Legislator Case Law & Legislation
1820/2007 AI generated

1820/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1820/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1454/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8984/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1820/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1820 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1820/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κριθαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA ΑΑΕΖ", ως καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας "IMPERIO SA", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρατζά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1454/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8984/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β΄, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από τη σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 παρ. 1 παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συνίσταται, στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ενώ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ορθή δηλαδή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το κατωτέρω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Στις 26-9-2001 και περί ώρα 16.20΄ ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων εκινείτο με το υπ' αριθ. κυκλ. .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία, στο αριστερό τμήμα της οδού....

στη Λυκόβρυση με κατεύθυνση προς Κηφισιάς. Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 6, 90 μέτρων. Όταν έφθασε στο ύψος όπου η ως άνω οδός συμβάλλεται προς τα αριστερά με την οδό .... , ο ως άνω πρώτος εναγόμενος κατέλαβε το αριστερό τμήμα της οδού και σχεδόν σταμάτησε, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία των αντιθέτως κινουμένων οχημάτων και να διενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να εισέλθει στην οδό ....

και ενώ ήταν σχεδόν σταματημένος και πριν ακόμη αρχίσει να διενεργεί τον αριστερό ελιγμό ο ενάγων οδηγώντας την υπ'αριθμ. κυκλοφορίας .... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, ο οποίος εκινείτο όπισθεν αυτού, όταν αντιλήφθηκε, ότι το ως άνω προπορευόμενο αυτοκίνητο ήταν σταματημένο προσωρινά και με αναμμένο το αριστερό φλας, τροχοπέδησε απότομα, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία άφησε ίχνη αποξέσεως 1,50 μετ.

επί του οδοστρώματος και στη συνέχεια επέπεσε επί του οπισθίου τμήματος του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα επί του κέντρου και προς τ'αριστερά του προφυλακτήρος αυτού, ο δε ενάγων εκτινάχθηκε, με αποτέλεσμα, εκτός των υλικών ζημιών που υπέστησαν αμφότερα τα οχήματα, να τραυματισθεί ο ίδιος, υποστάς κάταγμα αριστερής κνήμης.

Η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος, ο οποίος από αμέλεια, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1, και 7 του ΚΟΚ, δεν ρύθμισε την ταχύτητα ενόψει των συνθηκών της ως άνω οδού, ώστε να είναι, σε θέση να διακόψει την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε μπροστά από κάθε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και βρισκόταν έμπροσθεν του από αυτόν ορατού τμήματος της οδού, ούτε οδηγούσε έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ασκεί τους αναγκαίους χειρισμούς, ούτε τηρούσε την απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, αλλά αντίθετα εκινείτο με ταχύτητα (όπως ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά) 50 Χ/Ω, σε περιοχή, όπου, ναι μεν, το ανώτατο όριο ορίζεται σε 50 ΚΧ/Ω, την οποία όμως όφειλε να μειώσει, λαμβάνοντας υπόψη του ότι πλησίαζε σε διασταύρωση, παράλειψη, η οποία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή του και παρότι η ορατότητά του δεν περιοριζόταν, δεν του επέτρεψε να αντιληφθεί εγκαίρως ότι το προπορευόμενο ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, το οποίο είχε μειώσει κατά πολύ την ταχύτητα του και ήταν σχεδόν σταματημένο στο αριστερό τμήμα της ως άνω οδού, προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση, με έγκαιρη τροχοπέδηση ή κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό, με αποτέλεσμα να ανατραπεί από την πολύ απότομη τροχοπέδηση και μετά από σύρσιμο επί της οδού να επιπέσει στο οπίσθιο μέρος αυτού.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του πρώτου εναγομένου δεν αποδείχθηκαν, αφού αυτός είχε καταλάβει το αριστερό τμήμα της οδού, είχε εγκαίρως ανάψει, το αριστερό φλας, και είχε σταματήσει στο αριστερό τμήμα της οδού δίπλα στην διπλή διαχωριστική γραμμή και στο σημείο όπου αυτή είναι αποχρωματισμένη, προκειμένου να διενεργήσει ελιγμό προς τ'αριστερά, σε σημείο όπου αυτό επιτρέπεται.

Συνεπώς έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή αφού αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλονταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος. Στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε κριθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ήταν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε αυτή και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως σ'αυτόν αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης για την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που υπέστη, αντίστοιχα. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 21 και 23 του ΚΟΚ, και τις αναφερθείσες στην αρχή της μείζονος προτάσεως της παρούσας ούτε παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των άνω κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε σ'αυτούς, αναφορικώς με την κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού της άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος, ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που του αποδίδονται. Συνακόλουθα, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Ο καθιερούμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή, καθώς και όταν σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. εκ του ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ..... εκθέσεως αυτοψίας τροχαίο ατυχήματος του Ανθ/μου .... και το σχεδιάγραμμα του ίδιου. Όπως, όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα πιο πάνω έγγραφα και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ'αυτά και δεν εξαίρει αυτά ως προς το εκ της συνεκτιμήσεως όλων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων συναχθέν πόρισμά του.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 19 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη ότι ο αναιρεσείων δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και ότι δεν μείωσε, όπως όφειλε, την ταχύτητα των 50 χ/τρων με την οποία εκινείτο, αφού πλησίαζε σε διασταύρωση, οι εν λόγω δε παραδοχές του δεν έχουν αιτιολογία ή έχουν αντιφατική ανεπαρκή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι και εμπεριέχει, όπως πιο πάνω εκτέθηκε, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, σε κάθε δε περίπτωση, ως απαράδεκτος διότι, με αυτόν, υπό την επίκληση των πιο πάνω πλημμελειών, πλήττεται αληθώς η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

IV. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται αιτιάσεις εκ του άρθρ. 559 αρ. 1, 19 και 20 εκ του ότι το Εφετείο με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία και ύστερα από παραμόρφωση του περιεχομένου της άνω έκθεσης αυτοψίας και του άνω σχεδιαγράμματος δέχεται ότι η κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος .... "θεωρείται ήκιστα πειστική και σε πολλά σημεία είναι αντιφατική" και καταδεικνύει ότι αυτή είναι "αξιόπιστη".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αποδιδόμενες πλημμέλειες ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. V. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ως άνω σύγκρουσης των παραπάνω οχημάτων ήταν ο αναιρεσείων, αφού έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και τα επικαλούμενα και νομίμως προσαγόμενα έγγραφα...".

Από τη διαβεβαίωση αυτή του Εφετείου σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι τούτο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του άνω πορίσματός του την κατάθεση της μάρτυρος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων .... , ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση 1454/2003 πρακτικά και τις στο αναιρετήριο φωτογραφίες.

Συνεπώς ο έκτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στα άνω πρακτικά κατάθεση της παραπάνω μάρτυρος καθώς και τις στο αναιρετήριο φωτογραφίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις χωριστά και είχαν αυτοτελή υπεράσπιση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 8984/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1.170) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ