Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of guarantor's claim against bank.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a guarantor against the Athens Court of Appeal's decision rejecting his lawsuit. The guarantor sought to have a debt declared non-existent and to revoke a mortgage registration, arguing the bank failed to inform him of the remaining debt balance between 2006 and 2012. The court found the appeal inadmissible as it did not cite specific errors under Article 559 of the Code of Civil Procedure and ruled the lower court's findings on the settlement and debt balance were correct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to cite specific errors under Article 559 and the lower court's decision is based on correct legal interpretation and evidence evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1819 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1819/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητα του προσωρινού εκκαθαριστή της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΡΟΠΟΛ ΑΔΕΛΦΟΙ Α. ΚΑΙ Μ. Σ. ΑΕΒΕ", ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Μουλά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Παπαιωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1438/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1224/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 1224/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της υπ' αρ. 1438/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή που άσκησε αυτός ατομικά και ως προσωρινός εκκαθαριστής της τελούσας υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία ""ΑΚΡΟΠΟΛ ΑΔΕΛΦΟΙ Α.
και Μ. Σ. ΑΕΒΕ", με την οποία ζητούσε : α) να αναγνωριστεί ότι δεν υφίσταται οφειλή αυτού του ιδίου, ως εγγυητή και της ως άνω εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας, ως πρωτοφειλέτριας από την υπ' αρ. 1696/1976 σύμβαση που κατάρτισαν με την εναγομένη - αναιρεσίβλητη, β) να διαταχθεί η ανάκληση των υπ' αρ. 8418/1984 και 14140/1991 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει των οποίων επιτράπηκε στην αναιρεσίβλητη η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο της παραπάνω εταιρείας και γ) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να του καταβάλει, ως αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, το ποσό των 300.000 ευρώ.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914AK προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργός λόγος ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή, να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288ΑΚ (ΑΠ 16/2024, 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).
Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψή του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 16/2024, AΠ 999/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 216/2017). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτή ως λόγος αναιρέσεως, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναιρέσεως παραβιάσθηκε (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 216/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να κρίνει μη νόμιμη, την αγωγή κατά το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη οφείλει στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα 300.000 ευρώ, ως αποζημίωση, από αδικοπραξία, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 ΑΚ.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ατομικά και υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΡΟΠΟΛ ΑΔΕΛΦΟΙ Α. ΚΑΙ Μ. Σ. ΑΕΒΕ", ιστορούνταν τα ακόλουθα : Ότι ο ενάγων - αναιρεσείων είχε εγγυηθεί (μαζί με άλλους συνεγγυητές) την καλή εκτέλεση της υπ' αρ.1696/1976 συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε καταρτισθεί μεταξύ της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και της πιστούχου ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας.
Ότι η οφειλή της πιστούχου και των εγγυητών ανερχόταν στις 4-8-2004, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, σε 226.130,55 ευρώ. Ότι η συνεγγυήτρια Σ. Π. κατέβαλε στην εναγομένη στις 11-7-2006 για την εξόφληση της οφειλής της από την παραπάνω σύμβαση πιστώσεως, το ποσό των 220.000 ευρώ. Ότι, κατόπιν αυτού η εναγομένη παραιτήθηκε από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 25-8-1987 αγωγής διαρρήξεως μεταβιβάσεως ακινήτου, που είχε ασκήσει και εκκρεμούσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών σε βάρος της Σ.
Π., ως εγγυήτριας για την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου της άνω συμβάσεως, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι η σε βάρος της άνω εγγυήτριας απαίτησή της έχει πλήρως εξοφληθεί, ενώ δεν διατήρησε κάποια επιφύλαξη για είσπραξη από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και τους εγγυητές οποιουδήποτε υπολειπόμενου ποσού από την ίδια σύμβαση.
Ότι, ενώ η εναγομένη γνώριζε ότι με την καταβολή του ποσού των 220.000 ευρώ είχε πλήρως και ολοσχερώς εξοφληθεί η απαίτησή της προς την εταιρεία "ΑΚΡΟΠΟΛ ΑΦΟΙ Α. ΚΑΙ Μ. Σ. ΑΒΕΕ" και τους εγγυητές της, με σκοπό τη βλάβη αυτών, με την από 2-3-2012 επιστολή της, απαντώντας σε σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος, του γνωστοποίησε ότι τόσο η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία όσο και ο ίδιος συνεχίζουν να της οφείλουν το ποσό των 84.830,66 ευρώ, ως κατάλοιπο από την υπ' αρ. 1696/10-2-1976 σύμβαση πιστώσεως.
Ότι, στην περίπτωση που καταρτίστηκε ιδιαίτερη συμφωνία με την εγγυήτρια Σ. Π., η εναγομένη, καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός της και με σκοπό να βλάψει την πρωτοφειλέτρια και τους λοιπούς εγγυητές, προέβη σε συμβιβασμό με τη Σ.
Π. αν και είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από αυτή να καταβάλει το σύνολο της οφειλής της εταιρείας, όπως ήταν διαμορφωμένο στις 11-7-2006. Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, μετά και τον γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος για αποζημίωση σε αναγνωριστικό, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι δεν υφίσταται οφειλή αυτού του ιδίου, ως εγγυητή και της ως άνω εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας, ως πρωτοφειλέτριας από την προαναφερόμενη σύμβαση που κατάρτισαν με την εναγομένη - αναιρεσίβλητη, β) να διαταχθεί η ανάκληση των υπ' αρ. 8418/1984 και 14140/1991 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει των οποίων επιτράπηκε στην εναγομένη η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο της παραπάνω εταιρείας και γ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 300.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που του προκάλεσε η περιγραφόμενη στο δικόγραφο αδικοπρακτική συμπεριφορά της.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή, ως προς τη βάση της από την αδικοπραξία είναι μη νόμιμη, διότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα μη απαίτηση εκ μέρους των οργάνων της εναγομένης από την εγγυήτρια Σ. Π. του συνολικού ποσού της οφειλής της, αλλά μόνο του ποσού των 220.000 ευρώ, χωρίς να δηλώσει η εναγομένη στο δικόγραφο της παραιτήσεως από την αγωγή της ρητή επιφύλαξη για την είσπραξη του υπολοίπου από τον ίδιο (ενάγοντα) και την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, δεν συνιστά παράνομη πράξη και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη στην αγωγή ζημία του ενάγοντος ποσού 300.000 ευρώ.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αγωγή κατά το παραπάνω αίτημά της είναι μη νόμιμη, απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος και δεν εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί το ίδιο αίτημα της αγωγής ως αόριστο, για να μην εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, ορθώς ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός, από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο: α) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να τίθεται ζήτημα λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1409/2018). Ομοίως και ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, που ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΑΠ 289/2017, ΑΠ 1414/2015).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο απέρριψε την αδικοπρακτική βάση της αγωγής του, χωρίς να θεμελιώσει την κρίση που σχημάτισε σε κάποια αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα, ενώ με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο απέρριψε την αδικοπρακτική βάση της αγωγής του, χωρίς να εξετάσει τα έγγραφα που προσκομίστηκαν (συμβάσεις, εξώδικα), από τα οποία προέκυπτε ότι η ανεξόφλητη οφειλή του συνδέεται αιτιωδώς με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.
Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που έκρινε μη νόμιμη την αδικοπρακτική βάση της αγωγής, η οποία είχε απορριφθεί πρωτόδικα ως αόριστη, δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και συνεπώς, οι παραπάνω από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι δεν ιδρύονται, σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα και είναι απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Απορρίπτεται, έτσι, ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1935/2014, AΠ 436/2014). Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 8/2019).
Με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο (κατά το πρώτο σκέλος του) αναιρετικούς λόγους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη : α) ότι το χρεωστικό υπόλοιπο από την επίδικη σύμβαση στις 11-7-2006, οπότε η συνεγγυήτρια κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 220.000 ευρώ, ανερχόταν στο ποσό των 260.000 ευρώ και β) ότι ο συμβιβασμός που καταρτίστηκε μεταξύ της άνω συνεγγυήτριας και της αναιρεσίβλητης δεν ενεργεί υπέρ αυτού, ως συνεγγυητή και της πρωτοφειλέτριας εταιρείας.
Τα ως άνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά δεν συνιστούν "πράγματα", όπως η έννοια αυτή εκτίθεται στη μείζονα σκέψη και δεν θεμελιώνουν την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συνεπώς, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω, στο άρθρο 871ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνες των άρθρων 454, 483 και 484 του ΑΚ προκύπτει ότι, ο συμβιβασμός που συνάπτει ένας από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες με το δανειστή, εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από αυτόν, ήτοι η αντικειμενική του ενέργεια, ενεργεί υπέρ και σε βάρος του συνοφειλέτη με τον οποίο συμφωνήθηκε ο συμβιβασμός, ενεργεί δηλαδή υποκειμενικά και δεν απαλλάσσει συνεπώς τους άλλους συνοφειλέτες. Αν όμως ο από τις αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών συμβιβασμός περιέχει γεγονότα που ενεργούν αντικειμενικά, όπως είναι η καταβολή από τον άνω συνοφειλέτη, τότε ο συμβιβασμός, κατά το μέρος αυτό, ενεργεί αντικειμενικά δηλαδή απαλλάσσει και τους λοιπούς συνοφειλέτες, οι οποίοι, επομένως, εφεξής, υποχρεούνται αλληλεγγύως σε καταβολή μόνο της υπόλοιπης παροχής. Επίσης, αν ο συμβιβασμός περιέχει άφεση χρέους προς το συνοφειλέτη από το δανειστή, τότε απαλλάσσει και τους λοιπούς συνοφειλέτες, δηλαδή ενεργεί αντικειμενικά, εφόσον συνομολογήθηκε με τέτοιο σκοπό.
Συνεπώς, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να εναγάγει ή όλους τους υπαίτιους ταυτόχρονα, ή διαδοχικά, απαιτώντας από καθένα τους ολόκληρη την χρηματική απαίτησή του. Στην περίπτωση, όμως, που κάποιος από τους συνυπόχρεους κατέβαλε το ποσό της απαιτήσεως, δεν δικαιούται ο δικαιούχος να στραφεί πλέον για το ποσό αυτό κατά των υπολοίπων, καθώς η καταβολή, και αν αυτή έγινε στο πλαίσιο συμβιβασμού, αναπτύσσει αντικειμενική ενέργεια υπέρ των υπολοίπων συνυπόχρεων, οι οποίοι δικαιούνται να προβάλουν τη σχετική από το άρθρο 483 ΑΚ ένσταση.
Το ίδιο συμβαίνει και εάν για οποιοδήποτε λόγο που ενεργεί κατά τα ανωτέρω αντικειμενικώς, όπως λόγω αφέσεως χρέους ή συμβιβασμού, έχει αποσβεσθεί η απαίτηση. Εάν όμως η καταβολή από κάποιο συνοφειλέτη ή η άφεση χρέους ή η παραίτηση που συνιστά άφεση χρέους του δανειστή προς κάποιο συνοφειλέτη ή ο συμβιβασμός του δανειστή με κάποιον των συνοφειλετών, αφορά μέρος της χρηματικής απαιτήσεως, κατά το μέρος που ενεργούν αυτά τα γεγονότα αντικειμενικά, επιφέρουν απαλλαγή των λοιπών συνυπόχρεων μόνο κατά το μέρος τούτο και ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τους συνοφειλέτες το υπόλοιπο μη αποσβεσθέν μέρος της, γι` αυτή την αιτία, απαιτήσεώς του (ΑΠ 1354/2019, ΑΠ 1694/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019).
Με το δεύτερο σκέλος του έκτου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι με τον καταρτισθέντα μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εγγυήτριας Σ.
Π. συμβιβασμό, δυνάμει του οποίου η τελευταία κατέβαλε το ποσό των 220.000 ευρώ, αποσκοπούσαν στην άρση ολόκληρης της βασικής ενοχής και στην απαλλαγή του ιδίου ως εγγυητή και της πρωτοφειλέτριας εταιρείας από κάθε οφειλή. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΡΟΠΟΛ ΑΦΟΙ Α.
ΚΑΙ Μ. Σ. Α.Ε." κατάρτισε με την εναγομένη την υπ' αρ. 1696/10.2.1976 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 6.000.000 δραχμών, ποσό το οποίο αυξήθηκε δυνάμει των από 16.4.1976, 4.5.1976, 12.8.1976, 23.2.1977,13.7.1977, 2.8.1977, 23.8.1978, 11.12.1978, 8.2.1979, 17.9.1979, 26.9.1979, 1.4.1980, 21.4.1981, 29.6.1981, 26.10.1981, 12.4.1982, 14.7.1982, 23.7.1982, ....1982, 2.8.1982, 30.8.1982, 14.9.1982, 4.10.1982, ....1982, 11.1.1983, 27.1.1983 και 3.5.1983 αυξητικών συμβάσεων σε 118.000.000 δραχμές.
Με τις αυξητικές συμβάσεις συμφωνήθηκε ότι η όλη πίστωση διέπεται από τους ίδιους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση. Στην αρχική σύμβαση και στις από 16.4.1976, 4.5.1976, 12.8.1976, 23.2.1977, 13.7.1977,2.8.1977, 23.8.1978, 11.12.1978, 8.2.1979, 17.9.1979 και 26.9.1979 αυξητικές συμβάσεις είχε συμβληθεί μεταξύ άλλων η Σ. Π. το γένος Ι.
Σ. ως εγγυήτρια για την καλή εκτέλεση των υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας από την πίστωση, ειδικότερα εγγυήθηκε την εξόφληση της χορηγηθείσας πίστωσης μέχρι του ποσού των 47.000.000 δραχμών ήτοι 137.931,03 ευρώ πλέον τόκων προμηθειών και εξόδων ενεχόμενη ως αυτοφειλέτρια παραιτηθείσα της ενστάσεως της διζήσεως και κάθε εν γένει ενστάσεως εκ των άρθρων 853 - 858 και 862 - 868 ΑΚ.
Την 28.3.1986 η εναγομένη, επειδή η πιστούχος δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση, προέβη στο οριστικό κλείσιμο των ανοικτών λογαριασμών μέσω των οποίων κινήθηκε η πίστωση. Κατά το κλείσιμο αυτό το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου ανερχόταν σε 66.619.107 δραχμές πλέον τόκων υπερημερίας από την επομένη του κλεισίματος των λογαριασμών.
Εξάλλου, από το κατάστημα Πλατείας Συντάγματος της εναγομένης χορηγήθηκαν στην πιστούχο εταιρία και τέσσερα βιοτεχνικά δάνεια από τα ειδικά κεφάλαια της ... με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου μέσω της υπ' αρ. ....1983 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και της πρόσθετης πράξης αυτής, που με τις από ....1983, ....1984, ....1984, ....1985 και ....1986 ταυτάριθμες αυξητικές πράξεις της, έφτασε στο ύψος των 60.950.000 δραχμών ή 178.870,14 ευρώ.
Λόγω μη εξυπηρέτησης των σχετικών όρων της χρηματοδότησης, την 27.2.1986 το εν λόγω κατάστημα της εναγόμενης έκλεισε οριστικά με καταγγελία την πίστωση και τα χρεωστικά κατάλοιπα των λογαριασμών μέσω των οποίων κινήθηκε, συνολικού ύψους 60.904.138 δραχμών ή 178.736 ευρώ, μεταφέρθηκαν στους λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης.
Η πιστούχος εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ' αρ. 1101/28.3.1986 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία περατώθηκε με πτωχευτικό συμβιβασμό με ποσοστό 15% στα ανέγγυα μέρη και των δύο συμβάσεων, ήτοι συνολικά 11.735.988 δραχμών ή 34.441,64 ευρώ, εξοφλητέο σε τέσσερις εξαμηνιαίες δόσεις από 2.933.997 δραχμές ή 8.610,41 ευρώ η κάθε μία.
Ο συμβιβασμός επικυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αρ. 2206/9.6.1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Για τη σύμβαση πίστωσης με αριθμό 2466/1983 ζητήθηκε από την εναγομένη η κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και βεβαιώθηκε στη ΦΑΒΕ συνολικό ποσό 61.851.232 δραχμών ή 181.514 ευρώ. Έναντι αυτού του ποσού εισπράχθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο συνολικό ποσό 140.134 ευρώ (47.750.660 δραχμές).
Επειδή το πτωχευτικό μέρισμα δεν καταβλήθηκε, σε ασφάλειά του ενέγραψε η εναγομένη προσημείωση υποθήκης β' σειράς για το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.367,58 ευρώ, με την υπ' αρ. 14410/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε γήπεδο έκτασης 2.583 τ.μ. στη θέση "..." του Δήμου Αλίμου - ιδιοκτησίας της πρωτοφειλέτριας, σε ασφάλεια και των δύο προαναφερθεισών συμβάσεων.
Επί του ως άνω ακινήτου είχε εγγράφει συναινετικά δυνάμει της υπ' αρ. 8418/1984 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσημείωση Α' σειράς 8.000.000 δραχμών ήτοι 23.477,62 ευρώ σε ασφάλεια της πρώτης ως άνω υπ' αρ. 1696/1976 σύμβασης πίστωσης. Κατά συνέπεια, η οφειλή της πρωτοφειλέτριας εταιρίας όπως διαμορφώθηκε βάσει των όρων και των προσθέτων πράξεων της υπ' αρ. 1696/1976 σύμβασης πίστωσης μετά των αναλογούντων τόκων, είχε διαμορφωθεί την 4.8.2004 στο ποσό των 918.667,79 ευρώ.
Στη συνέχεια, η οφειλή αυτή περιορίστηκε κατ' άρθρο 39 Ν. 3259/2004, ανερχόμενη την 4.8.2004 στο ποσό των 226.130,55 ευρώ εντόκως από την 4.8.2004. Με την από 5.1.2005 γνωστοποίηση και πρόσκλησή της η εναγομένη, ενημέρωσε την εγγυήτρια Σ. Π., η οποία είχε εγγυηθεί μέχρι του ποσού των 47.000.000 δραχμών ή 137.931,03 ευρώ, ότι η συνολική οφειλή της ανερχόταν την 4.8.2004, για κεφάλαιο και τόκους μετά τον ευεργετικό υπολογισμό του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, στο ποσό των 239.532,63 ευρώ πλέον τόκων από 4.8.2004.
Εν συνεχεία την ενημέρωσε ότι επειδή η οφειλή της πρωτοφειλέτριας είχε τον ίδιο χρόνο περιοριστεί με βάση τον Ν. 3259/2004 και καταβολές που είχαν πραγματοποιηθεί στο ποσό των 226.130,55 ευρώ, η απαίτηση της εναγόμενης σε βάρος της περιορίστηκε στο ίδιο ποσό των 226.130,55 ευρώ πλέον τόκων από 4.8.2004. Την 11.7.2006 και ενώ η οφειλή της άνω εγγυήτριας με τους τόκους είχε ανέλθει στο ποσό των 260.000 ευρώ περίπου, η εγγυήτρια, στα πλαίσια συμβιβασμού, κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 220.000 ευρώ, εξοφλώντας ολοσχερώς την απαίτηση που είχε η εναγομένη σε βάρος της.
Για το λόγο αυτό, η εναγομένη επέδωσε στην εγγυήτρια την από 11.7.2006 παραίτησή της από το δικόγραφο και το δικαίωμα της υπ' αρ. 497/1988 αγωγής της για τη διάρρηξη μεταβίβασης ακινήτου στην οποία προέβη η εγγυήτρια προς τον σύζυγό της Π. Π., ο οποίος κληρονομήθηκε από την θυγατέρα του Δ. Π. Με την καταβολή αυτή, λόγω της αντικειμενικής της ενέργειας κατ' άρθρο 483 ΑΚ, εξοφλήθηκε ισόποσα και η οφειλή των υπολοίπων εις ολόκληρο οφειλετών, ήτοι της πιστούχου εταιρίας και του εγγυητή Μ.
Σ., οι οποίοι οφείλουν όμως το υπόλοιπο, αφού ο συμβιβασμός της εγγυήτριας Σ. Π. και της εναγομένης δεν ενεργεί και υπέρ αυτών. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η εναγομένη και η άνω εγγυήτρια, με τον καταρτισθέντα μεταξύ τους συμβιβασμό, σκοπούσαν στην άρση ολόκληρης της βασικής ενοχής και την απαλλαγή των υπολοίπων συνυποχρέων.
Ούτε χρειαζόταν ως ισχυρίζεται ο ενάγων να διατυπωθεί επιφύλαξη εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας, ότι εξακολουθεί να επιθυμεί και να επιδιώκει την ικανοποίηση της υπόλοιπης απαίτησής της από τους υπόλοιπους συνυποχρέους, ούτε το γεγονός ότι δεν προέβη σε τέτοια επιφύλαξη συνεπάγεται ότι η απαίτησή της δήθεν απωλέστηκε, Ενόψει τούτων, το υπόλοιπο της οφειλής συνέχισε να βαρύνει τους υπόλοιπους συνυποχρέους, η δε εναγομένη με την από 2.5.2012 επιστολή της ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι η οφειλή της εταιρίας και του ιδίου ανερχόταν τότε στο ποσό των 84.830,66 ευρώ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται από την παρούσα, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ως εκ τούτου αβάσιμοι στην ουσία τους κρίνονται οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης και απορριπτέοι όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της....".
Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, τον οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι στις 11-7-2006, ενώ η οφειλή της εγγυήτριας με τους τόκους είχε ανέλθει στο ποσό των 260.000 ευρώ, στα πλαίσια συμβιβασμού, η εγγυήτρια κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 220.000 ευρώ, εξοφλώντας ολοσχερώς την απαίτηση που είχε σε βάρος της η αναιρεσίβλητη, για τον λόγο δε αυτό η τελευταία επέδωσε στην εγγυήτρια την από 11-7-2006 παραίτησή της από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής της για τη διάρρηξη μεταβιβάσεως ακινήτου, στην οποία είχε προβεί η εγγυήτρια προς το σύζυγό της, με την ως άνω δε καταβολή εξοφλήθηκε ισόποσα και η οφειλή της πιστούχου εταιρείας και του αναιρεσείοντος - εγγυητή, οι οποίοι όμως οφείλουν το υπόλοιπο ποσό των 84.830,66 ευρώ, καθόσον η αναιρεσίβλητη και η εγγυήτρια με τον καταρτισθέντα μεταξύ τους συμβιβασμό δεν σκοπούσαν στην απαλλαγή της πιστούχου εταιρείας και του αναιρεσείοντος- εγγυητή.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν έπραξε όπως όφειλε από τη συναλλακτική ηθική και δεν τον ενημέρωσε από το έτος 2006 έως το έτος 2012 για το υπόλοιπο της οφειλής, ενώ με πλειστηριασμούς ακινήτων έχει εισπράξει για χρέος ύψους 195.507,28 ευρώ το συνολικό ποσό των 1.587.221,66 ευρώ κατά παράβαση των άρθρων 281, 904, 914ΑΚ και ήδη με την καταβολή στις 8-10-2020 ποσού 168.651,34 ευρώ προς αυτή δεν υφίσταται απαίτηση σε βάρος του ιδίου και της πρωτοφειλέτριας ως άνω εταιρείας από την επίδικη σύμβαση πιστώσεως, γι' αυτό και η αναιρεσίβλητη έχει συναινέσει στην άρση όλων των βαρών στα λοιπά ακίνητα της εταιρείας και των εγγυητών. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος αφού με τα επικαλούμενα ως άνω από τον αναιρεσείοντα δεν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κάποια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που θεμελιώνουν λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της αναιρεσίβλητης, ελλείψει σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 1224/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ