Supreme Court dismisses appeal against final lease contract judgment due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final first-instance judgment regarding a lease contract dispute. The appellant argued the contract was voidable due to unauthorized changes in land usage, but the court found no legal basis for such a claim since the contract explicitly prohibited alternative uses. Consequently, the court ruled that the lower court's reasoning was sufficient and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if the judgment remains subject to a default appeal at the time of filing, and the court will dismiss the appeal if the grounds raised do not constitute a valid legal basis for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1820 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1820/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ - Ασφαλιστικού Οργανισμού με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λουκά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι το αναιρεσείον παραιτείται από το δικαίωμα ασκήσεως και καταθέσεως του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας κατά της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6001/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γεωργακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 889/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6001/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι, δε, τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία, από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013).
Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 17/2013, Ολ ΑΠ 626/1980, ΑΠ 1334/2023, ΑΠ 512/2021, ΑΠ 1057/2015). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 329/2019). Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου που απαιτεί το άρθρο 98 περ. β του ΚΠολΔ (ΑΠ 1334/2023,ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 938/2018, ΑΠ 318/2017), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1240/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 318/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 26-10-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ. 8356/27-10-2021) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ` αριθμ. 6001/31-10-2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ-Ασφαλιστικού Οργανισμού με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 889/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια και τις επικουρικές της βάσεις.
Όπως εκτίθεται στο δικόγραφο της αίτησης και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 31-10-2019 δεν επιδόθηκε, αλλά το αναιρεσείον παραιτήθηκε παραδεκτά ρητά από το δικαίωμα για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατ'αυτής, με το ένδικο δικόγραφο αναίρεσης, που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο Γεώργιο Λουκά, καθώς από το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. ...-2022 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Π. προκύπτει ότι το αναιρεσείον, διά του νομίμου εκπροσώπου του και δυνάμει της από 2-3-2022 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τον άνω δικηγόρο να προσδιορίσει την αίτηση αναίρεσης και να παραστεί κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενέκρινε και την παραίτησή του από το δικαίωμα αυτού για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, που έγινε ρητά με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.
Η έγκριση, δε, αυτή, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). 2.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 574 και 575 ΑΚ οι οποίες, κατ' άρθρο 620 ΑΚ εφαρμόζονται αναλόγως και στη μίσθωση αγροτικού κτήματος, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στα άρθρα 621 έως 637 ΑΚ, όπως και επί εμπορικών μισθώσεων κατ'άρθρο 44 του π.δ. 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων, με τη σύμβαση μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.
Ουσιώδη στοιχεία της διαρκούς υποσχετικής σύμβασης μίσθωσης είναι αφενός η χρήση του πράγματος, που αποτελεί την κύρια υποχρέωση του εκμισθωτή και αφετέρου η καταβολή του μισθώματος, που αποτελεί την κύρια υποχρέωση του μισθωτή. Στα κρίσιμα αυτά σημεία πρέπει να υπάρξει, κατά το άρθρο 195 ΑΚ, συμφωνία των συμβαλλομένων, χωρίς την οποία η σύμβαση δεν είναι συντελεσμένη.
Εξάλλου, συμφωνία των μερών σε όλους τους ουσιώδεις συμβατικούς όρους αμφοτεροβαρούς σύμβασης υπάρχει όχι μόνο όταν καθορίσθηκαν επακριβώς οι εκατέρωθεν παροχές, αλλά και όταν κάποια απ' αυτές, όπως το μίσθωμα, συμφωνήθηκε να είναι οριστή.
Συνεπώς, και στη μίσθωση πράγματος η σύμβαση είναι συντελεσμένη, όταν οι συμβληθέντες συμφώνησαν για την υποχρέωση του μισθωτή προς καταβολή μισθώματος, δεν καθόρισαν όμως την καθ' ύψος έκταση της παροχής, γιατί κατέλιπαν τον καθορισμό της στη δίκαιη κρίση του ενός απ' αυτούς ή τρίτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 371 - 373 ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 379 ΑΚ αν η έκταση της αντιπαροχής δεν ορίσθηκε, σε περίπτωση αμφιβολίας, το δικαίωμα του προσδιορισμού ανήκει στο δικαιούμενο να απαιτήσει την αντιπαροχή. Ειδικότερα, στη σύμβαση μίσθωσης πράγματος, σε περίπτωση αμφιβολίας, το δικαίωμα προσδιορισμού του μισθώματος ανήκει στον εκμισθωτή.
Ο προσδιορισμός αυτός, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο όταν η ανάθεση του προσδιορισμού της παροχής γίνεται με τη σύμβαση, αλλά και όταν γίνεται απ' ευθείας από το νόμο, όπως συμβαίνει στην ΑΚ 379, σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να γίνει κατά δίκαιη κρίση. Αν δεν γίνει κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο.
Τέλος, η διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ εφαρμόζεται αναλόγως και όταν ο καθορισμός του ύψους του μισθώματος αφέθηκε σε μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλομένων. Και στην περίπτωση αυτή η περί μίσθωσης σύμβαση θεωρείται, ότι συντελέσθηκε, αν απ' αυτή προκύπτει, ότι οι συμβληθέντες θέλησαν δεσμευτική γι' αυτούς την με τη βούλησή τους ατελώς καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης.
Τούτο διότι το φαινομενικό αδιέξοδο που τυχόν θα ανακύψει, λόγω της άρνησης του ενός μέρους να συμπράξει στη μεταγενέστερη συμφωνία, θεραπεύεται δια της (μη ρητώς αποκλειόμενης από κάποια διάταξη νόμου) ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 371 εδ. β του ΑΚ (ΟλΑΠ 1381/1983, ΑΠ 1223/2024, ΑΠ 867/2017, ΑΠ 393/2002). Προϋποθέσεις, όμως, εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 143/2019, ΑΠ 162/2017, ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1879/2013).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 371 του ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλόμενων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο.
Επίσης το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου. Η απόφαση του δικαστηρίου είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη, υπό την έννοια ότι διαμορφώνει τη συμβατική σχέση, ανατρέχοντας, ως προς τον προσδιορισμό, με δίκαιη κρίση, της αόριστης παροχής, στο χρόνο ισχύος της. (ΑΠ1223/2024).
Εκείνος ,δε, που επικαλείται την εφαρμογή της ΑΚ 371 ΑΚ θα πρέπει να ισχυριστεί ότι υπάρχει αοριστία παροχής και να καθορίσει πού έγκειται η αοριστία και ότι, κατά την έννοια της σύμβασης, πρέπει αυτή να συμπληρωθεί. Πρέπει, επίσης, να επικαλεστεί ότι ο προσδιορισμός της αόριστης παροχής αφέθηκε σε μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών και το ένα από αυτά αρνείται να συμπράξει ή αφέθηκε, με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων στη δίκαιη και όχι απόλυτη κρίση τρίτου, του οποίου η κρίση δεν είναι δίκαιη ή ότι αυτός βραδύνει, αρνείται ή αδυνατεί, οπότε επιλαμβάνεται το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου είναι προσδιοριστική της αόριστης παροχής και συμπληρώνει τη σύμβαση, άλλως, δεν επιτρέπεται ανάμειξη του δικαστηρίου (ΑΠ 23/2022, ΑΠ. 143/2019).
β. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 2/2011). 3.
α. Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κρίνοντας μη νόμιμη την ένδικη αγωγή του α) ως προς την κύρια βάση της σχετικά με την υποχρέωση καταβολής των αναφερόμενων ποσών ως διαφορά μεταξύ των μισθωμάτων που οφείλοντο για τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου αγροτικού ακινήτου, ήτοι για κοπή και αποκομιδή αυτοφυούς χόρτου με τα υπέρτερα, που έπρεπε να καταβληθούν για την καλλιέργεια μηδικής (τριφύλλι), παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 371-373, 379 ΑΚ, β) ως προς την πρώτη επικουρική βάση περί διαφυγόντος κέρδους παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, όπως οι διατάξεις αυτές περιγράφονται στο αναιρετήριο κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφιβολία, και γ) ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ καθώς, όπως ακριβώς αναφέρει "για την καλλιέργεια της μηδικής στο μίσθιο ακίνητο δεν υπήρχε σύμβαση, ενώ αυτή που υπήρχε δεν δικαιολογούσε τη χρήση αυτή, αντιθέτως την απαγόρευε ρητώς ...
Επομένως, η ύπαρξη και μόνο της σύμβασης δεν συνιστούσε σε καμία περίπτωση νόμιμη αιτία για να καταστούν οι αντίδικοι (αδικαιολογήτως) πλουσιότεροι καλλιεργώντας εν αγνοία του Ταμείου, συστηματικά μηδική". Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσείον με την από 24-6-2015 αγωγή του εξέθετε ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2007 σύμβασης εκμίσθωσης ελευθέρων χώρων αεροδρομίων και της συμπληρωματικής σύμβασης αυτής εκμίσθωσε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο έκταση 2.130 στρεμμάτων από τους ελευθέρους χώρους των αεροδρομίων "Αμυγδαλεώνα" και "Μέγας Αλέξανδρος", αποκλειστικά και μόνο για την κοπή - αποκομιδή αυτοφυούς χόρτου για το χρονικό διάστημα από 1.4.2007 έως 31.3.2012 έναντι του αναφερόμενου στην αγωγή ετήσιου ανά στρέμμα μισθώματος.
Ότι, όμως, όπως διαπιστώθηκε με έκθεση-γνωμάτευση γεωπόνου του Γραφείου Αγροτικής Οικονομίας Χρυσούπολης ο εναγόμενος ενεργώντας αντισυμβατικά αντί να εκμεταλλευτεί τη μίσθια έκταση αποκλειστικά και μόνο για κοπή - αποκομιδή αυτοφυούς χόρτου, όπως προβλεπόταν στην σύμβαση μίσθωσης, καλλιεργούσε σε έκταση 450 στρεμμάτων των εκμισθωμένων ελευθέρων χώρων του αεροδρομίου "Μέγας Αλέξανδρος" μηδική (τριφύλλι), η οποία είναι πολυετής καλλιέργεια και τα εδάφη στα οποία καλλιεργείται εκμισθώνονται με μίσθωμα 40 ευρώ ανά στρέμμα ετησίως, ήτοι με μίσθωμα υψηλότερο από τα εδάφη αυτοφυούς χόρτου.
Ότι, επειδή σύμφωνα με την παράγραφο 7 του 3ου άρθρου της επίδικης σύμβασης προβλεπόταν η δυνατότητα αλλαγής του συνολικού ετήσιου μισθώματος "εάν αυξηθεί ο αριθμός των στρεμμάτων ή από οιαδήποτε αιτία", το ίδιο (αναιρεσείον) με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, που γνωστοποίησε στον εναγόμενο, πρότεινε σ' αυτόν να ανακαθορίσουν το μίσθωμα της ως άνω έκτασης, που καλλιεργήθηκε με μηδική, στο ποσόν των 40 ευρώ ανά στρέμμα ετησίως, αλλά αυτός αρνήθηκε.
Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσόν των 69.529 ευρώ ως διαφορά μεταξύ των μισθωμάτων που οφείλοντο για τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου αγροτικού ακινήτου, ήτοι για κοπή και αποκομιδή αυτοφυούς χόρτου, με τα υπέρτερα, που έπρεπε να καταβληθούν για την παρά τα συμφωνηθέντα καλλιέργεια μηδικής (τριφύλλι) το χρονικό διάστημα από 1.4.2007 έως 31.3.2012, με το νόμιμο τόκο από την όχλησή του που έλαβε χώρα στις 24.9.2014, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, β) Διαφορετικά, αν ήθελε κριθεί ότι η ως άνω διαφορά δεν αποτελεί μίσθωμα, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, το ποσόν των 67.113 ευρώ ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, συνιστάμενα στην απώλεια της διαφοράς των ως άνω μισθωμάτων, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της ανωτέρω όχλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) διαφορετικά, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, το ποσόν των 67.113 ευρώ, κατά το οποίο πλούτισε αδικαιολόγητα, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της όχλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην του εναγόμενου, η υπ' αριθμ. 889/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 23-9-2016 έφεση.
Επ'αυτής το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε ερήμην του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6001/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με το προπαρατεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη τόσο κατά την κύρια όσο και κατά τις επικουρικές της βάσεις, αντίθετα με τα υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον.
Διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας α) οι συμβαλλόμενοι για τη μίσθωση των αναφερόμενων αγροτικών εκτάσεων συμφώνησαν ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης και δη για τη συμφωνηθείσα χρήση και το ύψος του μισθώματος, το οποίο προσδιορίσθηκε σε συγκεκριμένο ύψος ανά έτος.
Επομένως, δεν συνέτρεχε η απαιτούμενη προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 371-373 και 379 ΑΚ ήτοι η αοριστία της παροχής, και συγκεκριμένα η αοριστία του μισθώματος, το οποίο είχε προσδιορισθεί και συμφωνηθεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης κατά το ύψος, τον χρόνο και τρόπο καταβολής αυτού.
Το διηγηματικά αναφερόμενο στην αγωγή άρθρο 3 της επίδικης σύμβασης, δεν προέβλεπε την δυνατότητα ορισμού-προσδιορισμού του μη ορισθέντος κατά την κατάρτιση της σύμβασης μισθώματος, αλλά (προέβλεπε) την δυνατότητα αλλαγής- τροποποίησης (δηλαδή) της σύμβασης ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος μισθώματος, στην οποία (κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή) δεν συνήνεσε ο εναγόμενος και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως αοριστία ως προς το μίσθωμα με ανάθεση του ορισμού του ύψους του είτε στο αναιρεσείον, είτε με συμφωνία από κοινού στους συμβαλλόμενους, στοιχεία άλλωστε που δεν τα επικαλείται το ενάγον.
Επιπρόσθετα και το προπαρατεθέν κύριο αίτημα της αγωγής για καταβολή διαφοράς μισθώματος λόγω αντισυμβατικής χρήσης του μισθίου, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως αίτημα προσδιορισμού από το δικαστήριο αόριστης σε είδος παροχής, β) όσον αφορά στην πρώτη επικουρική βάση της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών, η βάση αυτή είναι μη νόμιμη, διότι το ενάγον δεν έχει αξίωση κατά του εναγομένου προς καταβολή της ανωτέρω 4 διαφοράς μισθωμάτων ούτε ως αποζημίωση και δη ως διαφυγόντα κέρδη, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, το αιτούμενο ποσό δεν συνιστά κέρδος, που ανέμενε ο εκμισθωτής κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση του ακινήτου του στον εναγόμενο μισθωτή, αλλά οφείλεται σε αντισυμβατική συμπεριφορά του τελευταίου (καλλιέργεια μηδικής αντί της συμφωνηθείσας κοπής - αποκομιδής αυτοφυούς χόρτου άπαξ ετησίως στη μίσθια έκταση), εξαιτίας της οποίας (αντισυμβατικής συμπεριφοράς) δεν έχει ο εκμισθωτής αξίωση προς επιδίκαση του ποσού αυτού, ως διαφυγόντος κέρδους, γ) όσον αφορά στη δεύτερη επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο επικαλούμενος πλουτισμός του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου προήλθε από νόμιμη αιτία, ήτοι την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μίσθωσης.
Η χρήση, δε, του μισθίου ακινήτου για καλλιέργεια άλλη από τη συμφωνηθείσα, εκτός του ότι δεν δημιουργεί αοριστία παροχής ως προς το ύψος του μισθώματος, ώστε να δύναται ο εκμισθωτής να προβεί σε προσδιορισμό αυτού κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 371-373 και 379 ΑΚ, δεν καθιστά "ανύπαρκτη" τη σύμβαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ώστε να θεωρηθεί-εκτιμηθεί, ότι ελλείπει η νόμιμη αιτία πλουτισμού των μισθωτών και ήδη αναιρεσίβλητων.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή τόσο κατά τη κύρια όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 371-373, 379, 297, 298 και 904 ΑΚ. Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι ως άνω λόγοι καθ'ό μέρος προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτοι. Διότι, ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 1917/2022, ΑΠ 193/2019, ΑΠ 924/2018) και στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε κατά τα άνω την αγωγή ως μη νόμιμη.
β. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α, β και 19 (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβιάζοντας σαφώς διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κανόνες λογικής και διδάγματα κοινής πείρας και περιέχοντας αντιφατικές και υποθετικές κρίσεις διέλαβε ότι : "η παράβαση των όρων της συμβάσεως μισθώσεως και η παρά την έλλειψη συναινέσεως του ενάγοντος μεταβολή από τους εναγόμενους του τρόπου εκμεταλλεύσεως της εκτάσεως των 450 στρεμμάτων, που αφορούσε πολυετή καλλιέργεια μηδικής, η οποία είχε επίδραση επί της μισθωτικής αξίας του κτήματος, θα μπορούσε να θεμελιώσει δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως υπέρ του εκμισθωτή ενάγοντος καθώς και δικαίωμα αποζημιώσεως αυτού κατά τα ως άνω εκτεθέντα, αλλά αξίωση από την σύμβαση για την καταβολή της ως άνω διαφοράς δεν έχει το ενάγον αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η πρόταση που αυτό απηύθυνε στους εναγόμενους για ανακαθορισμό του μισθώματος των 450 στρεμμάτων της εκμισθωθείσης εκτάσεως που αυτοί καλλιέργησαν με μηδική δεν έγινε δεκτή από αυτούς και επομένως η σύμβαση δεν τροποποιήθηκε ως προς το σημείο αυτό ώστε να θεμελιώνεται σε αυτή η εν λόγω αξίωση του ενάγοντος".
Ο ως άνω λόγος πέραν της αοριστίας του, καθώς δεν προσδιορίζονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν και ερμηνεύθηκαν και αφετέρου σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αντιφατικότητα της αιτιολογίας, είναι αλυσιτελής. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τον ως άνω λόγο αναίρεσης δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή, καθόσον με αυτή το ενάγον νπδδ ισχυρίζεται ότι έχει συμβατική αξίωση κατά του εναγόμενου καταβολής της διαφοράς των μισθωμάτων μεταξύ εκείνων που έπρεπε ο εναγόμενος να καταβάλει για την καλλιέργεια της εκτάσεως των 450 στρεμμάτων με μηδική και εκείνων που κατέβαλε κατά τη μισθωτική περίοδο από 1.4.2012 έως 31.3.2014, δυνάμει της ως άνω συμβάσεως μισθώσεως εκτάσεως 2.130 στρεμμάτων στους ελεύθερους χώρους του αεροδρομίου "Μέγας Αλέξανδρος" κοπής και αποκομιδής αυτοφυούς χόρτου, συνολικού ύψους 69.113 ευρώ, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι η παράβαση των όρων της συμβάσεως μισθώσεως και η παρά την έλλειψη συναινέσεως του ενάγοντος μεταβολή από τον εναγόμενο του τρόπου εκμεταλλεύσεως της εκτάσεως των 450 στρεμμάτων, που αφορούσε πολυετή καλλιέργεια μηδικής, η οποία είχε επίδραση επί της μισθωτικής αξίας του κτήματος, θα μπορούσε να θεμελιώσει δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως υπέρ του εκμισθωτή ενάγοντος καθώς και δικαίωμα αποζημιώσεως αυτού κατά τα ως άνω εκτεθέντα, αλλά αξίωση από την σύμβαση για την καταβολή της ως άνω διαφοράς δεν έχει το ενάγον αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η πρόταση που αυτό απηύθυνε στον εναγόμενο για ανακαθορισμό του μισθώματος των 450 στρεμμάτων της εκμισθωθείσης εκτάσεως που αυτός καλλιέργησε με μηδική δεν έγινε δεκτή από αυτόν και επομένως η σύμβαση δεν τροποποιήθηκε ως προς το σημείο αυτό ώστε να θεμελιώνεται σε αυτή η εν λόγω αξίωση του ενάγοντος.
Ζήτημα εφαρμογής των άρθρων 371, 379 ΑΚ περί αοριστίας παροχής δεν μπορεί να τεθεί αφού οι συμβαλλόμενοι διάδικοι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με την μισθωτική συμφωνία απέκλεισαν την ανάπτυξη στην εκμισθωθείσα έκταση οποιασδήποτε άλλης εκμεταλλεύσεως, πλην του αυτοφυούς χόρτου και δεν κατέλειπαν κενό στην μισθωτική σύμβαση αναφορικώς με το ύψος του μισθώματος σχετικά με την καλλιέργεια μηδικής, η οποία ήταν συμβατικώς απαγορευμένη...".
Σύμφωνα με το προπαρατεθέν περιεχόμενο η αναφορά του Εφετείου, στη δυνατότητα θεμελίωσης δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης της μίσθωσης εκ μέρους του εκμισθωτή και αποζημίωσης αυτού διατυπώθηκε πλεοναστικά και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης, και επομένως με αυτήν δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης.
4. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν διαλαμβάνεται, αφού το αναιρεσείον νπδδ με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", κατ' άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. Δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α' 239/1931), απαλλάσσεται της προκαταβολής των τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το εν λόγω παράβολο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ. 8356/27-10-2021) αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ` αριθμ. 6001/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ