Legislator Case Law & Legislation
1821/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, rejecting arguments regarding insufficient reasoning and inadmissible evidence.

Case Number 1821/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Court of Appeal's judgment regarding a fatal traffic accident. The court rejected the insurer's claim that the lower court lacked sufficient reasoning for finding negligence and the admissibility of the driver's confession. The court held that the lower court properly applied the legal requirements for liability and that the confession was admissible as it was not obtained in violation of the right against self-incrimination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 1911/1911; Articles 559(1) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; The burden of proof for traffic accident liability requires illegal conduct, damage, and causation, and evidence obtained without violating the right against self-incrimination remains admissible.

Keywords

AI generated
traffic accident liability negligence standard causation requirement right against self-incrimination admissibility of confession insurer appeal burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 1911/1911
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 671 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the Constitution
Article 5(1) of the Constitution
Article 6(1) of the ECHR
Article 31(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 105 of the Code of Criminal Procedure
Article 243(2) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1821 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1821/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ..... και 3. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....., για τον εαυτό της ατομικά και ως αποκλειστικώς ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της ....., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσιλιμίγκρα, ο οποίος δήλωσε ότι ο ως άνω ..... ενηλικιώθηκε πλέον και παρίσταται με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. 2. ...... Η 5η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσιλιμίγκρα, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω αναιρεσίβλητη παρίσταται ως νόμιμη εκπρόσωπος των υπό στοιχεία 2, 3, 4, 6, 7 και 8 αναιρεσιβλήτων, βάσει του υπ΄αριθμ. 1730/27-10-2001 προσκομιζόμενου ειδικού πληρεξουσίου και τον διορίζει στο ακροατήριο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιουλίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Μαρτίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της (άρθρο 300 ΑΚ).

Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 εδ. β' και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ο δε οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάϊ του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Έτσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από τη σύγκρουση οχημάτων ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν τα ανελέγκτως διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά γεγονότα μπορούν, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αιτιατής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσο και ως προς τον βαθμό του πταίσματος του κάθε οδηγού των συγκρουσθέντων οχημάτων, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Την 1-1-2000 και περί ώρα 14,25΄ ο πρώτος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, ηλικίας τότε 51 ετών, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES τύπου 2632, ανοιχτό ανατρεπόμενο, μικτού βάρους 26.000 χλγ, ιδιοκτησίας του δευτέρου των εναγομένων-εφεσιβλήτων και εκινείτο, έμφορτο με χώμα, εντός του χώρου της Ανατολικής χερσαίας ζώνης του λιμένος Ναυπλίου.

Η ζώνη αυτή έχει πλάτος 81,50μ. εχρησιμοποιείτο δε ως χώρος εκφόρτωσης πλοίων και διέλευσης οχημάτων, καθώς και ως PARKING οχημάτων. Το όχημα αυτό ήταν ασφαλισμένο για τον από την κυκλοφορία του κίνδυνο για υλικές προς τρίτους ζημίες και σωματικές βλάβες στην τρίτη των εναγομένων - εφεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία...Όπως εκτέθηκε, ο πρώτος των εναγομένων οδηγός των ΙΧΦ μετέφερε με το όχημά του χώμα, το οποίο προτίθετο να αδειάσει στο χώρο του λιμένος Ναυπλίου (πίσω από το σταθμό του τραίνου), όπου εκτελείτο το έργο "ανάπλαση ανατολικού τμήματος χερσαίας ζώνης Ναυπλίου".

Όπισθεν αυτού εκινείτο έτερο ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλ. ....., που οδηγούσε ο ...... Ο πρώτος εναγόμενος οδηγός εκινείτο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του με ταχύτητα 25-30 χ.ω... Ο εν λόγω οδηγός του φορτηγού κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν επέδειξε την απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια. Δηλαδή την αντικειμενικώς και αφηρημένως λαμβανομένη επιμέλεια του συνετού ατόμου, (οδηγού), μέσα στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητος..........Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας δεξιά σε σχέση με την πορεία του φορτηγού του σταθμευμένα οχήματα.........προτίθετο, μετά το πέρας των σταθμευμένων οχημάτων, να επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά, για να αδειάσει το φορτίο χώματος.

Προς τούτο έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη αλλαγής πορείας (φλάς). Ωστόσο δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, όπως επιτάσσει το άρθρο 12 παρ. 1 του ΚΟΚ, ούτε, πριν επιχειρήσει τον προς δεξιά ελιγμό, έλεγξε με τον δεξιό καθρέφτη του οχήματός του την κίνηση των όπισθεν ή δεξιά αυτού κινουμένων οχημάτων, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πραγματοποιήσει αυτόν τον ελιγμό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών του χώρου, όπου εκινείτο, υποχρέωση που θέτει ρητά ο ΚΟΚ με το άρθρο 21..........Την ίδια στιγμή στον ίδιο χώρο και προς την αυτή κατεύθυνση, όπισθεν των δύο ως άνω φορτηγών, εκινείτο, οδηγώντας το με αριθμό κυκλ. .....

δίκυκλο μοτοποδήλατο εργοστασίου κατασκευής Honda τύπου LEAD SS-50, ο Αλβανός υπήκοος .......... ηλικίας τότε 44 ετών, νόμιμος σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, φυσικός πατέρας του εκπροσωπουμένου απ' αυτήν ανηλίκου τέκνου τους, φυσικό τέκνο της δευτέρας τούτων και αδελφός των λοιπών εναγόντων..........Για την οδήγηση του εν λόγω οχήματος δεν προσκομίζεται άδεια ικανότητος οδηγήσεως, εκδοθείσα από τις αρμόδιες Ελληνικές αρχές και υπηρεσίες, ούτε άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος-μέλος της ΕΟΚ, ούτε διεθνές πιστοποιητικό πορείας (διεθνής άδεια) εκδοθέν από άλλο κράτος, ούτε άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα από κράτος εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με το οποίο η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία, κυρωθείσα με νόμο, ούτε τέλος άδεια οδηγήσεως εκδοθείσα με βάση διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες.

Αντ' αυτής προσκομίζεται σε ανεπικύρωτο αντίγραφο έγγραφο των Αλβανικών αρχών, το οποίο άλλωστε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 454 ΚΠολΔ, γιατί δεν είναι επίσημα μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα. Και ο εν λόγω οδηγός του μοτοποδηλάτου κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν επέδειξε την απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, όπως η έννοια αυτής προεκτέθηκε, αφού παρέβη τις διατάξεις:

α. του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΟΚ, που ορίζει ότι, "αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, β. του άρθρου 19 παρ. 1,2 και 5 του ΚΟΚ, που ορίζει ότι "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους και γ.

του άρθρου 17 του ΚΟΚ που ορίζει ότι "ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνο εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γιαυτό. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος κώδικα "......το προσπέρασμα επιτρέπεται κατά κανόνα, από τα αριστερά....".

Συγκεκριμένα, κινούμενος, όπως εκτέθηκε, όπισθεν των δύο φορτηγών, αρχικώς επεχείρησε υπέρβαση εξ αριστερών του πρώτου τούτων, οδηγουμένου υπό του μάρτυρος ...... Μόλις προσπέρασε το όχημα αυτό, κινήθηκε έμπροσθέν και δεξιά του, επιχειρώντας να προσπεράσει και το έτερο προπορευόμενο φορτηγό που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει ακίνδυνα.

Επιπλέον την υπέρβαση αυτή την επεχείρησε, όχι από αριστερά όπως όφειλε, αλλά από την δεξιά πλευρά του, από το χώρο που μεσολαβούσε μεταξύ του φορτηγού αυτού και των σταθμευμένων σε μικρή απόσταση διαφόρων οχημάτων. Προφανώς για να επιτύχει την υπέρβαση του πρώτου φορτηγού και προκειμένου να ολοκληρώσει την υπέρβαση και του δευτέρου, είχε αναπτύξει ταχύτητα σαφώς υπέρτερη εκείνης, με την οποία εκινούντο τα φορτηγά.

Η παράνομη όμως αυτή κίνησή του κατέστη ιδιαίτερα επικίνδυνη, διότι διενεργήθη την στιγμή που ο πρώτος των εναγομένων, έχοντας ήδη ανάψει το δεξιό δείχτη αλλαγής πορείας, επιχειρούσε, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την εκ δεξιών και όπισθεν του οχήματός του κίνηση, ελιγμό προς τα δεξιά, για να εισέλθει στο χώρο εναπόθεσης του φορτίου.

Η κίνηση αυτή του μοτ/τη καταδεικνύει όχι μόνο έλλειψη της απαιτουμένης από τις συναλλαγές επιμελείας, (μη αντίληψη του τεθέντος σε λειτουργία δείκτη αλλαγής πορείας του προπορευομένου φορτηγού), αλλά και έλλειψη της σχετικής εμπειρίας....Όπως ήταν επόμενο, εξαιτίας των κατά τα ως άνω παράνομων και επικίνδυνων οδικών συμπεριφορών αμφοτέρων των οδηγών, επακολούθησε πρόσκρουση του μοτοποδη-λάτου στο δεξιό πλάγιο μέρος του φορτηγού, πτώση του στο έδαφος και εν συνεχεία παράσυρση του μοτοποδηλάτου και οδηγού από τους πίσω δεξιούς τροχούς του φορτηγού.

Από την πρόσκρουση και την εν συνεχεία παράσυρση ο οδηγός του μοτοποδηλάτου υπέστη "πολτοποίηση δέρματος μετά καταγμάτων αριστερού μηρού, κνήμης, άκρου ποδός δεξιάς κνήμης, άκρου ποδός, κάταγμα 3ου-4ου αυχενικού σπονδύλου, κατάγματα πλευρών και στέρνου κλπ", τα τραύματα δε αυτά απετέλεσαν τη μόνη ενεργό αιτία, από την οποία επήλθε αμέσως ο θάνατος αυτού....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι στην πρόκληση του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος και στην εντεύθεν επέλευση του θανάτου του οδηγού του μοτοποδηλάτου συνέτεινε αποκλειστικώς η προαναφερθείσα αμελής οδική συμπεριφορά των οδηγών αμφότερων των συγκρουσθέντων οχημάτων, το δε ποσοστό συμμετοχής ανέρχεται σε 50% για κάθε ένα από αυτούς, κατά τη βάσιμη εν μέρει ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος, που οι αναιρεσείοντες προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν νομίμως στον δεύτερο το βαθμό.

Κατόπιν αυτού έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή και κατά μερική παραδοχή αυτής, επιδίκασε κατά ένα μέρος τις απαιτήσεις των εναγόντων, που αφορούσαν αποζημίωση για θετικές ζημίες και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, δεύτερου αναιρεσείοντος και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ειδικότερα, το Εφετείο την αμελή συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου αυτού που αφορά τη μη οδήγηση με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, θεμελιώνει στην παράλειψη αυτού να ελέγξει, πριν επιχειρήσει τον προς τα δεξιά ελιγμό του αυτοκινήτου, την κίνηση των πίσω και δεξιά αυτού βαινόντων οχημάτων, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πραγματοποιήσει τον ελιγμό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών του χώρου.

Δεχόμενο δε περαιτέρω το δικαστήριο εκείνο, ότι η παράνομη κίνηση του οδηγού του μοτοποδηλάτου παθόντος, να επιχειρήσει υπέρβαση του προπορευομένου φορτηγού αυτοκινήτου όχι από αριστερά, όπως όφειλε, αλλά από τη δεξιά πλευρά του και με ανεπτυγμένη ταχύτητα, πραγματοποιήθηκε τη στιγμή που ο οδηγός του αυτοκινήτου, έχοντας ήδη ανάψει το δεξιό δείχτη αλλαγής πορείας, επιχειρούσε, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την εκ δεξιών και όπισθεν του οχήματός του κίνηση, ελιγμό προς τα δεξιά και ότι εξαιτίας των κατά τα άνω παράνομων και επικίνδυνων οδικών συμπεριφορών αμφότερων των οδηγών, επακολούθησε πρόσκρουση του μοτοποδηλάτου στο δεξιό πλάγιο μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου (και όχι στους πίσω δεξιούς τροχούς του όπως ανακριβώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες), πτώση αυτού στο έδαφος και εν συνεχεία παράσυρση του μοτοποδηλάτου και του οδηγού του από τους πίσω δεξιούς τροχούς του αυτοκινήτου, δέχεται εμμέσως πλην σαφώς, ότι εάν ο οδηγός του φορτηγού αυτού, αμέσως πριν επιχειρήσει τον προς τα δεξιά ελιγμό, είχε ελέγξει με τον δεξιό καθρέπτη του την κίνηση των πίσω και δεξιά του βαινόντων οχημάτων, θα είχε διαπιστώσει την επιχειρούμενη από τον οδηγό του μοτοποδηλάτου αντικανονική, από τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, υπέρβαση αυτού και θα είχε αποφύγει τη διενέργεια του ελιγμού, και την εξαιτίας αυτού προκληθείσα σύγκρουση των οχημάτων.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας κατά ένα μέρος αλλά και ανεπαρκή αιτιολογία κατά άλλομέρος ως προς τα προαναφερόμενα ουσιώδη ζητήματα, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

ΙΙ.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 681Α αυτού, εφαρμόζεται και επί διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του, στην ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζονται οι διαφορές αυτές, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, άρα και έγγραφα άκυρα.

Τέτοιο άκυρο έγγραφο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ.2 και 105 του ΚΠοινΔ, είναι και η κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως (άρθρ. 243 παρ.2 ΚΠοινΔ) εξέταση ως μάρτυρα του μετέπειτα αποκτήσαντος την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Επομένως, στην πιο πάνω ειδική διαδικασία, λαμβάνεται υπόψη και το έγγραφο αυτό, αφού δεν αποτελεί για την πολιτική δίκη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο ούτε και κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που θεσπίζουν, αντίστοιχα, την υποχρέωση σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου και το δικαίωμα για δίκαιη δίκη ειδικότερη έκφραση των οποίων αποτελεί το δικαίωμα αρνήσεως της καταθέσεως περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει υπαιτιότητα του εξεταζομένου σε αδικοπραξία, εκτός εάν παραβιάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμά του αυτό.

Άρα, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του εγγράφου αυτού, χωρίς να συντρέχει η τελευταία αυτή προϋπόθεση, δεν στοιχειοθετεί τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του αριθ.15 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος αναφορικά με την υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου δευτέρου των αναιρεσειόντων στην πρόκληση του θανατηφόρου ατυχήματος έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο, κατά τα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 τη ΕΣΔΑ, ως παραβιάζον το εκ των διατάξεων αυτών απορρέον δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως, αποδεικτικό μέσο και δη την από 1-12-2000 ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου κατάθεση του ως άνω αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2005 αίτηση των ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" κλπ για αναίρεση της 8/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (11.70) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ