Supreme Court allows appeal against will interpretation ruling, remanding case for new trial on inheritance dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to annul the lower court's decision regarding the interpretation of a will. The court found the lower court erred in interpreting an ambiguous clause concerning the distribution of a warehouse to the appellant's brother, violating statutory interpretation rules. Consequently, the appeal was granted, the previous judgment was annulled, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173, 559, 580 of the Civil Procedure Code; A will clause is void if it is so ambiguous that it cannot be made intelligible through interpretation, and a lower court must remand the case for retrial if it violates these rules by declaring such a clause valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1820 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1820/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., o oποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παναγιωτακόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Δ., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους καθών η κλήση: 1)Ν. Δ. Α., και 2)Α. Δ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φανή Καραγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2002 αγωγή του αρχικού διαδίκου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 95/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17/5/2005 αίτηση και τους από 28/11/2006 προσθέτους λόγους του, επί των οποίων εκδόθηκε η 1586/2012 του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 26/6/2013 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 20/12/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 95/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26.6.2013 κλήση του αναιρεσείοντος φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 17.5.2005 αίτηση αυτού και την από 28.11.2006 πρόσθετων λόγων αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, μετά την υπεισελεύση στη θέση του αρχικού αναιρεσίβλητου Α. Α. του Δ. που απεβίωσε στις 29.11.2006 των : 1) Ν.
Α. του Δ. και 2) Α. Α. του Δ., ως κληρονόμων επ' ωφελεία απογραφής αυτού (άρθρα 280 περ. α, 287, 290 και 291 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους δύο (2) αναιρεσιβλήτους έγγραφα και ειδικότερα: α) την υπ' αρ69/5/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Α. Α. (αρχικού αναιρεσιβλήτου του ληξιαρχείου δήμου Κερατσινίου νομού Αττικής, β) τα υπ' αρ. 847/2012 πρακτικά της συνεδρίασης της 14/12/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς περί δημοσιεύσεως και κηρύξεως κυρίας της από 21/11/1997 ιδιόγραφης διαθήκης του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Α.
Α.. από την οποία προκύπτει ότι εγκαθιστά κληρονόμους του 1) τη σύζυγο του Α. το γένος Χ., 2) τον υιό του Δ. Α., 3) τον υιό του Γ. Α., 4) τον εγγονό του Α. Α. του Δ. (δεύτερο ες ημών), 5) τον εγγονό του Ν. Α. του Δ. (πρώτο εξ ημών) και 6) τον εγγονό του Ό. - Α. του Γ., κατά τρόπο αποκλείοντα την εξ αδιαθέτου διαδοχή γ) το υπ' αρ. … 2013 πιστοποιητικό του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών και το υπ' αρ.
…/23-12-2013 πιστοποιητικό του Τμήματος Διαθηκών του Ειρηνοδικείου Πειραιά (σχετ. 2δ). από τα οποία προκύπτει ότι δεν έχει δημοσιευθεί άλλη διαθήκη του αρχικώς αναιρεσιβλήτου δ) την υπ' αρ. … 10-4-2013 δήλωση αποποιήσεως κληρονομιάς τη: Α. Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς (σχετ. 2ε) ε) την υπ' αρ. … 10-4-2013 δήλωση αποποιήσεως κληρονομιάς το Γ.
Α. του Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά. στ) την υπ' αρ. … 10-4-2013 δήλωση αποποιήσεως κληρονομιάς του Δ. Α. του Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς. ζ) υπ' αρ. …/10-4-2013 δήλωση αποποιήσεως κληρονομίας του Ό. Α. Α. του Γ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς η) την υπ'αριθμ. .../10-4-2012 δήλωση αποδοχής κληρονομίας με το πλεονέκτημα της απογραφής του Ν.
Α. του Δ. και ξ) την υπ' αριθμ. …/10-4-2012 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Α. Α. του Δ., οι δυο καθών η κλήση Ν. Δ. Α. και Α. Δ. Α., μετά της αποποιήσεως των αρχικών κληρονόμων του Α. Α. του Δ. κατέστησαν κληρονόμοι αυτού με το ευεργέτημα επ' ωφελεία απογραφής και σύννομα συνεχίζουν την διακοπείσα αναιρετική δίκη υπεισερχόμενοι στη θέση του αποβιώσαντος στις 29-11-2006 αρχικού αναιρεσιβλήτου.
Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, "οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 568 παρ. 3 και 571 του ΚΠολΔ, τα οποία προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της συζήτησης και τη σύνταξη της έκθεσης από τον εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, νοείται αυτή που ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και όχι η μεταγενέστερη, που θα ορισθεί μετ' αναβολή ή ματαίωση της αρχικώς ορισθείσης (Ολομ.
Α.Π. 123/1972, 654/1984). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 152 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξ αιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση". Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της προς τα άρθρα 286 περ.
α', 287, 289 και 292 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο θάνατος του διαδίκου επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, αφότου γνωστοποιηθεί στον αντίδικο, έκτοτε δε απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε διαδικαστική πράξη που επιχειρείται από τον αντίδικο εκείνου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ενώ ο κληρονόμος του αποβιώσαντος δεν μπορεί να κληθεί προς επανάληψη της δίκης, πριν απολεσθεί η προθεσμία για αποποίηση ή το δικαίωμα αυτό χαθεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.
Συνάγεται, εντεύθεν, ότι, αναφορικά με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ο θάνατος του αναιρεσιβλητου συνιστά ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 του ΚΠολΔ μόνο για εκείνες τις διαδικαστικές πράξεις, οι οποίες εκ λόγων νομικών ή πραγματικών, είναι αδύνατο να διενεργηθούν. Υπό την έννοια αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από το θάνατο του διαδίκου και μέχρι τη γνωστοποίηση του στον αντίδικο, είναι δυνατή, χωρίς να πλήσσεται με ακυρότητα η αντίθεση του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, όχι όμως και η επίδοση τους, για την οποία συντρέχει πραγματική αδυναμία να συντελεσθεί.
Τούτο δε γιατί πριν από την απώλεια του δικαιώματος προς αποποίηση, ο κληρονόμος του αποβιώσαντος και αποδέκτης της επίδοσης παραμένει άγνωστος, καθίσταται δε γνωστός μόνο με την επανάληψη της δίκης. Ως εκ τούτου, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα από το θάνατο του διαδίκου και μέχρι τη γνωστοποίηση του στον αντίδικο πρέπει να γίνει η κατάθεση του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, ενώ για την επίδοση τους στον κληρονόμο του αποβιώσαντος απαιτείται να προηγηθεί αίτηση επαναφοράς, που λαμβάνει χώρα μετά την επανάληψη της δίκης.
Εάν όμως δεν έχει γίνει εμπροθέσμως η κατάθεση του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, η αίτηση επαναφοράς γι' αυτή μεν είναι απαράδεκτη, ως προς δε την επίδοση τους αποβαίνει άσκοπη, αφού έτσι δεν ισχυροποιείται και το εκπρόθεσμο της κατάθεσης. Τούτο άλλωστε, εμμέσως συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι στην αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορούσε να τηρηθεί η προθεσμία, τέτοιους δε αναφορικά με την κατάθεση του δικογράφου των προσθέτων λόγων, δεν συνιστά ο θάνατος του αναιρεσιβλήτου, πριν από τη γνωστοποίηση του ως λόγου διακοπής της δίκης (ΑΠ 1247/2003).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικαστικών εγγράφων, το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης επί της 17-5-2005 αίτησης του Ε.
Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 6-12-2006 ήτοι πριν από τριάντα ημέρες από την αρχική ορισθείσα δικάσιμο (17-11-2007) της ως άνω ένδικης αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε δε δια θυροκολλήσεως στις 7-12-2006, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα α) την υπ' αριθμ. 5960/7-12-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.
Ζ. του Κ., β) την από 7-12-2006 απόδειξη παραλαβής έγγραφου που θυροκολλήθηκε του Α.Τ. Καλλίπολης Πειραιώς και γ) την από 8-12-2006 βεβαίωση αποστολής συστημένου του καταστήματος των ΕΛΤΑ που βρίσκεται στην οδό Αιόλου αρ. 100 στην Αθήνα. Η τοιαύτη επίδοση όμως των προσθέτων λόγων είναι άκυρη, καθόσον ο αρχικός αναιρεσίβλητος είχε αποβιώσει στις 29-11-2006 περιστατικό που ήταν γνωστό στον παραστάντα στη κηδεία του αναιρεσείοντα αδελφό του, όπως αυτό προκύπτει από την επικαλούμενη από τους αναιρεσίβλητους υπ' αριθμ. .../14-1-2014 ένορκη βεβαίωση της Σ.
Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μαυρουδή, οι αναγκαίες δε επιδόσεις δικογράφων στην περίπτωση θανάτου του αναιρεσιβλήτου πρέπει να γίνονται από και προς τα πρόσωπα που δικαιούνται κατά νόμο να επαναλάβουν τη δίκη (άρθρα 290 επ. ΚΠολΔ). Βλ. ΑΠ 1247/2003 και ΑΠ 434/2006). Συνακόλουθα οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί δεν ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, λόγω της κατά ως άνω άκυρης επίδοσής τους, κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από το δικαστήριο αυτό περί του παραδεκτού τους (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 1781 ΑΚ η οποία ορίζει ότι είναι άκυρη η διάταξη διαθήκης υπέρ προσώπου τόσο αορίστου ώστε ο προσδιορισμός του να είναι αδύνατος σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται επί διαθήκης και καθορίζει τον τρόπο ερμηνείας των δηλώσεων βουλήσεως όταν προδήλως η λεκτική τους διατύπωση είναι ασαφής κατά τρόπον ώστε να δημιουργείται αμφιβολία για την δηλωθείσα βούληση, προκύπτει η γενική αρχή ότι και οι διατάξεις σε διαθήκη (ως και οι τέτοιες στις εν ζωή δικαιοπραξίες) είναι άκυροι όταν είναι τόσον ασαφείς ώστε να μη μπορεί με την ερμηνεία τους να συναχθεί η θέληση του διαθέτη.
Ασαφής δε υπό την προεκτεθείσα έννοια είναι η διάταξη της διαθήκης είτε διότι είναι ακατάληπτη είτε διότι είναι παντελώς αόριστη ώστε να δημιουργείται σύγχυση για τους κληρονόμους των οποίων θέλησε να εγκαταστήσει ο διαθέτης και τα κληρονομιαία στοιχεία στα οποία εγκατέστησε αυτούς, η ασάφεια δε αυτή δεν μπορεί να αρθεί με ερμηνεία των δηλώσεων που υπάρχουν στη διαθήκη (Βλ ΑΠ 783/2001, ΑΠ 164/1988 και ΑΠ 33/1962).
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 1710 επαλ. 1712, 1716 και 1758 ΑΚ προκύπτει ότι, όπως σε κάθε άλλη δικαιοπραξία, εγκατάσταση κληρονόμου με μυστική διαθήκη υπόκειται σε ερμηνεία η οποία μπορεί να γίνει και με προσφυγή σε γεγονότα εκτός διαθήκης Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη την από 16-12-1998 μυστική διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 1/2000 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Μυκόνου στην οποίαν ο διαθέτης Ι.
Α. που πέθανε στις 18-12-1999, αφού άφησε στους αδελφούς του τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται λεπτομερώς, μεταξύ δε αυτών και στους αδελφούς του Α. Α. και Ε. Α. ενάγοντα και εναγόμενον αντίστοιχα, ορίζει το εξής κατά γράμμα και ορθογραφία καθώς και πιστή αποτύπωση και στοίχιση περιεχόμενο γραμμένο με το χέρι του κληρονομουμένου: "Απεφάσισα να συντάξω την Διαθήκην μου αφήνοντας εις τα Αδέλφια μου τα υπάρχοντα μου στην Αδερφή μου Μ.
αφήνω μετά τον θάνατο μου ένα αγρό σκληροχώραφο εις θέση Κ. πλησίον Αεροδρομίου διηρημένο εις τρία τεμάχια συνορευομένων βορείος και ανατολικός με δημόσια οδός Νοτίως με ιδιοκτησία Δ. Κ. και δυτικώς με οιδιοκτησία Δ. Ρ. έχει δικό μου ναόν Π. Α. και μικρό αμπέλιο εκτάσεως 10 στερεμάτον πλέους ή έλατον συνολικά.
Δεύτερων στη αδελφή μου Α. αφήνω ένα αγρό δυο στρέματα πλέον ή έλατον εις θέση Α. Μ. Κ. συνορευομενο νοτίως με δημόσιον δρόμο ανατολικός με αεροδρόμιον βορίος με αγρό Α. αδελφέ μου και δυτικός με αγρόν Γ. Σ. και ναόν Αγ. Μαρίνας, τρίτον εις τον αδελφό μου Α.. Αφήνο την μισή αποθήκη επονομαζόμενη του Δ. επεί της οδού ...
No 23 και ... No 2 αποτελούμενη εκ μιας εθούσης δυο δοματίον και προαβλίου συνολικώς 90 τετραγωνικόν μέτρων. Το δε υπόλιπων της αποθήκης το ανατολικό εκ δυο δωματίον ενός διαδρόμου προαύλιον με τουαλέτα και ντουζ στην μια αποθήκη σύνολο 65 τετραγωνικά μέτρα περίπου. Επεί της οδού ... το ανόγιον της αποθήκης ανήκει στον Ι.
Κ., τον δε δυο δοματίον στον Ζ. Π. και εις το υπόλιπον της Φ. Φ.. Ανώγιον εννοώ επάνω ορόφου εις τον αδελφό μου Ε. αφίνο μια οικίαν 42 τετραγονικόν μέτρων χρησιμοπεί ως μαγαζί, με όλο το εμπόρευμα. Αν υπάρχει επεί της οδού ... 1 και .... Ακόμα αφήνο στο Β. όσα χρήματα υπάρχουν στις τράπεζες, αν υπάρχουν και να υποστεί όλα τα έξοδα ταφισμού και λοιπά, το μαγαζί συνορεύεται με το σπίτι της Μ.
Σ. Ανατολικά και κλυρονόμων Μ. νοτίος έχει δε κυνό αέρα δικό του. Να τα χαίρεστε και να είσαστε όλοι καλά." Στη συνέχεια η ανιρεσιβαλλόμενη απόφαση αφού δέχεται ότι υπάρχει ασάφεια και αμφίβολο σημείο ως προς το κληρονομιαίο στοιχείο (δήλον πράγμα) που εγκαθίσταται ο ενάγων δηλαδή αν ο τελευταίος εγκαθίσταται σε ολόκληρο ή τμήμα μόνο της προαναφερομένης "αποθήκης Δ." Ένόψει των φράσεων:
Η μισή αποθήκης και το δε υπόλοιπων της αποθήκης το Ανατολικό εκ δυο Δωματίων....", εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία που ευρίσκονται εκτός της διαθήκης και προέκυψαν από τις διεξαχθείσες αποδείξεις και δέχεται ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Το επίδικο ακίνητο για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι είναι το επονομαζόμενο από τον κληρονομούμενο ως "αποθήκη Δ." επώνυμο που απέκτησε το ακίνητο λόγω της κυριότητας που ασκούσε σε αυτό η αρχική κυρία του Α.
Δ., την οποία κληρονόμησαν οι μετέπειτα πωλητές αυτού στο άνω διαθέτη. Το εν λόγω ακίνητο είχε την εξής μορφή, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα σκαρίφημα με κλίμακα 1:100: κατ' αρχήν είχε τρεις προσόψεις προς δημοτικούς οδούς, δηλαδή στη δυτική του πλευρά την οδό ... αρ. 23 στη νότια πλευρά του την οδό ...
αρ. 2 και στην ανατολική πλευρά του την οδό Α. Ά.. Στη δυτική του πλευρά, δηλαδή προς την οδό ... το εν λόγω ακίνητο είχε πρόσοψη με δυο δωμάτια και ανεξάρτητη είσοδο - έξοδο. Τα δωμάτια αυτά επικοινωνούσαν ανατολικά με την αίθουσα, στην οποία αναφέρεται η διαθήκη. Νοτίως της εν λόγω αίθουσας υπήρχε το ένα από τα δυο προαύλια της ιδιοκτησίας, το οποίο είχε πρόσοψη και ανεξάρτητη είσοδο - έξοδο προς την και από την οδό ...
Ανατολικά της εν λόγω αίθουσας και με πρόσοψη προς το δεύτερο προαύλιο της ιδιοκτησίας, το οποίο είχε ως όριο την οδό ... και είσοδο και έξοδο από και προς την οδό αυτήν, βρίσκονταν δυο δωμάτια, συνδεόμενα με διάδρομο. Στο βοριοανατολικό άκρο του προς το ίδιο όριο ευρισκομένου δωματίου και στο νοτιοανατολικό άκρο του προς το ίδιο όριο άλλου δωματίου, με την όψη προεξοχών υπήρχαν τα αναφερόμενα στη διαθήκη "τουαλέτα" και ντουζ "αντίστοιχα".
Στη βορειοανατολική επίσης πλευρά του προαναφερόμενου στο ίδιο όριο δωματίου και με ανεξάρτητη είσοδο και έξοδο προς την οδό ... υπήρχε η αποθήκη στην οποία αναφέρεται η διαθήκη, πάνω από την οποία υπήρχε η ανεξάρτητη και αναφερόμενη στη διαθήκη επίσης ιδιοκτησία του Ι. Κ. (βλ. διαθήκη "Επί της οδού ... το ανώγειο της αποθήκης ανήκει στον Ι.
Κ."). Προς μεγαλύτερη οριοθέτηση της Ιδιοκτησίας του Ο διαθέτης προσδιόρισε ότι πάνω από το ανατολικό τμήμα αυτής το αποτελούμενο από τα προαναφερόμενα δυο δωμάτια βρίσκεται η ιδιοκτησία του Ζ. Π. (βλ. διαθήκη "των δε δυο δωματίων στον Ζ. Π.") και ότι πάνω από το υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας του, δηλαδή το προς τη δύση κείμενο βρίσκεται η ιδιοκτησία της Φ.
Φ. (βλ . διαθήκη "και εις το υπόλοιπον της Φ. Φ.ανώγειον εννοώ επάνω ορόφου"). Όπως προκύπτει από τη δομή της διαθήκης, ο διαθέτης προτάσσει το όνομα του κάθε κληρονόμου - αδελφού του και στη συνέχεια περιγράφει λεπτομερώς το κάθε κληρονομιαίο περιουσιακό στοιχείο δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη αναγραφή των ομόρων ιδιοκτητών.
Στη συνέχεια η απόφαση ερμήνευσε τη βούληση του διαθέτη ως προς το άνω κενό αφού έλαβε υπόψη: 1) το ιδιότυπο ιδιοκτησιακό καθεστώς που επικρατούσε στο κτίριο που βρίσκεται το επίδικο κληρονομικό ακίνητο, του οποίου το ανώγειο δεν ανήκε στον κληρονομούμενο αλλά σε τρεις τρίτους ιδιοκτήτες, β) τη χρήση που ασκούσε ο διαθέτης στο επίδικο κατά τη διάρκεια της ζωής του, συνισταμένης στα εξής: 1) τα δυο δυτικά, προς την οδό ...
δωμάτια, χρησιμοποιούσε ως κατοικία του, με είσοδο και έξοδο από και προς την οδό ..., μέσω ενός από τα δυο προαύλια της ιδιοκτησίας, II) την αίθουσα και τα λοιπά δυο προς την οδό Α. Ά. δωμάτια, χρησιμοποιούσε ως αποθηκευτικό χώρο των εμπορευμάτων του καταστήματος του, που βρισκόταν επί των οδών ... αρ. 1 και Μ., απέναντι από το νότιο προαύλιο του επιδίκου και III) την προς την βορειοανατολική πλευρά του επιδίκου αποθήκη χρησιμοποιούσε ως κατάστημα που είχε εκμισθώσει σε τρίτο, γ) τη διαφαινόμενη από τη διαθήκη βούληση αυτού να προτάσσει το όνομα του τιμώμενου και να προσδιορίζει κατόπιν το αντικείμενο στο οποίο εγκαθιστά τον τελευταίο, χρησιμοποιώντας πάντοτε κατά τη σύνταξη της διαθήκης, πρώτα το έμμεσο αντικείμενο ("στην αδελφή μου Μ.", "στην αδελφή μου Α.", εις τον αδελφό μου Α.", "εις τον αδελφό μου Ε."), κατόπι το ρήμα ("αφήνω") και τέλος το άμεσο αντικείμενο, δηλαδή το κληρονομιαίο ακίνητο αντικείμενο στο οποίο εγκαθίσταται κάθε κληρονόμος, το οποίο μάλιστα επιδιώκει να προσδιορίσει με κάθε λεπτομέρεια, περιγράφοντας κατά το δυνατόν όλα τα όρια αυτού, δέχεται ότι αποδεικνύεται ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη ήταν ότι ο ενάγων με την επίδικη διαθήκη εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος αποκλειστικά ο ίδιος σε ολόκληρο το επίδικο κληρονομικό ακίνητο που απέκτησε ο διαθέτης και περιγράφει ο δεύτερος ως "αποθήκη του Δ.", (Δυτικό και Ανατολικό) και όχι μόνο σε τμήμα αυτού και δη το πρώτο και αυτό ενισχύεται και από το ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε από τη δομή της διαθήκης αλλά ούτε και από τη διατυπωμένη βούληση του διαθέτη να εγκαταστήσει τους τιμωμένους σε χωριστές και ανεξάρτητες μεταξύ τους ιδιοκτησίες, προκύπτει βούληση αυτού να κάνει με τη διαθήκη σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών στο επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο και να εγκαταστήσει τον ενάγοντα κληρονόμο σε μια από αυτές, η φράση δε "μισή αποθήκη" χρησιμοποιήθηκε από το διαθέτη όχι για να εγκατασταθεί ο ενάγων στην μισή αποθήκη δηλαδή στο δυτικό τμήμα του επιδίκου, αλλά για να προσδιορίσει τα όρια αυτού και τούτο διότι α) το μισό δηλαδή το δυτικό τμήμα του επιδίκου θα έπρεπε να έχει και το μισό εμβαδόν του ακινήτου το οποίο κατά τη διαθήκη είναι (10 + 65:2) 72,50 τμ.
Και όχι 90 τμ όπως αναφέρεται στη διαθήκη και β) αν ο διαθέτης επιθυμούσε να εγκαταστήσει και άλλον τιμώμενο ή άλλους τιμώμενους στο επίδικο ακίνητο δηλαδή στο ανατολικό τμήμα αυτού θα έθετε το όνομα του τιμώμενου πριν από την περιγραφή του τμήματος αυτού. Ενόψει όμως του προεκτεθέντος περιεχομένου της διαθήκης και όσον αφορά την εγκατάσταση του ενάγοντος, υπάρχει παράλειψη του διαθέτη να προσδιορίσει τον κληρονόμο του ανατολικού τμήματος του επιδίκου ακινήτου, ενώ σαφής είναι ο προσδιορισμός του ενάγοντος ως κληρονόμου στο δυτικό τμήμα (πρώτο της διαθήκης) του επιδίκου.
Το πρόσωπο όμως του κληρονόμου το οποίο ήθελε ο διαθέτης ανάμεσα στα αδέλφια του για να καταλείψει σε αυτό το ανατολικό τμήμα του επιδίκου κληρονομιαίου ακινήτου δεν μπορεί να προκύψει με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες και την συνδρομή στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης, λόγω της ασάφειας της προδιαληφθείσας διάταξης της διαθήκης ως εκ της παντελούς αοριστίας της και της εντεύθεν ακυρότητας της, μη δυναμένου να διακριβωθεί αν κατά τη βούληση του διαθέτου ηθελήθη η εγκατάσταση του ενάγοντος σε όλο το ακίνητον και τούτο διότι α) ενώ η περιγραφή του δήλου πράγματος και εν προκειμένω του ανατολικού τμήματος έπεται του ονόματος του ενάγοντος, και φαίνεται να συνάδει με τον επιλεγέντα από τον διαθέτη τρόπο εγκατάστασης των κληρονόμων( πρόταξη του ονόματος των τετιμημένων αδελφών) και άμεση διατύπωση κάτω από κάθε όνομα του εις έκαστον αδελφών καταληφθέντος δήλου αντικειμένου, εν τούτοις υπάρχει σαφής έγγραφη μνεία από τον διαθέτη ότι του καταλείφθηκε μόνον η "μισή αποθήκη" (δυτικό τμήμα) και επιβεβαιώνεται ο διαχωρισμός της από το υπόλοιπο (ανατολικό) τμήμα με την επιπρόσθετη χρήση του αντιθετικού συνδέσμου "δε" β) η περιγραφή ολόκληρης της αποθήκης (και του ανατολικού τμήματος της) δεν έπεται όπως συμβαίνει μετά στους λοιπούς αδελφούς καταλειφθέντα αντικείμενα (βλ.
ως άνω διαθήκη) αλλά έχει προταχθεί του ονόματος του εναγομένου και μάλιστα το όνομα του τελευταίου δεν τέθηκε στο υπολειπόμενο κενό των δυο εκατοστών της γραμματοσειράς, στην οποία ολοκληρώθηκε η περιγραφή της αποθήκης, αλλά στην αμέσως επόμενη σειρά, με συνέπεια στο συγκεκριμένο σημείο να υφίσταται η μοναδική διακοπή στην ομοιομορφία της καταλήξεως της προαναφερομένης γραμματοσειράς εν σχέσει με όλες τις λοιπές γραμματοσειρές της δεύτερης σελίδας του μοναδικού φύλλου της διαθήκης και να διαφαίνεται συνακόλουθα η πρόθεση του διαθέτη να τιμήσει τον εναγόμενο αυτοτελώς στο κάτωθι του ονόματος του τελευταίο κεφάλαιο της διαθήκης με την κατάλειψη σ' αυτόν, πλην του κατ/τος και των χρηματικών καταθέσεων του σε τραπεζικούς λογαριασμούς και γ) ενώ στην αρχή της διαθήκης ο διαθέτης ανέφερε γενικώς ότι "αφήνει τα υπάρχοντα του στα αδέλφια του" χωρίς να εξαιρεί κάποιο από αυτά, ακολούθως κατά την εγκατάσταση των κληρονόμων και την κατάλειψη των δήλων αντικειμένων της κληρονομιάς δεν συμπεριέλαβε τον μικρότερο αδελφό του Μ., χωρίς να προκύπτει αν η μη εγκατάσταση του ήταν ηθελημένη ή αν ο διαθέτης σκόπευε να καταλείψει το ανατολικό τμήμα της κληρονομίας περιουσίας στον τελευταίο ή σε άλλον ή άλλους (αδελφές του) ή τέκνα των τελευταίων.
Επομένως ενόψει των προεκτεθέντων η ως άνω διάταξη της διαθήκης είναι τόσον ασαφής ώστε να μη μπορεί ούτε με ερμηνεία της, κατ εφαρμογήν του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ να καταστεί καταληπτή ως εκ τούτου είναι άκυρος η δε προσβαλλομένη δεχθείσα αντιθέτως ως έγκυρη την εν λόγω διάταξη και με ερμηνεία αυτής αναγνωρίσασα τον ενάγοντα κληρονόμο του όλου κληρονομιαίου ακινήτου, παραβίασε τους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες και δημιούργησε το λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο μοναδικός αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν αφού, είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος μόνο σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους από 28-11-2006 προσθέτους λόγους αναίρεσης του Ε. Α. του Δ..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 95/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα εν μέρει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ