Supreme Court dismisses shipowner's appeal, ruling they lost priority rights after company status changed to commercial entity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the shipowner's appeal against the First Instance Court's decision regarding the forced sale of their vessel. The court found that the company's status had changed from a public-law entity to a private commercial enterprise after a share sale, thereby stripping it of the priority rights previously granted under the Maritime Code. Consequently, the court ordered the appeal costs to be borne by the shipowner.
Legislator headnote
AI generatedArticles 205(a) and 19(6) of the Maritime Code; The priority rights granted to public-law entities for ship-related claims are lost if the entity ceases to be a public-law body and transforms into a private commercial company, as the legal basis for such privileges no longer applies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1820 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1820/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Κωνσταντινίδη και Κίμωνα Γκιουλιστάνη, οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 21-4-2023 δηλώσεις του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Ν. του Μ. Ν., κατοίκου ..., 2) Ρ. Χ. του Μ. Α., κατοίκου ..., 3) ..., κατοίκου Χαριπούρ Πακιστάν, 4) Καλίντ Αχτάρ Χαν του Ακτάρ Αλή Χαν, κατοίκου ..., 5) Μουχαμάντ Αζαμ Χαν του Ρουστάμ Χαν, κατοίκου ..., 6) Σερ Ναουάζ του Μπαχαντούρ Σερ, κατοίκου Χαριπούρ Πακιστάν, 7) Ριάζ Αχμάντ του Ραχμάν Αμίρ, κατοίκου Σουάτ Πακιστάν, 8) Μουχάμαντ Ιλυάς του Ντιλ Φαράζ Χαν, κατοίκου Χαριπούρ Πακιστάν, 9) Αρφάν Σαχ του Φαρμάν Σαχ, κατοίκου Χαριπούρ Πακιστάν, 10) Αμτζάντ Αλή του Μπακτ Μπιλάντ Χαν, κατοίκου Σουάτ Πακιστάν, 11) Μουχαμάντ Αχσάν του Μουχαμάντα Σαφντάρ Χαν, κατοίκου ..., 12) Ακήλ Αχμέντ του Μουχαμαντ Ασλαμ, κατοίκου ... και 13) Χαραλάμπους Παππά του Αστερίου, κατοίκου Νέας Ιωνίας Βόλου. Οι 1ος, 3ος, 5ος, 11ος και 13ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοντοσέα, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2018 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4035/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 711/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι 1ος, 3ος, 5ος, 11ος και 13ος αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 1, 142 παρ. 1 και 2, 143 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η ιδιότητα του αντίκλητου που διορίζει διάδικος για να παραλαμβάνει τα έγγραφα που του κοινοποιούνται, αποκτάται α] με δήλωση στη γραμματεία του πρωτοδικείου της κατοικίας τους, ο δε διορισμός γίνεται για όλες ή ορισμένες από τις δικαστικές ή εξώδικες επιδόσεις που του απευθύνονται και αφορούν μία ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, β] με ρήτρα σε σύμβαση, οπότε ο διορισμός καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων που έχουν σχέση με τη σύμβαση αυτή και γ] με το νόμιμο διορισμό δικαστικού πληρεξούσιου, που είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος και στον οποίο μπορούν να γίνουν μόνο οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης.
Η ιδιότητα δε κάποιου ως αντίκλητου εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως και ο επικαλούμενος επίδοση σε αντίκλητο του διάδικου, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της ιδιότητάς του, με έναν από τους καθοριζόμενους, κατά τα παραπάνω, τρόπους, ενώ η επίδοση σε πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του αντίκλητου είναι ανυπόστατη [ΑΠ 1305/2020, ΑΠ 384/2016].
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διάδικους παρέστη ο αναφερόμενος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη, για το διορισμό αυτού [του παραστάντος δικηγόρου], κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξούσιου του διάδικου αυτού, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, το οποίο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ [ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 1305/2020].
Έτσι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διάδικου στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός εάν, όπως η ίδια διάταξη ορίζει, γνωστοποιηθεί με δικόγραφο στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του [ΑΠ 1276/2021, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1034/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά συνεδρίασης της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση αυτής, κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο και από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν στη συζήτηση, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δεύτερος, τέταρτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος, δέκατος και δωδέκατος των αναιρεσίβλητων.
Η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, επικαλείται για την απόδειξη της κλήτευσης των ως άνω μη εμφανισθέντων στη συζήτηση αναιρεσίβλητων, την 1711Γ'/7-12-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Π.. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε στο δικηγόρο ...
Γεώργιο Κοντοσέα, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των ως άνω απολειπόμενων αναιρεσίβλητων. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, πράγματι ο ως άνω δικηγόρος είχε παρασταθεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος των παραπάνω απολειπόμενων αναιρεσίβλητων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και συνεπώς θεωρείται κατά νόμο αντίκλητός τους για τις αναγόμενες στην παρούσα δίκη επιδόσεις μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, την δε ιδιότητά του αυτή δεν έχασε με κάποιο νόμιμο τρόπο.
Συνεπώς, αφού οι απολιπόμενοι διάδικοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην παρούσα δίκη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες [άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ].
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 711/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η από 9-10-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4035/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε απορρίψει την από 12-4-2018 ανακοπή της κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Κατά το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται το αργότερο μέσα σε δέκα πάντα ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει:
α] διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτησή του δεν κατοικεί στην περιφέρεια αυτή και β] περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται. Η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρου 118 ΚΠολΔ [ΑΠ 519/2020, ΑΠ 1349/2011].
Ειδικότερα, η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα στη διαδικασία της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή. Στο περιεχόμενο του αναγγελτήριου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους, κατά το άρθρο 974 ΚΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.
Συνεπώς, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση.
Για το σκοπό αυτό η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, καθώς και του προνομίου της. Το δικόγραφο δε αυτής είναι άκυρο, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σε αυτό απαίτησης και του προνομίου της, όταν η αοριστία, που αποτελεί παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, προκαλεί σ' αυτόν που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
Αυτό συμβαίνει μόνο όταν η περιγραφή της απαίτησης στο αναγγελτήριο, καθώς και του τυχόν προνομίου της, είναι τόσο ελλιπής, ώστε να μην μπορούν ο μεν οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ, ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης και να προβεί στην κατάταξή της συγκριτικά και με τις λοιπές αναγγελλόμενες απαιτήσεις.
Δεν είναι αναγκαία όμως η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για αναγωγή ή ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ [ΑΠ 519/2020, ΑΠ 119/2003, ΑΠ 387/2001], αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο [συμβολαιογράφο] του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Αντίστοιχα αυτός δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα [άρθρο 974 ΚΠολΔ], χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα [ολΑΠ 1 και 2 /2010, ΑΠ 519/2020].
Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα [ή δικαστική απόφαση] που είναι εμπρόθεσμα, μέσα δηλαδή στη νόμιμη ως άνω προθεσμία, κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, με τα οποία αναγνωρίζεται η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή ή το προνόμιό του και το οποίο αναφέρεται στο αναγγελτήριο, και τα οποία είναι προσιτά σε όλους [ΑΠ 1580/2013, ΑΠ 2068/2013, ΑΠ 1087/2013].
Επίσης, η συμπλήρωση του ελλιπούς και εκ τούτου αόριστου αναγγελτηρίου μπορεί να γίνει μόνο με νέο αναγγελτήριο στη νόμιμη προθεσμία [ΑΠ 69/2022, ΑΠ 519/2020, ΑΠ 1788/2002]. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ολΑΠ 7/2006, ΑΠ 519/2020].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η κήρυξη ή η μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη [ΑΠ 519/2020, ΑΠ 862/2011].
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ β' στοιχ. Β' ΚΠολΔ, που ορίζει το αναγκαίο περιεχόμενο της αναγγελίας ως πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα της κατάταξης των δανειστών, είναι δικονομική και συνεπώς η παραβίασή της από το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς με το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά μόνο με το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ [ΑΠ 519/2020, ΑΠ 1580/2013, ΑΠ 472/2005].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της απόφασής του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Λόγω ανεπάρκειας του επιτευχθέντος εκπλειστηριάσματος του κατασχεθέντος και εκπλειστηριασθέντος πλοίου προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των επισπευδόντων την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης δανειστών (των δώδεκα πρώτων των καθ' ων) και των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών, στους οποίους περιλαμβάνονται ο δέκατος τρίτος των καθ' ων, επίσης ναυτικός, του πλοίου, και η ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρία, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών της καθ' ης η εκτέλεση, με τον οποίο, στο εναπομείναν ποσό του πλειστηριάσματος, μετά την αφαίρεση, των εξόδων της εκτέλεσης, κατέταξε την ανακόπτουσα οριστικά και προνομιακά για την αναγγελθείσα με τη δεύτερη κατά σειράν συμπληρωματική αναγγελία της απαίτησής της σε βάρος της πλοιοκτήτριας, ποσού 1.747,23 ευρώ, και στην πρώτη τάξη προνομίων του άρθρου 205 του ΚΙΝΔ, ως τέλη και δικαιώματα, που βαρύνουν το πλοίο από την παροχή προς αυτό, λιμενικών υπηρεσιών, ενώ σε ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό του προς διανομή πλειστηριάσματος κατέταξε τους καθ' ων, οριστικά και προνομιακά, στη δεύτερη τάξη των προβλεπομένων στην ανωτέρω διάταξη προνομίων, για το μεν τμήμα των αναγγελθεισών απαιτήσεων τους, που ειδικότερα διαλαμβάνεται για τον καθέναν τους στον εν λόγω πίνακα, και τους επιδικάσθηκε προσωρινά με την υπ' αριθμ. 1.409/2017 απόφαση, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για το δε υπόλοιπο τμήμα τυχαία, υπό τον όρο τελεσίδικης επιδίκασης των απαιτήσεών τους, ενώ ουδείς άλλος αναγγελθείς δανειστής κατατάχθηκε λόγω εξάντλησης του πλειστηριάσματος.
Σημειωτέον ότι η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος δεν κατέταξε στον ως άνω πίνακα την αναγγελθείσα με την πρώτη, κατά σειράν αναγγελία απαίτηση της ανακόπτουσας, ποσού 45.315,52 ευρώ, με την αιτιολογία ότι αφορά σε απαιτήσεις της (δικαιώματα από την παροχή προς το συγκεκριμένο πλοίο λιμενικών υπηρεσιών) σε βάρος τρίτων προσώπων, και δη των εταιριών "...." ....") και "...." ("...
και όχι της καθ' ης η εκτέλεση, πλοιοκτήτριας του πλοίου αυτού, πλην όμως εσφαλμένα, διότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οφειλέτρια και της συγκεκριμένης απαίτησης της ανακόπτουσας είναι η καθ' ης η εκτέλεση αντιπροσωπευθείσα από τις ανωτέρω εταιρίες, εκπρόσωπό της στην Ελλάδα και διαχειρίστρια του πλοίου αντίστοιχα κατά το χρόνο γέννησης της αναγγελλόμενης απαίτησης, όπως σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας συνάγεται από το ίδιο το περιεχόμενο του αναγγελτηρίου.
Μολαταύτα όμως, η εν λόγω απαίτηση της ανακόπτουσας, στη μη κατάταξη της οποίας στον προσβαλλόμενο πίνακα αφορά η ανακοπή, ανεξαρτήτως του εάν είναι προνομιακή κατά το δίκαιο του κράτους της σημαίας του εκπλειστηριασθέντος πλοίου (του ... και των ...), δεν μπορεί να καταταγεί προνομιακά και κατά το δίκαιο του τόπου της εκτέλεσης (το ημεδαπό δίκαιο και δη κατά τον Κ.Ι.Ν.Δ) για τους κάτωθι αναφερόμενους λόγους:
Πρωτίστως διότι στην αναγγελία της ουδόλως έχει περιληφθεί αίτημα περί προνομιακής κατάταξης της απαίτησής της αυτής στον συνταχθησόμενο πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος του πλοίου της καθ' ης η εκτέλεση, όπως κατά την απολύτως κρατούσα άποψη στη θεωρία και τη νομολογία απαιτείται ως εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο του αναγγελτηρίου, ούτως ώστε η αναγγελλόμενη απαίτηση να καταταγεί προνομιακά από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, για το λόγο ότι, εφόσον η επίμαχη διαδικασία της επισπευδομένης σε βάρος της πλοιοκτήτριας αναγκαστικής εκτέλεσης, ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της θέσης σε ισχύ της Αναθεωρημένης Σύμβασης Παραχώρησης μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και ...
της 24ης.6.2016 και της έκδοσης του Κυρωτικού αυτής Νόμου (υπ' αριθμ. ...), αλλά και της επακολουθήσασας αυτών ολοκλήρωσης της σύμβασης αγοραπωλησίας της πλειοψηφίας των μετοχών του ... σε ιδιώτη επενδυτή κατά τα προεκτεθέντα, οι απαιτήσεις του ..., που δεν αποτελεί πλέον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου "διφυούς χαρακτήρα", αλλά ιδιωτική κερδοσκοπική ανώνυμη εταιρία με αμιγή χαρακτήρα επιχειρηματικής εκμετάλλευσης, από την παροχή προς το πλοίο λιμενικών υπηρεσιών, όπως είναι και η εν λόγω αναγγελλόμενη απαίτηση, δεν απολαύουν πλέον του προβλεπόμενου στη διάταξη του άρθρου 205 στοιχ.
α' του Κ.Ι.Ν.Δ. προνομίου κατάταξης κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος του πλοίου, ως τέλη και δικαιώματα βαρύνοντα το πλοίο, και δη προνομίου της πρώτης τάξης των ειδικότερα με τη διάταξη αυτή θεσπιζομένων προνομίων, όπως ειδικότερα προβλεπόταν με το άρθρο 19 παρ. 6 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης του ..., ο οποίος εκδόθηκε σε εκτέλεση της παρασχεθείσας στον ..., υπό την τότε μορφή του Ν.Π.Δ.Δ., νομοθετικής εξουσιοδότησης με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 21 παρ. 2 του Α.Ν. 1559/1950 να εκδίδει κανονισμούς προς ρύθμιση διαφόρων θεμάτων αρμοδιότητάς του με ισχύ ουσιαστικού νόμου, και εγκρίθηκε με την υπό στοιχεία 45057/11/1973 Κοινή Υπουργική Απόφαση, διότι ήδη ο ανωτέρω Αναγκαστικός Νόμος και ο εκδοθείς βάσει αυτού Κανονισμός θα πρέπει να θεωρηθούν καταργηθέντες με την Αναθεωρημένη Σύμβαση Παραχώρησης και τον Κυρωτικό αυτής Νόμο (ο συγκεκριμένος Κανονισμός αφού δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών, που ρητά προβλέπεται στην ως άνω Σύμβαση ότι διατηρούνται σε ισχύ και μετά την έναρξη της ισχύος της και αναλυτικά παρατίθενται στο Παράρτημα 1.7 αυτής), καθώς δε συνάδουν με την περιέλευση του ελέγχου της ...
Α.Ε. σε ιδιωτικό οικονομικό φορέα εκμετάλλευσης, αλλά προσιδιάζουν περισσότερο στο δημόσιο πυλώνα της λειτουργίας της πολιτείας,.... Σημειωτέον ότι η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το ότι στην Αναθεωρημένη Σύμβαση Παραχώρησης και στον Κυρωτικό αυτής Νόμο ρητά προβλέπεται ότι η - πλέον ιδιωτικοποιημένη - ...
Α.Ε. δικαιούται να επιβάλει, χρεώνει και εισπράττει για ίδιο λογαριασμό - μεταξύ άλλων - και τέλη λιμενικών υπηρεσιών ως αντίτιμο για τις παρεχόμενες απ' αυτήν υπηρεσίες στα ναυλοχούντα στο Λιμένα του ... πλοία, διότι αυτό που έγινε εν προκειμένω δεκτό είναι ότι οι εκ της ανωτέρω αιτίας απορρέουσες απαιτήσεις της δεν εξοπλίζονται πλέον με προνόμιο στην κατάταξη και στη διανομή του πλειστηριάσματος του πλοίου, ούτε βέβαια από το νομικό καθεστώς της Χερσαίας Λιμενικής Ζώνης του Λιμένα του ...
ως κοινόχρηστου πράγματος, ήτοι από τη φύση του ως περιουσιακού στοιχείου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ευρισκόμενου στην κοινή χρήση, που ουδόλως επηρεάσθηκε από την ανάληψη του ελέγχου της ... Α.Ε. από ιδιώτη, στην οποία, ακόμη και όταν λειτουργούσε υπό τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ. ή ανώνυμης εταιρίας του Δημοσίου, έχει παραχωρηθεί το δικαίωμα χρήσης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης του ως άνω Λιμένα, και οπωσδήποτε όχι εμπράγματα δικαιώματα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επίσης δέχθηκε τα ίδια, και απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά τις αντίστοιχες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ανακόπτουσα με τους λόγους της από 9.10.2018 (με αυξ.
αριθμ. εκθ. καταθ. ... και ...) έφεσής της, όπως εκτιμώνται στο σύνολό τους οι περιλαμβανόμενες στο εφετήριο αιτιάσεις, απορριπτομένων ως αβασίμων, και, συνακόλουθα, και της εν λόγω έφεσης καθ' ολοκληρίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ''...'' και το διακριτικό τίτλο ''....'', με δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, καθεμιά των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό της έφεσης διατακτικό, δεχόμενο, ειδικότερα, με την πρώτη αιτιολογία, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά είχε κρίνει ότι η επίδικη αναγγελία της αναιρεσείουσας ήταν αόριστη και συνεπώς άκυρη και απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, καθόσον η αναγγελία της αναιρεσείουσας με βάση την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψή της, ως προς την περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλθηκε και τη μη αναφορά του προνομίου της εν λόγω απαίτησης, είναι πράγματι αόριστη κατά την έννοια της παραπάνω εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 972 ΚΠολΔ, όπως αυτή αναλύεται στη μείζονα σκέψη. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 14 (κατ' εκτίμηση, και όχι από τον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, ότι δηλαδή δεν ήταν αναγκαία η αναγραφή του προνομίου στην αναγγελία της, και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, λόγω αοριστίας της ένδικης αναγγελίας, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων, θεμελιώνεται δε στην βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς [ΑΠ 713/2020, ΑΠ 394/2012]. Στην περίπτωση, ειδικότερα, που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατ' άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί [ολΑΠ 25/2003, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 1221/2017]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στην εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 205 στοιχ.
α' του ΚΙΝΔ, ισχυριζόμενη ότι οι απαιτήσεις της [αναιρεσείουσας] που αναγγέλθηκαν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εσφαλμένα δεν κατατάγηκαν προνομιακά, αφού αφορούσαν δικαιώματα τέλη και δικαιώματα πλοίου που εκπλειστηριάστηκε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος πλήττει τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν κατά την έρευνα του αμέσως προηγούμενου λόγου, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, με την πρώτη αιτιολογία, ότι η ένδικη αναγγελία ήταν άκυρη και δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα, η αιτιολογία δε αυτή, η οποία δεν προσβλήθηκε επιτυχώς με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης που απορρίφθηκε, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη μη προνομιακή κατάταξη της απαίτησης της αναιρεσείουσας στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης.
Σε κάθε περίπτωση, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 205 στοιχ. α' ΚΙΝΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, τον οποίο ορθά δεν εφάρμοσε γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.
Ειδικότερα, εφόσον η επίμαχη διαδικασία της επισπευδόμενης σε βάρος της πλοιοκτήτριας αναγκαστικής εκτέλεσης, ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της θέσης σε ισχύ της Αναθεωρημένης Σύμβασης Παραχώρησης μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και ... της 24ης- 6-2016 και της έκδοσης του Κυρωτικού αυτής Νόμου [υπ' αριθμ. ...], αλλά και της επακολουθήσασας αυτών ολοκλήρωσης της σύμβασης αγοραπωλησίας της πλειοψηφίας των μετοχών του ...
σε ιδιώτη επενδυτή, οι απαιτήσεις του ..., που δεν αποτελεί πλέον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου '' διφυούς χαρακτήρα ''. αλλά ιδιωτική κερδοσκοπική εταιρία με αμιγή χαρακτήρα επιχειρηματικής εκμετάλλευσης, από την παροχή προς το πλοίο λιμενικών υπηρεσιών, όπως είναι και η εν λόγω αναγγελλόμενη απαίτηση, δεν απολαύουν πλέον του προβλεπόμενου στη διάταξη του άρθρου 205 στοιχ.
α' ΚΙΝΔ προνομίου κατάταξης κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος του πλοίου, ως τέλη και δικαιώματα βαρύνοντα το πλοίο, και δη προνομίου της πρώτης τάξης των ειδικότερα με τη διάταξη αυτή προνομίων. Με τη θέση, δηλαδή, σε ισχύ της Αναθεωρημένης Σύμβασης Παραχώρησης θεωρείται ότι καταργήθηκε και ο εγκριθείς με την υπ' αριθμ. 45057/11/72 κοινή Υπουργική Απόφαση Κανονισμός Οικονομικής Διαχείρισης του Ο.Λ.Π., όπως ίσχυε κατά το χρόνο της κατάργησής του, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στους ειδικά αναφερόμενους στο Παράρτημα της ανωτέρω Σύμβασης κανονισμούς, οι οποίοι ορίζεται ότι διατηρούνται σε ισχύ και μετά την έναρξη της ισχύος της, στη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 6 του οποίου προβλεπόταν ότι ''προκειμένου περί δικαιωμάτων παραβολής, προσορμίσεως, επισκευής και αργίας, εάν το εκπλειστηριαζόμενο πράγμα είναι πλοίο, ο ...
κατατάσσεται προνομιακώς κατά την εν άρθρω 205 εδαφ. Α' του ΚΙΝΔ οριζόμενην τάξιν, ως βαρύνοντα και παρακολουθούντα το πλοίο'', με αποτέλεσμα τα δικαιώματα της ήδη ... ΑΕ για την προσόρμιση, παραβολή, πρυμνοδέτηση ελλιμενισμό κ.λπ., που βαρύνουν το πλοίο, να αποτελούν απαιτήσεις της, οι οποίες δεν πλέον του προνομίου κατάταξης του άρθρου 205 εδ.
α' ΚΙΝΔ στη διανομή του πλειστηριάσματος του πλοίου. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παράβολου [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ''...'' και το διακριτικό τίτλο ''....'', για αναίρεση της 711/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παράβολου.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ