς (αρθρ. 1846, 1193, 1198, 1199 ΑΚ).

Όσον αφορά δε στην επικαλούμενη από τον ενάγοντα-εναγόμενο άσκηση νομής επί του επίδικου ακινήτου ως αποκλειστικός κύριος τούτου μετά το θάνατο της μητέρας (1994) και μέχρι την άσκηση της παρούσας αγωγής (2001), πρέπει να σημειωθεί ότι ο αναφερόμενος απ' αυτόν χρόνος δεν επαρκεί για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και ως εκ τούτου οι διάδικοι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 1-7-2001 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης και έτσι δέχθηκε την έφεση της τελευταίας κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη κυριότητας του πρώτου αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής ή όχι των όρων των διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ (έκτακτη χρησικτησία), τις οποίες δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι όροι αυτών.

Η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 980 ΑΚ, επειδή, κατ' αυτούς, δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων ασκούσε τη νομή ως αντιπρόσωπος της μητέρας του και ότι δεν νοείται αντιπρόσωπος στην άσκηση της νομής, δεν είναι βάσιμη, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζον σκέψη, η νομή μπορεί να ασκείται και μέσω αντιπροσώπου.

Επομένως οι τελευταίως εξεταζόμενοι όγδοος και ένατος λόγοι με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγων ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

Χ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2007 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση των 276/2005 και 97/2007 αποφάσεων του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ