Legislator Case Law & Legislation
1820/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559 grounds as arguments lacked material impact on case outcome.

Case Number 1820/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a lease contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly examine claims of forged signatures and inconsistent reasoning regarding the tenant's address and phone number. The court ruled these arguments were inadmissible because they did not constitute independent factual claims with material impact on the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal under Article 559(8) is inadmissible when the contested arguments are merely denials of previous claims or legal conclusions drawn from evidence assessment, rather than independent factual assertions with material impact on the case outcome.

Keywords

AI generated
Article 559 appeal material impact requirement independent factual claim inadmissible appeal code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1820 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1820/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καλαϊτζίδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αρτέμη Κυριαζή και Αλεξάνδρα Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4903/2005 μη οριστική, 4280/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 526/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασής ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997), καθώς και ο λόγος εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996), όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των προηγουμένων ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά τον νόμο ισχυρισμοί. Αντιθέτως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΑΠ 1363/2008).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας κατά της υπ' αριθμ. 4280/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί επίσης κατ' ουσίαν η ένδικη από 6.9.2006 αγωγή της πρώτης κατά της αναιρεσίβλητης Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.

για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση ύψους 444.650 και 100.000 ευρώ, αντίστοιχα, από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της τελευταίας κατά της αναιρεσείουσας, συνιστάμενη στην εκ μέρους των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης διάρρηξη της θυρίδας που η αναιρεσείουσα είχε μισθώσει από αυτήν στο υποκατάστημα της τελευταίας στην Κηφισιά και στην αφαίρεση από τη θυρίδα αυτή του ανωτέρω ποσού των 444.650 ευρώ της αναιρεσείουσας και των σχετικών εγγράφων της μίσθωσης, τα οποία (έγγραφα) αντικατέστησαν με άλλα, που ήταν πλαστά.

Από την προσβαλλόμενη αυτή απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην απορριπτική της εφέσεως κρίση του αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ως άνω αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσίβλητης εις βάρος της αναιρεσείουσας και "επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν δεν έσφαλε, αλλά ορθώς τα πραγματικά περιστατικά και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται στους σχετικούς λόγους της υπό κρίση εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Ενόψει του περιεχομένου αυτού της αναιρεσιβαλλομένης είναι προφανές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξέτασε όλους τους προταθέντες λόγους της εφέσεως, μεταξύ δε αυτών και τον δεύτερο, ο οποίος και αυτός, συμπληρωματικά προς τους άλλους, αφορούσε παράπονο της αναιρεσείουσας-εκκαλούσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την τέλεση της αδικοπραξίας, δεν συνάγεται δε το αντίθετο από την μη ρητή αναφορά (μνεία) από το Εφετείο του καθενός λόγου εφέσεως, και εν προκειμένω (και) του δευτέρου, κεχωρισμένως, για την οποία και δεν είχε υποχρέωση.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ.8 (όχι και 9) του ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον ως άνω δεύτερο λόγο της εφέσεως. ως "πράγμα" που προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, το αναγκαίο περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται από το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν τούτο διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε να ελέγχεται αναιρετικώς κατά την εξεταζόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ο αναιρετικός λόγος της οποίας (διάταξης) δεν δημιουργείται επίσης ούτε όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 1363/2008).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, μεταξύ των άλλων, ότι τόσον οι υπογραφές της αναιρεσείουσας-ενάγουσας στα αναφερόμενα έγγραφα τα σχετικά με τη μίσθωση της επίδικης υπ' αριθμ. 1646 θυρίδας, όσον και οι τρεις υπογραφές του εντολοδόχου της αναιρεσείουσας Χ.

Φ. επί της καρτέλας κινήσεως της θυρίδας είναι γνήσιες, τεθείσες από τους ιδίους αυτούς υπογράφοντες, αντιστοίχως, όπως τούτο προκύπτει, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η από 9.3.2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ.

Κ. που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την (συνεκκληθείσα) υπ' αριθμ. 4903/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Και είναι μεν αληθές ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο ειρημένος εντολοδόχος της αναιρεσείουσας Χ. Φ. είχε επισκεφθεί δύο φορές το υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης στην Κηφισιά και είχε ανοίξει τη μισθωμένη θυρίδα την 24.7.1998 και 31.5.2001, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση πότε τέθηκε η τρίτη υπογραφή του Χ.

Φ. στην προαναφερθείσα καρτέλα κινήσεως της θυρίδας, την οποία (υπογραφή), όπως και τις λοιπές δύο, δέχθηκε ως γνήσιες το Εφετείο. Το ζήτημα όμως που εν προκειμένω ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι η γνησιότητα ή μη των υπογραφών που υπήρχαν στην καρτέλα κινήσεως της θυρίδας, ως προς την οποία η απόφαση διαλαμβάνει, κατά τα προεκτεθέντα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όχι δε και το ζήτημα της αντιστοιχίας ή όχι του αριθμού των επισκέψεων του εντολοδόχου της αναιρεσείουσας στη μισθωμένη θυρίδα προς τον αριθμό των υπογραφών του τελευταίου επί της καρτέλας κινήσεως της θυρίδας.

Το τελευταίο αυτό ζήτημα και δη η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ως άνω αναντιστοιχία μεταξύ των επισκέψεων του Χ. Φ. στη μισθωμένη θυρίδα (δύο φορές) και των τριών υπογραφών του στην οικεία καρτέλα που περιέχεται στην αναιρεσιβαλλομένη συνιστά απλό επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς επίρρωση του ισχυρισμού που είχε προβάλει με την αγωγή της για πλαστότητα των ανωτέρω υπογραφών και κατά συνέπειαν ισχυρισμό επουσιώδη, η μη πλήρης κλπ αιτιολόγηση της απόρριψης του οποίου από το Εφετείο δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης λόγω ελλείψεως κλπ αιτιολογιών.

Επομένως ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) δεν διέλαβε στην απόφασή του καθόλου αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της τρίτης ως άνω υπογραφής του εντολοδόχου της αναιρεσείουσας και ειδικότερα για τις συνθήκες υπό τις οποίες τέθηκε η υπογραφή αυτή, β) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες δεχόμενο δύο επισκέψεις του ειρημένου εντολοδόχου στη θυρίδα της αναιρεσείουσας και ύπαρξη τριών υπογραφών του επί της οικείας καρτέλας κινήσεως, και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση κατά το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, πλήττοντας ελλείψεις της προσβαλλομένης που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τα προεκτεθέντα.

Με τους τέταρτον και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε επίσης στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ στηρίζοντας την κρίση του ότι οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν διέπραξαν την ένδικη αδικοπραξία και ιδίως την πλαστογραφία των ειρημένων εγγράφων στην παραδοχή και μόνο, στην οποία και αρκέστηκε, ότι οι προαναφερθείσες υπογραφές στην καρτέλα κινήσεως της μισθωμένης θυρίδας ήταν γνήσιες του εντολοδόχου της αναιρεσείουσας Χ.

Φ. και διαλαμβάνοντας κατά τούτο ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες με το να αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις υπογραφές του ανωτέρω Φ. και όχι στις δικές της υπογραφές, που κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ήταν (επίσης) πλαστές. Οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου είναι απορριπτέοι προεχόντως επειδή στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε ήδη, το Εφετείο στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα στην παραδοχή του ότι τόσον οι υπογραφές της αναιρεσείουσας στα έγγραφα της μισθώσεως της ένδικης τραπεζικής θυρίδας όσον και οι υπογραφές του εντολοδόχου της Χ.

Φ. στην καρτέλα κινήσεως της θυρίδας αυτής ήταν γνήσιες, των ίδιων αυτών προσώπων, χωρίς να δώσει (το Εφετείο) ιδιαίτερη βαρύτητα στις υπογραφές του Φ., όπως αβασίμως υποστηρίζει (υπολαμβάνει) η αναιρεσείουσα.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 13/2007, 305/2009).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα προς επίρρωση του περί πλαστότητας ισχυρισμού της ισχυρίστηκε με την αγωγή ότι (...) στην παραπάνω σύμβαση (από 22.7.1998 σύμβαση μισθώσεως της επίδικης θυρίδας) αναγράφονται διεύθυνση κατοικίας και αριθμός τηλεφώνου που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ήτοι αναγράφεται Ηροδότου 32 αντί της πραγματικής διεύθυνσης κατοικίας της Πόντου 32, όπως στην ταυτότητά της.

Και ο ισχυρισμός αυτός (συνεχίζει το Εφετείο) είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι στη διεύθυνση αυτή Ηροδότου 32 που αναγράφεται στη σύμβαση και είναι υπαρκτή κλήθηκε η ενάγουσα από την εναγομένη την 4.8.2003 να προσέλθει στο κατάστημά της (...). Με τον έκτο, από το άρθρο 559. αρ. 20 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του τελευταίου αυτού εγγράφου της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα με το να μην αναγνώσει την οπίσθια όψη του εγγράφου όπου υπάρχει η ένδειξη "ΑΓΝΩΣΤΟΣ", με μία σφραγίδα των ΕΛΤΑ, που τίθεται όταν ο παραλήπτης του αποστελλομένου, όπως εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, είναι άγνωστος στην αναγραφόμενη διεύθυνση και να καταλήξει έτσι (το Εφετείο) σε τελείως διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό που προκύπτει από το ανωτέρω έγγραφο ως προς την αληθή διεύθυνση της κατοικίας της αναιρεσείουσας, που δεν είναι η ως άνω αναγραφόμενη στο έγγραφο (Ηροδότου 32), πράγμα που, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αποδεικνύει την άγνοια των ατομικών της στοιχείων εκείνων που πλαστογράφησαν τα επίδικα έγγραφα της μισθωμένης θυρίδας της και την μη υπογραφή των εγγράφων αυτών από την αναιρεσείουσα (πλαστογραφία).

Και ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το φερόμενο ως παραμορφωθέν ως ανωτέρω έγγραφο αφορά απόδειξη επιχειρήματος της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, δηλαδή ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και η (τυχόν) παραμόρφωσή του δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, εν πάση δε περιπτώσει και όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η γνησιότητα των ειρημένων υπογραφών, που αποτελεί το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα, αποδεικνύεται από τα αναφερόμενα στην απόφαση λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Τέλος, το Εφετείο δέχεται ότι "και ο αριθμός τηλεφώνου ... που γράφεται κάτω από την υπογραφή της ενάγουσας στη σύμβαση της μίσθωσης, στα στοιχεία του μισθωτή, γράφτηκε προφανώς κατά δήλωση της ενάγουσας μαζί με τα λοιπά στοιχεία της, μεταξύ των οποίων και ο ορθός αριθμός της ταυτότητάς της .../94 Τ.Α. Κηφισιάς.

Άλλωστε ο αριθμός αυτός τηλεφώνου, που δεν αναγράφεται πάνω από την υπογραφή της ενάγουσας μέσα στο περιεχόμενο της σύμβασης μίσθωσης, αλλά αναγράφεται μετά και κάτω από την υπογραφή της ενάγουσας, δεν ήτο αναγκαίο να πλαστογραφηθεί ως στοιχείο της μισθώτριας ενάγουσας". Και η παραδοχή αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αφορά το προαναφερθέν επιχείρημα της αναιρεσείουσας-ενάγουσας που πρόβαλε προς επίρρωση του αγωγικού της ισχυρισμού περί πλαστογραφίας των ειρημένων υπογραφών της στο μισθωτήριο έγγραφο, όχι δε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως και οι έβδομος και όγδοος (τελευταίος) λόγοι του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις ανωτέρω παραδοχές του σχετικά με την διεύθυνση της κατοικίας της αναιρεσείουσας και του αναγραφόμενου ως άνω αριθμού τηλεφώνου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού και σύμφωνα με όσα ήδη προεκτέθηκαν (ανωτ.

υπό ΙΙ) ουσιαστική προϋπόθεση για τη θεμελίωση του ειρημένου λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ είναι ότι η έλλειψη ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών πρέπει να αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αυτοτελείς δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και ισχυρισμούς που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα.

IV. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191§2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.9.2009 αίτηση της Ε. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 526/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ