Greek Supreme Court dismisses appeal against state liability for bank loan default, upholding statute of limitations defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a final judgment ordering it to pay over €1 million for a defaulted bank loan. The State argued the claim was time-barred, but the Court found the bank's 2010 demand and the General Auditorate's response in 2010 legally interrupted the five-year limitation period. Consequently, the claim was valid as it expired in October 2015, and the appeal was rejected with the State ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90(1) and 91(a) of Law 2362/1995; A claim against the State is interrupted by a formal demand and the subsequent administrative response, thereby resetting the five-year limitation period from the date of that response.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 181 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 181/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου Δεληγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2015 αγωγή τς ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/12/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρθμ.124/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης που δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την υπ'αρθμ.8/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, δέχθηκε την αγωγή της και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το εγγυημένο απ' αυτό ποσό του 1.083.050,45 ευρώ ,λόγω μη πληρωμής των δόσεων των δανείων από την δανειολήπτρια εταιρεία ΛΙΝΕΑ ΑΒΕΕ και καταγγελίας των δανειακών συμβάσεων από την αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).
Ο νόμος 2362/1995 (Δημόσιο Λογιστικό), ο οποίος καταργήθηκε από τον ισχύοντα από 1-1-2015 Ν 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης - εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό) όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.1 και 91 εδ.α' (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 παρ.1, 141 Ν 4270/2014) τα ακόλουθα: α') Το άρθρο 90 παρ.1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β') το άρθρο 91 εδ.
α': "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως.
Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της(ΑΠ 303/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1564/2005 ΕλλΔνη 48.1372).
Περαιτέρω με την υπ' αρθμ. 15077/Β658/2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών προβλέφθηκαν τα εξής : <<Το σύνολο των υφισταμένων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης των βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στο Νομό Δράμας ρυθμίζονται σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα δόση την 31-12-2006 και τελευταία την 31.12.2016.
Σε περίπτωση μη καταβολής δύο συνεχόμενων δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή δύο τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό>>. Στη συνέχεια με την υπ' αρθμ. 2/18875/0025/2006 ΥΑ ορίστηκαν τα εξής: "Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στο Νομό Δράμας σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα δόση την 30.6.2009 και τελευταία την 31.12.2016.
Οι τόκοι της περιόδου χάριτος, που αφορούν στο χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2007, κεφαλαιοποιούνται την 31.12.2007, ενώ οι τόκοι που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 δεν κεφαλαιοποιούνται και η καταβολή τους βαρύνει αποκλειστικά τις επιχειρήσεις.... Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν δύναται να υπερβαίνει το σύνολο των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς τα πιστωτικά ιδρύματα και το 80% των συνολικών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα ανωτέρω, οφειλών των εταιρειών προς αυτά...
Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο συνεχόμενες δόσεις με τους αναλογούντες τόκους ή δύο τοκοχρεολυτικές δόσεις και μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ'αρθμ.2/478/0025/2006 ΥΑ...
Το Δημόσιο ως εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού...''.
Είναι σαφές, ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγυήσεως του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση .
Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει δια της συμβάσεως εγγυήσεως την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο.
Παρέπεται εντεύθεν ότι η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, εφόσον συντρέχει η καθυστέρηση καταβολής από τον πιστούχο δύο συνεχόμενων δόσεων του δανείου ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (σχ.
ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1000/2006).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση αυτή υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ολΑΠ 7/2006, 20/2005).
Συνεπώς στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ανωτέρω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 90 παρ.1, 91 εδ.α' του Ν 2362/1995 και των υπ' αρθμ. …/…/2006 και 2/…/…/2006 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, τις οποίες ψευδώς ερμήνευσε και κακώς εφάρμοσε και κατέληξε στο πόρισμά της ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας γεννήθηκε στις 11-2-2010 και η παραγραφή της άρχιζε την 1-1-2011, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω αξίωση έχει παραγραφεί, καθόσον αυτή γεννήθηκε και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη στις 31-12-2009, όταν δηλαδή έληξε η δεύτερη συνεχόμενη ανεξόφλητη δόση.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ .2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, δια του καταστήματός της στη Δράμα, προέβη-βάσει των υπ' αριθ. …/Β/…/…-4-2006, 2/…/…/…-4-2006, 2/…/…/…-11-2006 και 2/…/…/…-1-2009 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των υπ' αριθ. 2/…/…/…-7-2006, 2/…/…/…-7-2007 και 2/…/…/…-4-2009αποφάσεων του ΥΠ.ΟΙ.Ο. (25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους) - στη ρύθμιση των υφισταμένων μέχρι τις 30-6-2006 οφειλών της εδρεύουσας στη Δράμα επιχείρησης "ΛΙΝΕΑ ΑΒΕΕ", ύψους 840.565,63 ευρώ, με την εγγύηση του εναγομένου-εφεσιβλήτου (Ελληνικού Δημοσίου) σε ποσοστό 80%.
Η ρύθμιση υλοποιήθηκε μέσω της υπ' αριθ. …/…-5-2007 δανειακής σύμβασης και των ταυτάριθμων αυτής προσθέτων πράξεων από 18-1-2008 και από 16-4-2009, με τους αναφερόμενους όρους και προϋποθέσεις. Επιπλέον, η ενάγουσα χρηματοδότησε την ανωτέρω επιχείρηση "ΑΙΝΕΑ ΑΒΕΕ", με τμηματικές καταβολές στις 17-7-2007 και στις 27-12-2007, συνολικά με ποσό 500.000 ευρώ, για κεφάλαιο κίνησης, με εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%.
Η χρηματοδότηση πραγματοποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. …/…-7-2007 σύμβασης δανείου και των ταυτάριθμων αυτής προσθέτων πράξεων από 17-7-2007 και από 16-4-2009 συνομολόγησης επιτοκίου, με τους αναφερόμενους όρους και προϋποθέσεις. Για τα παραπάνω δάνεια η ενάγουσα μετά την υπ' αριθ. 2/…/…-4-2009 απόφαση της ως άνω 25ης Διεύθυνσης τροποποίησε τη λήξη των δόσεων (με πρώτη δόση στις 30-6-2009), εισπράττοντας, όπως προβλεπόταν τόκους της περιόδου 1-1-2008 έως 31-12-2008.
Συνεπεία της μη τήρησης εκ μέρους της εταιρείας 'ΛΙΝΕΑ ΑΒΕΕ" των συμβατικών της υποχρεώσεων, δοθέντος ότι την 1-1-2010 δύο ολόκληρες δόσεις (της 30-6-2009 και της 31-12-2009) παρέμεναν ανεξόφλητες και αφού προηγουμένως η ενάγουσα απέστειλε στην εταιρεία και στους εγγυητές της (Α. Ζ. και Α. Β.) την από 12-1-2010 συστημένη επιστολή, με την οποία ζητούσε να εξοφλήσουν μέχρι τις 25-1-2010 τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση, προχώρησε στην καταγγελία των συμβάσεων στις 11-2-2010 οπότε το χρεωστικό υπόλοιπο των τηρούμενων λογαριασμών από την πρώτη σύμβαση είχε διαμορφωθεί σε 850.345,72 ευρώ και από τη δεύτερη σύμβαση σε 494.839,85 ευρώ, ενώ τα εγγυημένα από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ποσά διαμορφώθηκαν αντίστοιχα σε 683.607,72 ευρώ και 399.442,73 ευρώ.
Στη συνέχεια η ενάγουσα υπέβαλε στην 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους την υπ' αριθ. πρωτ. …/…- 5-2010 αίτησή της, με την οποία ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης και την καταβολή του επιδίκου εγγυημένου ποσού των (683.607,72 + 399.442,73) ήτοι 1.083.050,45 ευρώ.
Συνημμένα στην αίτηση η ενάγουσα υπέβαλε και τα σχετικά πιστοποιητικά για την κατάπτωση της εγγύησης και την απόδειξη του ύψους της επίδικης οφειλής. Η ανωτέρω Δημόσια Αρχή απάντησε με το υπ' αριθ. 2/…./…/…-10-2010 έγγραφό της, που είχε το εξής περιεχόμενο : "ΘΕΜΑ: Εγγυημένο οπό το Ελληνικό Δημόσιο Δάνειο της επιχείρησης "ΛΙΝΕΑ ΑΒΕΕ", σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2/…/…/…-4-2006 (ΦΕΚ Β' 579/9-5-2006) Υπουργική Απόφαση - Επιστροφή δικαιολογητικών.
ΣΧΕΤ. : Η υπ' αριθ. πρ. …./…-5-2010 επιστολή σας. Σε απάντηση της ανωτέρω επιστολής σας αναφορικά με την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου που έχει παρασχεθεί στην Τράπεζά σας για τη ρύθμιση των μέχρι 30-6-2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών της εν θέματι επιχείρησης, καθώς και για χορήγηση κεφαλαίου κίνησης σύμφωνα με την 2/18875/0025/19-4-2004 Υπουργική Απόφαση, σας γνωρίζουμε ότι, εφόσον η επιχείρηση ΛΙΝΕΑ ΑΒΕΕ έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, θα πρέπει να επιδιώξετε την ικανοποίηση των απαιτήσεών σας κατά της ως άνω εταιρείας μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας και σε περίπτωση που δεν ικανοποιηθείτε πλήρως από το προϊόν της πτώχευσης, μπορείτε για το εναπομείναν υπόλοιπο να ζητήσετε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, αναφέροντας στην Υπηρεσία μας' τις σχετικές ενέργειες σας.....Ακολούθησε η εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση της ένδικης αγωγής που κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, στις 18-12-2015......
Στην περίπτωση που πρόκειται, η αξίωση της ενάγουσας τράπεζας γεννήθηκε εντός του έτους 2010 και συγκεκριμένα την 11-2-2010, οπότε η τράπεζα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης πίστωσης με την εταιρεία "ΛΙΝΕΑ ΑΒΕΕ", όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 315, 313 και 314 της 11-2-2010 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Δράμας Σ.
Π., από τις οποίες αποδεικνύεται ότι με την από 11-2-2010 επιστολή της η τράπεζα γνώρισε στην πιστούχο εταιρεία και στους εγγυητές το σε βάρος τους χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου, συνολικού ποσού 850.345,72 ευρώ, έντοκο με το εκάστοτε ισχύον για την ανωτέρω απαίτησή της επιτόκιο υπερημερίας που διαμορφώνεται σύμφωνα με τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από την 12-2-2010 και μέχρις εξοφλήσεως.
Συνεπώς η ένδικη αγωγή της ενάγουσας τράπεζας κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου για κατάπτωση της εγγύησής του έπρεπε να ασκηθεί μέχρι την 31-12-2015, ήτοι εντός πέντε (5) ετών από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκε (2010) και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, ενώ δεν θα ήταν δυνατή ή άσκηση αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου πριν την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης.
Συνεπώς, η ένδικη αγωγή που ασκήθηκε την 18-12-2015 ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της πενταετίας. Η αλληλογραφία της ενάγουσας με την 25η Δ/νση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και η παραβολή των ημερομηνιών αναφοράς των υπόψη επιστολών στην εκκαλουμένη απόφαση, δεν εισφέρει κάτι στην αξιολόγηση της διαδρομής της παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας τράπεζας, όπως και οι σκέψεις της εκκαλουμένης περί διακοπής της παραγραφής με την από 19-10-2010 απάντηση της ανωτέρω Υπηρεσίας (25ης Δ/νσης του Γ.Λ.Κ.), διότι δεν θα μπορούσε να διακοπεί η παραγραφή της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, η οποία δεν είχε ακόμη αρχίσει, δεδομένου ότι άρχιζε την 1-1-2011 και συνεπώς η αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσής της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε εντός του έτους 2010 και συγκεκριμένα στις 11-2-2010, οπότε αυτή προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως με την οφειλέτιδα εταιρεία ΛΙΝΕΑ ΑΒΕΕ, συνεπεία της μη τηρήσεως εκ μέρους της τελευταίας των συμβατικών της υποχρεώσεων, δοθέντος ότι την 1-1-2010 οι δύο δόσεις της 30-6-2009 και της 31-12-2009 παρέμεναν ανεξόφλητες, ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος για κατάπτωση της εγγυήσεώς του έπρεπε να ασκηθεί μέχρι την 31-12-2015, ήτοι εντός 5 ετών από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκε (2010) η αξίωσή της και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, ότι δεν θα ήταν δυνατή η άσκηση της αγωγής κατά του αναιρεσείοντος πριν την καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως και ότι η ένδικη αγωγή που ασκήθηκε στις 18-12-2015, ήτοι προ της παρόδου του πέμπτου έτους μετά το έτος της γέννησης της αξίωσης της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την παραγραφή της ένδικης αξιώσεως , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, και συγκεκριμένα ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε όχι στις 11-2-2010 όταν ασκήθηκε η καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως υπ' αυτής αλλά στις 31-12-2009, όταν έληξε η δεύτερη συνεχόμενη ανεξόφλητη δόση, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ.β' του Ν 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο...β) με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από την χρονολογία υποβολής της αιτήσεως.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επέρχεται διακοπή της παραγραφής με την υποβολή αιτήσεως προς τη δημόσια αρχή για την πληρωμή της απαιτήσεως, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση , ότι η ως άνω αίτηση για την πληρωμή υποβλήθηκε στην αρμόδια αρχή. Ως αρμόδια αρχή θεωρείται και αυτή, η οποία είναι αρμόδια για την επίλυση ζητήματος που αποτελεί τη βάση ή την προϋπόθεση της διαφοράς, ή είναι αρμόδια για την επίλυση ζητήματος, για την έρευνα του οποίου είναι αναγκαίο να επιλυθεί παρεμπιπτόντως η διαφορά (ολ ΑΠ 677/1977, ΑΠ 658/1989, ΑΠ 1564/2005).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρθμ.1 του ίδιου ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων του άρθρου 93περ.β' του Ν 2362/1995 , τις οποίες ψευδώς ερμήνευσε και κακώς εφάρμοσε και κατέληξε στο πόρισμά της ότι << η αλληλογραφία της ενάγουσας με την 25η Δ/νση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και η παραβολή των ημερομηνιών αναφοράς των υπόψη επιστολών στην εκκαλουμένη απόφαση, δεν εισφέρει κάτι στην αξιολόγηση της διαδρομής της παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας τράπεζας, όπως και οι σκέψεις της εκκαλουμένης περί διακοπής της παραγραφής με την από 19-10-2010 απάντηση της ανωτέρω υπηρεσίας, διότι δεν θα μπορούσε να διακοπεί η παραγραφή της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, η οποία δεν είχε ακόμη αρχίσει, δεδομένου ότι άρχιζε την 1-1-2011 και συνεπώς η αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή>>, ενώ, αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή της αιτήσεως της δανείστριας τράπεζας στις 13-5-2010, αφενός διακόπηκε η παραγραφή της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, αφετέρου νέα πενταετής παραγραφή άρχισε από την χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής (19-10-2010 ),η οποία (νέα παραγραφή) έληξε με την πάροδο πενταετίας από την έναρξή της , ήτοι στις 19-10-2015.
Το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε στις 11-2-2010 που προέβη η αναιρεσίβλητη τράπεζα στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως με την εταιρεία ΛΙΝΕΑ ΑΒΕΕ, καθόσον με την από 11-2-2010 επιστολή της γνώρισε στην πιστούχο εταιρεία και στους εγγυητές της το σε βάρος τους χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου, συνολικού ποσού 850.345,72 ευρώ και ότι η υποβολή στην 25η Δ/νση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους της αιτήσεως της αναιρεσίβλητης στις 13-5-2010 και η απάντηση της εν λόγω αρμόδιας για την πληρωμή της ένδικης απαιτήσεως αρχής στις 19-10-2010, δεν θα μπορούσαν να διακόψουν την παραγραφή της ένδικης αξιώσεως, η οποία δεν είχε ακόμη αρχίσει, αφού αυτή άρχιζε την 1-1-2011,με συνέπεια να μην έχει υποπέσει σε παραγραφή η ένδικη αξίωση, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις για την διακοπή της παραγραφής της ένδικης αξιώσεως, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσης.
Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του Ν 3693/1957, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 124/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10-2-2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ