1819/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1819/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται: α) τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, β) η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, γ) ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1819 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1819/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.ΒΤ1504/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 851/2015.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 128 ΚΠΔ τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα άλλα συναφή. Κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μία μόνο απόφαση. Το ποια θεωρούνται συναφή ορίζονται στο άρθρο 129 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της με αριθμό 3 υποθέσεως του εκθέματος της δικασίμου της 12-12-2016 του Ζ' ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Ιπποκράτης Μυλωνάς ζήτησε όπως συνεκδικασθεί και η με αριθμό εκθέματος 4 υπόθεση, λόγω οικονομικής αδυναμίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος καταβολής δευτέρου γραμματίου (δηλαδή, για την με αριθμό 4 υπόθεση, που αφορά τον ίδιο).
Το αίτημά του όμως αυτό είναι απορριπτέο καθόσον πρόκειται περί δύο αυτοτελών αναιρέσεων που προσβάλλουν εκάστη, διαφορετική περίπτωση εγκλήματος εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, που έχουν δικασθεί στον πρώτο και δεύτερο βαθμό αυτοτελώς, χωρίς να υποβληθεί αίτημα για συνεκδίκαση αυτών τουλάχιστον στον δεύτερο βαθμό, ότε και παραστάθηκε ο αναιρεσείων και στις δύο υποθέσεις με τον αυτόν συνήγορο υπερασπίσεως.
Ο δε λόγος που επικαλείται και δη η οικονομική αδυναμία εκδόσεως δευτέρου γραμματίου δεν αποτελεί λόγο συνεκδίκασης διαφορετικών αναιρέσεων που στρέφονται κατά διαφορετικών εκάστη αποφάσεων, αλλά εάν υφίσταντο και οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος θα μπορούσε να διορισθεί συνήγορος για την παράσταση ενώπιον του Αρείου Πάγου, δια της παροχής νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3226/2004, που εν προκειμένω δε ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα πρέπει επομένως να απορριφθεί το αίτημα για συνεκδίκαση.
Ακολούθως, ζητήθηκε τηλεφωνικώς από τον παραπάνω συνήγορο υπερασπίσεως η προσκόμιση του παραβόλου παραστάσεως και όντως προσκομίσθηκε, όπως προκύπτει από το Π.0369277/2-11-2016 γραμμάτιο, εισφορών του Δ.Σ. Αθηνών και ως εκ τούτου παρισταμένου νομίμως αυτώ, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω η αναίρεση. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και ότι για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται: α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο έκδοσης ή κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση του εκδότη της κατά τα ανωτέρω επιταγής που είναι ακάλυπτη Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, αν το τελευταίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε, να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της αποφάσεως, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό.
Περαιτέρω, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται: α) τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, β) η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, γ) ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ.. Ακόμη, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχάς να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του και έτσι διαλαμβάνεται περί του δόλου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του κατηγορουμένου εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τα οποία δεν συμβαίνουν στο έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής.
Περαιτέρω με τη διάταξη στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το ΝΔ 53/19/20-9-1974, κατά την οποία "πάν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.".
Κατ' αυτό, η πολιτεία, μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι.
Παραβίαση της ως άνω αρχής πέραν της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 Δ' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ΒΤ 1504/2015 απόφασή του κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία με την αναγνώριση σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και της απόφασης, προκύπτει ότι το ως άνω δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, στο αιτιολογικό του δέχθηκε κατά λέξη τα κάτωθι: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη και θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, αναγνωριζομένου του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ".
Εν συνεχεία δε κήρυξε ένοχο αυτόν του ότι: "Στον Πειραιά στις 30-4-2010 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... Ο.Ε.", εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό ...
για να πληρωθεί από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος για το ποσό των 35.000 ευρώ, σε διαταγή Σ. Δ. και αφού παρουσιάστηκε την 7-5-2010 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα ..". Η ως άνω όμως αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αφού αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη όλως αορίστως, ενώ δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν, κατά τ' ανωτέρω αναφερόμενα, το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο εξ ολοκλήρου παραπέμπει το σκεπτικό. Ειδικότερα δεν εκτίθεται παντελώς η θέση του Δικαστηρίου επί του αρνητικού ισχυρισμού που προτάθηκε στο ακροατήριο ότι δεν έχει εκδώσει αυτός (αναιρεσείων) την κρινόμενη επιταγή, αλλά ο αδελφός του, ούτε επίσης απάντησε επί του ισχυρισμού περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του, για το οποίο κατέθεσε στο ακροατήριο η σύζυγος του ανωτέρω αδελφού του κατηγορουμένου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και ο συναφής λόγος περί απολύτου ακυρότητας (άρθ. 510 παρ. 1 Α και 171 ΚΠοινΔ), διότι εκ της μη απαντήσεως επί των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, στέρησε αυτόν του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, που παρέχεται από το υπερνομοθετικής ισχύος (άρθ. 28 παρ.
β του Συντάγματος) άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, παρέλκει δε η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αναιρέσεως.
Πρέπει επομένως κατά συνέπεια να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα για συνεκδίκαση με την 4643/24-6-2015 της ως άνω κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Αναιρεί την με αριθμό ΒΤ 1504/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, και
Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συγκροτουμένου όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ