Legislator Case Law & Legislation
1820/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for procedural defect regarding defendant's non-appearance and substantive ground rejection.

Case Number 1820/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a first-instance judgment regarding property ownership. The appellants argued the lower court erred by considering the respondent's claim that the disputed land comprised three terraces without prior notice, violating procedural rules. The court rejected this, ruling the claim was not an independent factual assertion but merely a denial of the plaintiff's historical claim, thus failing to constitute a valid ground for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 no. 5 and 576 no. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged error concerns a claim that lacks independence and does not historically found the main claim, as it is merely a denial rather than a distinct factual assertion.

Keywords

AI generated
procedural defect independent claim non-appearance property ownership admissibility of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 126 no. 1 letter a and 128 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 242 no. 2 and 573 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 no. 2 letters a and g of the Code of Civil Procedure
Article 1033 of the Civil Code
Article 1192 and 1198 of the Civil Code
Article 1094 of the Civil Code
Article 560 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 no. 5 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 5 letter a of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2003
Supreme Court 12/2000
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 469/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1820 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1820/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Σ. Δ. του Γ., 2. Σ. Δ. του Γ., 3.Ι. Δ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Πετεινάτο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Β. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αργοστολίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 36/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθμ. ... /25-1- 2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Μ. Γ. Π., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 29-9-2016 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 36/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τελευταίο (άρθρ.126 παρ.1 εδ.

α’ και 128 παρ.1 ΚΠολΔ). Όμως, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ ΚΠολΔ.).- Σύμφωνα με το άρθρο 1033 του Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 και 1198 Α.Κ.).

Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτόν τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1094 του ίδιου Κώδικα, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

Α.Π. 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, σχετικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Με την υπ’ αριθμόν .../10-2-2009 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Α.

Π. - Μ., νομίμως μεταγραμμένης στον τόμο … με αύξοντα αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, το εμφαινόμενο με τα στοιχεία .... .... .... ... στο προσαρτημένο στο εν λόγω συμβόλαιο από Νοέμβριο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ. αγροτεμάχιο αποτελούμενο από τρεις αναβαθμούς (αρμάκια) περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του ενάγοντος, αιτία δωρεάς εν ζωή, από την μέχρι τότε κυρία αυτού, Α.

χήρα Ν. Β., το γένος Τ.. Συγκεκριμένα πρόκειται για ένα ακίνητο άρτιο και οικοδομήσιμο έκτασης 2.701,86 τ,μ., το οποίο συνορεύει ολόγυρα ως εξής: Νοτιοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά ... συνολικού μήκους τριάντα εννέα μέτρων και 75/100 (39,75) με ιδιοκτησία Δ. Τ. (επιμέρους πλευρές: Α1.Α2. = 3,16 μ., Α2.Α3 =2,53μ., Α3.Α4=2,79μ., Α4.Α5=12,04μ" Α5.Α6=12,52μ., Α6.Α7=3,36 μ., Α7.Α8=3,35μ.), Βορειοδυτικά και Δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά ...

συνολικού μήκους σαράντα επτά μέτρων και 57/100 (47,57) με ιδιοκτησία Β. Σ. (επιμέρους πλευρές: Α8.Α9=1,69μ., Α9.Α10=3,53μ. , Α10- Α11=2,97μ. , Α11-Α12=2,78 μ. , Α12-Α13=12,48μ. , Α13-Α14=1,36μ. , Α14- Α15=3,01 μ. , Α15-Α16=2,29μ. , Α16-Α17=2,40μ. , Α17-Α18=0,69μ. , Α18- Α19=2,56μ. , Α19-Α20=2,10μ. , Α20-Α21=3,16μ. και Α21-Α22=6,55μ.), Βορειανατολικά σε πλευρά ... μήκους είκοσι ενός μέτρων και 62/100 (21,62) με ...

Ανατολικά, Βορειοανατολικά και πάλι Ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά Α23. ... συνολικού μήκους ενενήντα επτά μέτρων και 96/100 (97,96) με ιδιοκτησία Αγνώστου (επιμέρους πλευρές: Α23. Α24=3,18μ. , Α24. Α25=6,60μ. Α25. Α26=14,06μ. Α26. Α27=3,42μ. Α27. Α28=4,91μ. , Α28. Α29=5,39μ. , Α29. Α30=6,52μ. , Α30. Α31 =6,92μ" Α31. Α32=5,16μ. Α32. Α33=2,28μ. Α33. Α34=2,71μ" Α34. Α35=4,48μ., Α35.

Α36=6,78μ. , Α36. Α37=6,61μ. , Α37. Α38=4,59μ" Α38. Α39=3,07μ. , Α39. Α40=8,38μ., Α40Α41=2,90μ.) και τέλος Νότια, Νοτιοδυτικά, πάλι Νότια και Νοτιανατολικά

σε τεθλασμένη πλευρά ... συνολικού μήκους εξήντα έξι μέτρων και 83/100 (66,83) με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Τ. (επιμέρους πλευρές: Α41. Α42=5,99μ., Α42. Α43=3,57μ., Α43. Α44=2,73μ., Α44. Α45=5,60μ., Α45. Α46=5,37μ., Α46. Α47=3,39μ., Α47. Α48=1,09μ., Α48. Α49=4,46μ" Α49. Α50=5,11 μ., Α50. Α51=4,12μ., Α51. Α52=7,11μ., Α52. Α53=3,36μ. , Α53. Α54=4,46μ. , Α54. Α55=4,26μ., Α55-Α1 =6,21 μ.). Εντός του ως άνω περιγραφέντος ακινήτου φύονται σαράντα πέντε (45) ελαιόδενδρα.

Η τελευταία απέκτησε την κυριότητα του δωρηθέντος αγροτεμαχίου με το προσαγόμενο και επικαλούμενο υπ’ αριθμόν .../27-10-1961 συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Αργοστολίου, Α. Τ. - Τ., νομίμως μεταγραμμένου στον τόμο … με αύξοντα αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου .... Από την αγορά του παραπάνω αγροτεμαχίου το έτος 1961 η δικαιοπάροχος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου εισήλθε σε ολόκληρο το ακίνητο και φρόντιζε να το διατηρεί καθαρό ασκώντας τις αναγκαίες προς τούτο πράξεις νομής ως κυρία τούτου, είτε αυτοπροσώπως είτε δια του συζύγου της, ενεργούντος αυτού ως αντιπροσώπου και για λογαριασμό της.

Περί το έτος 1970 βοηθούμενη από το σύζυγό της, Ν. Β., η δικαιοπάροχος του ενάγοντος φύτεψε 45 ελαιόδενδρα σε ολόκληρο το αγροτεμάχιο των τριών αναβαθμών, επτά δε εξ αυτών στο βορειοδυτικό μέρος του όλου ακινήτου, στο οποίο σχηματιζόταν μία αναβαθμίδα εκ των τριών του μείζονος ακινήτου και το οποίο εμφαίνεται στο προαναφερθέν από Νοέμβριο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Μ. ως τμήμα 1Α με τα περιμετρικά στοιχεία .... .... .... …, έχει σχήμα πολυγωνικό και ακανόνιστο και συνορεύει ολόγυρα ως εξής: Βορειοδυτικά και Δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά .... ... συνολικού μήκους σαράντα έξι μέτρων και 72/100 (46,72) με ιδιοκτησία Β. Σ. (επιμέρους πλευρές: Α73. Α9 = 0,84μ., Α9. Α10 = 3,53μ., Α10. Α11 = 2,97μ" Α11. Α12 = 2,78μ" Α12.

Α13 = 12,48μ" Α13. Α14 = 1,36μ" Α14. Α15 = 3,01 μ., Α15. Α16 = 2,29μ., Α16. Α17 = 2,40 μ., Α17. Α18 = 0,69μ., Α18. Α19 = 2,56μ" Α19. Α20 = 2,10μ., Α20. Α21 = 3,16μ. και Α21. Α22 = 6,55μ., Βορειοανατολικά σε πλευρά Α22. Α56 μήκους οκτώ και 70/100 (8,70) με ... Ανατολικά και Νοτιοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά ... συνολικού μήκους σαράντα εννέα μέτρων και 68/100 (49,68) με λοιπή μη καταληφθείσα ιδιοκτησία του (επιμέρους πλευρές:

Α56. Α57 = 7,01 μ., Α57. Α58 = 4,11 μ., Α58. Α59 = 4,16μ., Α59. Α60 = 2,58 μ., Α60. Α61 = 3,57 μ., Α61. Α62 = 2,63 μ., Α62. Α63 = 4,44 μ., Α63. Α64 = 4,24μ" Α64. Α65 = 4,40 μ., Α65. Α66 = 1,73μ., Α66. Α67 = 2,74μ., Α67. Α68 = 1,40μ, Α68. Α69 = 3,12 μ., Α69. Α70 = 3,55μ.) και τέλος Νότια και Νοτιοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά ... συνολικού μήκους μέτρων έξι και 94/100 (6,94) ομοίως με υπόλοιπη μη καταληφθείσα ιδιοκτησία του (επιμέρους πλευρές:

Α70. Α71 = 2,56μ., Α71. Α72 = 2,77μ. και Α72.Α73 = 1,61 μ.). Κατά τα επόμενα συναπτά έτη η δικαιοπάροχος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ο σύζυγός της καλλιεργούσαν το εν λόγω ευρύτερο ακίνητο συνεχώς, βοηθούμενοι είτε από τα παιδιά τους είτε από άλλους συγγενείς τους, όπως η Μ. Μ., κατά την δεκαετία του 1980 συνέλλεγαν τον ελαιόκαρπο (βλ.

την υπ’ αριθμόν .../11-01-2013 ένορκη βεβαίωση). Οι παραπάνω διακατοχικές πράξεις ασκούνταν συστηματικώς από την δικαιοπάροχο του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, όπως προειπώθηκε, και από της μεταβιβάσεως του κτήματος στον τελευταίο το έτος 2009, αυτός συνέχισε κατά τον ίδιο τρόπο την άσκηση της νομής σε ολόκληρο το ακίνητο, ως κύριος αυτού, μέχρι τον Νοέμβριο του 2011, οπότε οι εναγόμενοι εισήλθαν αυθαίρετα και κατέλαβαν το επίδικο τμήμα - αναβαθμίδα έκτασης 304,60 τ.μ. (αρμάκι) στο βορειοδυτικό τμήμα του μείζονος ακινήτου, όπως περιγράφηκε ανωτέρω ως τμήμα 1Α στο από Νοέμβριο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Μ., διαχωρίζοντας αυτό από το υπόλοιπο ακίνητο του ενάγοντος με την τοποθέτηση ανάμεσά τους σιδηροπασσάλων και συρματοπλέγματος και έκτοτε το κατέλαβαν και αρνούνται να του το αποδώσουν, ισχυριζόμενοι ότι αποτελεί τμήμα της μείζονος συνιδιοκτησίας, όπως απεικονίζεται στο από Φεβρουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ.

Β. και αναφέρουν ως τίτλο κτήσεως της κυριότητάς τους το υπ’ αριθμόν .../13-12-2007 συμβόλαιο γονικής παροχής της μητέρας τους Τ. Δ. στη συμβολαιογράφο Αργοστολίου, Σ. Τ., νομίμως μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου. Στο συμβόλαιο της γονικής παροχής το έτος 2007 η δικαιοπάροχος - μητέρα τους εκθέτει ότι κατέστη κυρία του μεταβιβαζομένου ακινήτου πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή ότι από το έτος 1960 ασκούσε η ίδια ή με αντιπροσώπους της συνεχή νομή σε αυτό διανοία κυρίας, χωρίς να ενοχληθεί από οιονδήποτε, μέχρι το έτος 2007 που το μεταβίβασε στους εναγομένους - εκκαλούντες.

Οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων αντικρούονται από το συμβόλαιο αγοραπωλησίας του κτήματος το 1961 από την δικαιοπάροχο του ενάγοντος Α. Β., καθόσον η κυριότητα και η νομή της προκύπτει από αυτό τούτο το δημόσιο έγγραφο (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), στο οποίο ο μέχρι τότε κύριος - πωλητής, Χ. Σ., της μεταβίβασε την κυριότητα, νομή και κατοχή και στο οποίο ουδόλως αναφέρεται ως όμορη ιδιοκτήτης η δικαιοπάροχος των εναγομένων - εκκαλούντων, καίτοι οι τελευταίοι ισχυρίζονται αναπόδεικτα ότι η μητέρα τους βρισκόταν στη νομή του ένδικου νωρίτερα, ήδη από το έτος 1960.

Αντιθέτως, στην ως άνω υπ’ αριθμόν .../1961 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή, το δωρούμενο ακίνητο αναφέρεται ότι κατά μήκος ολόκληρου του βορειοδυτικού ορίου του, στο οποίο ευρίσκεται και η ένδικη έκταση, συνορεύει με ιδιοκτησία Δ. Β. Σ..

Συνεπώς, η έναρξη της νομής της σηματοδοτείται από δημόσιο έγγραφο και η συνεχής άσκηση της νομής της μέχρι το 2009 αποδεικνύεται από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις στη συμβολαιογράφο Αργοστολίου Α. Π. των Δ. Τ., Μ. Μ. και Μ. Π., οι οποίοι από ιδία αντίληψη περιγράφουν αρχικά τον καθαρισμό του κτήματος, αργότερα δε την φύτευση των ελαιοδέντρων και την καλλιέργεια και συγκομιδή αυτών από την δικαιοπάροχο του ενάγοντος μέχρι το 2009 και έκτοτε από τον ίδιο αυτοπροσώπως ή δια των αντιπροσώπων του.

Ιδίως ο όμορος ιδιοκτήτης Δ. Τ. στην υπ’ αριθμόν .../2013 ένορκη βεβαίωσή του βεβαίωσε ότι περίπου ένα έτος προ της σύνταξης της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης τοποθετήθηκαν σιδερένιοι πάσσαλοι και περίφραξη με συρματόπλεγμα στη μία από τις τρεις αναβαθμίδες του μείζονος ακινήτου, εντός της οποίας υπάρχουν επτά ελαιόδεντρα, με αποτέλεσμα να αποκοπεί αυτή (το ένδικο εδαφικό τμήμα) από την υπόλοιπη ιδιοκτησία Β..

Όπως πληροφορήθηκε, οι σιδερένιοι πάσσαλοι και η περίφραξη είχε τεθεί από τους εναγομένους - εκκαλούντες. Στην ίδια ένορκη βεβαίωση, ο όμορος ιδιοκτήτης βεβαίωσε ότι το ένδικο ακίνητο ανήκε στην ιδιοκτησία Β. από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και ότι έκτοτε οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - εφεσίβλητου ενεργούσαν εντός αυτού πράξεις νομής, όπως καλλιέργεια, συλλογή ελαιοκάρπου, καθαρισμό και ότι, τέλος, το ένδικο εδαφικό τμήμα" συνορεύει με ιδιοκτησία Β. - Σ..

Οι ένορκες βεβαιώσεις απάντων των προαναφερομένων ευθυγραμμίζονται με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Ειρηνοδικείου Αργοστολίου και ενισχύονται από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από 04-01-2013 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Θ. Κ., σύμφωνα με την οποία οι παρατηρούμενες μορφολογικές μεταβολές του όλου ακινήτου αφορούν τόσο το επίδικο όσο και το μη επίδικο τμήμα (καθαρισμοί, καλλιέργεια μέχρι το έτος 1982, οπότε διακρίνονται τα νεαρά ελαιόδενδρα σε επίδικο και μη επίδικο ακίνητο, ενιαία, και αυτή η εικόνα της ενιαίας μορφολογίας ολοκλήρου του ακινήτου Β.

προκύπτει και από την μελέτη αεροφωτογραφιών των επομένων ετών 1992 και 2003), ενώ η ίδια έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από τη στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1972, 1982, 1992 και τη μονοεικονική παρατήρηση των φωτογραφιών από ~ δορυφορική λήψη των ετών 2003 και 2009, η ένδικη έκταση εμβαδού 304,60 τ.μ.

αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα προς νότο ακινήτου ιδιοκτησίας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου. Σημειωτέον ότι ο όμορος ιδιοκτήτης του βορειοδυτικού τμήματος του μείζονος ακινήτου του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, το οποίο αποτελείται από την ένδικη αναβαθμίδα έκτασης 304,60 τ.μ., Δ. Σ. του Β., είχε αντιδικία με τους εκκαλούντες - εναγομένους και άσκησε κατ’ αυτών την από 28-02-2008 (αρ.

εκθ. καταθ. ...2008) διεκδικητική αγωγή αναφορικά με το ακίνητο που ευρίσκεται στα βορειδυτικά του ενδίκου. Επ’ αυτής εκδόθηκε η μη οριστική υπ’ αριθμόν 51/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και διόρισε ως πραγματογνώμονα την τοπογράφο μηχανικό Α. Α.. Η εν λόγω τοπογράφος μηχανικός συνέταξε την από 24-06-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα τοπογραφικά που τη συνοδεύουν, μετά την εφαρμογή των τίτλων όλων των όμορων ιδιοκτητών της δίκης επί της υπ’ αρ.

εκθ. καταθ. ...2008 διεκδικητικής αγωγής, μεταξύ των οποίων ήταν και οι τίτλοι ιδιοκτησίας του μείζονος ακινήτου του ενάγοντος - εφεσίβλητου, που περιλαμβάνει την ένδικη έκταση, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ένδικο ακίνητο της δίκης εκείνης ανήκει στο Δ. Σ., ότι οι εκκαλούντες - εναγόμενοι δεν έχουν στην κυριότητα τους την όμορη ιδιοκτησία με το ένδικο στην παρούσα δίκη, στα βορειοδυτικά του μείζονος ακινήτου του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, η οποία ανήκει στο Δ.

Σ., και, παρεμπιπτόντως, ότι το ένδικο στην παρούσα περίπτωση εδαφικό τμήμα έκτασης 304,60 τ.μ. ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα - εφεσίβλητο. Επιπλέον, από την έκθεση αυτή και τα συνημμένα τοπογραφικά αποδεικνύεται ότι το έτερο όμορο ακίνητο που καλείται στον υπ’ αριθμόν .../1961 συμβολαιογραφικό τίτλο αγοραπωλησίας από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος - εφεσιβλήτου ως κληρονομία Μ.

Δ. - Κ. ταυτίζεται με το "..." που εμφανίζεται ως όμορο του ίδιου ακινήτου στην υπ’ αριθμόν .../2009 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή. Καταληκτικά, με βάση τα συμπεράσματα της εν λόγω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, η ιδιοκτησία του ενάγοντος - εφεσίβλητου οριοθετείται νότια από την ιδιοκτησία Γ. Ν. και Ε. Τ., δυτικά από ιδιοκτησία Δ.

Τ. του Χ., ανατολικά από ... ... (ιδιοκτησία Μ. Δ. - Κ., το οποίο σήμερα εμφανίζεται ως ιδιοκτησία Σ. Δ.) και βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Β. - Σ.. Πρέπει να επισημανθεί ότι στο υπ’ αριθμόν .../13-12-2007 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σ. Τ., το οποίο οι εναγόμενοι - εκκαλούντες επικαλούνται ως τίτλο της απόκτησης κυριότητας κατά παράγωγο τρόπο και στο προσαρτημένο σε αυτό τοπογραφικό της αγρονόμου τοπογράφου Γ.

Β., το ακίνητο περιγράφεται ότι συνορεύει βορειανατολικά με ιδιοκτησία της αδερφής τους, Σ. Δ., σε πλευρά Μ-Λ 9,40 μέτρα και Λ-Κ 5,26 μέτρα. Η Σ. Δ. φέρεται να απέκτησε την ιδιοκτησία αυτή με γονική παροχή από τον πατέρα της και πατέρα των αντιδίκων, Γ. Δ. του Σ., με το υπ’ αριθμόν .../24-01-1990 συμβόλαιο γονικής παροχής του τότε συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σ.

Α., νόμιμα μεταγραμμένου (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης Α. Α. σελ. 27 και προσαγόμενο με αυτή συμβόλαιο). Στο συμβόλαιο αυτό το ακίνητο που μεταβιβάζεται στη θέση ... ή ... ... περιγράφεται ότι συνορεύει βόρεια και ανατολικά με χείμαρρο, νότια με κληρονομιά Π. Κ. και δυτικά εν μέρει με Γ. Ν. Β. και εν μέρει με Γ. Τ....." (βλ.

επισυναπτόμενο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης συμβόλαιο και επισυναπτόμενο επίσης τοπογραφικό Γ. Β.). Δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο το έτος 1990 δεν αναγράφεται ως όμορη ιδιοκτήτρια με το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στη Σ. Δ., η σύζυγος του δικαιοπαρόχου και μητέρα της λαμβάνουσας, Τ. Δ., καθώς αυτή δεν ήταν ιδιοκτήτρια όμορου προς δυτικά ακινήτου.

Σε αντίθετη περίπτωση, αν, δηλαδή, είχε πραγματικά όμορη ιδιοκτησία με το μεταβιβαζόμενο τότε ακίνητο, οι ως άνω συμβαλλόμενοι δεν θα είχαν παραλείψει να την αναφέρουν.

Συνεπώς, προκύπτει αδιαμφισβήτητα η καθ’ όρια περιγραφή και, κατ’ επέκταση, η ταυτότητα του μείζονος ακινήτου του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, καθώς και του ένδικου εδαφικού τμήματος, ενώ η ακριβής έκτασή του (2.701,86 τ.μ.) καταμετρήθηκε για πρώτη φορά το έτος 2007 και αποτυπώθηκε στο από Νοέμβριο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Μ. (όπως ενημερώθηκε την 28-11-2011). Επιπλέον, ο ισχυρισμός περί νομής της δικαιοπαρόχου των εναγομένων - εκκαλούντων κατά μακρά χρονική περίοδο στο παρελθόν, για την οποία κατέθεσαν ο μάρτυρας ανταποδείξεως στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου και ο Μ. Ν. στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του στη συμβολαιογράφο Αργοστολίου Σ.

Τ., αντικρούεται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και γι’ αυτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε κρίνοντας αυτές μη πειστικές. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι περί τα τέλη του έτους 2011 οι εναγόμενοι - εκκαλούντες απέβαλαν τον ενάγοντα - εφεσίβλητο παράνομα και αυθαίρετα από την νομή του ένδικου τμήματος εδάφους περιφράσσοντας αυτό με συρματόπλεγμα και σιδερένιους πασσάλους και αποκόπτοντας αυτό από το υπόλοιπο μείζον ακίνητο του ενάγοντος - εφεσιβλήτου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ανωτέρω εδαφικό τμήμα, εκτάσεως 304,60 τ.μ., δικαίωμα που απέκτησε παραγώγως και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να το αποδώσουν σ’ αυτόν, και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των τελευταίων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1033 Α.Κ., με το να δεχθεί ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου τμήματος αγροτεμαχίου, με το παραπάνω υπ’ αριθμ. .../10-2-2009 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Α. Π. - Μ., νομίμως μεταγραφέν, εφόσον το δικαίωμα αυτό είχε η άμεση δικαιοπάροχός του Α.

χήρα Ν. Β., το γένος Μ. Τ., η οποία ήταν αληθής κυρία αυτού, αφού είχε αποκτήσει την κυριότητά του παραγώγως με αιτία την πώληση από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού Χ. Σ. του Γ., για την οποία συντάχθηκε το υπ’ αριθμ. .../27-10-1961 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αργοστολίου Α. Τ.- Τ., που μεταγράφηκε νομοτύπως, αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία δια της συνεχούς νομής ως καλλιεργήσιμης εκτάσεως από τότε που το αγόρασε (27-10-1961) μέχρι της γενόμενης μεταβιβάσεως (10-2-2009).

Εξάλλου, από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 Α.Κ., γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους σε ότι αφορά την επικαλούμενη κυριότητα της δικαιοπαρόχου μητέρας των εναγομένων - αναιρεσειόντων Τ.

Δ., δεχόμενο ότι δεν υπήρξε κυρία του επίδικου τμήματος με έκτακτη χρησικτησία και έτσι και οι ειδικοί της διάδοχοι και ήδη αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο (υπ’ αριθμ..../13-12-2007 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σ. Τ.) ή με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα παραγωγικά της κτήσεως της κυριότητας πραγματικά περιστατικά επί του επιδίκου, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, με παράγωγο τρόπο δια ειδικής διαδοχής, τα οποία πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1033 και 1094 Α.Κ., που εφάρμοσε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νομής του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο και την άμεση δικαιοπάροχό του.

Ειδικότερα, με σαφείς παραδοχές δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι η άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντος νεμήθηκε το επίδικο συνεχώς και αδιαλείπτως με τη θέληση να το εξουσιάζει ως κυρία από το έτος 1961, που της μεταβίβασε αιτία πωλήσεως την κυριότητα και νομή του μείζονος ακινήτου ο αληθής κύριος αυτού Χ.

Σ. μέχρι την κατάρτιση της άνω συμβολαιογραφικής πράξης δωρεάς εν ζωή, δηλαδή για χρονικό διάστημα σαράντα επτά (47) ετών περίπου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής (εποπτεία, καθαρισμός, φύτευση ελαιοδένδρων, καλλιέργεια, συγκομιδή καρπών κλπ.), χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμά της αυτό και χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, όπως και μετά απ’ αυτήν ο ενάγων, μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2011, που οι εναγόμενοι - εκκαλούντες αυθαίρετα και χωρίς κανένα νόμιμο δικαίωμα εισήλθαν αυθαίρετα και κατέλαβαν το επίδικο τμήμα, έκτασης 304,60 τ.μ., διαχωρίζοντας αυτό από το υπόλοιπο ακίνητο με την τοποθέτηση σιδηροπασσάλων και συρματοπλέγματος.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, κατά ένα μέρος, και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., δηλαδή της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ και από τον αρ. 19 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του μείζονος ακινήτου (στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο) από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο και την άμεση δικαιοπάροχό του, παραγώγως είναι αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, και ειδικότερα η πλημμέλεια ότι μεταξύ των ως άνω συμβολαίου αγοράς και δωρητηρίου συμβολαίου της δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου υπάρχει διαφορά ως προς το εμβαδόν του ακινήτου, γιατί αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον κτητικό της κυριότητας του ενάγοντος τίτλο, καθώς και σε απλά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (ή τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. Α.Π. 10/2011). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.

Α.Π. 43/1990). Ενόψει αυτών, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ‘ ‘ εσφαλμένα κρίνοντας δέχθηκε ως νομικά ορισμένη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου ενώ δεν ήταν, αρκούμενη σε λιγότερα στοιχεία προς θεμελίωση της ασκούμενης αξίωσης αυτού’ ‘ , πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν γίνεται από τους αναιρεσείοντες οποιαδήποτε αναφορά στο αναιρετήριο για το αν τον πιο πάνω ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, τον είχαν προτείνει και με ποιο τρόπο στο Ειρηνοδικείο ως εναγόμενοι, αμυνόμενοι κατά της αγωγής, και ότι τον επανέφεραν στο Εφετείο ως εκκαλούντες με λόγο εφέσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως Ως "πράγματα" κατά την ανωτέρω έννοια είναι και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον σε αυτούς περιέχονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.Α.Π.25/2003). 0 λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ. 11/1996, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.5 β’ ΚΠολΔ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με τις από 14-1-2013 προτάσεις τους, που υπέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμούς των εναγομένων, προς απόκρουση της αγωγής, που αποτελούσαν και λόγους εφέσεως, και συγκεκριμένα :

α) την ένσταση παραγραφής, ισχυρισθέντες ότι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1960 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν στο επίδικο τις αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής και συνεπώς το τυχόν δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο υπέπεσε στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και β) επικουρικά, την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης του τυχόν δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, αφού η επί σειρά ετών, και δη τουλάχιστον από το 1960 μέχρι το έτος 2011, άσκηση πράξεων νομής και κατοχής εκ μέρους αυτών και των δικαιοπαρόχων τους και η μη άσκηση πράξεων νομής και κατοχής στο επίδικο εκ μέρους του ενάγοντος και των φερόμενων ως δικαιοπαρόχων τους, δημιούργησαν σ’ αυτούς την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει θέμα άσκησης αγωγικού δικαιώματος, η δε εκ των υστέρων άσκησή του συνιστά καταχρηστική άσκηση αντιβαίνουσα στις διατάξεις του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί : α) ότι η άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου από την αγορά του παραπάνω αγροτεμαχίου το έτος 1961 εισήλθε σε ολόκληρο το ακίνητο και φρόντιζε να το διατηρεί καθαρό ασκώντας τις αναγκαίες προς τούτο πράξεις νομής ως κυρία τούτου, είτε αυτοπροσώπως είτε δια του συζύγου της, ενεργούντος αυτού ως αντιπροσώπου και για λογαριασμό της,...

περί το έτος 1970 βοηθούμενη από το σύζυγό της Ν. Β. φύτεψε 45 ελαιόδενδρα σε ολόκληρο το αγροτεμάχιο των τριών αναβαθμών,... κατά τα επόμενα συναπτά έτη αυτή και ο σύζυγός της καλλιεργούσαν το εν λόγω ευρύτερο ακίνητο συνεχώς, βοηθούμενοι είτε από τα παιδιά τους είτε από άλλους συγγενείς τους, β) ότι από της μεταβιβάσεως του κτήματος στον ενάγοντα το έτος 2009 αυτός συνέχισε κατά τον ίδιο τρόπο την άσκηση της νομής σε ολόκληρο το ακίνητο ως κύριος μέχρι το Νοέμβριο του 2011 και γ) ότι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων αντικρούονται από το συμβόλαιο αγοραπωλησίας του κτήματος το 1961 από τη δικαιοπάροχο του ενάγοντος Α.

Β., καθόσον η κυριότητα και η νομή της προκύπτει από αυτό τούτο το δημόσιο έγγραφο (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), στο οποίο ο μέχρι τότε κύριος - πωλητής Χ. Σ., της μεταβίβασε την κυριότητα, νομή και κατοχή και στο οποίο ουδόλως αναφέρεται ως όμορη ιδιοκτήτης η δικαιοπάροχος των εναγομένων - εκκαλούντων, καίτοι οι τελευταίοι ισχυρίζονται αναπόδεικτα ότι η μητέρα τους βρισκόταν στη νομή του ενδίκου, νωρίτερα, ήδη από το έτος 1960, και επιπλέον ότι ο ισχυρισμός της νομής της δικαιοπαρόχου των εναγομένων - εκκαλούντων κατά μακρά χρονική περίοδο στο παρελθόν, για την οποία κατέθεσαν ο μάρτυρας ανταποδείξεως στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου και ο Μ.

Ν. στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του στη συμβολαιογράφο Αργοστολίου Σ. Τ., αντικρούεται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και γι’ αυτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε κρίνοντας αυτές μη πειστικές, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ του πράγματος έλαβε τους ως άνω ισχυρισμούς (ενστάσεις) υπόψη και τους απέρριψε διότι έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική τους βασιμότητα .- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 469/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αριθμό 5 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που πρόβαλε ο αναιρεσίβλητος και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δίχως αυτός να προταθεί νομίμως, δεχόμενο ότι ‘ ‘ το ακίνητό του αποτελείται από τρεις αναβαθμίδες (αρμάκια), μία εκ των οποίων αποτελεί και το επίδικο,’ ‘ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ο επικαλούμενος με αυτόν ισχυρισμός δεν θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της αγωγής και συνεπώς δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια που προπαρατέθηκε, δηλαδή, δεν συνιστά "πράγμα".

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2016 αίτηση των: 1) Σ. Δ. του Γ., 2) Σ. Δ. του Γ. και 3) Ι. Δ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.36/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ