181/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated181/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν όμως ο αρχικός εντολοδόχος του κυρίου της υποθέσεως δικηγόρος διώρισε προς υπεράσπιση της υποθέσεως είτε ως μόνο υπερασπιστή είτε ως συμπαριστάμενο με αυτόν άλλον δικηγόρο δυνάμει σχετικού δικαιώματος από την σύμβαση της εντολής, ο εν λόγω διορισθείς δικηγόρος έχει ευθεία αγωγή κατά του κυρίου της υποθέσεως προς πληρωμή της αμοιβής.
Full text
Απόφαση 181 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 181/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρσείοντος: Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2013 αγωγή του Ι. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 240/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4489/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η "..." με την από 9/1/2018 αίτησή της και ο Ι. Π. με την από 12/2/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων ζήτησε την απόρριψη της από 9/1/2018 ως άνω αίτησης, την παραδοχή της από 12/2/2018 άνω αίτησης, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των υπό κρίση από 9ης Ιανουαρίου 2018 και 12ης Φεβρουαρίου 2018 αιτήσεων αναιρέσεως της εταιρίας "..." και του Ι. Π. αντιστοίχως, με τις οποίες προσβάλλεται η υπ' αριθμόν 4489/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' όσον λόγω της μεταξύ τους συναφείας διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
Επειδή, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων, κατά παραδοχή της από 23ης Δεκεμβρίου 2015 εφέσεως του Ι. Π., έγινε εν μέρει δεκτή η από 25ης Οκτωβρίου 2013 αγωγή αυτού κατά της προαναφερομένης εταιρίας, αφορώσα διαφορά εξ αμοιβών, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 240/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η εν λόγω αγωγή κατ' ουσίαν.
Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 Ν. 3026/1954, κατά την οποία, "Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν διά πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον", προκύπτει ότι υπόχρεως προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου είναι εκείνος, ο οποίος έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υποθέσεως, την οποία αφορά η αμοιβή, και όχι ο κύριος της υποθέσεως, εάν δεν έδωσε την εντολή.
Εάν όμως ο αρχικός εντολοδόχος του κυρίου της υποθέσεως δικηγόρος διώρισε προς υπεράσπιση της υποθέσεως είτε ως μόνο υπερασπιστή είτε ως συμπαριστάμενο με αυτόν άλλον δικηγόρο δυνάμει σχετικού δικαιώματος από την σύμβαση της εντολής, ο εν λόγω διορισθείς δικηγόρος έχει ευθεία αγωγή κατά του κυρίου της υποθέσεως προς πληρωμή της αμοιβής.
Αφ' ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 εδ. β' Ν. 3026/1954, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 42 Ν. 184/1975, κατά την οποία, "Οι τακτικοί, έκτακτοι και επικουρικοί Καθηγηταί των Πανεπιστημίων και των ανωτάτων Δημοσίων Σχολών τελούσιν εν μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος, επιτρέπεται δε εις αυτούς να εκδίδωσιν γνωμοδοτήσεις και οι μεν ανήκοντες εις τους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Πειραιώς να παρίστανται ενώπιον του Αρείου Πάγου, Συμβουλίου Επικρατείας, Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και του Εφετείου Αθηνών, οι δε λοιποί να παρίστανται ενώπιον του Εφετείου εις την περιφέρειαν του οποίου περιλαμβάνεται ο Δικηγορικός Σύλλογος, ούτινος τυγχάνουν μέλη, εφ' όσον έχουσιν άπαντες ούτοι τα κατά το άρθρον 35 του παρόντος, ως τούτο ισχύει νυν, προσόντα", προκύπτει ότι οι δικηγόροι, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του Καθηγητού Πανεπιστημίου, τελούν σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος, δυνάμενοι να εκδίδουν γνωμοδοτήσεις, να συντάσσουν, να υπογράφουν και να καταθέτουν ένδικα μέσα και να παρίστανται ενώπιον των αναφερομένων στην εν λόγω διάταξη δικαστηρίων, ενώ δεν επιτρέπεται να παρίστανται ενώπιον των Πρωτοδικείων και των Ειρηνοδικείων, ούτε να υπογράφουν και να καταθέτουν αγωγές και ένδικα μέσα ενώπιον των εν λόγω δικαστηρίων.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Ο ενάγων είναι δικηγόρος, διορισμένος στον Άρειο Πάγο και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με αριθμό μητρώου ….79. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία είχε αξιώσεις κατά της γαλλικής εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία αργότερα συγχωνεύτηκε λόγω απορρόφησης από την επίσης γαλλική εταιρεία με την επωνυμία "...", με αιτία τη μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως, με βάση την οποία η εναγομένη (εκμισθώτρια) είχε εκμισθώσει στην άνω γαλλική εταιρεία (μισθώτρια) ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα με την επωνυμία "...", ευρισκόμενο στο ....
Στα πλαίσια της διένεξης αυτής το Μάρτιο του έτους 2009 ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Νικόλαος Κεφαλογιάννης είχε αναθέσει τη σύνταξη και κατάθεση αγωγής, κατά της ανωτέρω αντιδίκου της εναγομένης μισθώτριας εταιρείας, στο δικηγόρο Χαράλαμπο Παπαδάκη, ο οποίος πράγματι προέβη στη σύνταξη και κατάθεση της από 12-03-2009 και με αριθμό καταθέσεως …011/1899/19-03-2009 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα, εκτός των άλλων και την καταβολή αποζημιώσεως ποσού 635.641,28 ευρώ, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 02-06-2009.
Ακολούθως όμως ο άνω δικηγόρος Χαράλαμπος Παπαδάκης δήλωσε προς τον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ότι αδυνατούσε να εκπροσωπήσει ο ίδιος την τελευταία (εναγόμενη) κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής και να χειριστεί περαιτέρω την υπόθεση αυτή. Κατόπιν τούτου την άνοιξη του ιδίου έτους (2009) ο προαναφερόμενος νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Νικόλαος Κεφαλογιάννης απευθύνθηκε προς τον Γεώργιο Λεβέντη, ο οποίος έχει την ιδιότητα τόσο του Καθηγητή του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Εργατικό Δίκαιο, όσο και του Δικηγόρου και μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς και του ανέθεσε την εκπροσώπηση της εναγομένης στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής, τη σύνταξη και κατάθεση των εγγράφων προτάσεων και γενικότερα το δικαστικό χειρισμό της αγωγής αυτής.
Ο Γεώργιος Λεβέντης αποδέχθηκε την εντολή αυτή και ανέλαβε το χειρισμό της εν λόγω αγωγής. Περαιτέρω όμως ο Γεώργιος Λεβέντης ανέφερε στον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ότι λόγω της πολυπλοκότητας της άνω μισθωτικής υποθέσεως και του μεγάλου οικονομικού αντικειμένου της, επιθυμούσε να προβεί στο χειρισμό της υποθέσεως αυτής με τον ενάγοντα δικηγόρο και στενό του συνεργάτη, τον οποίο είχε επιλέξει ως τον πλέον κατάλληλο προς τούτο, λόγω των ικανών γνώσεών του και της εξειδίκευσής του στο αντικείμενο των μισθωτικών διαφορών, αλλά και προκειμένου να συμπαρίσταται στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, όπου λόγω της ιδιότητας του ιδίου (Γεωργίου Λεβέντη) ως Καθηγητή Πανεπιστημίου, δεν ήταν επιτρεπτή, κατά το άρθρο 63 παρ. 3β του άνω Κώδικα Δικηγόρων, η παράστασή του σε αυτά.
Ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης με την ιδιότητά του αυτή και ενεργώντας για λογαριασμό της τελευταίας αποδέχθηκε τον ενάγοντα ως στενό συνεργάτη του άνω εντολοδόχου του Γεωργίου Λεβέντη και τούτο διότι ο τελευταίος είχε κάθε δικαίωμα να επιλέγει συνεργάτες προς συνεπικουρία του και διευκόλυνσή του κατά την εκπλήρωση των ανατεθέντων σε αυτόν νομικών - δικαστικών ενεργειών, χωρίς όμως να δώσει εντολή, ρητή ούτε σιωπηρή, και σε αυτόν (ενάγοντα) παροχής νομικών - δικαστικών ενεργειών για την ως άνω υπόθεση, στην οποία εντολοδόχος ως προς την εναγομένη παρέμεινε μόνο ο άνω Γεώργιος Λεβέντης, ενώ ο ενάγων είχε ως προς αυτή (εναγομένη) την ιδιότητα του στενού συνεργάτη του τελευταίου.
Κατόπιν αυτών, κατά την προαναφερομένη δικάσιμο της 02-06-2009 συζητήθηκε η ανωτέρω από 12-03-2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και κατά τη συζήτηση αυτή την εναγομένη εκπροσώπησαν ο άνω εντολοδόχος Γεώργιος Λεβέντης και ο ενάγων, οι οποίοι συνέταξαν, υπέγραψαν και υπέβαλαν τις προτάσεις και την επ' αυτών προσθήκη - αντίκρουση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2804/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε στο σύνολό της την εν λόγω αγωγή και αναγνώρισε, εκτός των άλλων, και ότι η άνω μισθώτρια εταιρεία οφείλει να καταβάλει στην εναγομένη αποζημίωση ποσού 635.641,28 ευρώ. Η πρωτόδικη αυτή απόφαση επικυρώθηκε και έγινε τελεσίδικη με τη με αριθμό 1907/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και στη συνέχεια αμετάκλητη με τη με αριθμό 409/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ στις δίκες αυτές την εναγομένη εκπροσώπησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ο άνω εντολοδόχος Γεώργιος Λεβέντης και ο ενάγων, οι οποίοι συνέταξαν, υπέγραψαν και υπέβαλαν τις σχετικές προτάσεις και ενώπιον του Αρείου Πάγου ο άνω εντολοδόχος Γεώργιος Λεβέντης.
Μετά την τελεσιδικία της ανωτέρω αποφάσεως και μετά από σχετική αίτηση την οποία υπέγραψαν ο άνω εντολοδόχος Γεώργιος Λεβέντης και ο ενάγων, εκδόθηκε η με αριθμό …80/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την καταβολή της άνω αποζημίωσης που επιδικάστηκε, ενώ οι κατ' αυτής (διαταγής πληρωμής) ασκηθείσες αίτηση αναστολής και ανακοπή απορρίφθηκαν.
Στις ως άνω δικαστικές ενέργειες, όσον αφορά την προαναφερομένη από 12-03-2009 μισθωτική αγωγή, προέβη, όπως προαναφέρθηκε, ως εντολοδόχος μόνο ο Γεώργιος Λεβέντης, ο οποίος και συνδεόταν με σύμβαση εντολής με την εναγομένη, ενώ ο ενάγων προέβη σε αυτές ως έχων την ιδιότητα του στενού συνεργάτη του τελευταίου και με βάση συμφωνία που τον συνέδεε μόνο με το Γεώργιο Λεβέντη, χωρίς να έχει δοθεί εντολή παροχής νομικών υπηρεσιών και σε αυτόν (ενάγοντα) από την εναγομένη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.
Τούτο δε, προσεπιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων άλλωστε δεν ζητεί καμία αμοιβή από την εναγομένη για όλες τις ανωτέρω νομικές - δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη [ πράγμα που αποδυναμώνει πλήρως τον ισχυρισμό του περί ισότιμης ανάθεσης από την εναγομένη και στον ίδιο των ως άνω ενεργειών ], ούτε και περαιτέρω ισχυρίζεται και αποδεικνύει ότι η εναγομένη του έχει καταβάλει οποιαδήποτε αμοιβή για αυτές, [πράγμα που αναμφίβολα θα έκανε προκειμένου να ισχυροποιήσει το ισχυρισμό του περί υπάρξεως εντολής και προς τον ίδιο από την εναγομένη].
Μετά την επιτυχή έκβαση των δικών επί της ανωτέρω αγωγής, ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Νικόλαος Κεφαλογιάννης, περί τις αρχές του έτους 2011 ανέθεσε και πάλι στον Γεώργιο Λεβέντη, την άσκηση και το χειρισμό άλλης νεώτερης μισθωτικής αγωγής κατά της ίδιας προαναφερόμενης μισθώτριας εταιρείας, με την οποία θα διεκδικούνταν μισθώματα μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος.
Ο Γεώργιος Λεβέντης αποδέχθηκε την εντολή αυτή και ανέλαβε την άσκηση και το χειρισμό της εν λόγω νέας αγωγής. Ομοίως όμως, ο Γεώργιος Λεβέντης ανέφερε στον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ότι και πάλι για τους ίδιους ανωτέρω λόγους της πολυπλοκότητας της άνω μισθωτικής υποθέσεως και του πολύ μεγάλου οικονομικού αντικειμένου της, στην άσκηση της νέας αγωγής και στο χειρισμό της υποθέσεως αυτής, επιθυμούσε να προβεί συνεπικουρούμενος από τον ενάγοντα - δικηγόρο και στενό συνεργάτη του, ως τον πλέον κατάλληλο προς τούτο δικηγόρο, λόγω και των προαναφερομένων προσόντων του τελευταίου, ήτοι των ικανών γνώσεών του και της εξειδίκευσής του στο αντικείμενο των μισθωτικών διαφορών, αλλά και προκειμένου να συμπαρίσταται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν ήταν επιτρεπτή λόγω της ιδιότητας του ιδίου ως Καθηγητή Πανεπιστημίου, κατά το ανωτέρω άρθρο του Κώδικα Δικηγόρων, η παράστασή του σε αυτό.
Ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης με την εν λόγω ιδιότητά του και ενεργώντας για λογαριασμό της τελευταίας, αποδέχθηκε και αυτή τη φορά τον ενάγοντα ως στενό συνεργάτη του άνω εντολοδόχου Γεωργίου Λεβέντη, προκειμένου να συνεπικουρεί τον τελευταίο, χωρίς όμως να δώσει εντολή και σε αυτόν (ενάγοντα) παροχής νομικών - δικαστικών ενεργειών για την ως άνω νέα αγωγή, στην οποία εντολοδόχος ήταν και πάλι μόνο ο άνω Γεώργιος Λεβέντης, ενώ ο ενάγων είχε ως προς την εναγομένη την ιδιότητα του στενού συνεργάτη του τελευταίου και ενεργούσε στα πλαίσια της συνεργασίας του με αυτόν και μόνο (Γεώργιο Λεβέντη), με τον οποίο συνδεόταν και δεσμευόταν με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία περί συνεργασίας.
Έτσι κατόπιν της ανωτέρω νέας εντολής συντάχθηκε η από 09-03-2011 μισθωτική αγωγή, που υπογράφηκε από τον άνω εντολοδόχο δικηγόρο Γεώργιο Λεβέντη και συνυπογράφηκε από τον ενάγοντα και ακολούθως κατατέθηκε με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 428.../09-03-2011, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 30-03-2012. Με τη νέα αυτή από 09-03-2011 μισθωτική αγωγή, αφού γινόταν επίκληση του δεδικασμένου της με αριθμό 2804/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναγομένη ζητούσε την καταβολή των μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από 06-11-2008 έως 05-11-2011, συνολικού ποσού 6.285.408,10 ευρώ, πλέον τόκων.
Μετά την κατάθεση της ανωτέρω αγωγής (09-03-2011) και μετά από αντιδικία, που είχε εκδηλωθεί ήδη από το έτος 2010 μεταξύ των μετόχων της εναγομένης επήλθε αλλαγή στη διοίκηση αυτής από το καλοκαίρι του έτους 2011, την οποία (διοίκηση) ανέλαβε διαφορετική της προηγουμένης ομάδα μετόχων και στην οποία δεν μετείχε πλέον ο προαναφερόμενος Νικόλαος Κεφαλογιάννης.
Η νέα διοίκηση της εναγόμενης ενέκρινε την ανωτέρω από 09-03-2011 μισθωτική αγωγή και ανέθεσε στον ανωτέρω εντολοδόχο Γεώργιο Λεβέντη να συνεχίσει το χειρισμό της νέας αυτής υποθέσεως με βάση την εντολή, που είχε από την προηγουμένη διοίκηση, ενώ περαιτέρω συμφώνησε με τον τελευταίο να συνάψουν εργολαβικό δίκης για το νέο αυτό κύκλο δικών που είχε ξεκινήσει με την εν λόγω από 09-03-2011 μισθωτική αγωγή.
Επίσης η νέα διοίκηση της εναγομένης ανέθεσε με σχετική εντολή της προς τον ανωτέρω Γεώργιο Λεβέντη την άσκηση και άλλης αγωγής κατά της μισθώτριας εταιρείας, για την καταβολή των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από 06-11-2011 έως 26-07-2012 και αποζημιώσεως χρήσεως για το χρονικό διάστημα από 27-07-2012 έως 05-05-2013, και ο τελευταίος αποδεχόμενος την εντολή αυτή άσκησε την από 30-10-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 173603/3984/30-10-2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υπογράφηκε από τον άνω εντολοδόχο δικηγόρο Γεώργιο Λεβέντη και συνυπογράφηκε από τον ενάγοντα.
με την οποία ζητείτο, εκτός των άλλων, για τις ανωτέρω αιτίες (μισθώματα και αποζημίωση χρήσεως) το συνολικό ποσό των 3.620.834,96 ευρώ και της οποίας η συζήτηση ορίστηκε για τη δικάσιμο της 03-12-2013. Η προηγουμένη ανωτέρω από 09-03-2011 αγωγή συζητήθηκε μετά από αναβολή στις 05-06-2012 και κατά τη συζήτησή της την εναγομένη εκπροσώπησαν ο άνω εντολοδόχος Γεώργιος Λεβέντης και ο ενάγων, οι οποίοι συνέταξαν, υπέγραψαν και υπέβαλαν τις σχετικές προτάσεις και την επ' αυτών προσθήκη - αντίκρουση.
Επί της εν λόγω από 09-03-2011 αγωγής αυτής εκδόθηκε στις 19-03-2013 η με αριθμό 400/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή αυτή και ειδικότερα κατά το ποσό του 1.054.776 ευρώ με τους νόμιμους τόκους. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως η νέα διοίκηση της εναγομένης ανέθεσε με σχετική εντολή της προς τον ανωτέρω δικηγόρο Γεώργιο Λεβέντη την άσκηση εφέσεως και πράγματι ασκήθηκε η από 25-04-2013 έφεση, που υπογράφηκε από τον άνω εντολοδόχο δικηγόρο Γεώργιο Λεβέντη και συνυπογράφηκε από τον ενάγοντα, και κατατέθηκε στις 30-04-2013, ενώ με νεώτερη εντολή της η νέα διοίκηση της εναγομένης ζήτησε από τον άνω εντολοδόχο δικηγόρο Γεώργιο Λεβέντη να την προσδιορίσει στην κατά το δυνατό συντομότερη δικάσιμο και έτσι η έφεση αυτή προσδιορίστηκε για να συζητηθεί την 01-10-2013.
Περαιτέρω μεταξύ της εναγομένης εταιρείας, υπό τη νέα της διοίκηση, και του άνω εντολοδόχου δικηγόρου Γεωργίου Λεβέντη υπογράφηκε το από 19-02-2013 συμφωνητικό εργολαβίας δίκης. Ειδικότερα, το συμφωνητικό αυτό το συνέταξε (όπως αναφέρει και ο ενάγων στην αγωγή του) ο ίδιος ο Γεώργιος Λεβέντης και το υπέγραψε τόσο ο ίδιος, όσο και η πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εναγομένης Χ.
Κ., η οποία ενεργούσε με βάση ειδική εξουσιοδότηση προς τούτο, που της είχε παρασχεθεί με απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης, κατά τη συνεδρίασή του στις 22-01-2013 και έτσι το συμφωνητικό αυτό είναι έγκυρο και δεσμευτικό για την εναγομένη (όπως δεν αμφισβητεί και η ίδια), καθόσον δεν απαιτείτο και δεύτερη υπογραφή για την εγκυρότητα αυτού, όπως αβάσιμα αναφέρει ο ενάγων.
Στο εν λόγω συμφωνητικό αναφέρεται. μεταξύ άλλων, ότι η εναγομένη: "καλούμενη εφεξής χάριν συντομίας "εντολέας" αναθέτει στον αφετέρου συμβαλλόμενο δικηγόρο, καλούμενο εφεξής χάριν συντομίας "εντολοδόχο", ενεργούντα είτε μόνος του είτε από κοινού με το συνεργάτη του Ι. Π. του Μ., κάτοικο ..., οδ. … αριθμ. …, με AM ΔΣΑ ….9, είτε και με άλλο δικηγόρο τον οποίο θα επιλέγει ο δεύτερος συμβαλλόμενος Γεώργιος Λεβέντης, τη διεξαγωγή δικαστικού αγώνος οιασδήποτε μορφής ως και την επιχείρηση πάσης εξωδίκου ενεργείας προ πάσης κατάρξεως δίκης ή/και διαρκούντος του δικαστικού αγώνος, ενώπιον παντός δικαστηρίου κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας, μέχρι τελεσιδίκου αποφάνσεως της Δικαιοσύνης".
Ακολούθως, με το εν λόγω συμφωνητικό εργολαβίας δίκης η εναγόμενη εγκρίνει, όπως αναγράφεται σε αυτό "την από τον εντολοδόχο ασκηθείσα και συζητηθείσα στο ακροατήριο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών στις 05-06-2012, από 09-03-2011 αγωγή...ως επίσης εγκρίνει την κατά την εκδίκαση της αγωγής αυτής εκπροσώπησή της από τους εντολοδόχους.
Επίσης η πρώτη συμβαλλομένη εγκρίνει και τη δεύτερη από 30-10-2012 από τον εντολοδόχο ασκηθείσα αγωγή στο Μον. Πρωτοδικείο Αθηνών διαδικασία των μισθωτικών διαφορών η οποία αφορά μισθώματα μεταγενέστερου χρόνου και έχει προσδιορισθεί να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου την 03-12-2013. Επίσης η πρώτη συμβαλλομένη εγκρίνει την από 04-02-2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα την προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως...".
Περαιτέρω η αμοιβή που συμφωνήθηκε με το εν λόγω συμφωνητικό εργολαβίας δίκης ότι θα καταβάλει η εντολέας - εναγομένη στον εντολοδόχο - Γεώργιο Λεβέντη ανερχόταν σε ποσοστό 4% επί του δικαστικώς επιδικασθησομένου ποσού μόνο σε περίπτωση τελεσίδικης νικηφόρου εκβάσεως της δίκης, ή σε ποσοστό 2% επί του τυχόν συμβιβαστικώς εισπραχθησομένου ποσού.
Ας σημειωθεί ότι η εναγομένη, αργότερα, με αιτιολογία τη μη έγκαιρη ενημέρωσή της, από τον εντολοδόχο Γεώργιο Λεβέντη, της δημοσίευσης της με αριθμό 400/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προέβη, με την από 01-08-2013 εξώδικη ανάκληση εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, που επιδόθηκε στο Γεώργιο Λεβέντη στις 02-08-2013, σε ανάκληση της εντολής παροχής των νομικών υπηρεσιών, που είχε αναθέσει σε αυτόν με το εν λόγω από 19-02-2013 συμφωνητικό εργολαβίας δίκης.
Ήδη ο ενάγων με την ένδικη από 25-10-2013 αγωγή του ζητεί αμοιβή, με βάση τα ελάχιστα όρια αυτής του Κώδικα περί Δικηγόρων: Α) για τη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση της από 09-03-2011 αγωγής της εναγομένης, Β) για τη συζήτηση, στις 05-06-2012, της από 09-03-2011 αγωγής και την κατά τη συζήτηση αυτή εκπροσώπηση της εναγομένης και σύνταξη, υπογραφή και υποβολή εγγράφων προτάσεων, Γ) για τη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση της από 30-10-2012 αγωγής της εναγομένης και Δ) για τη σύνταξη της από 25-04-2013 έφεσης της εναγομένης κατά της αποφάσεως 400/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της γαλλικής εταιρείας ..., καθώς και τα έξοδα καταθέσεως και προσδιορισμού της εφέσεως αυτής.
Για τις ανωτέρω όμως υπό στοιχεία Α, Γ και Δ ενέργειες (ήτοι, πλην της υπό στοιχείο Β για την οποία θα γίνει ειδικότερη αναφορά κατωτέρω), ο ενάγων δεν δικαιούται τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή του ποσά αμοιβής και εξόδων και τούτο διότι δεν συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση ή σχέση αμειβόμενης εντολής, επί της οποίας θεμελιώνει με την αγωγή του τις σχετικές απαιτήσεις του, αλλά ενεργούσε στα πλαίσια της συνεργασίας του και μόνο με τον εντολοδόχο αυτής (εναγομένης) Γεώργιο Λεβέντη.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, όσον αφορά τις ανωτέρω υπό στοιχεία Α, Γ και Δ αξιώσεις του ενάγοντος, η εναγομένη, τόσο υπό τη διοίκηση του Νικολάου Κεφαλογιάννη. όσο και υπό τη νέα διοίκηση που επακολούθησε αυτού, είχε αναθέσει με ρητή εντολή της μόνο στον ανωτέρω Γεώργιο Λεβέντη τη διενέργεια των νομικών - δικαστικών ενεργειών, στις οποίες αφορούν οι ως άνω αξιώσεις του ενάγοντος και αυτός (Γεώργιος Λεβέντης) είχε αποδεχθεί την εν λόγω εντολή και ενήργησε τις νομικές - δικαστικές αυτές πράξεις ως μοναδικός εντολοδόχος της εναγομένης, ενώ ο ενάγων ενεργούσε, ως στενός συνεργάτης αυτού, που συνεπικουρούσε το έργο του εν λόγω εντολοδόχου, ως ικανός και εξειδικευμένος γνώστης του αντικειμένου των μισθωτικών διαφορών, κατόπιν σχετικής επιθυμίας και επιλογής του τελευταίου (εντολοδόχου), λόγω των προαναφερομένων ιδιαιτεροτήτων των ως άνω μισθωτικών υποθέσεων, την οποία (επιθυμία και επιλογή) είχε εκφράσει στην εναγομένη και αυτή δεν είχε διατυπώσει αντιρρήσεις, ούτε με την προηγούμενη ούτε με τη νεώτερη διοίκησή της, χωρίς όμως να χορηγήσει η ίδια και στον ενάγοντα ούτε ρητή, ούτε σιωπηρά συναγόμενη, εντολή παροχής των άνω νομικών - δικαστικών υπηρεσιών, αλλά για την τελευταία παρέμενε μοναδικός εντολοδόχος ο ανωτέρω Γεώργιος Λεβέντης και κατ' ακολουθίαν αυτών, ο ενάγων δεν δικαιούται τη λήψη αμοιβών για τις εν λόγω υπό στοιχεία Α, Γ και Δ ενέργειες.
Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, όσον αφορά τις ανωτέρω υπό στοιχεία Α, Γ και Δ νομικές - δικαστικές πράξεις, ενεργούσε στα πλαίσια της ανωτέρω συνεργασίας, που είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και του Γεώργιου Λεβέντη, με τον οποίο συνδεόταν και δεσμευόταν βάσει της ως άνω συμφωνίας μεταξύ τους περί συνεργασίας τους, στις ως άνω υποθέσεις της εναγόμενης, που αποκλειστικά είχαν ανατεθεί από αυτή στον εν λόγω εντολοδόχο και μόνο, συνεπικουρώντας τον τελευταίο στο έργο του όσον αφορά τις ανωτέρω υποθέσεις και όχι παρέχοντας ο ενάγων προς την εναγόμενη τις νομικές του υπηρεσίες, από την οποία ουδέποτε έλαβε σχετική εντολή για τις επίμαχες ως άνω ενέργειες υπό στοιχεία Α, Γ και Δ.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e - mail) από την ηλεκτρονική διεύθυνση του ενάγοντος, με τους εκπροσώπους της εναγομένης και τη δικηγόρο αυτής στην Κρήτη Ιωάννα Κεφαλογιάννη, αφού αυτό γινόταν, με βάση την προαναφερομένη εμφανή και γνωστή στην εναγομένη ιδιότητά του και δη ως στενού συνεργάτη και συνεπικούρου του άνω εντολοδόχου της Γεωργίου Λεβέντη.
Ομοίως το γεγονός ότι ενάγων διατηρούσε δικό του αυτοτελές δικηγορικό γραφείο, ουδόλως αναιρεί τα ανωτέρω, αφού η επιλογή του ενάγοντος και η συνεργασία μεταξύ αυτού του Γεωργίου Λεβέντη, έγινε με κριτήρια όχι τη συστέγαση. αλλά, όπως προαναφέρθηκε, τις γνώσεις και την εξειδίκευση του ενάγοντος. Το ίδιο δε ισχύει και όσον αφορά τη μη συνεργασία του εν λόγω εντολοδόχου Γεωργίου Λεβέντη, για τις συγκεκριμένες μισθωτικές υποθέσεις, με τις δικηγόρους θυγατέρες του.
Εξάλλου και από το άνω από 19-02-2013 συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, το οποίο μάλιστα συνέταξε ο ίδιος ο Γεώργιος Λεβέντης, αναμφίβολα προκύπτει ο ρόλος του ενάγοντος ως συνεργάτη του μόνου αντισυμβαλλόμενου σε αυτό εντολοδόχου, που ήταν ο Γεώργιος Λεβέντης. Ειδικότερα, με το εν λόγω συμφωνητικό εργολαβίας δίκης αντισυμβαλλόμενος της εναγομένης είναι μόνο ο ανωτέρω Γεώργιος Λεβέντης και επομένως ο ενάγων ούτε να το υπογράψει μπορούσε, ούτε να αντλήσει δικαιώματα από αυτό, αφού δεν αναφέρεται ως αντισυμβαλλόμενος της εναγομένης, αλλά ως συνεργάτης και μόνο, του αντισυμβαλλόμενου της και διοριζόμενου με αυτό ως μόνου εντολοδόχου της.
Γεώργιου Λεβέντη. Επίσης ουδόλως προκύπτει από το άνω συμφωνητικό εργολαβίας δίκης ότι παρέχεται η εξουσία από την εναγομένη στο Γεώργιο Λεβέντη να διορίζει ο ίδιος και άλλους εντολοδόχους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά μόνο να επιλέγει τους συνεργάτες του και δη είτε τον ενάγοντα, είτε και κάποιο άλλο δικηγόρο, ενώ επιπροσθέτως η εναγομένη ουδεμία ευθύνη ανέλαβε για την καταβολή οποιοσδήποτε αμοιβής στους συνεργάτες του άνω εντολοδόχου Γεωργίου Λεβέντη, τους οποίους ο τελευταίος θα επέλεγε.
Έτσι, το γεγονός της συνεργασίας μεταξύ του ενάγοντος και του άνω εντολοδόχου της εναγομένης Γεωργίου Λεβέντη στο έργο των νομικών υπηρεσιών που ο τελευταίος συμφώνησε να παράσχει σε αυτή, αφορά αποκλειστικά τις μεταξύ των δύο αυτών σχέσεις (ενάγοντος και Γεωργίου Λεβέντη) και ουδεμία υποχρέωση δημιουργεί στην εναγόμενη για την καταβολή οποιοσδήποτε αμοιβής προς τον ενάγοντα, για τις ανωτέρω υπό στοιχεία Α, Γ και Δ ενέργειες (στις οποίες αφορούν όλα τα προεκτιθέμενα, καθόσον για την ανωτέρω υπό στοιχείο Β δικαστική ενέργεια θα γίνει, όπως προαναφέρθηκε, κατωτέρω ειδικότερη αναφορά), αφού, σε αυτές προέβη ο ενάγων κατόπιν όχι σχετικής εντολής της εναγομένης, αλλά κατόπιν συμφωνίας του με τον άνω εντολοδόχο Γεώργιο Λεβέντη, ως συνεργάτης αυτού [ όπως άλλωστε τον κατονομάζει και τον χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Γεώργιος Λεβέντης στο ως άνω συμφωνητικό εργολαβίας δίκης ] και μέσα στα πλαίσια της μεταξύ τους σχέσης συνεργασίας.
Περαιτέρω όμως, όσον αφορά την ανωτέρω αναφερόμενη στην αγωγή υπό στοιχείο Β νομική - δικαστική ενέργεια, αποδείχθηκε ότι είχε δοθεί για αυτή και μόνο, εντολή από την εναγομένη και στον ενάγοντα για τη διενέργειά της και ειδικότερα του είχε αυτή δώσει εντολή για την εκπροσώπησή της κατά τη συζήτηση, στις 05-06-2012.
της από 09-03-2011 αγωγής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τη σύνταξη, υπογραφή και υποβολή των σχετικών εγγράφων προτάσεων, ενόψει και του ότι αφορούσαν σε παράσταση σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπου, κατά τα προεκτιθέμενα. δεν ήταν επιτρεπτή η παράσταση του άνω εντολοδόχου Γεωργίου Λεβέντη, ως Καθηγητή Πανεπιστημίου, και προς αποφυγή του κινδύνου να πάσχει η εκπροσώπησή της στο άνω δικαστήριο με μόνη την παράσταση του τελευταίου, και πράγματι ο ενάγων αποδεχόμενος την εντολή αυτή, κατά την προαναφερομένη συζήτηση στις 05-06-2012 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, της από 09-03-2011 αγωγής, εκπροσώπησε την εναγομένη μαζί με το Γεώργιο Λεβέντη, συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε τις από 05-06-2012 σχετικές έγγραφες προτάσεις της εναγομένης και την επ' αυτών προσθήκη - αντίκρουση.
Τα ανωτέρω προσεπιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι καταβλήθηκε από την εναγομένη στον ενάγοντα για τις αμέσως προαναφερόμενες νομικές - δικαστικές του ενέργειες, στις 03-07-2012. το ποσό των 3.500 ευρώ ως αμοιβή και έξοδα, τούτο δε αναμφίβολα δεν θα συνέβαινε εάν δεν είχε χορηγήσει και σε αυτόν (ενάγοντα) εντολή για την πραγματοποίηση ειδικά και μόνο των ανωτέρω ενεργειών (υπό στοιχείο Β).
Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο ανωτέρω από 19-02-2013 συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, με το οποίο εγκρίθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, προγενέστερες της καταρτίσεως αυτού νομικές ενέργειες, ενώ, για όλες τις άλλες εγκριθείσες αυτές ενέργειες γίνεται αναφορά μόνο σε ένα "εντολοδόχο" (ήτοι το Γεώργιο Λεβέντη), όσον αφορά την αμέσως προαναφερομένη ενέργεια γίνεται αναφορά σε "εντολοδόχους" και συγκεκριμένα αναγράφεται ότι: "ως επίσης εγκρίνει την κατά την εκδίκαση της αγωγής αυτής (από 09-03-2011) εκπροσώπησή της από τους εντολοδόχους", ήτοι γίνεται αναφορά σε περισσότερους του ενός εντολοδόχους, και δη το Γεώργιο Λεβέντη και τον ενάγοντα, που πράγματι είχαν εκπροσωπήσει την εναγομένη και είχαν συντάξει υπογράψει και καταθέσει τις σχετικές προτάσεις, από την αναφορά δε αυτή καταδεικνύεται η ύπαρξη εντολής από την εναγομένη για τις εν λόγω υπό στοιχείο Β ενέργειες και προς τον ενάγοντα.
Επομένως ο ενάγων δικαιούται για την αιτία αυτή τη νόμιμη αμοιβή του, σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια αμοιβής του άνω Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3016/1954), η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης αυτής, αποτελούμενο από το κεφάλαιο της απαίτησης, που ανέρχεται στο ποσό των 6.285.408,10 ευρώ και τους αξιούμενους με την εν λόγω από 09-03-2011 αγωγή, τόκους υπερημερίας για χρόνο προγενέστερο από τη συζήτησή της, [ που συνυπολογίζονται, για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της δίκης, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον ζητούνται με την εν λόγω από 09-03-2011 αγωγή ] και που ανέρχονται στο ποσό των 977.963,50 ευρώ, όπως δεν αμφισβητεί ειδικότερα η εναγομένη και συνεπώς ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των (6.285.408,10 ευρώ + 977.963,50 ευρώ = 7.263.371.60 ευρώ X 1 % =) 72.633.72 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 3.500 ευρώ, το οποίο του έχει ήδη καταβληθεί, και συνεπώς του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των (72.633,72 - 3.500 =) 69.133,72 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι ποσού (69.133,72 X 23% =) 15.900,75 ευρώ και συνολικά (69.133,72 + 15.900,75 =) 85.034,47 ευρώ.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και κατά την αμέσως ανωτέρω ένδικη αγωγική αξίωση του ενάγοντος, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος της υπό κρίση έφεσης του εκκαλούντος, κατά το μέρος του αυτό μόνο, ως και κατ' ουσίαν βάσιμος".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο την έφεση, εδέχθη εν μέρει την αγωγή ως προς το ποσόν των 85034,47 ευρώ, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί εν όλω. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, τόσον καθ' ο μέρος απέρριψε το αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως δικηγορικής αμοιβής υπέρ του Ι.
Π. ως προς την σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση των δικογράφων των από 9ης Μαρτίου 2011 και 30ής Οκτωβρίου 2012 αγωγών της εταιρίας "..." κατά της γαλλικής εταιρίας "...." ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως και του δικογράφου της εφέσεως της εταιρίας "..." κατά της υπ' αριθμόν 400/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όσον και καθ' ο μέρος, δεχόμενο το σχετικό αγωγικό αίτημα, αναγνώρισε την αξίωση του Ι.
Π. προς λήψη δικηγορικής αμοιβής ως προς την συζήτηση της προαναφερομένης από 9ης Μαρτίου 2011 αγωγής. Συγκεκριμένως, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι ως προς την συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 9ης Μαρτίου 2011 αγωγής της εταιρίας "..." παρέσχε η πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος αυτής Χ.
Κ., κατ' εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου, εντολή εκπροσωπήσεως της εταιρίας προς τον δικηγόρο Ι. Π., ενώ ως προς την συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 12ης Μαρτίου 2009 αγωγής της εν λόγω εταιρίας, την οποία είχε συντάξει, υπογράψει και καταθέσει ο δικηγόρος Χαράλαμπος Παπαδάκης, την σύνταξη, υπογραφή και υποβολή προτάσεων επ' αυτής, την συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών της εφέσεως κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου επί της εν λόγω αγωγής, την σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση αιτήσεως ενώπιον του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς έκδοση διαταγής πληρωμής προς καταβολή της επιδικασθείσης υπέρ της εταιρίας "..." αποζημιώσεως, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμόν 23580/2010 διαταγή πληρωμής, την σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση των από 9ης Μαρτίου 2011 και 30ής Οκτωβρίου 2012 ετέρων αγωγών της εταιρίας κατά της ως άνω γαλλικής εταιρίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση του δικογράφου της εφέσεως της εταιρίας "..." κατά της υπ' αριθμόν 400/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν εδόθη εντολή εκπροσωπήσεως της εταιρίας προς τον Ι.
Π., ο οποίος συμπαρέστη μεν μετά του Γεωργίου Λεβέντη κατά την συζήτηση της πρώτης των ως άνω υποθέσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών και συνυπέγραψε μετ' αυτού τις κατατεθείσες προτάσεις επί της εν λόγω υποθέσεως, ως επίσης συνυπέγραψε και τα δικόγραφα των άλλων δύο αγωγών, της αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής και της εφέσεως κατά της υπ' αριθμόν 400/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως απλούς όμως συνεργάτης αυτού και όχι ως εντολοδόχος δικηγόρος της εταιρίας.
Το αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας "..." έδωσε εντολή εκπροσωπήσεως ως προς την συζήτηση της από 9ης Μαρτίου 2011 αγωγής της εταιρίας προς τον Ι. Π. συνήγαγε το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά κύριον λόγο εκ του ότι η παροχή της εντολής καθίστατο αναγκαία προς αποφυγή του κινδύνου να πάσχει η εκπροσώπηση της εταιρίας με μόνη την παράσταση του αρχικού εντολοδόχου της εταιρίας δικηγόρου Γεωργίου Λεβέντη λόγω της ιδιότητος αυτού ως Καθηγητού Πανεπιστημίου.
Ο αυτός όμως αποδεικτικός λόγος συνέτρεχε και ως προς την συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 12ης Μαρτίου 2009 αγωγής της εν λόγω εταιρίας, την σύνταξη, υπογραφή και υποβολή προτάσεων επ' αυτής, την σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση αιτήσεως ενώπιον του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς έκδοση διαταγής πληρωμής και την σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση των από 9ης Μαρτίου 2011 και 30ής Οκτωβρίου 2012 ετέρων αγωγών της εταιρίας κατά της ως άνω γαλλικής εταιρίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω η αδυναμία εκπροσωπήσεως της εταιρίας από τον Γεώργιο Λεβέντη δεν περιωρίζετο μόνον στην παράσταση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά κατελάμβανε και τις πράξεις της προδικασίας.
Προκύπτει ως εκ τούτου ανακολουθία των εν λόγω παραδοχών, αφού, ενώ κατά τα ανωτέρω συνέτρεχε ο αυτός αποδεικτικός λόγος, ώστε ή να γίνει δεκτό ότι είχε δοθεί εντολή εκπροσωπήσεως της εταιρίας προς τον Ι. Π. και ως προς την σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση της από 9ης Μαρτίου 2011 αγωγής αυτής ως και της από 30ής Οκτωβρίου 2012 αγωγής, ή να γίνει δεκτό, αντιθέτως, ότι δεν είχε δοθεί εντολή εκπροσωπήσεως της εταιρίας προς αυτόν ούτε ως προς την συζήτηση της από 9ης Μαρτίου 2011 αγωγής και την σύνταξη, υπογραφή και υποβολή προτάσεων επ' αυτής, το Μονομελές Εφετείο προέβη σε αντιφατική αξιολόγηση, η οποία επιδρά κατά τα ανωτέρω διττώς και κλονίζει το βάσει αυτής αποδεικτικό πόρισμα.
Ωσαύτως δεν διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση βάσει ποίων δεδομένων και εκτιμήσεων αφ' ενός δεν εκρίθη αναγκαία η εντολή εκπροσωπήσεως προς τον Ι. Π. ως προς την σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση των δικογράφων των από 9ης Μαρτίου 2011 και 30ής Οκτωβρίου 2012 αγωγών της εταιρίας "..." ως και του δικογράφου της εφέσεως αυτής κατά της υπ' αριθμόν 400/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφ' ετέρου δε εκρίθη αντιθέτως αναγκαία ως προς την συζήτηση της από 9ης Μαρτίου 2011 αγωγής η παροχή εντολής εκπροσωπήσεως προς τον Ι.
Π., η οποία μάλιστα επρόκειτο να έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση της εταιρίας με την δικηγορική αμοιβή αυτού, επί πλέον εκείνης του Γεωργίου Λεβέντη, εν όσω μάλιστα η μέχρι τότε συμπαράσταση του Ι. Π. κατά την συζήτηση και η συνυπογραφή από αυτόν των οικείων δικογράφων υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του απλού συνεργάτη του Γεωργίου Λεβέντη, ως είχε συντελεσθεί κατά την συζήτηση της από 12ης Μαρτίου 2009 αγωγής, πλήρως εκάλυπτε την εκπροσώπηση της εταιρίας, χωρίς να δημιουργείται εντεύθεν οιονδήποτε πρόβλημα.
Επίσης δεν διευκρινίζεται σαφώς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το χρονικό σημείο καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως, και δη εάν η εντολή εδόθη μετά την συζήτηση της αγωγής, παρ' ότι δεν είχε προκύψει κατ' αυτήν σχετικό πρόβλημα, ή η χορήγηση της εντολής είχε προηγηθεί της συζητήσεως της αγωγής, τούτο δε διότι αρχικώς γίνεται αναφορά ότι δια του καταρτισθέντος την 19η Φεβρουαρίου 2013 συμφωνητικού εργολαβίας δίκης μεταξύ της εταιρίας "..." και του Γεωργίου Λεβέντη η πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος Χ.
Κ. ενέκρινε την κατά την εκδίκαση, την 5η Ιουνίου 2012, της από 9ης Μαρτίου 2011 αγωγής της εταιρίας εκπροσώπηση αυτής "από τους εντολοδόχους", τον Γεώργιο Λεβέντη και τον Ι. Π., παραδοχή υποσημαίνουσα ότι είχε προηγηθεί η συζήτηση της αγωγής και εκ των υστέρων εδόθη η εντολή, αφού πρόκειται περί εγκρίσεως, ακολούθως δε διαλαμβάνεται ότι είχε δοθεί σχετική εντολή από την εταιρία προς τον Ι.
Π. προς εκπροσώπηση αυτής κατά την συζήτηση της ως άνω αγωγής και ότι ο Ι. Π., αποδεχόμενος την εν λόγω εντολή, συνεκπροσώπησε την εταιρία με τον Γεώργιο Λεβέντη, παραδοχή έχουσα την προφανή έννοια ότι η εντολή εκπροσωπήσεως της εταιρίας είχε προηγηθεί της συζητήσεως της αγωγής. Επίσης δεν διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το πρόσωπο, το οποίο εκπροσώπησε την εταιρία κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εντολής με τον Ι.
Π., ως και εάν συνεφωνήθη ή μη συγκεκριμένη αμοιβή του εντολοδόχου, ενώ, επιρρωτικώς του προαναφερομένου αποδεικτικού πορίσματος περί παροχής εντολής εκπροσωπήσεως της εταιρίας προς τον Ι. Π. ως προς την συζήτηση της από 9ης Μαρτίου 2011 αγωγής και την σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επ' αυτής, γίνεται δεκτό στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η εταιρία "..." κατέβαλε στον Ι.
Π. ως αμοιβή και έξοδα το ποσόν των 3500 ευρώ και ότι δεν θα προέβαινε στην εν λόγω πράξη, εάν δεν είχε δώσει στον Ι. Π. την εντολή, όμως αφ' ενός δεν διευκρινίζεται ποίο επί μέρους ποσόν αφορά την αμοιβή και ποίο τα έξοδα, αφ' ετέρου δε αντιφατικώς προς την προαναφερομένη παραδοχή, ότι το ποσόν αυτό δεν αφορά μόνον αμοιβή αλλά και έξοδα, αφαιρείται εν συνεχεία από το ποσόν της συνολικής αμοιβής, το οποίο εκρίθη ότι εδικαιούτο ως δικηγορική αμοιβή ο Ι.
Π., ολόκληρο το ποσόν των 3500 ευρώ, ενώ, και περαιτέρω, στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος, την οποία προέβαλε η εταιρία "...", γίνεται αναφορά στο ποσόν αυτό αποκλειστικώς ως μέρος της αμοιβής του Ι. Π. και όχι και ως αφορών και έξοδα. Εν όψει των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της εταιρίας "..." ως και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Ι.
Π., αμφότεροι εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, συνάγεται ότι καταχρηστικότης υπάρχει, όταν από την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου ή την διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση η άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, η οποία πρέπει να κρατεί στις συναλλαγές, ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό αυτού, ώστε να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η εν λόγω διάταξη ως έχουσα έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως εφαρμόζεται και επί ασκήσεως δικαιωμάτων απορρεόντων από άλλες επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, ως είναι και οι αξιώσεις των δικηγόρων από την σύμβαση εντολής περί καταβολής από τον εντολέα της αμοιβής, την οποία δικαιούνται κατά τις οικείες διατάξεις.
Αφ' ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 37 εδ. δ' του Κώδικος Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος, κατά την οποία "Η συμφωνία για την αμοιβή και τις δαπάνες πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να την καταλαβαίνει καλά ο πελάτης και να μην έχει καμιά δικαιολογία για αμφισβητήσεις, διαμαρτυρίες, παράπονα και διαπληκτισμούς", προκύπτει ότι η συμφωνία ως προς την αμοιβή του εντολοδόχου δικηγόρου δεν πρέπει να γίνεται κατά τρόπο δυσχερώς αντιληπτό ή υπεκφεύγοντα.
Περαιτέρω, υπό το ισχύον επί αγωγών και ενδίκων μέσων κατατιθεμένων μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015 δικονομικό καθεστώς (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β', 677 επ., 679 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' ΚΠολΔ ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών εξ αμοιβών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου ή του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ' ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους.
Εάν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος έχει προταθεί παραδεκτώς, κατόπιν δε ασκήσεως εφέσεως εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γινόμενο κύριο της όλης υποθέσεως, εξετάζει τον ισχυρισμό αυτόν εντός των δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζομένων ορίων ανεξαρτήτως εάν ο εν λόγω ισχυρισμός έχει επαναφερθεί ή μη ενώπιον αυτού.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εν προκειμένω, η εταιρία "...", όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις αυτής, προέβαλε επικουρικώς κατά της αγωγής του Ι. Π. τον εξής ισχυρισμό, ο οποίος κατόπιν προφορικής προτάσεώς του από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής, κατεχωρίσθη συνοπτικώς στα οικεία πρακτικά, όπως φαίνεται από το τμήμα δηλώσεων και ενστάσεων αυτών: "Ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος:
Προεξέθεσα ότι μου ήταν γνωστή η απαραίτητη σύμπραξη του αντιδίκου για την νομιμοποίησή μου ως διαδίκου, λόγω της καθηγητικής ιδιότητας του Γ. Λεβέντη. Τόσο όμως ο ίδιος ο καθηγητής, όσο και ο συνεργάτης του αντίδικος, ουδέποτε μου εγνώρισαν ότι η σύμπραξη του τελευταίου, είναι δυνατόν να συνεπάγεται την ίδρυση δικαιώματος στο πρόσωπό του για απόληψη ιδιαιτέρας αμοιβής, εάν υποτεθεί ότι τέτοια συνέπεια επέρχεται από το νόμο.
Είχε όμως υποχρέωση ο συμπράξας αντίδικος, να μου το ανακοινώσει αυτό, αλλά ουδέποτε μου το ανεκοίνωσε. Η δικηγορική του όμως ιδιότητα και η εμπλοκή του στις υποθέσεις μου, του επέβαλε αυτήν την υποχρέωση, αλλά δεν την εκπλήρωσε, όπως του την επέβαλε και η εκ της ΑΚ 288 υποχρέωσή του, για καλόπιστη εκπλήρωση της παροχής του, που τέτοια όμως δε νοείται με απόκρυψη της πραγματικότητος.
Μία απόκρυψη όμως που έγινε με δόλο ώστε να μπορεί να αξιωθεί σήμερα ενώπιόν σας η επίδικη αμοιβή που φέρεται να στηρίζεται στο νόμο. Εάν όμως ιδρύεται τέτοια υποχρέωση, εγώ δεν το εγνώριζα, αφού υπελάμβανα ότι "καλύπτει" μόνον τον Γ. Λεβέντη ο αντίδικος για την απρόσκοπτη νομιμοποίησή μου ως διαδίκου. Εάν το εγνώριζα, θα συμβαλλόμουν και με τους δύο στην ίδια σύμβαση εργολαβίας δίκης, ώστε από κοινού αμφότεροι να δικαιούνται κατ' ίσα μέρη ή και με το ποσοστό:
που αυτοί θα ήθελαν, την μοναδική ενιαία εργολαβική αμοιβή και όχι αυτοτελώς κάθε ένας δική του αμοιβή, πολύ δε περισσότερο ώστε να μην δικαιούται ο ένας εργολαβική αμοιβή και ο άλλος διαφορετική πρόσθετη αμοιβή, μη εργολαβική που να στηρίζεται στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Είναι υποχρέωση όμως του Δικηγόρου να τα ανακοινώνει αυτά, διότι ο εντολέας - πελάτης, από τον Δικηγόρο - αναμένει να τα πληροφορηθεί, ο οποίος και τα γνωρίζει.
Παρανόμως, επομένως, μου απεκρύβη η νομική πραγματικότητα, στην οποία επιχειρείται να στηριχθεί η αγωγή, αλλά τούτο συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, με την έννοια της ΑΚ 281. Έτσι, αποβαίνει απορριπτέα η αγωγή για τον λόγο αυτόν, κατά παραδοχή της παρούσης ενστάσεώς μου, όπως επιζητώ να συμβεί. Η αθέμιτη απόκρυψη της νομικής πραγματικότητος, στην οποία στηρίζεται η ένδικη αγωγή, συνιστά εκδήλως δολία συμπεριφορά, διότι μου παρεστάθη ως αναγκαία η σύμπραξη του αντιδίκου στις υποθέσεις μου, αλλά μου απεκρύβη η περαιτέρω νόμιμη συνέπεια που επέρχεται από την αναγκαία εμπλοκή του.
Αυτήν όμως την συνέπεια, την εγνώριζε ο αντίδικος, έχων την ιδιότητα του δικηγόρου. Αν όμως μου την είχε ανακοινώσει, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι θα κατήρτιζα συμφωνία, με το περιεχόμενο που προεξέθεσα, ώστε να μην επιβαρυνθώ με το τεράστιο αγωγικό ποσό, μόνο και μόνο για να μπορέσει ο καθηγητής Γ.
Λεβέντης να με εκπροσωπήσει ακωλύτως". Τον εν λόγω παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό δεν εξήτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθ' όσον απέρριψε την αγωγή δεχόμενο ότι δεν είχε δοθεί από την εταιρία "..." εντολή εκπροσωπήσεως προς τον Ι. Π., ενώ το Μονομελές Εφετείο, το οποίο συμφώνως προς τα ανωτέρω εγκύρως εξήτασε τον εν λόγω ισχυρισμό μετά την κατά παραδοχή της εφέσεως του Ι.
Π. εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απέρριψε αυτόν με την εξής αιτιολογία: "Η ένσταση της εναγομένης - εφεσίβλητης (...) περί καταχρηστικής ασκήσεως κατ' άρθρο 281 του ΑΚ. από τον ενάγοντα της ανωτέρω ένδικης αξιώσεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον τα περιστατικά που αυτή επικαλείται, ακόμα και αν υποτεθούν αληθινά, δεν επαρκούν νομικά για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής του άρθρου 281 του ΑΚ και για να καταστήσουν την ανωτέρω ένδικη αξίωση του ενάγοντος καταχρηστική, ως ασκούμενη κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατά την έννοια της διατάξεως 281 του ΑΚ.
Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκδήλωσε δόλια συμπεριφορά, αποκρύπτοντας από την εναγόμενη τη νομική πραγματικότητα ότι η σύμπραξή του στις άνω (υπό στοιχείο Β) νομικές του ενέργειες, συνεπαγόταν την ίδρυση σε βάρος της δικαιώματος ιδιαίτερης αμοιβής και για τον ίδιο, ήτοι πέραν της οφειλόμενης στον άνω Γεώργιο Λεβέντη, και τούτο διότι η ίδια κατέβαλε στον ενάγοντα για τις ως άνω υπηρεσίες του το ποσό των 3.500 ευρώ και ως εκ τούτου γνώριζε την υποχρέωσή της προς καταβολή αμοιβής και σε αυτόν και δεν της απεκρύβη τούτο δόλια από τον ενάγοντα, ενόψει δε και του υψηλού αντικειμένου της δίκης εκείνης, και του γεγονότος ότι είχαν προηγηθεί και άλλες δίκες με την αντίδικό της - μισθώτρια εταιρεία, για τις οποίες είχε καταβάλει δικηγορικές αμοιβές, γνώριζε ότι το ποσό των 3.500 ευρώ το οποίο του κατέβαλε αφορούσε μόνο ένα μέρος της αμοιβής του".
Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού αφ' ενός υπό τα εκτεθέντα περιστατικά αφορώντα δολία συμπεριφορά συγκροτείται η έννοια της καταχρήσεως δικαιώματος, αφ' ετέρου η επικουρικώς διαλαμβανομένη αιτιολογία, ότι δεν απεδείχθη ότι ο Ι.
Π. δεν απέκρυψε από την εταιρία "..." ότι η παροχή προς αυτόν εντολής εκπροσωπήσεως συνεπήγετο την ίδρυση δικαιώματος ιδίας δικηγορικής αμοιβής επιπλέον εκείνης του Γεωργίου Λεβέντη, τούτο δε διότι η εταιρία "..." κατέβαλε "στον ενάγοντα για τις ως άνω υπηρεσίες του το ποσό των 3.500 ευρώ και ως εκ τούτου γνώριζε την υποχρέωσή της προς καταβολή αμοιβής και σε αυτόν και δεν της απεκρύβη τούτο δόλια από τον ενάγοντα, ενόψει δε και του υψηλού αντικειμένου της δίκης εκείνης, και του γεγονότος ότι είχαν προηγηθεί και άλλες δίκες με την αντίδικό της - μισθώτρια εταιρεία, για τις οποίες είχε καταβάλει δικηγορικές αμοιβές, γνώριζε ότι το ποσό των 3.500 ευρώ το οποίο του κατέβαλε αφορούσε μόνο ένα μέρος της αμοιβής του", είναι αντιφατική, αφού α) το ως άνω ποσόν των 3500 ευρώ, το οποίο εν προκειμένω καταφάσκεται ως αφορών αμοιβή, εν τούτοις σε άλλες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπως έχει προαναφερθεί, εκλαμβάνεται ως αφορών αμοιβή και έξοδα, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται ποίο επί μέρους ποσό αυτού αφορά την αμοιβή και ποίο τα έξοδα, β) η καταβολή του εν λόγω ποσού, η οποία κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έγινε την 3η Ιουλίου 2012, δεν αποσαφηνίζεται εάν έγινε προ της παροχής της εντολής ή μετ' αυτήν, εν όψει μάλιστα του ότι κατά τα ανωτέρω στο καταρτισθέν εργολαβικό συμφωνητικό μεταξύ της εταιρίας και του Γεωργίου Λεβέντη την 19η Φεβρουαρίου 2013 γίνεται λόγος περί εγκρίσεως της συζητήσεως της αγωγής από τους εντολοδόχους, γ) η παραδοχή ότι προηγήθησαν και άλλες δίκες με την αντίδικο, "για τις οποίες (η εταιρία) είχε καταβάλει δικηγορικές αμοιβές", τελεί σε ανακολουθία προς τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι σε όλες τις προηγηθείσες δίκες και δικαστικές ενέργειες δεν υπήρξε παροχή εντολής εκ μέρους της εταιρίας προς τον Ι.
Π., αλλά αυτός μετείχε ως απλούς συνεργάτης του Γεωργίου Λεβέντη μη δικαιούμενος αμοιβής και μόνον ως προς την συζήτηση της από 9ης Μαρτίου 2011 αγωγής και την κατάθεση προτάσεων επ' αυτής εδέχθη το Μονομελές Εφετείο ότι παρεσχέθη προς αυτόν εντολή, την οποία και αφορά η επιδικασθείσα δικηγορική αμοιβή.
Συνεπώς, ο έτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της εταιρίας "...", δια του οποίου προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως του ουσιαστικού δικαίου κανόνος του άρθρου 281 ΑΚ και της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας αντιστοίχως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Εάν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ είναι απαράδεκτος, εάν προβάλλονται ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν αποτελούν πράγματα, όπως ισχυρισμοί συνεχόμενοι προς την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως συνιστώντες άρνηση αυτής, ή νομικά επιχειρήματα ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, δια του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Π. προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι ως προς την σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση των ως άνω από 9ης Μαρτίου 2011 και 30ής Οκτωβρίου 2012 αγωγών της εταιρίας και της από 25ης Απριλίου 2013 εφέσεως αυτής κατά της υπ' αριθμόν 400/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο Ι.
Π. ενήργησε ως απλούς συνεργάτης του Γεωργίου Λεβέντη, εδέχθη πράγματα μη προταθέντα, αφού η εταιρία "..." δεν είχε δια των προτάσεων αυτής χαρακτηρίσει τον Ι. Π. ως απλό συνεργάτη του Γεωργίου Λεβέντη, αλλά ως βοηθό εκπληρώσεως αυτού. Ο ως άνω λόγος, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια αλλά πραγματικό επιχείρημα αφορών στην εκτίμηση των αποδείξεων, κατά πάσα δε περίπτωση, η σχετική παραδοχή του Δικαστηρίου έχει διαληφθεί ως εκ περισσού, αφού μόνο το αποδεικτικό πόρισμα ότι η εταιρία δεν έδωσε εντολή εκπροσωπήσεως ως προς τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις στον Ι.
Π. στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη του σχετικού αιτήματος της αγωγής, χωρίς να προσαπαιτείται να διαλάβει το Δικαστήριο και κρίση περί της σχέσεως μεταξύ αυτού και του Γεωργίου Λεβέντη, καθ' όσον κατά τα προαναφερθέντα υπόχρεως προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου είναι εκείνος, ο οποίος έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υποθέσεως, την οποία αφορά η αμοιβή, και όχι ο κύριος της υποθέσεως, εάν δεν έδωσε την εντολή.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, όμως δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του, περιλαμβάνει και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Από την εν λόγω μνεία και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχονται ειδικότερες αιτιολογίες επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του προς σχηματισμό της κρίσεώς του και τα εξής έγγραφα: την από 18ης Οκτωβρίου 2013 αγωγή του Γεωργίου Λεβέντη κατά της εταιρίας "...", τα πρακτικά της δίκης επί της εν λόγω αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την υπ' αριθμόν 115/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 3ης Φεβρουαρίου 2014 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία της εταιρίας "...", την από της αυτής ημερομηνίας εξώδικη απάντηση του Ι. Π., το από 19ης Φεβρουαρίου 2013 συμφωνητικό εργολαβίας μεταξύ της προαναφερομένης εταιρίας και του Γεωργίου Λεβέντη και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Ι. Π., ως επίσης ότι έλαβε υπ' όψιν του και την δικαστική ομολογία αυτής ότι ο Ι. Π. υπέγραψε τα δικόγραφα των ως άνω από 9ης Μαρτίου 2011 και 30ής Οκτωβρίου 2012 αγωγών και της από 25ης Απριλίου 2013 εφέσεως κατά της υπ' αριθμόν 400/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς, οι τρίτος, τέταρτος και έκτος, τελευταίος, κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Π., με τους οποίους προσάπτεται η ως άνω αναιρετική αιτίαση εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψιν από το Μονομελές Εφετείο τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αφορώντα ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, τα οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει ο Ι.
Π., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο. Προϋποθέσεις της ιδρύσεως του προαναφερομένου αναιρετικού λόγου είναι να πρόκειται αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ και αφ' ενός η παραμόρφωση να εντοπίζεται σε προφανές διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, το οποίο να προκύπτει από την σύγκριση του φερομένου ως περιεχομένου του εγγράφου και του αληθούς κατά λέξη περιεχομένου αυτού, αφ' ετέρου δε το επίδικο έγγραφο να προσέκτησε πρωτεύοντα λόγο κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, ούτως ώστε να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του σφάλματος αναγνώσεως του δικαστηρίου και του επιζημίου ως προς τον αναιρεσείοντα αποδεικτικού πορίσματος.
Επομένως, εάν το δικαστήριο απλώς συνεξετίμησε το έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο αυτού εν σχέσει με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ, εάν το δικαστήριο της ουσίας εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου μετά από ορθή ανάγνωση αυτού και κατέληξε σε πόρισμα διάφορο εκείνου, το οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων, ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού προσβάλλεται η μη ελεγκτή αναιρετικώς συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των πραγμάτων από το δικαστήριο της ουσίας.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Π. προσάπτεται επικουρικώς η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 19ης Φεβρουαρίου 2013 συμφωνητικού εργολαβίας μεταξύ της εταιρίας "..." και του Γεωργίου Λεβέντη κατά την περικοπή τούτου "...και αφ' ετέρου ο δικηγόρος α) Γεώργιος Λεβέντης...", την οποία εάν είχε αναγνώσει ως "αφ' ετέρου "α" αντισυμβαλλόμενο, οπόθεν φυσιολογικά συνάγεται ότι υπήρχε και "β" αντισυμβαλλόμενος της αναιρεσίβλητης δικηγόρος", ασφαλώς θα κατέληγε σε πόρισμα ευνοϊκό ως προς τον Ι. Π., με τον έκτο δε λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αυτού κατά το έτερο σκέλος του προσάπτεται επικουρικώς η αυτή πλημμέλεια ως προς τα παρατιθέμενα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ιδίου προς την προαναφερομένη εταιρία και αντιστρόφως. Όμως, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο ορθώς ανέγνωσε τόσον την προπαρατεθείσα περικοπή του συμβολαίου εργολαβίας δίκης όσον και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ Ι. Π. και της ως άνω εταιρίας, αλλά απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διάφορο του προτεινομένου από τον Ι. Π..
Συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω οι εν λόγω λόγοι, εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατόν να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εξ άλλου, εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.
Εν προκειμένω, εν όψει των κατά τα ανωτέρω δεκτών γενομένων λόγων των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί καθ' ολοκληρίαν η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν ο Ι. Π. ως αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εταιρίας "..." και η εταιρία "..." ως αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ι. Π., ως ορίζεται στο διατακτικό. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων διαφορών εξ αμοιβών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως της εταιρίας "...", έχει κατατεθεί το αναφερόμενο παράβολο, χωρίς όμως να υφίσταται σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά διαφορά εξ αμοιβών.
Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των από 9ης Ιανουαρίου 2018 και 12ης Φεβρουαρίου 2018 αιτήσεων αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 4489/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.
Καταδικάζει τον Ι. Π. ως αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εταιρίας "..." ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ και την εταιρία "..." ως αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ι. Π. ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ