Legislator Case Law & Legislation
1819/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague legal argument regarding court costs and lack of specific statutory violation.

Case Number 1819/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the University of Thessaloniki's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in awarding litigation costs to the opposing party, claiming they lacked the right to claim such costs due to a prior settlement. The court rejected this appeal because the grounds were vague and failed to cite the specific substantive law provision allegedly violated. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 199 para.2 of the Code of Civil Procedure and Article 22 para.1 and 3 of Law 3693/1957: An appeal must specify the exact substantive law provision violated; vague arguments regarding the opponent's right to claim costs without citing the specific violated article are inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility litigation costs substantive law violation vague grounds Code of Civil Procedure legal costs award inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 and 199 para.2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para.1 and 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 20/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1819 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1819/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν.Π.Δ.Δ. με τίτλο "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (Α.Π.Θ.), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σίνη.

Των αναιρεσιβλήτων - καθού η κλήση: 1)Συλλόγου-Σωματείου με την επωνυμία "Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός", που εδρεύει στην … νομίμως εκπροσωπούμενου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2)Υπουργού "Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης", κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα ως διαδόχου και υποκατάστατου του "Εθνικού Οργανισμού Πρόνοιας" και αρμοδίου προς συνέχιση της προκείμενης δίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 3)Σ. συζ. Δ. Κ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου…, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Χρόνη, και 4)Υπουργού Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και ως ασκούντος την διοίκηση και εποπτεία των υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων δωρεών, κληρονομιών και κληροδοσιών, νομίμως εκπροσωπούμενου το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. χας Κ. Π., το γένος Λ. Β., η οποία απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 23/4/2013 κλήση και κληρονομήθηκε από τους παρακάτω καθολικούς διαδόχους της.

Τους καθών η κλήση: 1)Σ. συζ. Γ. Τ., το γένος Λ. Β., κατοίκου ... και 2)Ν. Β. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 15/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, 2)από 29/2/2004 Ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της αρχικής αναιρεσίβλητης Μ. Π. και 3) την από 29/6/2004 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση Σ. Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18748/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1887/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/11/2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 11/1/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πέντε πρώτων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23-4-2013 αίτηση-κλήση του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης" φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 14-10-2008 αίτηση αναίρεσης αυτού κατά της υπ'αριθμ.1887/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά τη βίαιη διακοπή της προκειμένης αναιρετικής δίκης λόγω του θανάτου της αρχικής πρώτης αναιρεσίβλητης Μ.

χήρας Κ. Π..., όπως αυτό προκύπτει από τα υπ'αριθμ.94/2011 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού. Το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 1)την υπ'αρ.... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Γ.Κ. και 2)την υπ'αριθμ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.

Ρ., ακριβές αντίγραφο: 1)της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της άνω κλήσης του με την πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης, νόμιμα και εμπρόθεσμα επέδωσε στον δεύτερο αναιρεσίβλητο σύλλογο-σωματείο με την επωνυμία "Ερυθρός Σταυρός". Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και έγινε η συζήτηση αυτής, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού.

Εξάλλου, ο ως άνω διάδικος (Ερυθρός Σταυρός) δεν κατέθεσε δήλωση περί μη εμφάνισης του κατά την εκφώνηση της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως το Δικαστήριο αυτό πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, να προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του δευτέρου αναιρεσιβλήτου που έχει νόμιμα κλητευθεί.

Περαιτέρω σύννομα (άρθρα 286 παρ.1 290 και 291 ΚΠολΔ) συνεχίζουν την προκείμενη αναιρετική δίκη η Σ. σύζυγος Γ. Τ. και ο Ν. Β. του Λ., ως μόνοι καθολικοί διάδοχοι της αποβιώσασας μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (19-11-2008) πρώτης αναιρεσίβλητης, αδελφής αυτών, καθόσον, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα απ'αυτούς έγγραφα και ειδικότερα: 1)την υπ'αρ.21583/2009 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπαδοπούλου που έχει νόμιμα μεταγραφεί, 2)την υπ'αρ....

δημόσια διαθήκη της ως άνω αποβιώσασης πρώτης αναιρεσίβλητης ενώπιον της προμνημονευομένης συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, 3) το υπ'αρ.πρωτ.42279/2013 και το υπ'αριθμ.... πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης της ως άνω διαθέτιδας, πλην της παραπάνω δημόσιας διαθήκης της, 4)το υπ'αρ.πρωτ....

πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη αμφισβήτησης - διεκδίκησης του κληρονομικού δικαιώματος της αρχικώς πρώτης αναιρεσίβλητης Μ. χήρας Κ. Π... και 5)το υπ'αρ.85/2009 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί δημοσίευσης της ως άνω δημόσιας διαθήκης της Μ. χήρας Κ. Π. (αρχικώς πρώτης αναιρεσίβλητης), οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι καθων η κλήση είναι καθολικοί διάδοχοι από δημόσια διαθήκη της αρχικώς πρώτης αναιρεσίβλητης και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την προκείμενη αναιρετική δίκη, υπεισερχόμενοι στη θέση αυτής.

Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώσουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου κατά το άρθρο 531 παρ.1 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.

Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθ. 272 παρ. παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως κατ' αυτή. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990 και ΑΠ 2069/2013).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ που ορίζει ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που τον ανέθεσε ο εντολέας, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 211 παρ.1 ΑΚ που ορίζει ότι η δήλωση βουλήσεως από τον αντιπρόσωπο στο όνομα του αντιπροσωπευομένου μέσα στα όρια της εξουσίας της αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του, προκύπτει ότι η σύμβαση της εντολής αφορά τις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλομένων, ενώ η πληρεξουσιότητα που είναι κατά το άρθρο 216 ΑΚ η δικαιοπραξία με την οποία παρέχεται η εξουσία αντιπροσώπευσης, αναπτύσσει εξωτερική δράση.

Για το λόγο αυτό και προκειμένου να μη δημιουργούνται αμφισβητήσεις ως προς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας αναφορικά με δικαιοπραξίες τις οποίες ο νόμος θεωρεί ιδιαίτερης σημασίας και απαιτεί για το κύρος τους την τήρηση τύπου, ορίζει η διάταξη του άρθρου 217 παρ.2 ΑΚ ότι εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση παροχής πληρεξουσιότητας υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για την δικαιοπραξία την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.

Παρέπεται ότι η εντολή δεν εκτοπίζει ούτε καθιστά περιττή την πληρεξουσιότητα, όμως σε αντίθεση μ'αυτή δίνεται άτυπα, ακόμη και αν αφορά την αγορά και γενικά τη διάθεση ακινήτου από τον εντολοδόχο στο όνομα ή για λογαριασμό του εντολέα, αφού δεν υπάρχει στο νόμο αντίστοιχη μ'αυτή του άρθρου 217 παρ.2 ΑΚ (Ολ.

ΑΠ 104/1975, ΑΠ 637/2012, ΑΠ 1025/2009). Ορίζεται βέβαια στο άρθρο 369 ΑΚ, ότι συμβάσεις που έχουν αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητο απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, όμως η διάταξη αυτή αφορά τον τύπο αυτής καθ'αυτής της αντίστοιχης σύμβασης, η οποία διακρίνεται σαφώς από την εντολή για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης στο όνομα ή για λογαριασμό του εντολοδόχου.

Διακρίνεται επίσης η σύμβαση της εντολής από τη σύμβαση με την οποία ο εντολοδόχος, που αγόρασε στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, ακίνητο, ενεργώντας δηλαδή ως έμμεσος αντιπρόσωπός του, μεταβιβάζει σ'αυτόν το ακίνητο που αγόρασε, εκπληρώνοντας τη σχετική υποχρέωσή του από το άρθρο 719 ΑΚ. Η τελευταία σύμβαση, σε αντίθεση και πάλι με τη σύμβαση της εντολής, υπόκειται κατά το άρθρο 369 ΑΚ στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (ΑΠ 637/2012).

Περαιτέρω κατά τα άρθρα 11 και 12 του από 25-1-1929 Π.Δ. "Περί οργανώσεως της διοικητικής, οικονομικής και λογιστικής υπηρεσίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης" η διοίκηση της περιουσίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενεργείται υπό του Πρυτανικού Συμβουλίου δι' αποφάσεων αυτού, που εκτελούνται από τον Πρύτανη.

Ωσαύτως δι' αποφάσεων του Πρυτανικού Συμβουλίου κανονίζονται τα της αποδοχής ή αποποίησης κληρονομιών, κληροδοσιών, δικαστικών συμβιβασμών, αγορών ή μισθώσεων ακινήτων κ.λ.π. Το Πρυτανικό Συμβούλιο αποφασίζει περί εγέρσεως αγωγών και πάσης άλλης παραστάσεως ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλης αρχής, ενώ κατά το άρθρο 5 της Ρ1/486/26-4-1985 κοινής υπουργικής απόφασης η "Νομική επιτροπή" στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης γνωμοδοτεί σε ερωτήματα που της θέτονται από τον Πρύτανη, το Πρυτανικό Συμβούλιο ή τη Σύγκλητο και εισηγείται την πρόσληψη δικηγόρου που παρίστανται ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλης δικαστικής ή διοικητικής αρχής μετά από έγγραφη εντολή του πρύτανη, που επέχει θέση πληρεξουσίου.

Η κατά τα ανωτέρω παρεχομένη πληρεξουσιότητα μετά από έγγραφη εντολή του πρύτανη κατά το άρθρο 97 παρ. 1 και 2 παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο τον χορηγήσαντα αυτήν, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν την διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται η άσκηση αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ενδίκων μέσων, να λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα και να επιδιώκει την εκτέλεση, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες 'που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές, περιορισμός δε της πληρεξουσιότητας ισχύει μόνο αν δηλώθηκε ρητά όταν χορηγήθηκε.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 795, 798, 800 και 1033 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η εξώδικος διανομή, σκοπούσα τη λύση της συγκυριότητας με την αμοιβαία μεταβίβαση της ιδανικής μερίδας κάθε ενός κοινωνού στον άλλον, περιέχει διάθεση του πράγματος και ειδικότερα, απαλλοτρίωση αυτού έναντι ανταλλάγματος, είναι δε ισοδύναμη με αντα.......σύμβαση (πώληση, ανταλλαγή κ.λπ.) και υπόκειται στην ίδια με εκείνη ρύθμιση.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και όλων των διαδικαστικών εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία και επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 18748/2006 απόφασή του, κατά της οποίας η έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο Κ. Π., δυνάμει των από 30-9-1964 δύο ιδίων ιδιόγραφων διαθηκών του, που κηρύχθηκαν κυρίες, με τα με αριθμό 480/28-5-1976 και 762/1976 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε ως κληρονόμους του σε όλη την περιουσία του, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου το καθένα, τέσσερα ιδρύματα και συγκεκριμένα την ...

με την παράκληση όπως μνημονεύεται το όνομα του από τους τροφίμους του Ιδρύματος, τον Ερυθρό Σταυρό Θεσσαλονίκης (2ος εναγόμενος) για την αγορά ενός ασθενοφόρου, τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για υποτροφία σε αριστεύσασα φοιτήτρια, και την Βασιλική Πρόνοια Θεσσαλονίκης για την άμεση προικοδότηση και αποκατάσταση τριών ή τεσσάρων πτωχών κοριτσιών, δηλαδή και στα τέσσερα ως άνω ιδρύματα καταλήφθηκε η κληρονομιά ώστε να διατεθεί για κοινωφελείς σκοπούς.

Εκ των εγκαταστατών αυτών η πρώτη και η τέταρτη συγχωνεύτηκαν στον "Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας" (αρχικά 3ος εναγόμενος) και έτσι το ποσοστό συμμετοχής τους στην κληρονομική περιουσία συμπτύχθηκε σε 1/2 (1/4+1/4) σε σχέση με το ποσοστό του Α.Π.Θ. και του Ερυθρού Σταυρού, που παρέμεινε αμετάβλητο στο 1/4 για τον καθένα από αυτούς. (Ήδη ο "Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας" με το άρθρο 21 του Ν. 3106/2003 καταργήθηκε και κατά το άρθρο 2 του ιδίου ως άνω νόμου παρ. 1 και 8, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 16 παρ. 8 του Ν. 3172/2003 ορίζεται ως αρμόδιος και υποκατάστατος αυτού ο Υπουργός Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικής αλληλεγγύης" (ήδη 3ος καθ' ού η κλήση-εναγόμενος) αρμόδιος να συνεχίσει τις εκκρεμείς δίκες κατά του "Εθνικού Οργανισμού Πρόνοιας", όπως και η προκείμενη).

Εξάλλου, όταν γράφηκε η ανωτέρω διαθήκη (30 Σεπτεμβρίου 1964), ο διαθέτης ήταν ακόμη άγαμος, στη συνέχεια όμως το έτος όμως 1971, νυμφεύθηκε την Μαρία Λ. Β. (1η εναγόμενη), ενώ στις 23-5-1976 αποβίωσε, χωρίς εν τω μεταξύ να έχει αλλάξει την προδιαληφθείσα διαθήκη του. Κατά τον χρόνο του θανάτου του, η περιουσία του διαθέτη Κ Π., αποτελούνταν από ένα ακίνητο οικόπεδο εκτάσεως 2.409 τμ μετά οικίας που κείται στο ...

Θεσσαλονίκης, ένα διαμέρισμα εμβαδού 71,90 τμ επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκης, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 498,33 τμ που κείται στη θέση "..." στην Κοινότητα Σταμάτας Αττικής, και μετρητά χρήματα συνολικού ποσού 1.026.077 δραχμών, σε διάφορες Τράπεζες όπως προκύπτει από την από 9-5-1977 καταγραφή που έκαναν και υπέγραψαν οι Ο.

Χ. ως εκπρόσωπος του ενάγοντος, Α. Κ. ως εκπρόσωπος του Υπουργού Οικονομικών και ο Ε. Α. ως εκπρόσωπος της χήρας του διαθέτη. Μετά τον θάνατο του ως άνω συζύγου της, η χήρα αυτού (1η εναγομένη), μόλις ενημερώθηκε για την ύπαρξη της διαθήκης του, άσκησε την από 18-10-1976 αγωγή της και με αριθμό καταθ. 2458/1976, κατά των τεσσάρων μέχρι τότε εγκαταστατών Ιδρυμάτων, ζητώντας, την ακύρωση ολόκληρης της διαθήκης λόγω παράλειψης νομίμου μεριδούχου (άρθρο 1786 ΑΚ), ώστε να επέλθει η εξ αδιαθέτου διαδοχή ώστε αντί της νομίμου μοίρας να λάβει τελικά ολόκληρη της εξ αδιαθέτου μερίδα της, που κατά την αγωγή ήταν το 1/2 της κληρονομικής περιουσίας επικουρικά δε να αναγνωριστεί κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της κατά το 1/4 της περιουσίας Συγχρόνως με την ανωτέρω αγωγή της, έστειλε προς τα τέσσερα εγκατάστατα ιδρύματα την από 24-11-1976 επιστολή της, προτείνοντας συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ήτοι να λάβει αυτή το ακίνητο στο ..., οι λοιποί δε την υπόλοιπη ακίνητη και κινητή περιουσία του κληρονομούμενου συζύγου της.

Ενόψει του προτεινόμενου συμβιβασμού η από 18-10-1976 αγωγή της που είχε προσδιοριστεί να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 12-1-1977 ματαιώθηκε. Σε ερώτημα της Πρυτανείας του ενάγοντος (ΑΠΘ), ο ομότιμος καθηγητής. και νομικός του σύμβουλος Κ. Β. με το με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο του, απάντησε, ότι ενόψει του κινδύνου να αποκλειστεί το Πανεπιστήμιο από την κληρονομιά εάν ευδοκιμήσει η αγωγή της συζύγου του διαθέτη, ήταν προτιμότερο να αποδεχθεί αυτό (πανεπιστήμιο) τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, διότι έτσι εξασφαλίζει το 1/8 της όλης κληρονομιαίας περιουσίας.

Στη συνέχεια το ενάγον, μέσω της οικονομικής του υπηρεσίας και δυνάμει του με αρ. Α9743/1-4-1977 εγγράφου του, ζητούσε από το Υπουργείο Οικονομικών, Δ/νση Εθνικών Κληροδοτημάτων, ως ασκούντα τη διοίκηση των υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλοιπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών, αφού εξηγούσε πως είχαν τα πράγματα μέχρι τότε με την κληρονομιαία περιουσία, να έχει σύντομα την έγκριση του Υπουργείου, ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμό.

Το Υπουργείο Οικονομικών, δυνάμει του με αρ. 3893/1006/21-4-1977 εγγράφου του προς το ενάγον, το οποίο και κοινοποίησε και στα υπόλοιπα εγκατάστατα ιδρύματα, ζήτησε να του προσκομιστεί έγγραφη καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς, όπως και εκτίμηση της αγοραίας αξίας αυτών από τον έφορο κληρονομιών της Θεσσαλονίκης, καθώς και οι απόψεις των λοιπών εγκαταστατών Ιδρυμάτων διατυπωμένες σε πρακτικό συνεδριάσεως των διοικητικών τους συμβουλίων αναφορικά με την αποδοχή ή μη του προτεινόμενου συμβιβασμού.

Δυνάμει της από 14-5-1977 εκθέσεως εκτιμήσεως της Οικονομικής Εφορίας Κληρονομιών Θεσσαλονίκης, αφενός μεν το ακίνητο στο ..., εκτιμήθηκε στο ποσό των 2.674.000 δραχμών, τέλος η Οικονομική Εφορία Μαραθώνος Αττικής το αγροτεμάχιο στην Αττική το εκτίμησε βάσει της από 11-7-1977 εκθέσεως εκτιμήσεως στο ποσό των 300.000 δραχμών.

Συνεπώς η αξία της κληρονομιάς ήταν ακίνητα (2.674.000 + 1.150.000 + 300 000) 4.124.000 δραχμές και 1.026.067 δραχμές καταθέσεις μετρητών σε τράπεζες ήτοι συνολικά 5.150.067 δραχμές. Οι ανωτέρω εκθέσεις εκτιμήσεως γνωστοποιήθηκαν στο Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων που διατυπώθηκε στη συνεδρίαση της 30-12-1977, αφού η καταλειπομένη υπέρ των τριών πλέον Ιδρυμάτων κληρονομιά ήταν υπέρ κοινωφελούς σκοπού, δυνάμει του με αριθμό 0.456/2194/7-1-1978 εγγράφου του Υπουργού Οικονομικών, προς τα τέσσερα ιδρύματα και τον πληρεξούσιο της χήρας του Κ Π., τους πληροφορούσε ότι ενέκρινε τη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του Κ Π., "δι εξωδίκου συμβιβασμού υπό τον όρο όπως ολόκληρη η περιουσία περιέλθει στα τετιμημένα τέσσερα νομικά πρόσωπα εκτός του ακινήτου που βρίσκεται στο ...

Θεσσαλονίκης, και ποσού 50.000 δραχμών τα οποία θα περιέλθουν στη Μ. Χ. Κ Π., προς κάλυψη της εξ αδιαθέτου μερίδας της (1/2 της κληρονομιάς) και των μέχρι τούδε εξόδων της". Στη συνέχεια μετά την κοινοποίηση του ανωτέρω εγγράφου του Υπουργού Οικονομικών στο ενάγον (ΑΠΟ), η Επιτροπή Κληροδοτημάτων αυτού, με το με αριθμό πρωτ. 397/9-6-1978 έγγραφο της, εισηγείτο προς την Πρυτανεία του Πανεπιστημίου, να δοθεί η εντολή στον δικηγόρο του Πανεπιστημίου Θ.

Β. για τον χειρισμό της όλης υποθέσεως και την υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού διανομής, αφού έλθει σε συνεννόηση με τα λοιπά ιδρύματα. Το Πρυτανικό Συμβούλιο δέχθηκε την ανωτέρω πρόταση, που περιλήφθηκε στα με αριθμό 2462/1-8-1978 Πρακτικά του Πρυτανικού Συμβουλίου, δυνάμει των οποίων δεχόταν την ανωτέρω πρόταση, ανέθετε στο δικηγόρο Θ.

Β. να χειριστεί την υπόθεση και να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό διανομής. Η ανωτέρω απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου εκτελέστηκε με το με αριθμό ... έγγραφο του Πρύτανη του ενάγοντος Θ. Χ., που κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο δικηγόρο. Με την ανωτέρω απόφαση του το Πρυτανικό του Συμβούλιο δεν ανέθετε στον τελευταίο, μόνο της διεξαγωγή διαπραγματεύσεων και υπογραφή της σχετικής ενοχικής συμβάσεως αλλά και των σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής της κληρονομιάς του Κ Π., και της στη συνέχεια διανομής της περιουσίας, και αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το με αριθμό πρωτοκόλλου Α 13844/5-10-1990 έγγραφο που απέστειλε ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου, (ΑΠΘ) προς τον δικηγόρο Θ.

Β., στο οποίο αναφέρεται ότι "το Πρυτανικό Συμβούλιο στη συνεδρίαση του με αρ. 450 της 4-91990 αποφάσισε να σας ανανεώσει την εντολή εκπροσώπησης του ΑΠΘ και της υπογραφής σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής της κληρονομιάς του Κ Π., της διανομής αυτής μετά της χήρας Μ. Π. και λοιπών Ιδρυμάτων". Αφού συμφωνήθηκε να γίνει ο εξώδικος συμβιβασμός και η διανομή της περιουσίας -1η εναγομένη, δήλωσε το ακίνητο στο ...

στην εφορία, πλήρωσε δε για αυτό ως φόρο κληρονομιάς το ποσό των 452.760 δραχμών. Ο ανωτέρω όμως εξώδικος συμβιβασμός που είχε εγκριθεί από τον Υπουργό των Οικονομικών δυνάμει του 0456/2194/7-7-1978 εγγράφου, καθυστέρησε, αρκετά χρόνια λόγω κωλυμάτων κυρίως από τα από τα εγκατάστατα ιδρύματα και αυτό προκύπτει α) από το με αρ.

Κ10180/1.../22-10-1981 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών προς τα τέσσερα Ιδρύματα, από τα οποία ζητεί πληροφορίες περί αν συντελέστηκε ο συμβιβασμός και εάν συντάχθηκαν οι σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις διανομής της περιουσίας και εάν όχι γιατί καθυστερούν, β) από το με αρ. Α 5772/3-2-1988 έγγραφο του ενάγοντος (ΑΠΟ) προς τον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας, (συγκληρονόμος) όπου αναφέρει ότι η διανομή της περιουσίας δεν προχωρεί λόγω δικής του και μόνο καθυστερήσεως, γ) από το με αρ. 1108427/3446/Α0011/18-10-1989 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, προς το Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας, αφού προηγουμένως είχε διαμαρτυρηθεί για την καθυστέρηση το ενάγον με το Α.../3010-1989 έγγραφο του, όπου τον καλεί να ορίσει το συντομότερο δυνατόν εκπρόσωπο του προκειμένου να έρθει σε επικοινωνία με τους λοιπούς εκπροσώπους των Ιδρυμάτων για να προβούν στην συμβολαιογραφική πράξη της διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας.

Τελικά, όπως προκύπτει από το με αρ. ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Γιαννακοπούλου, ο Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας όρισε εκπρόσωπο του για να προβεί στις σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής και διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας. Εν τέλει στις 5 Δεκεμβρίου 1996 η 1η εναγόμενη δυνάμει του με αριθμό ...

συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη, προβαίνει σε αποδοχή κληρονομιάς του αποβιώσαντος συζύγου της, εξ ολοκλήρου του ακινήτου στο ... επικαλούμενη ότι το ως άνω ακίνητο περιήλθε σε εκείνη εξ ολοκλήρου δυνάμει της με αρ. πρωτ. 0.456/2194/7-1-1978 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών "περί διανομής κληρονομιαίας περιουσίας" η δε υπόλοιπη περιουσία του κληρονομούμενου περιέρχεται κατά ποσοστό στα Ιδρύματα "Αγιος Δημήτριος Ωραιοκάστρου", Ε.Ε.Σ.

Θεσσαλονίκης, Σύγκλητο Α.Π.Θ. και τέως Βασιλική Πρόνοια Θεσσαλονίκης ήδη (το 1996) Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Η ως άνω πράξη μεταγράφηκε στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Νεάπολης στον τόμο ... και αριθμό .... Ακολούθως, στις 5 Σεπτεμβρίου του έτους 1997, η 1η εναγόμενη καθώς και οι εκπρόσωποι των τριών Ιδρυμάτων αφού στον "Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας" υπάγεται πλέον εκτός της "Βασιλικής Πρόνοιας και η Παιδούπολη "Αγιος Δημήτριος", ήτοι οι εκπρόσωποι του "Εθνικού Οργανισμού Πρόνοιας", του "Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού" και του "Αριστοτέλειο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης", δυνάμει της με αριθμό 14880/5-9-1997 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, προέβησαν σε αποδοχή των κληρονομιαίων ακινήτων με ενσωματωμένο σε αυτήν, τον "συμβιβασμό" και την "διανομή" της κληρονομιάς Π., δηλαδή τα τετιμημένα Ιδρύματα αποδέχθηκαν την περιουσία που τους είχε εγκαταλειφθεί με την διαθήκη του διαθέτη δηλαδή όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία του διαθέτη πλην του ακινήτου στο ...

από το οποίο θεωρείται ότι παραιτήθηκαν της κληρονομιάς, ώστε να επέλθει επ' αυτού η αναγκαστική διαδοχή γι' αυτό και 1η εναγόμενη ως νόμιμη πλέον μεριδούχος αποδέχθηκε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή το ακίνητο αυτό. Δηλαδή ο "Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας" στον οποίο συγχωνεύτηκε και η Παιδούπολη Άγιος Δημήτριος αποδέχθηκε κατά ποσοστό 2/4 (1/4 + 1/4) εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή τα υπόλοιπα ακίνητα, ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή τα υπόλοιπα ακίνητα και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αποδέχθηκε επίσης ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή από τα υπόλοιπα ακίνητα.

Η ανωτέρω αποδοχή κληρονομιάς, μεταγράφηκε στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και αριθμό .... Πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος (Α.Π.Θ.) Θεόδωρος Βασματζής είχε την απαιτούμενη από τον νόμο ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα σύμφωνα με τις αναφερόμενες διατάξεις στην προηγηθείσα περί τούτου μείζονα πρόταση, των άρθρων 11 και 12 του από 25-1-1929 ΠΔ. "περί οργανώσεως της διοικητικής, οικονομικής και λογιστικής υπηρεσίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης" και την κοινή Υπουργική Απόφαση Ρ/1/486/26-4-1985, (ΦΕΚ 240/30-4-1985 τομ.

Β') εφόσον το Πρυτανικό Συμβούλιο δέχθηκε την πρόταση της Επιτροπής Κληροδοτημάτων αυτού, που περιλήφθηκε στα με αριθμό 2462/1-8-1978 Πρακτικά του Πρυτανικού Συμβουλίου, και ανέθεσε στο δικηγόρο Θ. Β. με απόφαση του να χειριστεί την υπόθεση και να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό διαμονής, απόφαση που εκτελέστηκε με το με αριθμό ...

έγγραφο του Πρύτανη του ενάγοντος Θ. Χ., που κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο δικηγόρο. Στη συνέχεια η εντολή προς τον ανωτέρω δικηγόρο ανανεώθηκε με το με αριθμό πρωτοκόλλου Α 13844/5-10-1990 έγγραφο που του απέστειλε ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου, (ενάγοντος ΑΠΘ) στο οποίο αναφέρεται ότι "το Πρυτανικό Συμβούλιο στη συνεδρίαση του με αρ. 450 της 4-9-1990 αποφάσισε να σας ανανεώσει την εντολή εκπροσώπησης του ΑΠΘ και της υπογραφής σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής της κληρονομιάς του Κ Π., και της στη συνέχεια διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας.

Εξάλλου, εν αντιθέσει με όσα αναφέρονται στην αγωγή, ότι δεν είχε ανανεωθεί από το έτος 1976 η εντολή προς τον ανωτέρω δικηγόρο της εκπροσώπησης του πανεπιστημίου για την συγκεκριμένη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, πληρεξούσια με αριθμούς α) ... του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Λιάτση β) ...

και γ) ... της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χριστίνας Λιάτση, προκύπτει ότι οι Πρυτάνεις του ενάγοντος Δ. Φ. το έτος 1984, Α. Τ. το έτος 1990 και Α. Μ. το έτος 1995, καθιστούσαν τον ανωτέρω δικηγόρο Θ. Β. ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του "Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης" μεταξύ δε των πράξεων που του παρείχαν την πληρεξουσιότητα αντιπροσώπευσης του Πανεπιστημίου ήταν και "να αποδέχεται επαχθείσας εις αυτό (ΑΠΘ) κληρονομιάς υπογράφων τας σχετικός ενώπιον του συμβολαιογράφου πράξεις αποδοχής κληρονομιάς".

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, από τα προαναφερόμενα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν οι 1η εναγόμενη και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, προκύπτει ότι ο δικηγόρος Θ. Β. είχε την εντολή και πληρεξουσιότητα που απαιτούνταν για την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξεως αποδοχής κληρονομιάς και του σχετικού συμφωνητικού διανομής της κληρονομιάς και μάλιστα μέσα στα πλαίσια που καθορίζονταν από την πρόταση συμβιβασμού που είχε εγκριθεί μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων λόγω του ότι η καταλειπομένη υπέρ των τριών πλέον Ιδρυμάτων κληρονομιά ήταν υπέρ κοινωφελούς σκοπού από τον Υπουργό των Οικονομικών βάσει του με αριθμό 0/456/2194/7-1-1978 εγγράφου, αφού κανένα από τα τετιμημένα πρόσωπα δεν είχε ζητήσει την μεταρρύθμιση αυτής, αν και είχε περάσει αρκετό χρονικό διάστημα, προσήλθαν δε αυτά (τετιμημένα πρόσωπα) με τους νόμιμους εκπροσώπους τους και υπέγραψαν την σχετική συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς και την διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας.

Στη συνέχεια μετά την υπογραφή της αποδοχής των κληρονομιαίων ακινήτων, και τον ως άνω συμβιβασμό και διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, τα συμβληθέντα μέρη σε εκτέλεση της ανωτέρω διανομής και του με αρ. 2 4562194/7-1-1978 εγγράφου του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με τα οποία τα τετιμημένα Ιδρύματα λαμβάνουν επί πλέον των ακινήτων και όλα τα κινητά του κληρονομουμένου Κ Π., η 1η εναγόμενη παρέδωσε τα βιβλιάρια καταθέσεων που είχε στην κατοχή της, δύο της Τράπεζας Εθνικής του Υπ.

Ερμού, δύο της ανωτέρω Τράπεζας του Υπ. Π. Μελά, δύο της ανωτέρω Τράπεζας του Υπ. Α' Θεσσαλονίκης, ένα βιβλιάριο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Θεσσαλονίκης, ενώ εκχώρησε κάθε δικαίωμα της από λογαριασμό στην τράπεζα AMERIKAN ΕΧΠΡΕΣ αφού είχε απωλέσει το βιβλιάριο και παραιτήθηκε από κάθε αντικείμενο που θα βρεθεί στην με αρ. 833 Θυρίδα της Τράπεζας Πίστεως εκτός από οικογενειακά κειμήλια που θα ευρίσκοντο εντός αυτής.

Προς επίρρωση των ανωτέρω συνετάγη το από 5-9-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, ως αντιπρόσωπος δε του ενάγοντος ο ίδιος ως άνω δικηγόρος Θ. Β.ς, στο οποίο η ανωτέρω χήρα του διαθέτη παραιτήθηκε και από κάθε δικαίωμα της και από κάθε αγωγή και ένστασή της προς προσβολή και διάρρηξη του συμφωνητικού δια πάντα λόγο και αιτία, ως και για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 178, 179 και 388 του ΑΚ αποξενούμενη παντελώς των ως άνω περιουσιακών στοιχείων".

Επίσης στο ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό τα Νομικά Πρόσωπα δήλωσαν "ότι παραιτούνται από κάθε τυχόν αξίωση τους, από οποιαδήποτε αιτία, εν σχέση με το ακίνητο του Ωραιοκάστρου κατά της 1ης εναγομένης, παρελθούσα, ενεστώσα ή μέλλουσα, ως και δια τους λόγους τους αναφερομένους στις αυτές ως άνω διατάξεις 178, 179 και 388 του ΑΚ".

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, με το από 5-9-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν παραιτήθηκαν τα μεν ιδρύματα από την Βίλα του Ωραιοκάστρου η δε 1η εναγόμενη από την λοιπή εκτός αυτού του ακινήτου περιουσία όπως αβασίμως υποστηρίζεται στην υπό κρίση αγωγή, χωρίς όμως να τηρηθεί ο απαιτούμενος τύπος αλλά και χωρίς να υπάρχει, ως προαναφέρθηκε, η απαιτούμενη ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα του ανωτέρω εκπροσώπου του, αλλά η μεν 1η εναγομένη παρέδωσε στα ιδρύματα σε εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνηθείσης διανομής την κινητή περιουσία του κληρονομουμένου παραιτούμενη από κάθε αγωγή και ένσταση της προς διάρρηξη του ανωτέρω συμφωνητικού όπως από τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρων 178, 179 και 388 του ΑΚ, τα δε ιδρύματα παραιτήθηκαν από κάθε αξίωση τους από το ακίνητο του Ωραιοκάστρου παρελθούσα ενεστώσα ή μέλλουσα όπως από τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρων 178, 179 και 388 του ΑΚ.

Η ως άνω παραίτηση δεν αποτελεί "διάθεση" του ακινήτου του Ωραιοκάστρου, αφού αυτή είχε γίνει με το με αρ. 14880/1997 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς, συνεπώς η παραίτηση από κάθε αξίωση ενοχική ή εμπράγματη θα μπορούσε να γίνει και με ιδιωτικό συμφωνητικό, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του Πανεπιστημίου είχε όπως προαναφέρθηκε την εντολή και πληρεξουσιότητα να χειριστεί όλη την υπόθεση που είχε σχέση με την επαχθείσα στο πανεπιστήμιο περιουσία του Κ Π..

Συνακόλουθα, λόγω του ότι, ο πληρεξούσιος του ενάγοντος είχε την απαιτούμενη από το νόμο πληρεξουσιότητα, είναι έγκυρη και η ως άνω 14480/1997 αποδοχή κληρονομιάς με τον ενσωματωμένο σε αυτήν συμβιβασμό, τον οποίο συμβιβασμό είχε δηλώσει ότι εγκρίνει μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων και ο Υπουργός Οικονομικών, δυνάμει του με αριθμό 0.456/2194/7-1-1978 εγγράφου του, και το επίδικο ακίνητο του Ωραιοκάστρου περιήλθε νομίμως πλέον στην 1η εναγόμενη, η οποία όμως συνομολογεί με τις προτάσεις της, το έδωσε επ' αντιπαροχή σε εργολάβο, ο οποίος ανέγειρε πέντε μεζονέτες, τρεις εκ των οποίων αυτή μεταβίβασε σε τρίτους.

Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή με την οποία το ενάγον ΑΠΘ και ήδη αναιρεσείον ζητούσε να αναγνωρισθεί ως άκυρη η σύμβαση συμβιβασμού και διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του Κ Π. επειδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θεόδωρος Βασματζής δεν είχε πληρεξουσιότητα που να του είχε δοθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο για να προβεί στη σύναψη της σύμβασης αυτής.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δέχθηκε ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος (Α.Π.Θ.) Θεόδωρος Βασματζής είχε την απαιτούμενη από τον νόμο ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του από 25-1-1929 Π.Δ. "περί οργανώσεως της διοικητικής, οικονομικής και λογιστικής υπηρεσίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης" και την κοινή Υπουργική Απόφαση Ρ 1/486/26-4-1985, (ΦΕΚ 240/30-4-1985 τομ.

Β') εφόσον το Πρυτανικό Συμβούλιο δέχθηκε την πρόταση της Επιτροπής Κληροδοτημάτων αυτού, που περιλήφθηκε στα με αριθμό 2462/1-8-1978 Πρακτικά του Πρυτανικού Συμβουλίου, και ανέθεσε στο δικηγόρο Θ. Β. με απόφαση του να χειριστεί την υπόθεση και να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό διανομής, απόφαση που εκτελέστηκε με το με αριθμό ...

έγγραφο του Πρύτανη του ενάγοντος Θ. Χ., που κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο δικηγόρο. Στη συνέχεια η εντολή προς τον ανωτέρω δικηγόρο ανανεώθηκε με το με αριθμό πρωτοκόλλου Α 13844/5-10-1990 έγγραφο που του απέστειλε ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου, (ενάγοντος ΑΠΘ) στο οποίο αναφέρεται ότι "το Πρυτανικό Συμβούλιο στη συνεδρίαση του με αρ. 450 της 4-9-1990 αποφάσισε να σας ανανεώσει την εντολή εκπροσώπησης του ΑΠΘ και της υπογραφής σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής της κληρονομιάς του Κ Π., της διανομής αυτής μετά της χήρας Μ.

Π. και λοιπών Ιδρυμάτων", διευκρινίζοντας ότι στην προαναφερόμενη υπ'αριθμ.14480/1997 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομίας, περιέχεται, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι επαναλαμβάνεται ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε με τη συμμετοχή απάντων των συμβαλλομένων αρχ/κων διαδίκων της προκειμένης υπόθεσης, όπου ο δικηγόρος Θ.Βασματζής ενήργησε σύννομα με την εντολή που είχε λάβει από το Πρυτανικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου.

Επιπλέον από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την πέμπτη αναιρεσίβλητη Σ. σύζυγο Δ. Κ. (προσθέτως παρεμβαίνουσας ως καθολική διαδόχου του αποβιώσαντος Θ. Β. υπέρ της Μ. χήρας Κ. Π...) πληρεξούσια: α)υπ'αρ.... του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Λιάτση, β)... και γ)... της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χριστίνας Λιάτση, προκύπτει ότι οι εκάστοτε πρυτάνεις του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου καθιστούσαν το δικηγόρο Θ.

Β. ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου, μεταξύ δε των πράξεων που του παρείχαν την πληρεξουσιότητα αντιπροσώπευσης αυτού ήταν και να αποδέχεται επαχθείσας σ'αυτό (ΑΠΘ) κληρονομιάς υπογράφοντας τις σχετικές ενώπιον του συμβολαιογράφου πράξεις αποδοχές κληρονομίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση είναι άνευ εννόμου συμφέροντος οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για την ακυρότητα της ως άνω δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς του Κ.

Π., αφού το ίδιο συμβιβάστηκε ως προς το περιεχόμενο σ' αυτό κληρονομικό μερίδιο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ως προς το έγκυρο των ενεργειών του δικηγόρου Θ. Β. σε σχέση με την επίμαχη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Κ. Π. ως πληρεξουσίου και εντολοδόχου του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 159 παρ.1, 217 παρ.2, 369 και 795, 798, 800, 1033 ΑΚ διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε.

Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αριθ. 1α' και 566 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αριθ. 1α') προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το "αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αίτησης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση διότι ουχί ορθώς και όλως εσφαλμένως εκ πλημμελούς εκτιμήσεως και αξιολογήσεως του συνόλου των προσαχθέντων εγγράφων και εκ πλημμελούς ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη και την από 29.6.2004 (αριθμ.

κατ. 22424/2.7.2004) πρόσθετη παρέμβαση της Σ. συζ. Δ. Κ. ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος Θ. Β. υπέρ της πρώτης των εναγομένων και ήδη πρώτης των αναιρεσίβλητων, ενώ έδει, εάν ορθώς εκτιμούσε και αξιολογούσε το σύνολο των προσαχθέντων αποδεικτικών στοιχείων (εγγράφων) και πραγμάτων αληθώς ερμήνευε το νόμο, να είχε απορρίψει την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ως νόμω και ουσία αβάσιμη.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ενώ κατά το μέρος που πλήττεται η απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας είναι απαράδεκτος αφού δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Οι διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του ν. 2717/1999, 22 του ν. 3693/1957, 5 του 1738/1987 και Κ.Υ.Α 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου και περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας ή μερικής νίκης και ήττας, έχουν εφαρμογή μόνο στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.

Συνεπώς το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή των άνω περί δικαστικής δαπάνης διατάξεων (σχ. Α.Π. 1277/1993).

Εν προκειμένω το αναιρεσείον "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που αποτελεί ν.π.δ.δ., απολαύει μεν των απαλλαγών και ατελειών του δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Π.Δ. 25.1/29.1.1929 η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Ορθώς συνεπώς το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δεν εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις και υποχρέωσε το αναιρεσείον στην καταβολή της εξ' ολοκλήρου δικαστικής δαπάνης των αντιδίκων του, λόγω της ήττας του στην πρωτοβάθμια δίκη, πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 559 αριθ.1α' και 566 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αριθ. 1α') προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 20/2005) Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι έσφαλε η εκκαλουμένη διότι η αντίδικος του δεν δύναται και ούτε δικαιούται ν'αξιώσει σε βάρος του την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης, διότι δια της υπ' αριθμ. 10873/23.3.2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης - Ειδική διαδικασία - η αντίδικος του πέτυχε την εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων σε βάρος του για τις προτάσεις, που είχε καταθέσει προς αντίκρουση της πρώτης ως άνω και από 5.9.1999 και με αυξ.

αριθμ. καταθ. 28960/1999 αγωγής του, επί της ουσίας εκδόθηκε η υπ' 15559/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής λόγω μη κοινοποιήσεως της προς τον Υπουργό Οικονομικών, από την οποία αγωγή του τελικώς παραιτήθηκε του δικογράφου της και δια της με αυξ. αριθμ.

καταθ. 22952/2004 Κλήσεως του επανέφερε προς συζήτηση και κρίση την από 15.5.2001 (αυξ. αριθμ. καταθ. 33012/2001) αγωγή του, δεδομένου ότι η αντίδικός του στη νέα ως άνω από 15.5.2001 αγωγή του κατέθεσε τις ίδιες από 12.8.2004 έγγραφες προτάσεις της, το κείμενο δε τούτων είναι το ίδιο με τις προτάσεις της, που αυτή κατέθεσε προς αντίκρουση της πρώτης ως άνω από 5.9.1999 (αυξ.

αριθμ. καταθ. 28960/1999) αγωγής του, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, αφού δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος, αφού από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός.

Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 199 παρ.2 ΚΠολΔ και 22 παρ.1 και 3 του ν.3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-11-2008 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης", για αναίρεση της υπ'αρ.1887/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για τους δύο πρώτους αυτών (Σ. σύζυγο Γ. Τ. και Ν. Β. του Λ.) από κοινού στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ, για τον τέταρτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων (Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Υπουργό Οικονομικών) από κοινού στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και για την πέμπτη αναιρεσίβλητη (Σ. σύζυγο Δ. Κ.) στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ