Legislator Case Law & Legislation
181/2020 AI generated

181/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 181/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ.

Legislator headnote

AI generated

181/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 181 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 181/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Γ. Μ. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φατούρο.

Του αναιρεσιβλήτου Ε. Η. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σακκαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2012 του παραπάνω Δικαστηρίου και 20/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-10-2017 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν του αναιρεσείοντος την παραδοχή και του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 20/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 39/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία είχε απορριφθεί διεκδικητική αγωγή ακινήτου του ιδίου κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του για τη διεξαγωγή αποδείξεων, επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, για τη βεβαίωση, στον αναγκαίο βαθμό, των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωσή του.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει το διάδικο, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν σχηματίζει από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, αμφιβάλλει, δηλαδή, για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το νόμο, θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και τον οποίο ισχυρισμό οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υπέβαλε το αίτημα, οπότε το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το αίτημα αυτό.

Αν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της παραπάνω διάταξης. Ήτοι, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 847/2013).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 224, 237, 242 παρ. 1, 261, 262 παρ. 1 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να επιδιώξει είτε την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αυτή, προβάλλοντας με ένσταση νέα πραγματικά γεγονότα, που παρεμποδίζουν οριστικά ή προσωρινά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, είτε να αρνηθεί, εν όλω ή εν μέρει, την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, αμφισβητώντας απλώς την αλήθειά τους ή προσθέτοντας στην αμφισβήτηση αυτή και τους λόγους που δικαιολογούν την αναλήθειά τους.

Η διάκριση μεταξύ απλής ή αιτιολογημένης άρνησης αφενός και ένστασης αφετέρου έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το βάρος της απόδειξης, καθόσον στην περίπτωση της άρνησης ο ενάγων φέρει το δικονομικό βάρος της απόδειξης των θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης της αγωγής του πραγματικών περιστατικών, ενώ στην περίπτωση της ένστασης ο εναγόμενος-ενιστάμενος βαρύνεται με την απόδειξη των νέων γεγονότων που θεμελιώνουν την ένστασή του.

Ο ενάγων υπέχει το βάρος να αρνηθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν μια ένσταση, όχι, όμως και τα γεγονότα που στηρίζουν την αιτιολογία άρνησης της αγωγής του. Τέλος, η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την οριοθέτηση του αναιρετικού ελέγχου, καθόσον ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ συντρέχει μόνο όταν ο κίνδυνος της αμφιβολίας του δικαστηρίου της ουσίας αφορά την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης και όχι της αιτιολογημένης άρνησης (ΑΠ 59/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως αναπόδεικτη, επειδή "ο ενάγων-αναιρεσείων, ο οποίος είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, δεν απέδειξε τα γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξουν την αγωγή του, πλην, όμως, οι ισχυρισμοί του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου αποτελούν άρνηση και όχι ένσταση και επομένως ο αντίδικος (εναγόμενος-αναιρεσίβλητος) έφερε το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του και ουχί εγώ (ενάγων-αναιρεσείων) όπως εσφαλμένα δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι, αφού, κατά το ανωτέρω περιεχόμενό του, οι ισχυρισμοί του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου στο Δικαστήριο της ουσίας αποτελούσαν άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής του αναιρεσείοντος και όχι ένσταση, ορθά, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ενάγων-αναιρεσείων έφερε, ενόψει της άρνησης αυτής, το βάρος απόδειξης των γεγονότων που συγκροτούσαν τη βάση της αγωγής του και τον κίνδυνο, εντεύθεν, της αμφιβολίας του παραπάνω Δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των γεγονότων αυτών.

2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο: α) το από μηνός Ιουνίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Α., που είναι προσαρτημένο στο .../2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Γ. Κ., β) το 4378/1-8-2008 έγγραφο του Δήμου ..., ότι η οδός Π. ουδέποτε ονομαζόταν οδός X. και γ) βεβαίωση του Υποθηκοφυλακείου ... για μη καταχώρηση του .../1918 συμβολαίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2017 αίτηση του Γ. Μ. Φ., για αναίρεση της 20/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ