1819/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1819/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 3-1-2017 έκθεση της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1819 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1819/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Σπυρίδωνα Φόρτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ό. Π. Π., Δικηγόρου, κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και από 1-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4246/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-12-2015 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 3-1-2017 έκθεση της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσίβλητη την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 977 ΑΚ προκύπτει ότι η νομή με ειδική διαδοχή αποκτάται: α) σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου με παράδοση του πράγματος στον αποκτώντα που γίνεται με τη βούληση του έως τώρα νομέα, β) με συμφωνία ανάμεσα στον αποκτώντα και τον έως τώρα νομέα ότι ο τελευταίος ή τρίτος θα παραμείνει στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση.
Σ’ αυτή την περίπτωση έναντι του τρίτου μεταβιβάζεται η νομή στον αποκτώντα αφότου γνωστοποιηθεί αυτό στον τρίτο από τον έως τώρα νομέα. Παρέπεται ότι αν μεταξύ του έως τώρα νομέα και του αποκτώντος δεν συμφωνηθεί τίποτα σχετικά με την κατοχή του τρίτου ή αν η αντίστοιχη γνωστοποίηση προς τον τρίτο δεν λάβει χώρα, ο αποκτών δεν μπορεί να αντιτάξει τη νομή του επί του πράγματος έναντι του τρίτου και γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να ασκεί τη φυσική εξουσία πάνω σ’ αυτό.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 158, 361, 369 και 973 του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι η συμφωνία για τη μεταβίβαση της νομής ακινήτου, η οποία δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα, αφού δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που μνημονεύονται περιοριστικά στο άρθρο 973 του πιο πάνω κώδικα, δεν υπόκεινται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (κατ’ εφαρμογή του άρθρου 369 ΑΚ), ούτε και σε μεταγραφή (κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1033 και 1198 του ίδιου κώδικα), αλλά αποτελεί αφηρημένη ή αναιτιώδη δικαιοπραξία, το κύρος της οποίας δεν επηρεάζεται από την ακυρότητά ή την ανυπαρξία της αιτίας, εκτός εάν, κατά τη βούληση των μερών, το κύρος της συμφωνίας περί μεταβιβάσεως της νομής εξαρτήθηκε από την αιτία που την υπαγόρευσε, το τελευταίο δε διατυπώθηκε από αυτά ως αίρεση της δικαιοπραξίας.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 974, 980 και 982 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος άρχισε να κατέχει το πράγμα με βάση κάποια έννομη σχέση (π.χ. μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη κ.λ.π.), θεωρείται απλός κάτοχος και τεκμαίρεται ότι κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος, όχι για λογαριασμό του, αλλά ως αντιπρόσωπος του νομέα (εκμίσθωση, χρήση, παρακαταθήκης κ.λ.π.) και για όσο χρόνο διατηρεί την κατοχή του πράγματος, τεκμαίρεται ότι το κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος, όχι για λογαριασμό του, αλλά ως αντιπρόσωπος του νομέα (εκμισθωτή, χρήστη, παρακαταθέτη κ.λ.π.) και για όσο χρόνο διατηρεί την κατοχή του πράγματος, τεκμαίρεται ότι το κατέχει στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου νομέα, για τον οποίο η νομή δεν χάνεται, προτού ο αντιπρόσωπος εκδηλώσει την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για τον εαυτό του ή για άλλον και ο αντιπροσωπευόμενος νομέας λάβει γνώση της μεταστροφής της βούλησης του αντιπροσώπου του.
Κατ’ ακολουθία, σε περίπτωση που ο μισθωτής αντιποιεύεται τη νομή ακινήτου για τον εαυτό του ή και για τρίτον, αυτή, <νομή> δεν χάνεται για τον αντιπροσωπευόμενο νομέα ή τον κληρονόμο του (αφού κατά το άρθρο 983 ΑΚ η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα) προτού ο μισθωτής εκδηλώσει την μεταστροφή της βούλησής του και την πρόθεσή του να νέμεται πλέον το πράγμα για τον εαυτό του ή και για τρίτον, λάβουν δε γνώση του γεγονότος αυτού ο νομέας ή (εφόσον αυτός, στο μεταξύ απεβίωσε) ο κληρονόμος του και δεν εναντιωθούν αποτελεσματικά.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ, που ορίζει ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται, ότι η κτήση της νομής των ακινήτων επέρχεται αυτοδικαίως με το θάνατο του κληρονομουμένου, ο δε κληρονόμος ακόμη και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων ακινήτων και χωρίς να αποδεχθεί την κληρονομία και να μεταγράψει τη σχετική πράξη αποδοχής, μάλιστα και χωρίς να έχει λάβει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων τους, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέα αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ’ αυτής δικαιώματα, με την προϋπόθεση ότι ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του είχε τη νομή των κληρονομιαίων πραγμάτων.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 574, 612, παρ. 1, 619, 620, 632, 641 και 1710 ΑΚ προκύπτει ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομ και κατά συνέπεια και σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του, μόλις ή σιωπηρά αποδεχθούν την κληρονομία (ΑΚ 1846, ..., 1850, 1857, 1940) χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (ΑΚ 1846 σε συνδυασμό με 1192, 1198).
Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει και πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου ο ίδιος από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
λόγοι αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τον κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα, ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικό μέσων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση αναφορικά με τις αντίθετες και για το ίδιο ακίνητο συνεκδικασθείσες αγωγές, νομής των διαδίκων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι το με στοιχεία (4Α) κατάστημα του ισόγειου ορόφου πολυκατοικίας, κείμενης στην περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, επί της πρώην πλατείας ..., στη διασταύρωση των οδών ..., στην οποία φέρει αριθμό …, έχει επιφάνεια 27,60 τ.μ., απεικονίζεται στο από μηνός Ιουλίου 1969 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου και στον από 15-1-1970 πίνακα κατανομής ποσοστών και αναλογιών του πολιτικού μηχανικού Θ.
Χ., που προσαρτάται στο .../1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθήνας Σ. Κ. και συνορεύει, ανατολικά, με ιδιοκτησία Κ. και φωταγωγό, δυτικά, με το "…" κατάστημα και φωταγωγό, βόρεια, με όμορη ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Ρ. και φωταγωγό και νότια, με την οδό .... Στο κατάστημα αυτό ανήκει η "4Α" αποθήκη του υπογείου της, ως άνω, πολυκατοικίας, η οποία έχει επιφάνεια 27,60 τ.μ.
και συνορεύει, ανατολικά, με όμορη ιδιοκτησία Κ., νότια, με την οδό ..., δυτικά, με την … αποθήκη του υπογείου και βόρεια, με φωταγωγό και όμορη ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Ρ.. Το ακίνητο αυτό, το οποίο έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ δυνάμει της νόμιμα μεταγεγραμμένης .../1970 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Κ., ανήκε κατά κυριότητα στον Π. Γ., στον οποίο είχε περιήλθε με το νόμιμα μεταγεγραμμένο .../1973 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., λόγω πώλησης από την Α. συζ. Γ. Σ.. Ο ανωτέρω από το έτος 1980, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης, είχε παραχωρήσει τη χρήση του (...) στον ενάγοντα - εναγόμενο Δ. Δ., ήδη εφεσίβλητο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα (αποθήκη) μεταχειρισμένων ανταλλακτικών αυτοκινήτων.
Ο εκμισθωτής αποβίωσε στις 4-5-1987 και, μετά το θάνατο του, η νομή του επίδικου ακινήτου περιήλθε στη σύζυγο του Α. χήρα Π. Γ., την οποία αυτός εγκατέστησε κληρονόμο του με την ...1973 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα .../16-10-1987 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο ...
και με αριθμό …. Η μεταβίβαση της νομής στην προαναφερόμενη κληρονόμο έγινε αυτοδικαίως, παρότι αυτή δεν αποδέχτηκε την κληρονομιά του συζύγου της, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, η νομή μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και πριν ακόμη αυτός αποδεχτεί την κληρονομιά και μεταγράψει τη δήλωση αποδοχής και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία του πράγματος.
Επίσης, η πιο πάνω κληρονόμος υπεισήλθε, ως εκμισθώτρια, στα δικαιώματα του κληρονομούμενου από την πιο πάνω μίσθωση, και διατήρησε την ιδιότητα αυτή μέχρι τις 27-7-1987 που αποβίωσε, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Μετά το θάνατο της Α. χήρας Π. Γ. η νομή του επίδικου ακινήτου περιήλθε αυτοδικαίως στους παρακάτω αναφερόμενους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι τους αμφιθαλείς αδελφούς της, Δ.
Τ., Χ. Τ. του Θ. και Ε. Τ. του Θ., σύζυγο Σ. Γ., τις ετεροθαλείς αδελ της, Ε. σύζ. Π. Χ., το γένος Θ. Τ. και Σ. συζ. Δ. Τ., το γένος Θ. Τ., και τον ανιψιό της Θ. Τ., τέκνο του ετεροθαλούς αδελφού της Ν. Τ., που αποβίωσε πριν από αυτήν. Οι ανωτέρω υπεισήλθαν και στη μισθωτική σχέση ως συνεκμισθωτές και σ’ αυτούς κατέβαλε έκτοτε το μηνιαίο μίσθωμα ο εφεσίβλητος, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας Α.
Σ., που εξετάστηκε με πρόταση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ. στην 4η σελίδα των .../2013 πρακτικών). Ακολούθως, με την 6323/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, διατάχτηκε η δικαστική εκκαθάριση της κληρονομιάς της Α. χήρας Π.
Γ. και διορίστηκε εκκαθαριστής της κληρονομιάς της ο δικηγόρος Αθηνών Π. Π., πατέρας της εναγομένης - ενάγουσας Ό. Π., ήδη εκκαλούσας. Ο ανωτέρω, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, με την απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), από 7-1-1999, αίτηση του ζήτησε, εκτός των άλλων, να του παρασχεθεί η άδεια εκποίησης όλων των ακινήτων της κληρονομιάς της Α.
Γ. και η αίτηση του έγινε δεκτή με την 3055/1999 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία του παρασχέθηκε η άδεια εκποίησης τους με δημόσιο πλειστηριασμό. Επίσης, ο εκκαθαριστής με την από 1-11-1999 εξώδικη διαμαρτυρία - καταγγελία επιχείρησε να καταγγείλει την παραπάνω μίσθωση λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων και συμπλήρωσης δώδεκα (12) ετών από την κατάρτιση της, πλην, όμως, η καταγγελία αυτή δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης, καθώς ο εκκαθαριστής την απεύθυνε, όχι προς τον εφεσίβλητο μισθωτή, αλλά προς τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα το γιό του Χ.
Δ., προς τον οποίο και την επέδωσε, όπως αποδεικνύεται από την .../3-11-1999 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Μ.. Στη συνέχεια, ο εκκαθαριστής, κατά παράβαση των διατάξεων της προαναφερόμενης απόφασης (3055/1999) και χωρίς να τηρήσει προηγουμένως τις προβλεπόμενες, από τις διατάξεις των άρθρων 1908 και 1918 παρ. 4 ΑΚ, διατυπώσεις εκποίησης και μετά να εκποιήσει τα ακίνητα με δημόσιο πλειστηριασμό, δυνάμει του .../2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Κ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την κυριότητα του επίδικου καταστήματος, λόγω πώλησης, στην εκκαλούσα, αντί του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος των 11.200.000 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε στους εκπροσωπούμενους από τον εκκαθαριστή της κληρονομίας πωλητές, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα αποδείξεις.
Πλην, όμως, εάν με το εν λόγω συμβόλαιο μεταβιβάστηκε ή όχι προς την εκκαλούσα η κυριότητα του επίδικου καταστήματος είναι χωρίς νομική επιρροή στην παρούσα δίκη. καθώς, εν προκειμένω, κρίσιμο ζήτημα είναι η νομή του ακινήτου αυτού και όχι η κυριότητα του. Κατά το χρόνο υπογραφής του .../2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου νομείς του επίδικου καταστήματος ήταν εκείνοι από τους προαναφερόμενους κληρονόμους της Α.ς Γ.
που βρίσκονταν ακόμα στη ζωή, καθώς και οι κατωτέρω κληρονόμοι όσων είχαν, στο μεταξύ, αποβιώσει, ήτοι, (α) οι Β. Τ., Ε. Κ., Θ. Τ. και Α. Π., κληρονόμοι του Δ. Τ., που αποβίωσε στις 8-11-1991, (β) οι Λ. χήρα Θ. Τ., το γένος Β. Π. και Ά. Τ. Θ., κληρονόμοι του Θ. Τ. που αποβίωσε στις 23-4-1996, (γ) οι Α. Γ. Δ., Ε. Γ., Μ. Γ., Ι. Γ. και Σ. Γ., τέκνο του προαποβιώσαντος τέκνου του Ε.
Γ., κληρονόμοι της Ε. χήρας Σ. Γ., το γένος Θ. Τ. που αποβίωσε στις 2.8.29916, (δ) οι Γ. χήρα Χ. Τ., Ε. Μ., το γένος Χ. Τ., Θ. Τ. και Μ. Τ. του Χ., κληρονόμοι του Χ. Τ. που αποβίωσε στις 27-11-1996 και (ε) οι Π. Χ. και Κ. Χ., κληρονόμοι της Ε. Χ. που αποβίωσε στις 7-6-1995, από τους οποίους ο Π. Χ. αποβίωσε στις 3-2-1999 και κληρονομήθηκε από τον Κ.
Χ. του Π.). Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι, μέχρι και τον παραπάνω χρόνο υπογραφής του άνω συμβολαίου, ο εφεσίβλητος, ο οποίος, από το έτος 1980 κατείχε το ακίνητο, δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης μίσθωσης που είχε καταρτίσει με τον Π. Γ., είχε εκδηλώσει πρόθεση αντιποίησης της νομής των προαναφερόμενων νομέων, ούτε ότι είχε γνωστοποιήσει τέτοια πρόθεση προς αυτούς.
Συνεπώς, ο εφεσίβλητος κατά το χρόνο αυτό εξακολουθούσε να είναι κάτοχος του επιδίκου και ασκούσε τη νομή του, όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά στο όνομα των προαναφερόμενων συννομέων. Αυτός (εφεσίβλητος) παρέμεινε στην κατοχή του επιδίκου καταστήματος και μετά την υπογραφή του συμβολαίου αυτού, με βάση την ίδια σύμβαση μίσθωσης, χωρίς να καταστεί με οποιονδήποτε τρόπο νομέας αυτού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Ειδικότερα, μετά την κατάρτιση του .../2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ. - Β., η εκκαλούσα άσκησε κατ’ αυτού (εφεσίβλητου), ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την από 11-4-2001 αγωγή, με την οποία, αφού επικαλέστηκε ότι με το συμβόλαιο αυτό υπεισήλθε στη μίσθωση, ζήτησε, αφενός μεν την απόδοση του μισθίου, καταγγέλλοντας αυτήν λόγω μη καταβολής μισθωμάτων από τον εφεσίβλητο και λόγω λήξης της μίσθωσης με τη συμπλήρωση δεκαπενταετίας, αφετέρου δε την καταβολή καθυστερημένων μισθωμάτων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 1723/2001 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν, στη συνέχεια, όμως, μετά την εκ μέρους του εφεσίβλητου άσκηση έφεσης κατ’ αυτής, εκδόθηκε η 821/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα είχε καταγγείλει τη μίσθωση με εξώδικη, από 11-4-1999, καταγγελία, με συνέπεια τη λύση της και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να την καταγγείλει εκ νέου, ούτε να ζητήσει μισθώματα μετά τη λύση της.
Κατόπιν η εκκαλούσα άσκησε κατά του εφεσίβλητου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την, από 3-3-2003 (αριθ. κατάθ. .../2003) αίτηση περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής, με την οποία, αφού επικαλέστηκε ότι με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο απέκτησε τη νομή του επιδίκου και ότι ο εφεσίβλητος την αντιποιείται, ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινή νομέας του και να αποβληθεί ο εφεσίβλητος από το ακίνητο.
Η αίτηση της έγινε δεκτή με την 3129/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αναγνωρίστηκε προσωρινή νομέας του επιδίκου και διατάχτηκε η αποβολή του εφεσίβλητου από αυτό, η οποία, στη συνέχεια, κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη, με την 438/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της έφεσης που άσκησε κατ’ αυτής ο εφεσίβλητος.
Μετά την έκδοση της τελευταίας αυτής απόφασης, με τη...-2-2004) έκθεση βίαιης αποβολής του δικαστικού επιμελητή Γ. Μ., ο εφεσίβλητος αποβλήθηκε από τη χρήση του μισθίου, ενώ ο εκκαθαριστής ορίστηκε μεσεγγυούχος των κινητών πραγμάτων του που βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό. Κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης ο εφεσίβλητος άσκησε την από 28-2-2004 ανακοπή, με την οποία ζήτησε να ακυρωθούν η από 9-2-2004 επιταγή, κάτω από το αντίγραφο της 3129/2003 απόφασης και η ...2004 έκθεση βίαιης αποβολής.
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 1858/2004 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που κ’ άκυρες τις προσβαλλόμενες πράξεις, με την αιτιολογία ότι, κατά το εκτέλεσης της 3129/2003 απόφασης, η αξίωση της εκκαλούσας είχε υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ. Με την ίδια απόφαση διατάχτηκε η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, με την απόδοση της χρήσης του ακινήτου στον εφεσίβλητο και, κατόπιν αυτού, με την ...-6-2004 έκθεση βίαιης αποβολής και επανεγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας Μ.
Λ. ο εφεσίβλητος επανεγκαταστάθηκε στη χρήση του μισθίου καταστήματος, δηλαδή στην κατοχή του/την οποία, ως μισθωτής, ασκούσε και πριν αποβληθεί από αυτό και όχι στη νομή του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Στη συνέχεια, η εκκαλούσα άσκησε εναντίον του εφεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 23-6-2004 (αριθ.
κατάθ. ...) διεκδικητική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή [με το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε από τις προγενέστερες, από 25-9-2003 (αριθ. κατάθ. .../2003) και από 25-9-2003 (αριθ. κατάθ. .../2003), αγωγές της], με την οποία, επικαλούμενη ότι απέκτησε την κυριότητα του με παράγωγο τρόπο (το .../2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) και ότι ο εφεσίβλητος την απέβαλε από τη νομή του, ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας της σ’ αυτό και να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να της το αποδώσει.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αρχικά με την 4633/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, στη συνέχεια, μετά την άσκηση έφεσης κατ’ αυτής από τον εφεσίβλητο, με την 6091/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που κατέστη αμετάκλητη με την 1126/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την τελεσίδικη αυτή απόφαση κρίθηκε μόνο το ζήτημα της κυριότητας του ακινήτου και συγκεκριμένα έγινε δεκτό, ότι με το .../2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας η εκκαλούσα δεν απέκτησε την κυριότητα επιδίκου, διότι οι κληρονόμοι της Α.
Γ. που της το πούλησαν, δια του εκκαθαριστή, δεν ήταν κύριοι, δεδομένου ότι η δικαιοπάροχος τους δεν είχε αποδεχτεί νομότυπα την κληρονομιά του συζύγου της Π. Γ.. Από την επισκόπηση της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν ο εφεσίβλητος δεν αναγνωρίστηκε νομέας του επίδικου καταστήματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, ούτε, άλλωστε, το Δικαστήριο αυτό ασχολήθηκε με τη νομή του ακινήτου αυτού, αφού η προς εκδίκαση, από 23-6-2004, αγωγή ήταν διεκδικητική της κυριότητας του αγωγή και όχι περί νομής.
Μετά την έκδοση της 6091/2006 απόφασης, αλλά και της αμφισβήτησης που δημιουργήθηκε σχετικά με την έγκυρη κατάρτιση του .../2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ο προαναφερόμενος εκκαθαριστής, με την απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από 22-9-2006, αίτηση του, με την επίκληση ότι ήταν ελλιπής η 3055/1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που του χορήγησε άδεια εκποίησης των ακινήτων της κληρονομιάς της Α.
Γ., ζήτησε πάλι άδεια για την εκποίηση τους. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 383/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που του παρέσχε άδεια εκποίησης των κληρονομιαίων ακινήτων με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό. Στη συνέχεια, με βάση την απόφαση αυτή, ο εκκαθαριστής, με το .../11-7-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.
Χ., το οποίο έχει τίτλο "Επανάληψη του υπ’ αριθμ. .../3-4-2000 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β. - Κ.", μεταβίβασε εκ νέου κατά κυριότητα το επίδικο κατάστημα στην εναγομένη αντί τιμήματος 97.000 ευρώ. Κατ’ αμφοτέρων των αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. (3055/1999 και 383/2007), με τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, παρασχέθηκε στον εκκαθαριστή άδεια εκποίησης των ακινήτων της κληρονομιάς της Α.
Γ., ο εφεσίβλητος άσκησε την από 12-3-2007 τριτανακοπή, ζητώντας την ακύρωση τους, επί της οποίας εκδόθηκε, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η 3005/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την απέρριψε λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του τριτανακόπτοντος. Κατά της απόφασης αυτής ο εφεσίβλητος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η 2746/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Με την εν λόγω απόφαση, αφού κρίθηκε ότι ο εφεσίβλητος έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της τριτανακοπής, λόγω του ότι το δικαίωμα του νομής και κατοχής στο επίδικο, το οποίο έχει με βάση τη σύμβαση μίσθωσης, κινδυνεύει, καθώς η εκκαλούσα έχει εκδηλώσει πολλές φορές την πρόθεση της να επιδιώξει την απόδοση της χρήσης του μισθίου σ’ αυτήν, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, έγινε δεκτή η τριτανακοπή και αναγνωρίστηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις άκυρες και ανενεργείς, η μεν 3055/1999 απόφαση, λόγω μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων των άρθρων 1908 και 1918 παρ. 4 ΑΚ, η δε 383/2007 απόφαση, διότι μεταρρύθμισε την πρώτη απόφαση χωρίς την επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών ή "μεταβολή των συνθηκών, όπως απαιτείται από το άρθρο 758 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση της απόφασης αυτής δεν προκύπτει ότι αναγνωρίστηκε δικαίωμα νομής του εφεσίβλητου στο επίδικο κατάστημα, αλλά, στο πλαίσιο της έρευνας από το, ως άνω, Δικαστήριο για το εάν ο εφεσίβλητος έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της τριτανακοπής, ερευνήθηκε, παρεμπιπτόντως, το δικαίωμα που είχε ως μισθωτής του ακινήτου να κατέχει το επίδικο και να ασκεί τη νομή του, όχι βέβαια ως νομέας, αλλά ως αντιπρόσωπος του νομέα, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη.
Σε κάθε περίπτωση η παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ άλλων διαδίκων (του εφεσίβλητου και του εκκαθαριστή της κληρονομιάς), δεν δημιουργεί δεδικασμένο, ούτε έχει δεσμευτική ισχύ για την παρούσα δίκη, που γίνεται κατά την τακτική (αμφισβητούμενη) διαδικασία (ΑΠ 260/2008 στην ΤΝΠ Ισοκράτης, ΕφΑΘ 2307/1998 στη ΝΟΜΟΣ).
Επίσης, ο εφεσίβλητος δεν αναγνωρίστηκε νομέας του επίδικου ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, ούτε με την 7642/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η εναντίον του, από 1-12-2008, διεκδικητική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή της εκκαλούσας, ούτε με την 6416/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, στο οποίο η εκκαλούσα επανέφερε με κλήση την ίδια αγωγή και απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι μετά την κατάρτιση του .../2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και, παρά το γεγονός ότι με αυτό /δεν) μεταβιβάστηκε η κυριότητα του επίδικου καταστήματος στην εκκαλούσα, οι μέχρι τότε συννομείς του, δηλαδή οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι της Α. Γ. και οι κληρονόμοι όσων από αυτούς είχαν αποβιώσει, επ’ ονόματι των οποίων ενήργησε ο εκκαθαριστής της κληρονομιάς στο ως άνω συμβόλαιο, παρέδωσαν στην εκκαλούσα τη νομή του.
Βέβαια, στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν περιλαμβάνεται ρητή συμφωνία μεταξύ της εκκαλούσας και του, εκπροσώπου των κληρονόμων πωλητών, εκκαθαριστή ότι της παραδίνουν τη νομή του ακινήτου και ότι ο εφεσίβλητος μισθωτής θα παραμείνει στην κατοχή του, με βάση την έννομη σχέση της μίσθωσης, αλλά με εκμισθώτρια πλέον την εκκαλούσα.
Πλην, όμως, η συμφωνία αυτή για την παράδοση της νομής στην εκκαλούσα, η οποία, άλλωστε, δεν ήταν αναγκαίο να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, αφού η νομή δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα, καταρτίστηκε ατύπως μεταξύ τους. Η παράδοση της νομής στην εκκαλούσα συνάγεται από το ότι οι ανωτέρω πωλητές, συννομείς του επιδίκου μέχρι τότε, μετά την κατάρτιση του συμβολαίου έπαψαν πλέον να εισπράττουν το μίσθωμα από τον εφεσίβλητο, ο οποίος, έκτοτε, αναγνώρισε την εκκαλούσα ως εκμισθώτρια και της προσέφερε τα μισθώματα που της όφειλε, ενώ προήλθε και σε συζητήσεις μαζί της για την προς το γιό του πώληση του επιδίκου, η οποία ματαιώθηκε λόγω διαπίστωσης νομικού ελαττώματος στους τίτλους ιδιοκτησίας, όπως αυτά προκύπτουν από τις από 12-5-2002 και από 12-11-2003 εξώδικες διαμαρτυρίες, προσκλήσεις, δηλώσεις και προσφορές μισθωμάτων και την από 19-2-2004 εξώδικη απάντηση, πρόσκληση και δήλωση που της απέστειλε.
Στη συνέχεια ακολούθησαν οι προαναφερόμενες δικαστικές ενέργειες, ενώ ο εφεσίβλητος επικαλείται ότι απέκτησε τη νομή του ακινήτου από τις 10-6-2004, οπότε επανεγκαταστάθηκε στο μίσθιο από την δικαστική επιμελήτρια Μ. Λ. με την ...-6-2004 έκθεση βίαιης αποβολής και επανεγκατάστασης. Πλην, όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η νομή της εκκαλούσας δεν απωλέστηκε από αυτήν, δεδομένου ότι ο εφεσίβλητος, ούτε επικαλείται, ούτε αποδείχθηκε ότι μετά την επανεγκατάστασή του στο μίσθιο δήλωσε σ’ αυτή ότι μετεστράφη η βούληση του και νέμεται πλέον το ακίνητο για τον εαυτό του, ο δε αόριστος ισχυρισμός του ότι "έκτοτε είμαι και μέχρι σήμερα κάτοχος του καταστήματος ως νομέας αυτού και ότι το δικαίωμα μου έχει αναγνωριστεί με τις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις" δεν αναπληρώνει την έλλειψη αυτής της γνωστοποίησης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η εκκαλούσα απέκτησε, με βάση την, ως άνω, άτυπη συμφωνία της με τους πωλητές του επιδίκου, τη νομή του, ενώ ο εφεσίβλητος εξακολούθησε να παραμένει σ’ αυτό ως κάτοχος, δυνάμει της σύμβασης μίσθωσης, μέχρι τις 27-6-2012, οπότε αποβλήθηκε προσωρινά από αυτό με την … έκθεση βίαιης αποβολής από μίσθιο (κατάστημα) και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Μ., σε εκτέλεση της 3243/2012 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία η εκκαλούσα αναγνωρίστηκε προσωρινή νομέας του ακινήτου και διατάχθηκε η αποβολή του ίδιου από αυτό.
Συνεπώς, αφού ο εφεσίβλητος δεν κατέστη με οποιονδήποτε τρόπο νομέας του επίδικου ακινήτου, η από 24-11-2012 αγωγή του, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί το δικαίωμα νομής του σ’ αυτό και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του την αποδώσει, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ η από 1.2.2013 αγωγή της εκκαλούσας, της οποίας το δικαίωμα αυτός αμφισβητεί είναι ουσιαστικά βάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης ενάγουσας - εναγομένης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος και δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, την οποία αναγνώρισε νομέα του επιδίκου ακινήτου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαλειφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 971, 976, 977, 980, 982, 983 και 574 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των, ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών και του αποτελέσματος του νομικού του συλλογισμού.
Επομένως οι από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, με τις οποίες ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμες περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη της νομής του επιδίκου, την οποία για λογαριασμό της ασκούσε, ως κάτοχος - μισθωτής, ο αναιρεσείων, που ουδέποτε της γνωστοποίησε μεταστροφή της βούλησής του, περί ασκήσεως της κατοχής αυτής με διάνοια κυρίου.
Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων από το 1980 είχε αποκτήσει την κατοχή του ενδίκου ακινήτου, με σύμβαση μισθώσεως που είχε καταρτίσει με τον τότε κύριο του ακινήτου Π. Γ. και ότι μετά το θάνατο του τελευταίου (4.5.1987) στη μίσθωση αυτή υπεισήλθε η εκ διαθήκης κληρονόμος και σύζυγος του Α., η οποία απέκτησε αυτοδίκαια τη νομή του ενδίκου κληρονομιαίου ακινήτου και υπεισήλθε στη μίσθωση λόγω σιωπηρής αποδοχής της κληρονομιάς, καθόσον για την υπεισέλευση του κληρονόμου στην ενοχική σχέση της μίσθωσης δεν απαιτείται μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομίας και ότι στη συνέχεια μετά τον θάνατο της εν λόγω μισθώτριας (22.7.1987) στη μίσθωση αυτή υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη, στην οποία από τους εν λόγω κληρονόμους παραδόθηκε η νομή του ακινήτου όταν, αυτή δια του εκπροσωπούντος του κληρονόμου εκκαθαριστή της κληρονομιάς, το αγόρασε με συμβολαιογραφικό τίτλο, με τον οποίο για τους εκτιθέμενους στην απόφαση λόγους δεν μεταβιβάστηκε σ’ αυτήν η κυριότητα, αλλά λόγω παραδόσεως κατέστη νομέας και εκμισθώτρια, εισπράττουσα το μίσθωμα από τον αναιρεσείοντα, που με την προσφορά και την καταβολή των μισθωμάτων αναγνώρισε την ιδιότητα της αυτή, ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων) ουδέποτε κατέστη νομέας του επιδίκου, αλλά εξακολούθησε να είναι κάτοχος μισθωτής, ασκώντας τη νομή για λογαριασμό των εκάστοτε εκμισθωτών, την οποία ιδιότητα εξακολούθησε να έχει και όταν στις 10.6.2004 επαναγκαταστάθηκε στο επίδικο (....6.2004 έκθεση επανεγκατάστασης της δικαστ.
Επιμελ. Μ. Λ.), από το οποίο είχε αποβληθεί στις 16.2.2004 (281) 16.2.2004 έκθεση βίαιης αποβολής δικαστ. Επιμ. Γ. Μ. σε εκτέλεση τελεσίδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, περί προσωρινής νομής της αναιρεσίβλητης (απόφ. 3129/2003), η οποία εκτέλεση στη συνέχεια ανατράπηκε (απόφ. Ειρην. 1858/2004) και ως κάτοχος, μισθωτής παρέμεινε στην για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης ασκούμενη νομή του ακινήτου, μη αποδειχθείσας δηλώσεως περί μεταστροφής της βούλησης του μέχρι τις 27.6.2012, που με την υπ’ αριθμ. ....6.2012 έκθεση βίαιης αποβολής, αποβλήθηκε προσωρινά από το μίσθιο, σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 3243/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου που αναγνώρισε προσωρινή νομέα την αναιρεσίβλητη, ενώ δεν έχει αναγνωρισθεί νομέας με τις επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες παρεμπιπτόντως έκριναν το δικαίωμα της κατοχή του ως μισθωτή και την άσκηση από αυτόν της νομής για λογαριασμό των εκάστοτε εκμισθωτών (Εφ Αθ 2746/2009 εκουσία, ΠΠρ.
Αθ 7642/2009 και 6416/2011 τακτική). Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των επικαλουμένων και προαναφερθουσών παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ενόψει τούτων οι από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του ίδιου πρώτου λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου πρώτου λόγου, καθώς και οι πρώτες τέσσερις αιτιάσεις του έκτου λόγου, κατά τις οποίες από την εκτίμηση των αποδείξεων προέκυπταν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από τα γενόμενα δεκτά και διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, είναι απαράδεκτες, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί υπό την επίφαση της ευθείας ή εκ πλαγίου (άρθρ. 559 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔικ), παραβιάσεως στην προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου το Δικαστήριο της ουσίας έχει εκτιμήσει ορθά το περιεχόμενο των επικαλουμένων διαδικαστικών εγγράφων, ήτοι την υπ’ αριθμ. 3129/2003 και 1858/2004 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου και Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, την υπ’ αριθμ. ...16.2.2004 έκθεση αποβολής του Δικαστικού Επιμελητή Γ. Μ. και την υπ’ αριθμ. ....6.2004 έκθεση επανεγκατάστασης της Δικαστικής Επιμελήτριας Μ.
Λ., όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ επισκόπησή τους και οι επικαλούμενες αιτιάσεις του ίδιου πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθούν, οι οποίες άλλωστε ως αναφερόμενες στην εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων δεν ιδρύουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
Ενόψει, τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και ως προς όλες τις αιτιάσεις του και ο εκτός ως προς τις τέσσερις πρώτες αιτιάσεις του πρέπει να απορριφθούν. Επίσης και την ίδια αιτία είναι απορριπτέος και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο των υπ’ αριθμ. 6091/2006, και 2746/2009 αποφάσεων του Εφετείου, καθόσον από την παραδεκτή, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 561, παρ. 2 ΚΠολΔικ.
επισκόπηση των αποφάσεων αυτών προκύπτει ότι η πρώτη έκρινε όπως και έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη μόνο το ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου, ενώ με τη δεύτερη κρίθηκε παρεμπιπτόντως το περί ασκήσεως από τον αναιρεσείοντα της νομής του επιδίκου ως αντιπρόσωπος του νομέα και δη ως μισθωτής ο λόγος του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεν ιδρύεται, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδεται εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό λάθος.
Εξάλλου η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αιτίαση του ίδιου τρίτου λόγου καθώς και του ταυτοσήμου πέμπτου κατά το πρώτο μέρος του περί μη λήψεως υπόψη του δεδικασμένου της πρώτης αποφάσεως ως προς το δικαίωμα νομής του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου και της δεσμευτικότητας της δεύτερης αποφάσεως ως προς το ίδιο ζήτημα, ανεξάρτητα από το τη βασιμότητα της ή μη, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ, γιατί ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται, αλλά ούτε και από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις προκύπτει ότι έχει υποβληθεί νόμιμα στα Δικαστήρια της ουσίας, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις της προαναφερθείσης διατάξεως, ώστε να είναι επιτρεπτή η υποβολή της το πρώτον στον Άρειο Πάγο.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις του πέμπτου λόγου και κατά το δεύτερο μέρος του, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία δεν λήφθηκε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ’ αριθμ. 7642/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η από 1.12.2008 (αριθμ.
καταθ. ...08) αγωγή περί νομής της αναιρεσίβλητης και από την υπ’ αριθμ. 6416/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη η από 10.7.2010 (αριθμ. καταθ. .../2010) ίδια (ορισμένη) αγωγή περί νομής είναι απαράδεκτες, αφενός μεν γιατί αφορούν σε ισχυρισμό περί δεδικασμένου που το πρώτον υποβάλλεται στον Άρειο Πάγο, αφετέρου δε γιατί κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο οι αποφάσεις αυτές δεν αφορούν σε κριθέν ουσιαστικό ζήτημα, αλλά σε ζητήματα αοριστίας και νομικής βασιμότητας των κριθεισών αγωγών, περιοριζομένου του δεδικασμένου τους στο κριθέν διαδικαστικό και νομικό ζήτημα, αντίστοιχα.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.
ΑΠ 25/2003). Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ’ αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος και όχι αρνητικός της αγωγής ή αλυσιτελής, στον οποίο το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει, ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Εξάλλου για την άσκηση της αναίρεσης και κάθε λόγου αυτής, πρέπει, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔικ να υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος το οποίο θεμελιώνεται στη βλάβη του ηττημένου διαδίκου και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας. Στην προκειμένη με την πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ.
α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτίαση, κατά την οποία δέχθηκε, χωρίς τούτο να έχει προταθεί, ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε τη νομή και κυριότητα του ειδικού καταστήματος από τους πωλητές συγκυρίους, συννομείς και συγκληρονόμους της Α.ς Γ., τους οποίους εκπροσώπησε ο εκκαθαριστής της κληρονομίας και πατέρας της αναιρεσίβλητης Π.
Π.. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αποτελέσασας αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, συνεκδικασθείσας, από 1.2.2013 αγωγής περί νομής της αναιρεσίβλητης (αριθμ. πραξ. Καταθ. .../1.2.2013), ο επίμαχος, περί αποκτήσεως της νομής του επιδίκου, ισχυρισμός από την αναιρεσίβλητη, κατά το άρθρο 977 ΑΚ, από τους αναφερόμενους συννομείς που εκπροσωπήθηκαν από τον εκκαθαριστή της κληρονομιάς περιεχόταν στη βάση της αγωγής, ήτοι πρόκειται περί ισχυρισμού που προτάθηκε.
Ο περί κυριότητας ισχυρισμός περιεχόταν επίσης στην αγωγή, αλλά ως νομικά αδιάφορα, αφού επρόκειτο περί αγωγής νομής (και της υλικής πράξεως της παραδόσεώς της), δεν ερευνήθηκε, ούτε έγινε δεκτός, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Με την δεύτερη αιτίαση του ίδιου δεύτερου λόγου της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8εδ.
β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτίαση, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους εφέσεως της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε την έφεσή της χωρίς να προσδιορίζει και να αξιολογεί ποιους από τους τέσσερις λόγους και γιατί τους έκανε δεκτούς. Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε λόγους εφέσεως που προτάθηκαν, και έστω ελλειπώς κατά τον αναιρεσείοντα, έγιναν δεκτοί, αλλά και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, γιατί αφορά σε λόγους εφέσεως της αντιδίκου του και όχι του ίδιου και συνακόλουθα δεν νομιμοποιείται να επικαλείται ως προς αυτούς, την ερευνόμενη από τον αριθμό 8 εδ β πλημμέλεια.
Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από το άρθρο 992 ΑΚ ένσταση της εκούσιας παραγραφής, η οποία προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις προτάσεις, τις οποίες οι αναιρεσείων, επικαλέσθηκε και προσήγαγε στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ο επίμαχος ισχυρισμός, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αλλά και όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της Δευτεροβάθμιας δίκης, δεν επανυποβλήθηκε με τον οριζόμενο στο άρθρο 240 ΚΠολΔικ τρόπο (επανυποβολή και σύντομη περίληψη και αναφορά περιέχουν τον ισχυρισμό), μη αρκούσης για το νόμιμο της επαναφοράς της προσκομιδής αυτουσίων των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης (Ολ ΑΠ 23/2008).
Ενόψει τούτοι οι ερευνώμενοι, δεύτερος και έβδομος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα του οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διά τα εφ αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του ατα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή Δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, από την δε ειδική αναφορά σε κάποιο από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, δεν συνάγεται ότι τα υπόλοιπα δεν λήφθηκαν υπόψη.
Μόνο αν από τη γενική αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, η κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την νομίμως προσκομισθείσα υπ’ αριθμ. 3287/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3243/2012 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής σε εκτέλεση της οποίας ο αναιρεσείων είχε υποβληθεί από 27.6.2012 από το επίδικο, γιατί με την εξαφανισθείσα απόφαση του Ειρηνοδικείου η αναιρεσίβλητη είχε αναγνωρισθεί προσωρινός νομέας.
Με την Πέμπτη αιτίαση του έκτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι ο αναιρεσείων ασκούσε στο επίδικο πράξεις νομής.
Ειδικότερα κατά την εν λόγω αιτίαση το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις από 25.9.2013 δύο αγωγές της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντα, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί αποβολής της από τη νομή του επιδίκου (αριθμ. καταθ. .../2003 και .../2003) και τις από 17.11.2003 προτάσεις της αναιρεσίβλητης επί της δεύτερης από τις αγωγές αυτές.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από την προσβαλλομένη απόφαση και την αναφορά της σε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου μάλιστα (φύλλο 7β) γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις επικαλούμενες στον έκτο λόγο αγωγές (από τις οποίες παραιτήθηκε η αναιρεσίβλητη) δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν από αυτό για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το δικαίωμα νομής των διαδίκων επί του επιδίκου ακινήτου.
Ο ισχυρισμός ότι στις επίμαχες από 25.9.2003 αγωγές περιεχόταν εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης για την άσκηση επί του επιδίκου πράξεων νομής από τον αναιρεσείοντα, αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, του πρώτη φορά προτείνεται στον Άρειο Πάγο, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε νόμιμα στα Δικαστήρια της ουσίας, ούτε τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της Δευτεροβάθμιας δίκης.
Εξάλλου από τη μη ρητή αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση της επικαλουμένης στον τέταρτο λόγο αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δεν σημαίνει ότι αυτή δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν επιβάλλεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.
Η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στα αποδεικτικά αυτά μέσα τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτά έχουν (τα έγγραφα του έκτου λόγου είναι μεν έγγραφα της αναιρεσίβλητης, αλλά έχουν καταστεί κοινά αφού τα επικαλείται και ο αναιρεσείων) και ότι η διαφορετική εκτίμησή τους, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.
Ενόψει τούτων και οι λόγοι αυτοί (τέταρτος και 5η αιτίαση του έκτου λόγου), καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ προσέτι αυτός (αναιρεσείων), ως ηττώμενος διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.12.2015 αίτηση του Δ. Δ. του Χ. κατά της Ό. Π. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4246/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ