Legislator Case Law & Legislation
181/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, upholding lower court's factual assessment of corporate accounting.

Case Number 181/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision regarding corporate accounting errors. The appellant argued that the lower court failed to prove damages based on reduced profits, but the court held that factual assessments of evidence are not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected, the appellant's security deposit was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: Appeals against factual assessments of evidence are inadmissible as they fall outside the scope of reviewable errors.

Keywords

AI generated
appealable error factual assessment corporate accounting damages proof legal costs Code of Civil Procedure evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 10 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 181 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 181 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα για την άσκηση της παρούσας από τις α) Ε. Α. του Ι. , κατοίκου ... και β) Β. - Β. Α. του Ι. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Ιωάννη Δεληκωστόπουλο, Γεώργιο Κοπακάκη και Φώτιο Παπαχρήστου.

Της αναιρεσίβλητης: Θ. Α. , χήρας Ι. Α. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη ο οποίος ανακάλεσε την από 07-02-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2...2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25226/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2515/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την υπό κρίσιν, από 22.11.2021 (και αύξοντα αριθμό καταθέσεως ...2021), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 2515/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αποκλειστικά και μόνον κατά τη διάταξή της περί των δικαστικών εξόδων την από 22.10.2015 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 25226/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εξαφάνισε μόνο κατά το κεφάλαιο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 29.12.2011 αγωγή της αναιρεσείουσας, που είχε ως αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητα της συνδιαχειρίστριας και ακολούθως της μοναδικής καταστατικής διαχειρίστριά της, να της καταβάλει, εντόκως, το ποσό των 588.730,83 ευρώ για τη ζημία που προκάλεσε εις βάρος της, αιτιωδώς, με τις αναφερόμενες παράνομες και αντίθετες προς την καλή πίστη πράξεις της.

2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 27.11.2019, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 23.11.2021 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 754 του ΑΚ ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του διαχειριστή εταίρου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 714 έως 723 περί εντολής (ΑΠ 1869/2022, ΑΠ 192/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 713 του ΑΚ "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 714 του ΑΚ "ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σε αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του ό,τι υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθυνόμενος έναντι του εντολέως για κάθε πταίσμα.

Έτσι, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της σύμβασης ή πλημμελούς εκπληρώσεως ή παραβάσεως των νόμιμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ (ΑΠ 1634/2025, ΑΠ 1869/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 2212/2014).

Ζημία, κατά τις ως άνω διατάξεις, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκώμενο κέρδος, το οποίο ματαιώθηκε (ΑΠ 874/2022, ΑΠ 536/2004). Ο εντολοδόχος, συνεπώς, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια.

Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 714 του ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1634/2025, ΑΠ 874/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1115/2003) και αυτός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του στην περίπτωση αυτή, υποχρεούται να αποδείξει, κατ' ένσταση, την μη ύπαρξη πταίσματός του (έλλειψη υπαιτιότητάς του).

Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα (ΑΠ 536/2016). Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του εντολέως.

Η αξίωση αποζημιώσεως για ζημία, η οποία προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη από αυτόν ενέργεια κατά την εκτέλεση της εντολής, θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 714 και 330 του ΑΚ και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 914 (σε ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα, όπως απάτη, υπεξαίρεση κλπ) ή 919 του ΑΚ, οπότε υπάρχει τότε συρροή αξιώσεων (ΑΠ 1869/2022, ΑΠ 1411/2022, 874/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 2212/2014, ΑΠ 346/2018, ΑΠ 487/2017).

4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 4/2005). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και εντεύθεν σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που αυτό ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα (ΑΠ 1096/2022, 932/2022) και ιδίως, στην τελευταία περίπτωση, πού ακριβώς έγκειται το νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και συνακόλουθα εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υφίσταται και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά αυτός δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 695/2020), διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ανεπάρκειας αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:

α) ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους και ποιες επιπλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ώστε να είναι πλήρης (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996), β) η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 123/2024, ΑΠ 242/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 357/2018) και γ) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό.

Για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναιρέσεως εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 476/2024). Η μνεία μόνον αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος δεν αρκεί, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την απόφαση αυτή, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα διατακτικό (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 123/2024, ΑΠ 295/2022, ΑΠ 140/2022, ΑΠ 1065/2020, ΑΠ 887/2019), ενόψει και του ότι δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ούτε όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1020/2019) ή με τις πριν ή κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 1445/2017).

5.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από ...-1981 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως ομόρρυθμης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξοντα αριθμό ...-1981), συστάθηκε, μεταξύ των Ι.

Α. , Π. Κ. και Ρ. συζ. Δ. Κ. , η ομόρρυθμη εταιρία, αόριστης διάρκειας, με την επωνυμία "... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε.", με έδρα το Δήμο Θέρμη Θεσσαλονίκης (15° χιλ. της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - Περσίας) και με αντικείμενο δραστηριότητας την εισαγωγή και την εμπορία ειδών υγιεινής, καθώς και την αντιπροσώπευση οίκων της ημεδαπής και αλλοδαπής τέτοιων ειδών -σε συνέχεια άλλων (προηγούμενων εταιριών του Ι.

Α. (ομορρύθμων ή ετερορρύθμων), με το ίδιο αντικείμενο, που είχαν ιδρυθεί διαδοχικά από αυτόν- και ορίστηκε διαχειριστής, εκπρόσωπος και ταμίας αυτής, για όλη τη χρονική διάρκεια της λειτουργίας της, ο προρρηθείς Ι. Α. (ο οποίος απεβίωσε την ...-2006). Ακολούθησαν διαδοχικές τροποποιήσεις του καταστατικού της άνω ομόρρυθμης εταιρίας, με νομίμως δημοσιευθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά, και με τα οποία κυρίως έγιναν η είσοδος και έξοδος εταίρων, με αντίστοιχες μεταβιβάσεις εταιρικών μεριδίων, με το δε από 17-10- 2000 νόμιμα δημοσιευμένο στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξοντα αριθμό ...-2000), συμφωνητικό τροποποιήσεως καταστατικού άλλαξε η επωνυμία της εταιρίας από "...

Ο.Ε." σε "... Ο.Ε.", ενώ παρέμεινε ο διακριτικός τίτλος "... Ο.Ε." και μετά από αποχωρήσεις εταίρων και μεταβιβάσεις εταιρικών μεριδίων, εταίροι αυτής ήσαν: α) η Β. - Β. Α. , θυγατέρα του Ι. Α. από τον πρώτο γάμο του με την Γ. Κ. , η οποία είχε εισέλθει το πρώτον στην εταιρία με το από 11-4-1987, νόμιμα δημοσιευμένο στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξοντα αριθμό ...-1987), συμφωνητικό τροποποιήσεως καταστατικού, με ποσοστό συμμετοχής στις κερδοζημίες 20% (κατόπιν αγοράς αντίστοιχου εταιρικού μεριδίου), β) η εφεσίβλητος Θ.

Α. , σύζυγος του Ι. Α. , από δεύτερο γάμο του, που τελέστηκε το 1989, η οποία το πρώτον εισήλθε στην εταιρία και γ) ο Α. Α. , με ποσοστό συμμετοχής, καθενός των εταίρων, στις κερδοζημίες 60%, 20% και 20% αντίστοιχα, ενώ αποχώρησε από την εταιρία, λόγω συνταξιοδοτήσεως (και) ο Ι. Α. , ορίστηκαν δε ως συνδιαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής ο Ι.

Α. (μη εταίρος πλέον) και η εφεσίβλητος (εταίρος και σύζυγος αυτού), ενεργώντας από κοινού ή ατομικά ο καθένας. Ακολούθως, με το από 9-7-2001, νόμιμα δημοσιευμένο στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξοντα αριθμό ...-2001), συμφωνητικό τροποποιήσεως καταστατικού άλλαξε η επωνυμία της εταιρίας από "...

Ο.Ε." σε "... - ... Ο.Ε." (εκκαλούσα), ενώ, με βάση το δημοσιευμένο νόμιμα, στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξοντα αριθμό ...-2001), από 18-12-2001 συμφωνητικό τροποποιήσεως καταστατικού, μετά την αποχώρηση του εταίρου Α. Α. , εισήλθε, το πρώτον, στην εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία η Ε. Α. (έτερη θυγατέρα του Ι.

Α. από τον πρώτο γάμο του με τη Γ. Κ.) και έτσι εταίροι αυτής ήταν, πλέον, οι αδελφές Β. - Β. Α. και Ε. Α. , καθώς και η εφεσίβλητος, με ποσοστό συμμετοχής, καθεμίας τούτων, στις κερδοζημίες (μετά από μεταβιβάσεις εταιρικών μεριδίων), 33%, 33% και 34% αντίστοιχα, ενώ, με βάση το από 23-6-2003, δημοσιευμένο νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξοντα αριθμό ...-2003), συμφωνητικό τροποποιήσεως καταστατικού, το κεφάλαιο της εκκαλούσας εταιρίας αυξήθηκε στο ποσό των 271.125,82 ευρώ, με κεφαλοποίηση μη αναληφθέντων κεφαλαίων και τέλος, με βάση το τελευταίο, από 30-6-2003, δημοσιευμένο νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξοντα αριθμό ...-2003), συμφωνητικό τροποποιήσεως καταστατικού, το ποσοστό συμμετοχής των ως άνω εταίρων στις κερδοζημίες της εκκαλούσας διαμορφώθηκε σε 24% για καθεμία των αδελφών Β. - Β.

Α. και Ε. Α. και σε 52% για την εφεσίβλητο, επιπλέον δε τροποποιήθηκε το άρθρο 10 του καταστατικού της εταιρίας, σχετικά με τη λύση της εταιρίας και την καταγγελία αυτής, ενώ ορίσθηκε ότι κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν όλα τα άρθρα του καταστατικού της εταιρίας, μετά τις γενόμενες τροποποιήσεις, όπως κωδικοποιήθηκε και συνεπώς και το άρθρο 7 αυτού, για τη διαχείριση και την εκπροσώπηση της εταιρίας, (όπως είχε τροποποιηθεί με το προαναφερθέν από 17-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό) το οποίο όριζε ότι διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας είναι ο προαναφερθείς Ι.

Α. (μη εταίρος) και η εφεσίβλητος (εταίρος και σύζυγος αυτού), ενεργώντας από κοινού ή ατομικά ο καθένας. Έτσι, με βάση τα προαναφερθέντα, από την 17-10-2000 συνδιαχειριστές της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας (υπό την προηγούμενη επωνυμία της ... Ο.Ε. , που στη συνέχεια, την 9-7-2001, μετονομάσθηκε σε "... - ... Ο.Ε."), ορίσθηκαν η εφεσίβλητος και ο σύζυγός της Ι.

Α. , ο οποίος, την 17-10-2000, όπως προαναφέρθηκε, είχε τυπικά αποχωρήσει, λόγω συνταξιοδοτήσεώς του, από την εταιρία, πλην, όμως, ήταν ουσιαστικά αποκλειστικός διαχειριστής μέχρι το θάνατό του, την ...-2006, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω, μετά δε το θάνατο του τελευταίου, μόνη καταστατική διαχειρίστρια της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας παρέμεινε η εφεσίβλητος, μέχρι και την 22-10-2012, οπότε και ανακλήθηκε από τη διαχείριση από τις άλλες εταίρους, Β. - Β.

Α. και Ε. Α. και τη διαχείριση της εταιρίας ανέλαβαν οι τελευταίες, σημειουμένου ότι τα ανωτέρω ποσοστά συμμετοχής καθεμίας από τις εταίρους στις κερδοζημίες της εκκαλούσας εταιρίας (24% για καθεμία των αδελφών Β. - Β. και Ε. Α. και σε 52% για την εφεσίβλητο), αλλά και η διαχείριση αυτής από την εφεσίβλητο, από το θάνατο του ως άνω Ι.

Α. και εντεύθεν, αποτέλεσαν αντικείμενο μακροχρόνιας δικαστικής διαμάχης, μεταξύ της εφεσιβλήτου και των προαναφερθεισών δύο άλλων εταίρων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το θάνατο του Ι. Α. , με την πρωτοβουλία, τις άοκνες προσπάθειες, την εργασία και την επιχειρηματική ικανότητα του οποίου η εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία κατέστη κραταιά στον εμπορικό χώρο των ειδών υγιεινής, εμφανίστηκαν προβλήματα μεταξύ των μοναδικών ομορρύθμων μελών αυτής, ήτοι της εφεσιβλήτου - συζύγου του, και των θυγατέρων του, Β. - Β.

Α. και Ε. Α. , οι τελευταίες δε άσκησαν σε βάρος της εφεσιβλήτου σωρεία δικογράφων, αναφορικά με την εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, αλλά και άλλα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία, ενώ αγωγές άσκησαν και κατά της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, με αντικείμενο τη ρύθμιση ζητημάτων που, κατά τους ισχυρισμούς τους, αφορούσαν αφενός στην εκ μέρους της εφεσιβλήτου διαχείριση της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας και αφετέρου σε αξιώσεις τους, τόσο από τη συμμετοχή τους στην τελευταία (εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία), όσο και από τη συγκυριότητά τους σε διάφορα ακίνητα, ανήκοντα στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους Ι.

Α. , εξακολουθούν δε ακόμη οι δικαστικές διενέξεις (ποινικές και πολιτικές), χωρίς να υπάρχει διάθεση εκ μέρους τους για συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους. Μεταξύ των άλλων εριστό σημείο, που έχει προκαλέσει σημαντικό ρήγμα στις ενδοεταιρικές σχέσεις, είναι και η επιβολή σε βάρος της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, το έτος 2007 (ήτοι μετά το θάνατο του Ι.

Α.), προστίμου, προσθέτων φόρων και προσαυξήσεων, συνολικού ποσού 2.465.533,63 ευρώ, μετά τον διενεργηθέντα έλεγχο, στην εκκαλούσα, από το Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο (Π.Ε.Κ.) Θεσσαλονίκης, και σε εκτέλεση της με αριθμό ...-2006 εντολής ελέγχου του Προϊσταμένου του, για το οικονομικό έτος 2006, δηλαδή για τη διαχειριστική περίοδο ... - .../2005.

Ειδικότερα, κατά τον διενεργηθέντα στην εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, έχουσα υποχρέωση τηρήσεως βιβλίων Γ κατηγορίας, από αρμόδιους υπαλλήλους του Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης, τακτικό έλεγχο Φορολογίας Εισοδήματος διαχειριστικής περιόδου ... - .../2005, διαπιστώθηκαν οι παρακάτω αναφερόμενες παραβάσεις, σύμφωνα με τη συνταχθείσα από 23-5-2007 "Έκθεση Τακτικού Ελέγχου Κ.Β.Σ. (ΠΔ 186/92)" (με ημερομηνία θεωρήσεως 29-5-2007): 1) καταχώρηση στα βιβλία της εκκαλούσας δώδεκα (12) τμηματικών αγορών εμπορευμάτων, με αιτιολογία ΈΜΠ/ΤΑ ..." (ως προμηθευτή αυτών τον Ι.

Α.), συνολικού ύψους 917.786,62 ευρώ, ήτοι: α) την 31.1.2005 αγορά καθαρής αξίας 150.000,00 ευρώ, β) την 28.2.2005 αγορά καθαρής αξίας 100.000,00 ευρώ, γ) την 31.3.2005 αγορά καθαρής αξίας 50.000,00 ευρώ, δ) την 30.4.2005 αγορά καθαρής αξίας 50.000,00 ευρώ, ε) την 31.5.2005 αγορά καθαρής αξίας 120.000, 00 ευρώ, στ) την 30.6.2005 αγορά καθαρής αξίας 100.000, 00 ευρώ, ζ) την 31.7.2005 αγορά καθαρής αξίας 100.000,00 ευρώ, η) την 20.8.2005 αγορά καθαρής αξίας 30.000,00 ευρώ, θ) την 30.9.2005 αγορά καθαρής αξίας 100 000,00 ευρώ, ι) την 31-10-2005 αγορά καθαρής αξίας 30.000,00 ευρώ, ια) την 28.11.2005 αγορά καθαρής αξίας 50.000,00 ευρώ και ιβ) την 30.11.2005 αγορά καθαρής αξίας 37.786,62 ευρώ, χωρίς να έχουν εκδοθεί φορολογικά στοιχεία διακινήσεως και αξίας, οι οποίες θεωρήθηκαν "εικονικές", κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 2, 7 παρ. 1 Π.Δ/τος 186/1992 (περί ΚΒΣ), σε συνδυασμό με το άρθρο 2 αυτού, και 2) εμφάνιση σε τέσσερις (4) περιπτώσεις πιστωτικό υπόλοιπο στο λογαριασμό "ΤΑΜΕΙΟ", κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 Π.Δ/τος 186/1992 "Περί ΚΒΣ'1, και ακολούθως, με τη με αριθμό ...-2007 "Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Β.Σ." του Π.Ε.Κ.

Θεσσαλονίκης, επιβλήθηκε στην εκκαλούσα πρόστιμο ύψους 1.835.573,24 ευρώ (917.786,62 X 2) για την άνω υπό στοιχείο 1 παράβαση και πρόστιμο ύψους 1.760,00 ευρώ (880,00 X 2) για την άνω υπό στοιχείο 2 παράβαση και συνολικά 1.837.333,24 ευρώ (1.835.573,24 + 1.760,00).

Περαιτέρω, λόγω αυξήσεως των φορολογητέων καθαρών κερδών με την προσθήκη των παραπάνω "ανύπαρκτων" δώδεκα (12) αγορών, συνολικής αξίας 917.786,62 ευρώ, οι οποίες δεν καλύπτονταν από φορολογικά στοιχεία, α) κατά τη συνταχθείσα από 23-5-2007 "Έκθεση Τακτικού Ελέγχου Φορολογίας Εισοδήματος)" (με ημερομηνία θεωρήσεως 29-5-2007) και με τη με αριθμό ...-2007 "Πράξη Προσδιορισμού Αποτελεσμάτων και Επιβολής Φόρου Εισοδήματος" του Π.Ε.Κ.

Θεσσαλονίκης καταλογίστηκε στην εκκαλούσα, πρόσθετος φόρος εισοδήματος και προσαυξήσεις αυτού, συνολικού ύψους 301.426,94 ευρώ (235.489,80 ευρώ κύριος φόρος + 65.937,14 ευρώ πρόσθετοι φόροι), β) κατά τη συνταχθείσα από 23-5-2007 "Έκθεση Ελέγχου ΦΠΑ ΑΡΘΡΟΥ 48 Ν. 2859/00)" (με ημερομηνία θεωρήσεως 29-5-2007) και με τη με αριθμό ...-2007 "Πράξη Προσδιορισμού Φ.Π.Α." του Π.Ε.Κ.

Θεσσαλονίκης, καταλογίστηκε στην εκκαλούσα πρόσθετος φόρος εισοδήματος και προσαυξήσεις αυτού, συνολικού ύψους 259.323,47 ευρώ (186.563,65 ευρώ κύριος φόρος + 72.759,82 ευρώ πρόσθετοι φόροι) και γ) μετά τη με αριθμό ...-2007 Απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 70 του Ν. 2238/94, σύμφωνα με την οποία η εκκαλούσα διενήργησε τις προαναφερθείσες δώδεκα (12) "υπαρκτές" αγορές, χωρίς την έκδοση τιμολογίων αγοράς, συνολικής καθαρής αξίας 917.786,62 ευρώ, με τη με ...-2007 "Πράξη Καταλογισμού Τελών Χαρτοσήμου" καταλογίστηκε στην εκκαλούσα τέλος χαρτοσήμου, πλέον ΟΓΑ χαρτοσήμου και προσαυξήσεως, συνολικού ύψους 57.324,93 ευρώ (33.040,31 ευρώ τέλος χαρτοσήμου πλέον ΟΓΑ + 24.284,62 ευρώ προσαύξηση).

Ακόμη, κατά τη συνταχθείσα από 23-5-2007 "Έκθεση Τακτικού Ελέγχου Χαρτοσήμου Προσωρινών Καταθέσεων - Αναλήψεων Άρθρο 15 παρ. 5γ ΚΝΤΧ και άρθρ. Ν. 1041/80" (με ημερομηνία θεωρήσεως 29-5-2007) και επειδή σχετικά με το λογαριασμό "52.000.000", που σύμφωνα με το Ενιαίο Γενικό Λογιστικό Σχέδιο κάλυπτε τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις σε Τράπεζες, θεωρήθηκε ότι, επειδή δεν επεδείχθησαν δανειακές συμβάσεις μεταξύ Τράπεζας και επιχείρησης ούτε παραστατικά - δικαιολογητικά των εγγραφών, δεν πρόκειται για δανειακή σύμβαση μεταξύ Τράπεζας και επιχείρησης, αλλά για ταμειακή διευκόλυνση της επιχείρησης από τα μέλη της ή από άλλο πρόσωπο (I.

Α.) και ότι το μεγαλύτερο ύψος του υπολοίπου εμφανιζόταν στα βιβλία της επιχείρησης την 31/1/2005 και αφορά πιστωτικό υπόλοιπο ύψους 536.887,62 ευρώ, που υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου, με τη δε με αριθμό ...-2007 "Πράξη Καταλογισμού Τελών Χαρτοσήμου" του Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης, καταλογίστηκε στην εκκαλούσα ποσό 9.825,10 ευρώ, για χαρτόσημο πλέον ΟΓΑ χαρτοσήμου και προσαυξήσεως.

Μετά τη βεβαίωση των παραπάνω ποσών από το Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης η εφεσίβλητος, υπό την ιδιότητά της ως μοναδικής καταστατικής διαχειρίστριας της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, υπέβαλε, την 21-7-2007, αίτηση για διοικητική επίλυση της ανωτέρω διαφοράς, ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 70 Ν. 2238/1994 και τελικά επιτεύχθηκε η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό ...-2007 "Πράξη Διοικητικής Επίλυσης της Διαφοράς της Επιτροπής του άρθρου 70 του Ν. 2234/94", που υπογράφηκε, την 5-9-2007, από τα μέλη της Επιτροπής και την εφεσίβλητο, ως νόμιμη εκπρόσωπο της εκκαλούσας, με την οποία (Πράξη) έγινε δεκτό ότι οι προαναφερθείσες αγορές δεν ήταν "εικονικές" αλλά "υπαρκτές από μη προσδιοριζόμενη πηγή και για τις οποίες δεν εκδόθηκαν Τιμολόγια Αγοράς", καθώς επίσης, εκδόθηκαν το με αριθμό ... "Πρακτικό Διοικητικής Επίλυσης της Διαφοράς", η από 5-9-07 και με αριθμό ... "Πράξη Συμβιβασμού", η από 5-9-07 με αριθμό ... "Πράξη Συμβιβασμού" και η από 5-9-07 και με αριθμό ... "Πράξη Διοικητικής Επίλυσης Προστίμου Κ.Β.Σ.", ακολούθως δε συντάχθηκε ο με ημερομηνία 7-9-2007 "Πίνακας Υπολογισμού Φόρων - Τελών Προσαυξήσεων & Προστίμων για Καταβολή προς Επίτευξη Διοικητικού Συμβιβασμού", σύμφωνα με τον οποίο βεβαιώθηκε από τη Διοικητική Αρχή, μετά την επίτευξη διοικητικού συμβιβασμού, σε βάρος της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, το συνολικό ποσό των 886.017,42 ευρώ (ήτοι 339.207,09 ευρώ για εισόδημα + 240.294,33 ευρώ για Φ.Π.Α. + 306.516,00 ευρώ για πρόστιμα Κ.Β.Σ.), εκ του οποίου το 1/5, ήτοι ποσό 177.203,48 ευρώ καταβλήθηκε την 7-9-2007 και το υπόλοιπο ποσό των 708.813,94 ευρώ καταβλήθηκε σε δόσεις.

Κατά τους ένδικους ισχυρισμούς της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας η βεβαίωση του προαναφερθέντος ποσού σε βάρος της υπήρξε απότοκος της κακής και αντίθετης προς την καλή πίστη διαχειρίσεως των εταιρικών της πραγμάτων από την εφεσίβλητο και ειδικότερα οφείλεται αφενός μεν στην καταχώριση από αυτήν (εφεσίβλητο) των προαναφερθεισών αγορών στα βιβλία της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, εν αγνοία του συνδιαχειριστή Ι.

Α. , λόγω και της κακής καταστάσεως της υγείας του, που τον εμπόδιζε να παρακολουθεί τις εταιρικές υποθέσεις, αφετέρου δε στο ότι αυτή προέβη στον προαναφερθέντα διοικητικό συμβιβασμό, ενώ όφειλε να επιλέξει την οδό της προσβολής των σχετικών πράξεων της Διοικήσεως με την άσκηση προσφυγών ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων, αφού με αυτόν τον τρόπο θα είχε τη δυνατότητα να επιτύχει την αναστολή εκτελέσεως των πράξεων αυτών και να αξιοποιήσει τις μετέπειτα θεσπισθείσες φορολογικές περαιώσεις, ώστε, με αυτόν τον τρόπο, το συνολικά τυχόν επιβληθησόμενο ποσό θα ήταν πολύ μικρότερο.

Όπως, αποδείχθηκε από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, ο Ι. Α. , ιδρυτής της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, υπήρξε έμπειρος επιχειρηματίας, με πολυετή και πολύπλευρη επαγγελματική - εμπορική δραστηριότητα, που άρχισε πριν το 1960, κυρίως με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία ειδών υγιεινής, είχε δε ιδρύσει, πριν την εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, διαδοχικά ή παράλληλα διάφορες άλλες εταιρίες (ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες), με το ίδιο αντικείμενο, οι οποίες είχαν λυθεί και εκκαθαριστεί όλες πριν το θάνατό του, μάλιστα ο ίδιος αποκλειστικά διαχειριζόταν αυτές, οι δε λοιποί σε αυτές μετέχοντες παρά τη φαινόμενη συμμετοχή τους είχαν μόνο τυπική ανάμειξη στη δραστηριότητά τους.

Ο ως άνω Ι. Α. , που είχε την έμπνευση και πρωτοβουλία να προβεί στη σύσταση της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, και ήταν αυτός που κατηύθυνε την εταιρία στις σωστές επιλογές για την κερδοφόρα ανάπτυξή της και αυτός που αποφάσιζε για το ποιος θα παραμένει κάθε φορά μέλος της εταιρίας και ποιος θα απομακρύνεται, από την ίδρυσή της έως το θάνατό του, την ...- 2006, ασκούσε μόνος ουσιαστικά τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, καθώς και την επιμέλεια τηρήσεως όλων των εμπορικών και φορολογικών της βιβλίων, παρά την ''τυπική" αποχώρησή του, λόγω συνταξιοδοτήσεως, ως εταίρου, από την εκκαλούσα, την 17-10-2000, σύμφωνα με το προαναφερθέν από 17-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο, όπως προειπώθηκε, ορίσθηκε ότι διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εκκαλούσας θα είναι αυτός, Ι.

Α. (μη εταίρος) και η εφεσίβλητος σύζυγός του (εταίρος), και παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, αφού έπασχε ήδη από το έτος 1995 από σακχαρώδη διαβήτη τύπου II και στεφανιαία νόσο και είχε υποβληθεί σε εγχείριση τριπλού bypass. Η εφεσίβλητος, σύζυγός του, είχε οριστεί, κατόπιν δικής του βουλήσεως, συνδιαχειρίστρια της εταιρίας από το έτος 2000, μετά την απώλεια από τον ίδιο της ιδιότητάς του ως μέλους της εκκαλούσας, πλην, όμως, όπως αποδείχθηκε, την αποκλειστική και εν τοις πράγμασι αποκλειστική διοίκηση και διαχείριση της εκκαλούσας εταιρίας, με τη λήψη όλων των αποφάσεων που την αφορούσαν, ασκούσε και πάλι ο Ι.

Α. , μέχρι και το θάνατό του (την ...-2006), παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, χωρίς, όμως, αυτά να επηρεάζουν τις πνευματικές λειτουργίες του, και όχι από κοινού με την εφεσίβλητο σύζυγό του, η οποία δεν λάμβανε μέρος στη λήψη των σχετικών αποφάσεων και δεν είχε ενεργό συμμετοχή στη διαχείρισή της.

Στην κρίση αυτή περί της ιδιότητας της εφεσιβλήτου ως συνδιαχειρίστριας της εκκαλούσας μόνο τυπικά έως το χρόνο θανάτου του συζύγου της Ι. Α. και όχι ουσιαστικά, και ότι την πραγματική διαχείριση της εκκαλούσας συνέχισε να ασκεί αποκλειστικά και μετά την αποχώρησή του (λόγω συνταξιοδοτήσεως) από αυτήν και μέχρι του θανάτου του, ο Ι.

Α. , με τη συναίνεση των εταίρων, χωρίς η εφεσίβλητος να αναμειχθεί στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, κατέληξε πληθώρα δικαστικών αποφάσεων (ποινικών και αστικών), οι οποίες εκδόθηκαν επ' αφορμή άλλων διενέξεων μεταξύ των εταίρων, όπως η με αριθμό 954/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ε' ποινικού τμήματος), η με αριθμό 1550/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η από 15-9-2014 εισήγηση του Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου επί της ασκηθείσας κατά της εν λόγω αποφάσεως αναιρέσεως εκ μέρους της εταίρου Ε.

Α. , από την οποία αναίρεση και παραιτήθηκε, οι με αριθμό 2199/2013 και 1265/2013 (τελεσίδικες) αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, η Β. - Β. Α. και η Ε. Α. , θυγατέρες του Ι. Α. και ομόρρυθμοι εταίροι της εκκαλούσας, έως το χρόνο θανάτου του πατέρα τους δεν είχαν εκφράσει οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς τον εκ μέρους του τρόπο διοικήσεως και διαχειρίσεως της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, παρά το γεγονός ότι λόγω της συγγενικής τους σχέσεως με τον Ι.

Α. (πατέρας αυτών) είχαν άμεση πρόσβαση σε αυτόν, ενόψει και των ομολογημένων από τις ίδιες εξαιρετικών σχέσεων που διατηρούσαν μαζί του, ούτε ζήτησαν λογοδοσία για τις διαχειριστικές ενέργειές του ή έστω την παροχή οποιωνδήποτε πληροφοριών περί των εταιρικών υποθέσεων, ούτε, εξάλλου, ζήτησαν λογοδοσία από την εφεσίβλητο, αν και φερόταν ως συνδιαχειρίστρια και παρά το ότι επισκέπτονταν τακτικά την έδρα της επιχειρήσεως, αλλά αντίθετα αυτές αποδέχθηκαν και ενέκριναν όλους τους εταιρικούς ισολογισμούς των ετών 2000 έως και 2005.

Ακόμη, όπως αποδείχθηκε, έως και το έτος 2005 δεν γινόταν διανομή κερδών της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσεως, αλλά αυτά τα διαχειριζόταν ο Ι. Α. , και διατίθεντο εξ ολοκλήρου για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της εκκαλούσας εταιρίας, όπως κατέθεσε, την 19-3-2010, η Ε. Α. ενώπιον της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ή για το σχηματισμό αποθεματικών αυτής, όπως αναφέρεται και στα νομίμως δημοσιευθέντα από 30-9-2000 και 23-6-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποιήσεως ή μεταφέρονταν εις "νέον", δηλαδή στον ισολογισμό της επόμενης χρήσεως προς ενίσχυση της "ταμειακής ρευστότητας" της εκκαλούσας, με αποφυγή αντίστοιχου τραπεζικού δανεισμού της.

Εξάλλου, ο έλεγχος της οικονομικής καταστάσεως και των βιβλίων της εκκαλούσας από την εταιρία με την επωνυμία "KPMG" Κύπρου κατέδειξε, όπως το πόρισμα αποτυπώνεται στη με ημερομηνία 21-2-2006 έκθεσή της, μεταξύ άλλων, ότι και στις οικονομικές καταστάσεις που είχαν κατατεθεί στην Εφορία, το έτος 2004, είχαν συμπεριληφθεί εικονικές αγορές, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το κόστος πωλήσεων και να μειώνονται τα εταιρικά κέρδη, ενώ κατά τα έτη 2002 - 2004 δηλώνονταν στην Εφορία στοιχεία που δεν αντικατόπτριζαν την πραγματική εικόνα της αξίας και ποσότητας των αποθεμάτων, δηλαδή ακολουθείτο η ίδια τακτική σε χρόνο κατά τον οποίο ο Ι.

Α. διαχειριζόταν, κατά τα προεκτεθέντα, τα εταιρικά κέρδη. Ακόμη, στο πόρισμα της παραπάνω ελεγκτικής εταιρίας "KPMG" αναφέρεται, ότι το συνολικό κόστος πωλήσεων, όπως προέκυψε από τα εταιρικά βιβλία, για το έτος 2005, αντικατόπτριζε την πραγματική κατάσταση για το λόγο ότι το αρχικό υπόλοιπο των αποθεμάτων παρουσιαζόταν μειωμένο από το κανονικό κατά 1.000.000,00 ευρώ, ενώ οι αγορές του έτους αυξημένες με το αντίστοιχο ποσό, ώστε δεν διαπιστώθηκε κατά την ημερομηνία συντάξεως της εκθέσεως αυτής (21-2-2006), η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητο επίδικη καταχώριση, ούτε επισημάνθηκε σε αυτήν η διαγραφή οποιοσδήποτε καταχωρίσεως στα εταιρικά βιβλία, αλλά αντίθετα συντάχθηκε σχέδιο ισολογισμού της εκκαλούσας εταιρίας από την ανωτέρω ελεγκτική εταιρία, χωρίς σε αυτόν να αναφέρεται οποιαδήποτε σχετική διόρθωση.

Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο Ι. Α. , που ουσιαστικά ασκούσε μόνος τη διοίκηση και διαχείριση της εκκαλούσας εταιρίας μέχρι το θάνατό του, είχε προβεί στην καταχώριση των επίμαχων δώδεκα (12) αγορών στα βιβλία της εκκαλούσας εταιρίας, χωρίς καμία συμμετοχή της εφεσιβλήτου, η οποία δεν είχε καμία γνώση και εμπειρία σε θέματα διαχειρίσεως και διοικήσεως της εταιρίας, όπως, μάλιστα αναφέρουν οι εταίροι Β. - Β.

Α. και Ε. Α. , σε έγγραφα τους και δη: α) αμφότερες στην από 13-3-2006 κοινή εξώδικό τους προς την εφεσίβλητο ανέφεραν μεταξύ άλλων "..... υπάρχει πλήρης έλλειψη γνώσεων και εμπειρίας στα θέματα διαχείρισης και διοίκησης της εταιρίας από μέρους σας, αφού εν τοις πράγμασι δεν είχατε ασχοληθεί ποτέ με τις εργασίες διαχείρισης της εταιρίας, πράξεις της οποίες ασκούσε μέχρι το θάνατό του ο πατέρας μας Ι.

Α. ...", η Ε. Α. στο από 12-9-2006 σημείωμά της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά της εφεσιβλήτου και της Β. - Β. Α. , στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων, περί ανακλήσεως της εφεσιβλήτου από τη διαχείριση της εκκαλούσας εταιρίας, ανέφερε μεταξύ άλλων "....η καθ' ης Θ. Α. δεν είχε καμία γνώση και εμπειρία σε θέματα διαχείρισης και διοίκησης της εταιρίας, αφού την εταιρία μας διεύθυνε και μάλιστα πολύ επιτυχημένα, έχοντας προς τούτο την αμέριστη εμπιστοσύνη μας ο πατέρας μας Ι.

Α. μέχρι το θάνατό του...", η δε Β. - Β. Α. στο από 15-9-2006 σημείωμά της, στην ίδια δίκη, κατά της εφεσιβλήτου και της Ε. Α. , ανέφερε μεταξύ άλλων, "... η Θ. Α. ουδεμία εμπειρία έχει διαχείρισης της εταιρίας....... δεν είχε ουσιαστική ανάμειξη στις εμπορικές δραστηριότητες μέχρι του θανάτου του (σημ. Ι. Α. ...".

Η εκκαλούσα, εξάλλου, μέμφεται την εφεσίβλητο για το λόγο ότι, έστω και μεταγενέστερα της προαναφερθείσας καταχωρίσεως και έως τη σύνταξη του ισολογισμού της εκκαλούσας, την 31-3-2006, δεν προέβη στη διαγραφή των εν λόγω δώδεκα (12) αγορών, συνολικής αξίας 917.786,62 ευρώ, οπότε θα επιβαλλόταν πρόσθετος φόρος εισοδήματος, λόγω αυξήσεως των κερδών αυτής (εκκαλούσας), από την εμφάνιση του ποσού των αγορών αυτών ως κερδών της εκκαλούσας, μόνο 110.134,39 ευρώ, και όχι 283.529,60 ευρώ, που επιβλήθηκε μετά το διενεργηθέντα έλεγχο, κατά τα προαναφερθέντα και επομένως η ζημία της θα μειωνόταν σε 173.395,21 ευρώ (283.529,60- 110.134,39), καθώς, επίσης, εάν μετά τη διόρθωση αυτή προέβαινε στην υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων Φ.Π.Α.

δεν θα εκαλείτο να πληρώσει αυτή (εκκαλούσα) τα ποσά κύριων και πρόσθετων φόρων, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την επίτευξη του παραπάνω διοικητικού συμβιβασμού, ύψους, ανά φορολογική παράβαση (53.730,33 ευρώ για ΦΠΑ, 47.611,08 ευρώ για χαρτόσημο, 8.066,21 ευρώ για χαρτόσημο δοσοληπτικού λογαριασμού, 305.928,00 ευρώ για Κ.Β.Σ.).

Έτσι, κατά τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα, η ζημία της θα μειωνόταν κατά το ποσό των 588.730,83 ευρώ (173.395,21 + 53.730,33 + 47.611,08 + 8.066,21 + 305.928,00), το οποίο αυτή (εκκαλούσα) κατέβαλε, τμηματικά, και εξόφλησε το έτος 2009, σε εκτέλεση του παραπάνω διοικητικού συμβιβασμού (με τον οποίο της επιβλήθηκε το παραπάνω {πρόστιμο} ποσού των 886.014,87 ευρώ).

Η παραδοχή, όμως, του ισχυρισμού αυτού της εκκαλούσας εταιρίας προϋποθέτει την ύπαρξη γνώσεως της εφεσιβλήτου ως προς την ύπαρξη των προαναφερθεισών εγγραφών και την έλλειψη των αναγκαίων φορολογικών παραστατικών, πλην, όμως, ενόψει του ότι, κατά τα προαναφερθέντα., την ουσιαστική διοίκηση και διαχείριση της εκκαλούσας εταιρίας ασκούσε ο Ι.

Α. έως την ημέρα θανάτου του (...-2006), η γνώση αυτή της εφεσιβλήτου δεν αποδείχθηκε.

Εξάλλου, ο διαδρομών χρόνος από το θάνατο του Ι. Α. έως την ημερομηνία συντάξεως του ισολογισμού της εκκαλούσας (31-3-2006) δεν κρίνεται ικανός για να στοιχειοθετηθεί η γνώση της εφεσιβλήτου επ' αυτών, ελλείψει άλλων πρόσθετων περί τούτου πραγματικών περιστατικών. Η κρίση αυτή μάλιστα ισχύει και για την υποβολή της φορολογικής δηλώσεως της εκκαλούσας εταιρίας για το έτος χρήσεως 2005, που έλαβε χώρα την 5-4-2006, αφού, σε κάθε περίπτωση, είχε προηγηθεί η σύνταξη του ισολογισμού, στον οποίο είχε συμπεριληφθεί το ποσό των προαναφερθεισών δώδεκα (12) αγορών, όπως, εξάλλου, προκύπτει και από το επικαλούμενο από την εκκαλούσα επιχείρημα, ότι έως την 31-3-2006 όφειλε η εφεσίβλητος να έχει προβεί σε όλες τις απαιτούμενες παραπάνω αποκαταστατικές ενέργειες.

Περαιτέρω και αναφορικά με τις αιτιάσεις της εκκαλούσας εταιρίας περί μη προσφυγής της εφεσιβλήτου στα διοικητικά δικαστήρια και της επιλογής της να προβεί σε διοικητικό συμβιβασμό, λεκτέα τα εξής: Όπως αποδείχθηκε, η εφεσίβλητος, την 20-7-2007, κοινοποίησε, όπως συνομολογεί και η εκκαλούσα με την ένδικη αγωγή της, εξώδικη δήλωσή της προς τις δύο άλλες εταίρους, Ε.

Α. και Β. - Β. Α. , με την οποία γνωστοποίησε την επιβολή των πρόσθετων φόρων, προστίμων κλπ για την επίδικη φορολογική παράβαση, επισυνάπτοντας και σχετικές αποφάσεις περί επιβολής αυτών του Προϊσταμένου ΠΕΚ Θεσσαλονίκης, σχέδια προσφυγών της εκκαλούσας προς τα αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια (προς ακύρωση) με αίτημα εξώδικης επιλύσεως της διαφοράς, καλώντας αυτές, όπως, εντός δύο (2) ημερών από τη λήψη της εξωδίκου, να διατυπώσουν εγγράφως, την άποψή τους, επί των σχεδιαζόμενων από αυτήν ενεργειών (που, στη συνέχεια, κατά τα προεκτεθέντα, μετουσιώθηκαν σε πράξεις), πλην, όμως, αυτές, δεν πρόβαλαν κάποια αντίρρηση, ούτε πρότειναν κάποια άλλη λύση, ο δε ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι οι τελευταίες δεν είχαν τον απαιτούμενο χρόνο να εκδηλώσουν την αντίρρησή τους, στην προρρηθείσα εξώδικη δήλωση της εφεσιβλήτου, δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αφενός οι σχέσεις τους είχαν ήδη διαταραχθεί, μετά το θάνατο του Ι.

Α. , γεγονός που σίγουρα επέτεινε τα αντανακλαστικά τους έναντι των ενεργειών της εφεσιβλήτου, αφετέρου η σχετική πράξη διοικητικής επιλύσεως της επίμαχης διαφοράς εκδόθηκε την 5-9-2007, ώστε υπήρχε ικανός χρόνος για να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους ή να προτείνουν κάποια άλλη λύση, έστω και πέραν της τεθείσας από την εφεσίβλητο προθεσμίας στην επιδίωξη επιτεύξεως διοικητικού συμβιβασμού στην επίδικη υπόθεση.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η προρρηθείσα εταίρος Β. - Β. Α. είχε καταθέσει τις με αριθμό ...-2006 και ...-2006 αναφορές - καταγγελίες της στο Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο (ΠΕΚ) Θεσσαλονίκης, για φορολογικές παραβάσεις της εκκαλούσας εταιρίας, γεγονός που ενισχύει την αβασιμότητα του προαναφερθέντος αντεπιχειρήματος της εκκαλούσας, αφού καθίσταται σαφής, από τα παραπάνω, η εγρήγορση της ως άνω εταίρου ως προς τα εταιρικά πράγματα και δη ως προς τη φορολογική κατάσταση της εκκαλούσας εταιρίας.

Πέραν, όμως, των παραπάνω, ακόμα και το αποδιδόμενο στην εφεσίβλητο κίνητρο των επίμαχων ενεργειών της, συνιστάμενο στην εμφάνιση μειωμένων κερδών της εκκαλούσας εταιρίας και ακολούθως στη διανομή μικρότερων ποσών στα λοιπά ομόρρυθμα μέλη της δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ενόψει του ότι τα κέρδη της εκκαλούσας, κατά το κρίσιμο έτος 2005, ήταν αυξημένα σχετικά με τα προηγούμενα έτη, εγγίζοντας το ποσοστό του 31,23%, ενώ το ποσοστό αυτό ανερχόταν το έτος 2002 σε 6,53%, το έτος 2003 σε 7,79% και το έτος 2004 σε 6,72%.

Το πραγματικό επιχείρημα της εκκαλούσας εταιρίας, με το οποίο επιχειρεί την ανατροπή των ανωτέρω δεδομένων, ότι και τα προηγούμενα έτη ακολουθείτο η ίδια τακτική από την εφεσίβλητο, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ουσιαστικά τη διαχείριση της εκκαλούσας ασκούσε μόνος ο Ι. Α. , μέχρι το θάνατό του.

Όπως αποδείχθηκε, η εφεσίβλητος προέβη στην επίτευξη του παραπάνω διοικητικού συμβιβασμού, αντί της προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια, μετά από συμβουλές των νομικών παραστατών της εκκαλούσας εταιρίας, βάσει των κρατούντων κανόνων της επιμέλειας και της καλής διαχειρίσεως της περιουσίας της εκκαλούσας εταιρίας, την οποία διαφύλαξε και προασπίσθηκε, προβαίνοντας στον σύμφωνα με τα συμφέροντα της εταιρίας άνω διοικητικό συμβιβασμό, μάλιστα, με το με αριθμό 119/2016 (αμετάκλητο) βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, τέθηκε στο αρχείο η από 26-6- 2013 σχετική έγκληση των αδελφών Β. - Β.

Α. και Ε. Α. κατά της εφεσιβλήτου και του πρώην λογιστή της εκκαλούσας εταιρίας Α. Τ. για απιστία (σε βαθμό κακουργήματος), λόγω της εν λόγω φορολογικής υποθέσεως. Συνακόλουθα, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου πρώτου έως και ενάτου λόγων της εφέσεως".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, συμπληρώνοντας παραδεκτώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. η οποία είχε κρίνει ομοίως απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή της για την παροχή έννομης προστασίας από την επικαλούμενη παράνομη και αντίθετη προς την καλή πίστη διαχείριση των εταιρικών της υποθέσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ως συνδιαχειρίστριάς της αρχικά και στη συνέχεια ως μοναδικής καταστατικής διαχειρίστριάς της.

6.- Με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, ισχυριζόμενη ειδικότερα: α) με τον πρώτο λόγο ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο, χωρίς μάλιστα να διατυπώνει μείζονα πρόταση, ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε ως καταστατική διαχειρίστριά της προσωπική γνώση των παράνομων εγγραφών στα βιβλία της και ότι αυτή, καίτοι παρέλειψε να ελέγξει τα βιβλία και τις εγγραφές τους και να ασκήσει τα διαχειριστικά της καθήκοντα, δεν ευθύνεται για τις καταχωρίσεις στα βιβλία της χωρίς φορολογικά στοιχεία κατά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 754 παρ. 1 και 714 του ΑΚ, αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και δη η διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας σχετικά με την τήρηση φορολογικών βιβλίων και την απεικόνιση πραγματικών συναλλαγών, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των επιτηδευματιών, με την τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων για την εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων, για την πώληση αγαθών, τη σύνταξη ισολογισμών και άλλων λογιστικών καταστάσεων (άρθρα 1, 18 παρ. 2, 29 του πδ/τος 186/1992-ΚΒΣ και 42 α παρ. 3 του κν 2190/1920), με συνέπεια να καταλήξει σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την ευθύνη της αναιρεσίβλητης για την πλημμελή τήρηση των βιβλίων της κατά τη διαχειριστική περίοδο από την 1η.01.2005 έως τις 31.12.2005 και την ύπαρξη φορολογικών παραβάσεων για τις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα σε αυτήν και β) με τον πέμπτο λόγο ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι δεν υπήρχε κίνητρο της αναιρεσίβλητης για την εμφάνιση μειωμένων κερδών της εταιρείας τους και ακολούθως για διανομή μικρότερων ποσών στα λοιπά ομόρρυθμα μέλη της και συνακόλουθα ότι δεν υπήρξε ούτε ευθύνη αυτής λόγω πταίσματός της ως διαχειρίστριας-εταίρου, στηριζόμενο στο ότι τα κέρδη της ήταν κατά το κρίσιμο έτος 2005 αυξημένα, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς την κρίση της σχετικά με το κίνητρο της αναιρεσίβλητης να προβεί στις επίδικες ενέργειες και παραλείψεις, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αιτιολογεί την απουσία παραβάσεως των υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης λόγω της ορθότητας των καταχωρίσεων των βιβλίων και των οικονομικών καταστάσεων ή την απουσία ζημίας για την εταιρεία και τις λοιπές εταίρους, καταλήγοντας στην εσφαλμένη παραδοχή ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ευθύνης για πταίσμα της αναιρεσίβλητης.

Οι λόγοι αυτοί, έτσι διατυπωμένοι, είναι προεχόντως απαράδεκτοι ένεκα της αοριστίας τους, κυρίως διότι, εκτός από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 754 και 714 του ΑΚ, για τις οποίες η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν ευθέως, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακριβώς και πλήρως και όχι εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, ως εν προκειμένω τις εκθέτει η αναιρεσείουσα, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή εκείνα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως.

Επιπλέον, ως προς την αποδιδόμενη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι, πέρα των παραπάνω, εκτός από τις νομικές απόψεις της αναιρεσείουσας περί των συνεπειών της εφαρμογής των επικαλούμενων διατάξεων των άρθρων 200, 288, 303, 714, 718, 754, 762 του ΑΚ και του άρθρου 29 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου ώστε να ερευνηθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή τους, η κατά την αναιρεσείουσα υφιστάμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών της ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου, ο οποίος εκ τούτου είναι ανέφικτος.

Σε κάθε περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της εφέσεώς της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή της, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των διατάξεων των άρθρων 714 παρ. 1 και 754 του ΑΚ, ούτε και εκείνων της φορολογικής νομοθεσίας (άρθρα 1, 18 παρ. 2, 29 του πδ/τος 186/1992-ΚΒΣ) και του άρθρου 42 α παρ. 3 του κν 2190/1920), και ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις συνδρομής των οποίων δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, χωρίς να απαιτήσει λιγότερα στοιχεία από όσα που απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή τους (άρθρο 330 του ΑΚ), με συνέπεια να καταφάσκεται η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής της αναιρεσείουσας.

Τούτο, διότι με βάση τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: α) ότι ο Ι. Α. , ο οποίος υπήρξε ιδρυτής της αναιρεσείουσας και έμπειρος επιχειρηματίας, από την ίδρυσή της έως και το χρόνο του θανάτου του στις ....2006, ασκούσε μόνος τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, καθώς και την επιμέλεια τηρήσεως όλων των εμπορικών και φορολογικών της βιβλίων παρότι τυπικά ως εταίρος είχε αποχωρήσει από την αναιρεσείουσα λόγω συνταξιοδοτήσεως, β) ότι και μετά την απώλεια της ιδιότητάς του ως μέλους της αναιρεσείουσας, ήδη από το έτος 2000, οπότε, κατόπιν δικής του βουλήσεως, είχε οριστεί συνδιαχειρίστρια αυτής η αναιρεσίβλητη σύζυγός του, την αποκλειστική και εν τοις πράγμασι αποκλειστική διοίκηση και διαχείριση της αναιρεσείουσας, με τη λήψη των αποφάσεων που την αφορούσαν, ασκούσε και πάλι ο Ι.

Α. μέχρι και το θάνατό του, γ) ότι η αναιρεσίβλητη μόνο τυπικά έως το χρόνο του θανάτου του συζύγου της και όχι ουσιαστικά είχε την ιδιότητα της συνδιαχειρίστριας της αναιρεσείουσας, την πραγματική διαχείριση της οποίας συνέχισε να ασκεί αποκλειστικώς και μετά την αποχώρησή του από αυτήν -λόγω συνταξιοδοτήσεως- και μέχρι του θανάτου του ο Ι.

Α. , με τη συναίνεση των εταίρων, χωρίς ανάμιξη της αναιρεσίβλητης στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, δ) ότι ο Ι. Α. , ο οποίος ουσιαστικά ασκούσε μόνος τη διοίκηση και διαχείριση της αναιρεσείουσας μέχρι το θάνατό του, είχε προβεί στην καταχώριση των επίδικων δώδεκα (12) αγορών στα βιβλία της αναιρεσείουσας, χωρίς καμία συμμετοχή της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν είχε γνώσεις και εμπειρία σε θέματα διαχειρίσεως και διοικήσεως της εταιρείας και εξ αυτού του λόγου δεν είχε γνώση ούτε ως προς την ύπαρξη των συγκεκριμένων καταχωρίσεων και την έλλειψη των αναγκαίων φορολογικών παραστατικών προκειμένου να προβεί στη διαγραφή τους, με συνέπεια να μην θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης οφειλόμενη σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επικαλούμενη περιουσιακή ζημία της αναιρεσείουσας ώστε η τελευταία να δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση και να δικαιολογείται έτσι η έλλειψη υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα η απόρριψη κατ' ουσίαν της αγωγής της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο πρώτος, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι και αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται πλέον, ανεπίτρεπτα, η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα (πραγματικά γεγονότα), η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Ενώ, ο ίδιος λόγος, ως προς τη μη διατύπωση μείζονος προτάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως σημειώνει η αναιρεσείουσα, δεν ιδρύεται και όταν η απόφαση στερείται μείζονος προτάσεως ή περιέχει εσφαλμένες κρίσεις ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, αφού τόσο η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση όσο και οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου για διάταξη ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Τούτο, διότι το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αιτιολογίες ή/και τις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Παραλλήλως, με βάση τις προαναφερθείσες, στο σύνολό τους, πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως (και δη από την απαιτούμενη σαφή, πλήρη, χωρίς κενά και δίχως αντιφάσεις αιτιολογία της, την οποία άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα εξειδικεύει με την επίκληση της παραβιασθείσας διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου ενάριθμα), εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με το κίνητρο της αναιρεσίβλητης να προβεί στις επικαλούμενες ενέργειες και παραλείψεις με την εμφάνιση μειωμένων κερδών της αναιρεσείουσας και τη διανομή μικρότερων ποσών στα λοιπά ομόρρυθμα μέλη της, διότι αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου και θεμελιώνουν εν προκειμένω το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ότι δηλαδή δεν μπορεί να γίνει δεκτό, με βάση τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, το αποδιδόμενο κίνητρο στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης.

Αρκούσαν δε προς τούτο και δικαιολογούσαν την απόρριψη του αντίστοιχου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ως προς το παραπάνω ζήτημα, οι συνοπτικές μεν, πλην σαφείς παραδοχές του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, "πέρα των παραπάνω, το αποδιδόμενο στην αναιρεσίβλητη κίνητρο των επίμαχων ενεργειών της ...., δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ενόψει του ότι τα κέρδη της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) κατά το κρίσιμο έτος 2005, ήταν αυξημένα σχετικά με τα προηγούμενα έτη, εγγίζοντας το ποσοστό 31,23%, ενώ το ποσοστό αυτό ανερχόταν το έτος 2002 σε 6,53%, το έτος 2003 σε 7,79% και το έτος 2004 σε 6,72%.

Το πραγματικό επιχείρημα της εκκαλούσας εταιρείας, με το οποίο επιχειρεί την ανατροπή των ανωτέρω δεδομένων, ότι και τα προηγούμενα έτη ακολουθείτο η ίδια τακτική από την εφεσίβλητο, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ουσιαστικά τη διαχείριση της εκκαλούσας ασκούσε μόνος ο Ι.

Α. , μέχρι το θάνατό του....". Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω αιτιολογιών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Επομένως, ο ως άνω πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι και αβάσιμος, ενώ, με το λόγο αυτό, κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται πλέον η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).

Συνεπώς, δεν αποτελούν πράγματα και δεν ιδρύουν τον άνω λόγο αναιρέσεως και εκείνοι οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα (είτε νομικά είτε πραγματικά) ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 127/2018, ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν αυτοί προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016) ούτε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά ΑΠ 472/2025).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991), ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 839/ 2010), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015), ή στην περίπτωση κατά την οποία τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 812/2018, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 852/2015) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017).

Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβλεπόμενο από την άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος και αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1277/2015, ΑΠ 739/2011 1632/2007).

8.- Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς της, οι οποίοι εμπεριέχονταν στις σελίδες 8, 9, 56, 61 και 62 της αγωγής της και επαναφέρθηκαν παραδεκτά και νόμιμα και στην έκκλητη δίκη με την έφεσή της, αλλά και νέους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους πρότεινε παραδεκτώς, το πρώτον, στην κατ' έφεση δίκη κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ και εμπεριέχονταν στις σελίδες 4 και 5 έως 8 της εφέσεώς της, που ασκούσαν κατά νόμον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι δικαιολογούσαν τη γνώση της αναιρεσίβλητης για τη διενέργεια των επίδικων εγγραφών στα βιβλία της εταιρείας τους από το χρόνο ήδη της διενέργειάς τους και πάντως πριν από το θάνατο του συζύγου της Ι.

Α. , με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένο διατακτικό απορρίπτοντας την έφεσή της, ενώ αν είχε λάβει υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς της, αρχικούς και νέους, θα είχε αποδώσει πταίσμα στην αναιρεσίβλητη και ευθύνη της και θα είχε δεχθεί ότι η παράλειψη της οφειλόμενης ενέργειάς της για τη διόρθωση-διαγραφή των εγγραφών αυτών έγινε υπαιτίως, με πλήρη δόλο, και συνδεόταν με την εκ προθέσεως συσκότιση εκ μέρους της των πραγματικών κερδών της εταιρείας τους, ώστε να μπορεί η αναιρεσίβλητη να επωφελείται από τα κατατεθειμένα μετρητά σε τραπεζικούς λογαριασμούς επί ζημία της εταιρείας.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: 1) τους αγωγικούς ισχυρισμούς της σχετικά με το ότι: α) η εταιρεία δεν διέθετε εταιρικό λογαριασμό και ότι για τις συναλλαγές της χρησιμοποιούνταν ατομικοί λογαριασμοί του αποθανόντος Ι. Α. , στους οποίους ήταν συνδικαιούχος και η αναιρεσίβλητη, β) ότι οι εταίροι είχαν ζητήσει επανειλημμένως από την αναιρεσίβλητη να τους ενημερώσει, μεταξύ άλλων, και για τους λογαριασμούς που χρησιμοποιούσε η εταιρεία για τις συναλλαγές της, αφού δεν υπήρχε λογαριασμός στο όνομα της εταιρείας πριν από τις 27.01.2026, οπότε άνοιξε για πρώτη φορά, και η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να χορηγήσει ενημέρωση, κατά παράβαση του νόμου και των διαχειριστικών της καθηκόντων, γ) ότι τα διαφυγόντα κέρδη (τα οποία, όπως σημειώνει, μειώνονται λογιστικά με την καταχώριση ανύπαρκτων αγορών) έχουν περάσει μέσα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Ι.

Α. , στους οποίους η αναιρεσίβλητη ήταν συνδικαιούχος, και τους οποίους η τελευταία αρνείται πεισματικά να αποκαλύψει, ενώ αυτοί αποδεδειγμένα χρησιμοποιούνταν για εισπράξεις και πληρωμές που αφορούσαν την εταιρεία τους και δ) ότι η αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο της ορθής ασκήσεως των διαχειριστικών της καθηκόντων, όφειλε μέχρι τη σύνταξη του ισολογισμού της εταιρείας στις 31.03.2006, να είχε προβεί σε "αναμόρφωση" του ισολογισμού, καθώς και σε μια σειρά από "διορθωτικές ενέργειες, ώστε η εταιρεία να μην είχε υποστεί ζημία, που τελικά υπέστη, ανερχόμενη σε 588.730,83 ευρώ και ειδικότερα ότι αυτή όφειλε να είχε προβεί σε διαγραφή των επίδικων αγορών συνολικής αξίας 917.786,62 ευρώ, αφού αυτές δεν ήταν καταχωριστέες στα εταιρικά βιβλία και ότι η παράλειψη της εναγομένης να προβεί στην προαναφερθείσα διορθωτική ενέργεια-διαγραφή, καθώς και η υποβολή φορολογικής δηλώσεως χωρίς να έχει προβεί σε αντίστοιχη διόρθωση των φορολογικών καταστάσεων της εταιρείας ζημίωσε την τελευταία, αυτή δε η παράλειψή της συνδεόταν με την εκ προθέσεως συσκότιση εκ μέρους της ως προς τα πραγματικά κέρδη της εταιρείας.

Και 2) τους νέους-οψιγενείς πραγματικούς ισχυρισμούς της κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, οι οποίοι περιέχονταν στο εφετήριο και αναπτύχθηκαν εκτενώς στο δικόγραφο των εφετειακών προτάσεών της και συγκεκριμένα: α) ότι, με βάση τα χορηγηθέντα από την "ALPHA BANK" αντίγραφα κινήσεως των κοινών τραπεζικών λογαριασμών ταμιευτηρίου του Ι.

Α. και της αναιρεσίβλητης και τα αντίγραφα των αποδείξεων ανάληψης χρηματικών ποσών, των οποίων οι λοιποί εταίροι της έλαβαν γνώση μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό και συγκεκριμένα το 2015, το χρονικό διάστημα από τις ....2006 έως τις ....2006 ήταν ικανό για να στοιχειοθετηθεί γνώση της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτή στις ....2006, ήτοι μόλις τρεις (3) ημέρες μετά το θάνατο του Ι.

Α. στις ....2006 είχε αναλάβει το υπόλοιπο ποσό των 2.442.103,79 ευρώ και το ποσό των 29.529,50 ευρώ από τον αναφερόμενο λογαριασμό της εταιρείας που παρακολουθούνταν από το λογιστήριό της ως διαθέσιμο αυτής, μέχρι το χρόνο που ορίσθηκαν οι ελεγκτές της εταιρείας με την επωνυμία "KPMG" (30.01.2006) και συγκεκριμένα στις 24.01.2006 προέβη σε προχρονολογημένη λογιστική εγγραφή με την οποία σχεδόν εκμηδένιζε το ταμείο της εταιρείας μειώνοντάς το από 313.594,74 ευρώ στις 31.12.2005 σε 14.701,19 ευρώ, δεν προέβη σε διορθωτικές εγγραφές-διαγραφές των επίδικων αγορών, όχι επειδή δεν γνώριζε την ύπαρξή τους, αλλά, αντιθέτως, επειδή γνώριζε ότι η ύπαρξη αυτών επέτρεπε στην ίδια να αναλάβει τα διαθέσιμα της εταιρείας που είχαν αποθεματοποιηθεί στους αναφερόμενους κοινούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους την ίδια και τον Ι.

Α. ως συνδιαχειριστές της εταιρείας και δέχονταν καταθέσεις από πλάτες της, αποκρύβοντας την ύπαρξή τους από τις λοιπές εταίρους, αρνούμενη ρητώς επί εννέα έτη κάθε γνώση της σχετικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τα διαθέσιμα της εταιρείας. Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπωμένος, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ένεκα της αοριστίας του, διότι, αν και παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ισχυρισμοί που στηρίζουν το λόγο αναιρέσεως όπως προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος επαναφοράς τους στο Εφετείο και της υποβολής των ως άνω οψιγενών ισχυρισμών σε αυτό, εντούτοις, ενόψει του ότι το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι πλήρεις κρίσιμες σχετικές πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, προκειμένου να κριθεί αν ιδρύεται ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι οι ως άνω προβληθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες, μετά την απόρριψή τους με λόγους εφέσεως, καθώς και οι όψιμοι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που παραδεκτώς προβλήθηκαν το πρώτον στο Εφετείο κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, και οι βάσει αυτών προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις, όπως και η επίκληση νέων αποδεικτικών μέσων και το περιεχόμενό τους, όπως αναφέρεται σχετικά με τα έγγραφα περί κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών και λοιπών εγγράφων, δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 599 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, αλλά, αντιθέτως, πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την υποστήριξη των απόψεών της, τα οποία σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση έννομης συνέπειας, και συμπεράσματα αυτής, αντλούμενα και συναγόμενα από την ορθή, κατά την εκδοχή της, εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και επίκληση αποδεικτικών μέσων-εγγράφων και το περιεχόμενο αυτών προς αντίκρουση των αντίθετων ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης περί της μη γνώσεώς της ως προς την ύπαρξη των επίμαχων εγγραφών και την έλλειψη των αναγκαίων φορολογικών παραστατικών, μη δυνάμενα συνεπώς να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως από την άνω διάταξη.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, της εφέσεώς της, των προτάσεών της επ' αυτής και της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τα ως άνω ζητήματα, σαφώς έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς και τους σχετικούς με αυτούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφασή του με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τους συγκροτούν.

9.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία μόνον αυτά ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας κατά τις παραπάνω διατάξεις, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022).

Για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις ως άνω συνδυασμένες διατάξεις (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 472/2025, ΑΠ 173/2015). Ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος αν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς δηλαδή την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τοις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για την εκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων.

Δηλαδή, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).

Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνον εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμη δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 860/2011, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 11/2004), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα που έχουν εκδοθεί από το διάδικο (ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά τον οικείο λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 767/2014).

10.- Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη γνώση της αναιρεσείουσας αναφορικά με την ύπαρξη τραπεζικών λογαριασμών που χρησιμοποιούνταν ως λογαριασμοί της εταιρείας, τις επιλήψιμες ενέργειές της αμέσως μετά το θάνατο του Ι.

Α. σε σχέση με τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρείας, την επιδίωξή της να ανατρέψει το άνοιγμα των άνω λογαριασμών και την ψευδή δήλωσή της ότι αγνοούσε τους λογαριασμούς αυτούς, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε: 1) τα αναφερόμενα έγγραφά της και συγκεκριμένα: α) τα υπ' αριθμούς σχετικών ..., ..., ..., ... και ...

έγγραφά της εκ των οποίων προέκυπτε η γνώση της αναιρεσίβλητης αναφορικά με την ύπαρξη τραπεζικών λογαριασμών που χρησιμοποιούνταν ως λογαριασμοί της εταιρείας, β) τα υπ' αριθμούς σχετικών ..., ..., ..., ... και ... έγγραφά της, εκ των οποίων προέκυπτε η ταυτοποίηση τραπεζικών λογαριασμών και υπολοίπων της 2ας.01.2006 και η επιβεβαίωση των στοιχείων της εταιρείας ελεγκτών KPMG με τα στοιχεία που λήφθηκαν από την ALPHA BANK μετά το φθινόπωρο του 2004, γ) τα υπ' αριθμούς σχετικών ..., ..., ...

και ..., ... και ... έγγραφά της εκ των οποίων προέκυπταν οι επιλήψιμες ενέργειες της αναιρεσίβλητης αμέσως μετά το θάνατο του Ι. Α. , δ) τα υπ' αριθμούς σχετικών ..., ... και ... έγγραφά της, εκ των οποίων προέκυπτε η επιδίωξη της αναιρεσίβλητης να αποτρέψει το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών, ε) το υπ' αριθμόν ... σχετικό έγγραφό της, εκ του οποίου προέκυπταν τα διαθέσιμα στο ταμείο της εταιρείας στις 31.12.2005 ποσού 14.701,19 ευρώ και στ) τα υπ' αριθμούς σχετικών ..., ..., ...

και ... έγγραφά της, εκ των οποίων προέκυπτε η ψευδής άγνοια της αναιρεσίβλητης επί δέκα έτη σχετικά με το άνοιγμα και την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών του Ι. Α. , 2) την από 04.11.2004 ομολογία της Μ. Δ. που ήταν η ταμίας της εταιρείας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, η οποία προέκυπτε από τα υπ' αριθμούς σχετικών ..., ..., ..., ..., ...

και ... έγγραφά της, σύμφωνα με την οποία οι επίμαχοι προσωπικοί λογαριασμοί του Ι. Α. παρακολουθούνταν ανά μήνα ως διαθέσιμα της εταιρείας και γ) τις ομολογίες της αναιρεσίβλητης σχετικά με τα διαθέσιμα της εταιρείας μέχρι το θάνατο του Ι. Α. , οι οποίες προέκυπταν από τα υπ' αριθμούς σχετικών ..., ... και ...

έγγραφά της, τα οποία αυτή, ενόψει του ότι περιήλθαν σε γνώση και κατοχή της μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, νομίμως επικαλέστηκε με τις προτάσεις της στην έκκλητη δίκη και προσκόμισε ενώπιόν του, με συνέπεια από τη μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών αυτών μέσων να οδηγηθεί σε εσφαλμένες κρίσεις ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα και ιδία της γνώσεως της αναιρεσίβλητης και την ευθύνη της.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό ως αποδεικνυόμενα σχετικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του, πέρα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι, με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις τους (ακολουθεί νομολογία) είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί απολύτως κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, καθώς και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν παραδεκτά, κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ για πρώτη φορά, στην παρούσα, κατ' έφεση, δίκη οι διάδικοι (ακολουθεί νομολογία), καθόσον κρίνεται ότι η μη προσκομιδή τους στην πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαρειά αμέλειά τους (ακολουθεί νομολογία)".

Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων, οι οποίες περιέχονται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της δεν υφίσταται κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αρνητικού αποδεικτικού πορίσματός του ως προς τους παραπάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα προαναφερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, όπως και τα έγγραφα, εκ των οποίων προέκυπτε, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ομολογία της ταμία της εταιρείας Μ.

Δ. και της αναιρεσείουσας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 340 του ΚΠολΔ) τη βαρύτητα ή την επιρροή των εγγράφων αυτών στα αποδεικτέα θέματα, ως προς την οποία εξάλλου η κρίση του Εφετείου τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθότι ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Επομένως, ο τρίτος ως άνω, εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι δηλαδή από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα συνάγεται πόρισμα αντίθετο από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό σχετικά με τα ως άνω ζητήματα, είναι απαράδεκτος, αφού με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται ανεπίτρεπτα η εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, καθότι, στην πραγματικότητα, ανάγονται σε παράπονα περί εσφαλμένης αποδεικτικής αξιολογήσεώς τους, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

11.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την αληθή έννοια της άνω διατάξεως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το αποδεικτικό -κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ- έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι αυτό περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει (ΟλΑΠ 1/1999). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 1964/2022, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 922/2018, ΑΠ 1276/2017, ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 355/2012, ΑΠ 1440/2002).

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως,, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2025, ΑΠ 529/2023, ΑΠ 1964/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ867/2019, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 384/2006, ΑΠ 144/2004).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 1435/2018ΑΠ 763/2018). Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015). "Έγγραφο", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνο που χαρακτηρίζεται ως αποδεικτικό μέσο στα άρθρα 339 και 432 έως 449 του ΚΠολΔ.

Εκ τούτου, δεν συνιστούν "έγγραφο", κατά την έννοια της άνω διατάξεως εκείνα που απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 1417/2023, ΑΠ 273/2020, ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δηλαδή οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων τω διαδίκων (ΑΠ 1694/2022, ΑΠ 86/2015).

Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο: α) το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από την σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του να υφίσταται η δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο περί της υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωσή του, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της αποφάσεως, ήτοι το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 582/2023, ΑΠ 472/2025, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 922/2018, ΑΠ 194/2005), στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 και επ.

του ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και, επιπλέον, ότι το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006) και μάλιστα παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 333/2011). Παραλλήλως, ο αναιρεσείων υποχρεούται να προσκομίσει το έγγραφο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το αληθές περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, άλλως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 284/2025, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 1414/2010).

12.- Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας αποσπασματικές και μόνο παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποδίδει σε αυτήν την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, ενώ ανέγνωσε και μετέφερε ορθά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την πρώτη περίοδο της σελίδας 21 της από 21.02.2006 εκθέσεως ελέγχου της ελεγκτικής εταιρείας με την επωνυμία "KPMG Κύπρου" αναφορικά με το συνολικό κόστος πωλήσεων της εταιρείας για το έτος 2005, την οποία παραδεκτώς είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει στα δικαστήρια ουσίας, δεχόμενο ότι αυτό, όπως προέκυπτε από τα εταιρικά βιβλία, "αντικατόπτριζε την πραγματική κατάσταση για το λόγο ότι το αρχικό υπόλοιπο των αποθεμάτων παρουσιαζόταν μειωμένο από το κανονικό κατά 1.000.000 ευρώ, ενώ οι αγορές του έτους αυξημένες με το αντίστοιχο ποσό", εντούτοις: 1) παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο της εν λόγω εκθέσεως ελέγχου, το αληθινό περιεχόμενο της οποίας είναι ότι οι αυξημένες αγορές του έτους 2005 κατά το ποσό του 1.000.000 ευρώ, στις οποίες αναφέρεται η ως άνω περικοπή που μεταφέρθηκε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, είναι εικονικές, 2) παρέλειψε να αναγνώσει:

α) την αμέσως προηγούμενη και κρίσιμη για την ουσία της υποθέσεως περικοπή της ως άνω εκθέσεως, στην προτελευταία περίοδο της σελίδας 20, με το αναφερόμενο περιεχόμενο, καθώς και β) τη σελίδα 24 αυτής, παραμορφώνοντας αρνητικώς, με την παράλειψη αναγνώσεώς τους, το περιεχόμενό της αναφορικά με την αιτία της μειώσεως στο ποσοστό του κόστους πωλήσεων για το έτος 2005 που οφειλόταν "κατά κύριο λόγο στην εικονική μείωση των τελικών αποθεμάτων του έτους και στην εικονική αύξηση των αγορών κατά τη διάρκεια του έτους", ενώ αν είχε προβεί σε ορθή ανάγνωση της άνω περικοπής και δεν είχε παραλείψει να αναγνώσει τις λοιπές, θα είχε κρίνει ότι στο πόρισμα της ως άνω ελεγκτικής εταιρείας διαπιστώνεται η καταχώριση εικονικών αγορών ύψους 1.000.000 ευρώ και τούτο το γνώριζε η αναιρεσίβλητη, καθώς και ότι στο πόρισμα αυτό διαπιστώνονται επίσης αναπροσαρμογές που έχουν προκύψει και προτείνεται η αναπροσαρμογή και θα είχε δεχθεί ότι η επίκληση άγνοιας περί της εικονικότητας των εν λόγω καταγραφών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και της ανεπάρκειας του χρόνου μεταβάσεώς της από την "τυπική" διαχείριση των πραγμάτων της εταιρείας ως διαχειρίστριας και των δηλώσεων στις οποίες προέβη για λογαριασμό της προς την εφορία ήταν παρελκυστική και αβάσιμη.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, ένεκα της αοριστίας του, διότι δεν περιλαμβάνεται στο αναιρετήριο αυτούσιο το περιεχόμενο της ως άνω εκθέσεως ελέγχου και μάλιστα κατά λέξη παρατιθέμενο, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, προκειμένου από τη σύγκριση με το περιεχόμενο που προσέδωσε το Εφετείο στο έγγραφο αυτό να καθίσταται εμφανές το αποδιδόμενο διαγνωστικό σφάλμα, αλλά παρατίθενται μόνο τα αποσπάσματα της εκθέσεως αυτής, όπως περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αγωγή και τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, ενώ δεν αναφέρεται ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 και επ.

του ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και ιδιαίτερα από τις σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της, δεν στήριξε την κρίση του και το αποδεικτικό του πόρισμα για την αβασιμότητα του άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στη συγκεκριμένη έκθεση ελέγχου το περιεχόμενο της οποίας φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά, αφού συνεκτίμησε την έκθεση αυτή και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Ενώ και οι λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες περιέχονται στο λόγο αυτό, κατά τις οποίες η εικονικότητα των ένδικων καταγραφών είχε σαφώς και ρητώς επισημανθεί στην αναιρεσίβλητη, διότι, όπως ισχυρίζεται, από την πιο πάνω έκθεση ελέγχου συνάγεται αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα για τη σημαντική μείωση στο κόστος των πωλήσεων της εταιρείας για το έτος 2005, που οφειλόταν, κατά τα εκτιθέμενα, κυρίως στην εικονική μείωση των τελικών αποθεμάτων του έτους και στην εικονική αύξηση των αγορών κατά τη διάρκειά του, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά, στην πραγματικότητα, με τις αιτιάσεις αυτές επιχειρείται απαραδέκτως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του Εφετείου περί τα πράγματα.

13.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, ήτοι τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά, ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα" και στην περίπτωση του αριθμού 10 της διατάξεως του άρθρου 559 είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 της ίδιας διατάξεως (ΑΠ 8/2019), κατά την έννοια της οποίας "πράγματα" είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003), όχι, όμως και τα επιχειρήματα (πραγματικά ή νομικά) ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019).

Επομένως, ο εκ του αριθμού 10 του άρθρου 599 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις, οι οποίες αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 59/2020).

14.- Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, με την ιδιαίτερη επίκληση ότι δέχθηκε ως αποδεδειγμένο ότι οι λοιπές ομόρρυθμοι εταίροι της, ήτοι η Ε.

Α. και η Β. - Λ. Α. , αποδέχθηκαν και ενέκριναν τον εταιρικό ισολογισμό της επίδικης χρήσης του έτους 2005, χωρίς, όπως εκτιμάται, να εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του από ποια ακριβώς αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη ως προς το παραπάνω ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση της δίκης, ως συνδεόμενο με την αποδοχή του αγωγικού ισχυρισμού της περί της ευθύνης της αναιρεσίβλητης έναντι της εταιρείας τους για υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεών της ως καταστατικής διαχειρίστριας εταίρου να εμφανίζονται ορθά τα κέρδη της εταιρείας και να διανέμονται ορθά ποσά και στους λοιπούς εταίρους, αλλά και με το βαθμό του πταίσματος της αναιρεσίβλητης από την εμφάνιση μειωμένων κερδών, ο οποίος διαφοροποιείται στην περίπτωση κατά την οποία οι λοιποί εταίροι έλαβαν γνώση και ενέκριναν την εμφάνιση μειωμένων κερδών της εταιρείας και ακολούθως τη διανομή μικρότερων ποσών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και, συνεπώς, με την αιτίαση αυτή της αναιρεσείουσας δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

Ο ίδιος λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, και αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του ύστερα από την συνεκτίμηση και συναξιολόγησή τους, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο όγδοο φύλλο της οποίας το Εφετείο μνημονεύει τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αιτιολογώντας μάλιστα εκείνα στα οποία στήριξε την δικανική του κρίση, προκύπτει ότι για τη διαμόρφωση της κρίση του περί της αποδοχής και εγκρίσεως του εταιρικού ισολογισμού της επίδικης χρήσεως του έτους 2005 της αναιρεσείουσας εκ μέρους των λοιπών εταίρων και για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τόσο αυτά, εκ των οποίων προκύπτει άμεση απόδειξη, όσο και τα υπόλοιπα, εκ των οποίων συνάγονται δικαστικά τεκμήρια, και τα οψίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτούς, μεταξύ των οποίων και οι δικαστικές αποφάσεις συναφών με την προκειμένη πολιτική δίκη ποινικών και αστικών δικογραφιών, ήτοι, δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Εκ τούτου δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

15.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την ηττηθείσα αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε και προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.11.2021 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "..." για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2515/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ