Supreme Court dismisses appeal on abuse of right grounds due to long inactivity and good faith reliance by the defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the First Instance Court's decision regarding land distribution. The appellants argued for the return of specific land strips, but the court found they had remained inactive for approximately ten years after their father's death and failed to object to the defendant's possession. The court ruled that this prolonged inactivity, combined with the defendant's good faith reliance, constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, making the claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticle 281 of the Civil Code; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: A right is exercised abusively when prior conduct and the intervening circumstances create a reasonable belief in the obligor that the right will not be asserted, and the subsequent assertion causes unjustified prejudice exceeding the limits of good faith and social purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1820 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1820/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα.
Της αναιρεσίβλητης : Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γιωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 566/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται από τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση που δημιούργησε, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001) να προκαλείται δηλαδή έντονη η εντύπωση αδικίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ.1 και 269 παρ.α' ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το νόμο 490/1974, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της από το άρθρο αυτό ένστασης και επομένως και για το παραδεκτό αυτής, από την άποψη του χρόνου της προβολής της, δεν αρκεί τα περιστατικά που συνιστούν την κατάχρηση να προβάλλονται από τον εναγόμενο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται συγχρόνως να γίνεται επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα εν λόγω περιστατικά και ταυτόχρονα να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (Ολ.
ΑΠ 472/1983). 'Ετσι, για να είναι ορισμένη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής πρέπει επίσης να εκτίθενται περιστατικά τόσο για την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος και του υπόχρεου εναγομένου όσο και για τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις εξαιτίας των οποίων θα επέλθουν σε βάρος του εναγομένου δυσμενείς συνέπειες, ενόψει της ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης.
Eξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση κατά των αναφερόμενων ως άνω αποφάσεων για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κάποιας διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου.
Εσφαλμένη ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα δικαίου, αν και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, ή μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του. Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ζήτησαν με την ένδικη αγωγή να αναγνωριστούν ότι είναι συγκύριες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία των αναφερόμενων εδαφικών λωρίδων, που έχουν καταληφθεί από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη και να υποχρεωθεί η τελευταία να τους αποδώσει τα επίδικα εδαφικά τμήματα κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους.
Η αναιρεσίβλητη σε αντίκρουση της αγωγής προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρικώς την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ και για την επιστήριξή της ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "Πέρα όμως απ' αυτά, και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι δεν υπάρχει στο πρόσωπό μου η απόκτηση του δικαιώματος της κυριότητας που προβάλλω, η άσκηση της αξίωσης των αντιδίκων κάτω απ' τις συγκεκριμένες συνθήκες έρχεται σε πλήρη αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 Α.Κ.
Ο πατέρας των αντιδίκων Α, αδελφός μου, και στη συνέχεια αυτές οι ίδιες είχαν καθημερινή εποπτεία της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί στο επίδικο απ' το έτος 1974. Κατείχαν το όμορο υπόλοιπο του τεμαχίου ....., είχαν εκεί κατοικία και κατοικούσαν σ' αυτή. Είχαν επομένως τη δυνατότητα να αντιληφθούν την δήθεν καταπάτηση των δικαιωμάτων τους και την προβολή της αξίωσης αποκατάστασης της προσβολής.
Προσκομίζω αντίγραφο της αίτησης κύρωσης της ανώμαλης δικαιοπραξίας της διανομής και της 170/1985 απόφασης του δικαστηρίου σας, στην οποία φαίνεται ότι ο Α παρίσταται αυτοπροσώπως μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Γνώριζε επομένως τα πάντα και είχε από τότε τη δυνατότητα να ζητήσει κάθε τυχόν προσβολή των δικαιωμάτων του.
Σεβάστηκε όμως τη θέληση του πατέρα μας .... Έτσι, η αξίωση να αφαιρεθούν από την εξουσίασή μου οι διεκδικούμενες λωρίδες μετά πενήντα έτη είναι κακόπιστη και αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 281. Το σπίτι μου έχει λειτουργική σύνδεση με την όλη περιοχή των λωρίδων αυτών ως αγροτική κατοικία απ' το χρόνο της κατασκευής του.
Η αφαίρεση των λωρίδων αυτών το καθιστά άχρηστο, άβολο και ακατάλληλο ως αγροτικό σπίτι, προκαλώντας έτσι ανεπανόρθωτη ζημιά σ' εμένα. Θα πρέπει να απορριφθεί, επομένως, η αγωγή κατά παραδοχή της ένστασής μου αυτής". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και απέρριψε την αγωγή, το δε δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε επίσης ότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά αληθή υποτιθέμενα καθίσταται ορισμένη η ως άνω ένσταση και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειουσών ότι η ανωτέρω ένσταση πρέπει να απορριφθεί λόγω αοριστίας.
Περαιτέρω, το Εφετείο, σε σχέση με τα ως άνω προταθέντα πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι μολονότι οι επίδικες εδαφικές λωρίδες δεν περιλαμβάνονταν στην έκταση των 500 μέτρων που παραχωρήθηκαν στην ήδη αναιρεσίβλητη, η τελευταία κάνει χρήση αυτών από το έτος 1950 συνεχώς, χωρίς να εμποδιστεί ποτέ από το δικαιοπάροχό της πατέρα της μέχρι το θάνατό του στις 24-2-1957, αλλά και στη συνέχεια από τα αδέλφια της Β και Γ.
Μάλιστα το 1975 που ο τελευταίος επέστρεψε από τη ..... και προέβη με τον αδελφό του Β στη διανομή μεταξύ άλλων και του ... κληροτεμαχίου, δεν διαμαρτυρήθηκε στην αναιρεσίβλητη περί της κατάληψης εκ μέρους της των επίδικων λωρίδων, ενώ στις 7-3-1985 παρέστη στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων κατά τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης της διανομής.
Επίσης και οι αναιρεσείουσες μετά το θάνατο του πατέρα τους Ιωάννη και την κτήση των επίδικων τμημάτων αδιαφόρησαν και δεν άσκησαν διεκδικητική αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης για την προστασία των δικαιωμάτων τους για διάστημα δέκα ετών περίπου. Ακολούθως, δέχτηκε το Εφετείο ότι οι επίδικες λωρίδες στις οποίες βρίσκονται τα βοηθητικά κτίσματα της οικίας της αναιρεσίβλητης, καθιστούν αυτές αναγκαίες για τη λειτουργία της και έτσι η μακροχρόνια αδράνεια των αναιρεσειουσών και των δικαιοπαρόχων τους, συνοδευόμενη και από την προηγούμενη συμπεριφορά τους, αφού ουδέποτε αμφισβήτησαν το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να νέμεται τις επίδικες εκτάσεις ως αναπόσπαστα τμήματα του τεμαχίου που της παραχώρησε ο αρχικός κληρούχος το έτος 1950, εύλογα δημιούργησαν στην αναιρεσίβλητη την καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει η επίδικη αξίωση κατ' αυτής.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι με την ανατροπή της παγιωμένης αυτής κατάστασης θα προκληθούν στην ήδη αναιρεσίβλητη τουλάχιστον δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντά της, και θα δημιουργηθεί έντονη η εντύπωση της αδικίας, εφόσον τα αποτελέσματα της ανατροπής αυτής αντικειμενικά έρχονται σε αντίθεση με το αίσθημα περί δικαίου και την ηθική τάξη και έτσι το δικαίωμα των αναιρεσειουσών να ζητήσουν από την αναιρεσίβλητη να τους αποδώσει τις επίδικες εδαφικές λωρίδες προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, γι' αυτό και δέχθηκε την προβληθείσα ένσταση ως βάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η ένσταση αυτή είναι σαφής και ορισμένη, αφού για την πληρότητά της εκτίθεται τόσο η προηγηθείσα συμπεριφορά των αναιρεσειουσών και της ιδίας της αναιρεσίβλητης όσο και οι ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, εξ αιτίας των οποίων θα επέλθουν σε βάρος της τελευταίας δυσμενείς συνέπειες, ενόψει της ήδη μετά την πάροδο μακρού χρόνου διαμορφωθείσας κατάστασης.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείουσες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 - 4 - 2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 250/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης και ορίζει αυτά σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ