Supreme Court allows appeal against arbitration award cancellation due to violation of public order and good morals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision to cancel an arbitration award. The appellant argued the award violated public order by awarding construction value to a contractor who built without a permit, while the lower court incorrectly applied the cancellation grounds. The Court found the First Instance erred in its legal reasoning regarding good morals and public order, thus remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticle 897(6) of the Code of Civil Procedure; Article 33 of the Civil Code: An arbitration award may be cancelled if it is contrary to good morals or public order provisions, but the lower court must correctly apply these standards to the specific facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1819 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1819/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση τελούσης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " …" και το διακριτικό τίτλο " …." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Δελλή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Ν., κατοίκου ... ή ... και 2) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κορομάντζο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6- 2003 αγωγή ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων και τους από 5-1- 2004 πρόσθετους λόγους της, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3469/ 2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-.2005αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 19-4-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 897 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ. η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει και όταν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως ιδρύεται όταν η αντίθεση προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της αποφάσεως στο σύνολό της, ήτοι όχι μόνο από το διατακτικό της αλλά και από τις αιτιολογίες της (Ολ.Α.Π.13/1995, Α.Π.1441/2000).
Χρηστά ήθη κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι οι κανόνες που εκφράζουν τις αντιλήψεις του μέσου, εμφρόνως και χρηστώς σκεπτόμενου, κοινωνικού ανθρώπου και κρατούν ως ρυθμιστικοί κανόνες κοινωνικής συμβιώσεως (Α.Π.1441/2000. Εξάλλου κατά την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 897 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ. η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί και "αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης".
Ως διατάξεις δημόσιας τάξεως, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 33 Α.Κ., ήτοι οι κανόνες που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξεως (Α.Π.2234/ 2009.
Τέτοιες διατάξεις δημόσιας τάξεως είναι και εκείνες των άρθρων 22 παρ.1 και 3 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν.1577/1985) και των άρθρων 17 και 18 ν.1337/ 1983, με τις οποίες καθιερώνεται η υποχρέωση εκδόσεως αδείας οικοδομής. Όμως οι πολεοδομικές αυτές διατάξεις δεν απαγορεύουν καθεαυτή την κατάρτιση συμβάσεως έργου που ορίζει ότι η κατασκευή οικοδομής θα γίνει κατά παράβαση της οικείας άδειας οικοδομικών εργασιών ή χωρίς τέτοια άδεια, γι' αυτό και η διαιτητική απόφαση με την οποία επιλύθηκε διαφορά σύμφωνα με τέτοιες συμβάσεις δεν είναι αντίθετη προς τις πιο πάνω διατάξεις δημόσιας τάξεως (Α.Π.404/ 2000).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "...Tο διαιτητικό δικαστήριο επιδίκασε στην εναγομένη λόγω καταγγελίας, όπως δέχθηκε ότι έγινε με την άκυρη ως δήλωση υπαναχώρησης... από 27-6-1997 εξώδικη δήλωση εκ της εργολαβικής συμβάσεως εκ μέρους των ήδη εναγόντων οικοπεδούχων, αντί της οφειλομένης από αυτούς και αναζητουμένης εργολαβικής αμοιβής σε σχέση με το υπό στοιχείο Α-1 διαμέρισμα, με τον Ρ-3 χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο και την Υ-1 υπόγεια αποθήκη και τα αναλογούντα σ' αυτά επί του οικοπέδου ποσοστά εξ αδιαιρέτου, το προαναφερθέν ποσό, ως αποζημίωση λόγω αδυναμίας των ήδη εναγόντων να πληρώσουν αυτούσια τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή κατ' άρθρο 700 Α.Κ.
από το ότι πριν από την υποβολή της διαφοράς στη διαιτησία οι συνοικοπεδούχοι πώλησαν και παρέδωσαν κατά πλήρη κυριότητα στους Ε. Τ. και Μ. Τ.-Σ. δυνάμει... συμβολαίου... αυτές τις οριζόντιες ιδιοκτησίες αντί αναφερομένου τιμήματος 11.647.000 δραχμών. Το διαιτητικό δικαστήριο αφαίρεσε από την επιδικασθείσα αποζημίωση μόνο τα ποσά που είχε εισπράξει προκαταβολικώς η ήδη εναγομένη εργολήπτρια εταιρεία από τους αναφερόμενους Ι.
και Χ. Α. δυνάμει... προσυμφώνου πωλήσεως... ως μελλοντικούς αγοραστές αυτών των οριζόντιων ιδιοκτησιών και το ποσό που κατέβαλαν οι οικοπεδούχοι στο Ι.Κ.Α. για τις μέχρι 30-6-1997 οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές που εβάρυναν την εργολήπτρια εταιρεία και δεν τις πλήρωσε αυτή. Δεν αφαιρέθηκε όμως το ποσό που αντιστοιχούσε στις δαπάνες με τις οποίες θα επιβαρυνόταν η εναγομένη ως εργολήπτρια εταιρεία για να αποπερατώσει το έργο που είχε αναλάβει να εκτελέσει, δηλαδή την άνω οικοδομή από υπόγειο, πυλωτή και τρεις πάνω από το ισόγειο ορόφους στο οικόπεδο των εναγόντων.
Δεν ήταν αποπερατωμένη κατά το χρόνο της λύσεως της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως η πολυκατοικία αλλά βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων που δεν είχαν ολοκληρωθεί... Προσδιόρισαν οι ήδη ενάγοντες, με όσα ισχυρίσθηκαν με τις από 20-1-.2003 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο γραμματέα του διαιτητικού δικαστηρίου, τις δαπάνες στις οποίες προήλθαν για υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και για χρωματισμούς και λοιπό ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, καθώς και για θερμαντικά σώματα και εξαρτήματα θυρών στο περιερχόμενο στη δεύτερη από τους ήδη ενάγοντες διαμέρισμα Β-1 της άνω πολυκατοικίας μετά τη λύση της άνω εργολαβικής συμβάσεως και για δαπάνες που έγιναν για εργασίες στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας κατά την αναλογία που τους εβάρυναν (υδραυλικά, ηλεκτρολογικά, μάρμαρα κλιμακοστασίου, μεταλλικές κατασκευές κλιμακοστασίου, κουφώματα ανελκυστήρα, βαφή κλιμακοστασίου, πυλωτής, προσόψεων και θυρών ανελκυστήρα, περιτοίχιση και δάπεδα προσβάσεων, μονώσεις λέβητα και δεξαμενή πετρελαίου θερμάνσεως), καθώς και για κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος για τις εργασίες ανεγέρσεως και συνεχίσεως αυτών και για τοποθέτηση εργοταξιακών μετρητών παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, όπως και για εισφορές Ι.Κ.Α.
για τους απασχοληθέντες εντός του έτους 1998 εργατοτεχνίτες στις εργασίες που έγιναν εντός του έτους 1998 στο άνω διαμέρισμα που περιερχόταν στη δεύτερη ενάγουσα. Παρέθεσαν επίσης οι ενάγοντες το ύψος της απαιτουμένης δαπάνης για κάθε εργασία, καθώς και το ποσό που επιπλέον απαιτούνταν να καταβληθεί μετ' αφαίρεση του ποσού που εισέπραξαν για την πώληση ημιτελούς του Α-1 διαμερίσματος και της θέσεως στάθμευσης που αναλογούσε σ' αυτό, καθώς και της Υ-1 υπόγειας αποθήκης στους άνω αναφερομένους αγοραστές που θα το αποπεράτωναν με δικές τους δαπάνες και θα συμμετείχαν ανάλογα και στις δαπάνες αποπερατώσεως των κοινοχρήστων.
Ανέφεραν ακόμη οι ήδη ενάγοντες τις απομένουσες να εκτελεσθούν στο παραπάνω Β-1 διαμέρισμα της δεύτερης από αυτούς για αγορά ηλιακού θερμοσίφωνος, ειδών υγιεινής και τοποθέτησή των, για παροχές ηλεκτρικού ρεύματος και νερού του διαμερίσματος, για σύνδεση αυτού του διαμερίσματος με τον αγωγό ΕΥΔΑΠ μετά από επέκταση του δικτύου και για κατασκευή πέργκολας στο δώμα στο χώρο που θα ανήκε κατά χρήση αποκλειστικά στη δεύτερη ενάγουσα, καθώς και τις εργασίες που απομένουν να γίνουν σε κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας, όπως η μόνωση στην ταράτσα, η τοποθέτηση θυροτηλεόρασης, η τοποθέτηση ανελκυστήρα, η πλακόστρωση και οι μαρμαρικές εργασίες, όπως και οι χρωματισμοί στα κοινόχρηστα μέρη του υπογείου, η δαπάνη παροχής ηλεκτρικού ρεύματος κοινοχρήστων και παροχής νερού κοινοχρήστων της πολυκατοικίας και οι εργασίες διαμορφώσεως του περιβάλλοντος χώρου στην πυλωτή και τον χώρο γύρω από το κτίριο (πλακάκια, επιχωμάτωση, κάγκελα και ασφαλιστικές εισφορές Ι.Κ.Α.
για τους εργάτες που θα απασχοληθούν) και προέβησαν και σε αποτίμηση των εργασιών αυτών και σε προσδιορισμό του ποσοστού κατά το οποίο εβαρύνοντο οι ίδιοι όσον αφορά τις εργασίες στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις... Στην προκειμένη περίπτωση η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου λύθηκε πριν από την αποπεράτωση του έργου με δήλωση των εναγόντων οικοπεδούχων.
Αυτή κρίθηκε από τη διαιτητή δικαστή ότι αποτελούσε καταγγελία της άνω συμβάσεως και έτσι οφειλόταν στην εργολήπτρια εταιρεία η συμφωνημένη αμοιβή από την οποία αφαιρούνταν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της συμβάσεως. Ακόμη κρίθηκε ότι από τη συμπεριφορά των οικοπεδούχων κατέστη αδύνατη ολικώς η υποσχεθείσα προς την εργολήπτρια εταιρεία οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή, με συνέπεια να οφείλουν αυτοί κατ' άρθρο 362 Α.Κ.
να ανορθώσουν τη ζημία που θεωρήθηκε ότι τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με την άνω συμπεριφορά των, δηλαδή την αξία των μη δυνάμενων πλέον να μεταβιβασθούν οριζοντίων ιδιοκτησιών που πωλήθηκαν ημιτελείς από τους οικοπεδούχους μετά την καταγγελία της εργολαβικής συμβάσεως σε τρίτους, χωρίς να αφαιρέσει το όφελος που προέκυψε για την εργολήπτρια από την μη επιβάρυνσή της με τις δαπάνες ολοκληρώσεως των απομενουσών να γίνουν στην άνω πολυκατοικία εργασιών, οι οποίες κατά την εργολαβική σύμβαση εβάρυναν την ίδια, κατά το μέρος που επιβαρύνθηκαν και θα επιβαρυνθούν γι' αυτές οι ενάγοντες, ως κύριοι των οριζοντίων ιδιοκτησιών της άνω πολυκατοικίας που περιέρχονταν στους ίδιους.
Δεν εξυπηρετούσε κάποιο ξεχωριστό σκοπό το άνω όφελος που προέκυψε για την εργολήπτρια εταιρεία από τις δαπάνες που εξοικονόμησε αυτή από τη μη εκτέλεση των εργασιών των επομένων σταδίων μέχρι την αποπεράτωση της οικοδομής ούτε αναγνωριζόταν από τη σύμβαση έργου ή από διάταξη νόμου ότι η ωφέλεια αυτή απέμενε υπέρ της εργολήπτριας εταιρείας ως ζημιωθείσης μετά τη λύση της συμβάσεως έργου.
Επομένως επιβαλλόταν να γίνει ο συνυπολογισμός αυτός ζημίας και κέρδους, με βάση το άρθρο 288 Α.Κ., υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις... Η αποζημίωση που επιδικάσθηκε χωρίς να αφαιρεθεί το άνω όφελος της εναγομένης εργολήπτριας εταιρείας, όπως ζήτησαν οι ενάγοντες οικοπεδούχοι, οδηγούσε σε πλουτισμό της εναγομένης που δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και τα χρηστά ήθη, αφού σκοπός της αποζημιώσεως είναι η αποκατάσταση της πραγματικής ζημιάς, ανεξάρτητα από την εκτίμηση δε της γενομένης δηλώσεως των οικοπεδούχων ως καταγγελίας αντί ως υπαναχώρησής των κατά το άρθρο 686 παρ.1 Α.Κ.
έπρεπε να ληφθούν υπόψη για την αποζημίωση τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές συνέπειες του ζημιογόνου γεγονότος. Είναι βάσιμος κατόπιν αυτών ο από το άρθρο 897 αριθ.6 Κ.Πολ.Δικ. λόγος ακυρώσεως της προσβαλλόμενης διαιτητικής αποφάσεως, όπως αναπτύσσεται, εκτός από το αγωγικό δικόγραφο και στο από 5-1-2004 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αντίθεση αυτής προς τα χρηστά ήθη...
Περαιτέρω ο τέταρτος όροφος πάνω από το ισόγειο στην πιο πάνω πολυκατοικία στο οικόπεδο των ήδη εναγόντων... κτίσθηκε από την εργολήπτρια εταιρεία παράνομα και χωρίς άδεια κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 22 του ν.1577/1985 (Γ.Ο.Κ.) και επρόκειτο για αυθαίρετη κατασκευή σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18 του ν.1337/1983, αφού η υπ' αριθ..../1996 οικοδομική άδεια που εκδόθηκε με αίτηση του αρχικού εργολήπτη Ι.
Π. από το Πολεοδομικό Γραφείο Αθηνών αφορούσε προσθήκη κατ' επέκταση και καθ' ύψος τριορόφου οικοδομής επί υπάρχοντος κτίσματος για το οποίο υπήρχε αρχικά η υπ' αριθ..../1980 οικοδομική άδεια. Με έκθεση αυτοψίας που έγινε στις 16-3-.2001 από τεχνικούς υπαλλήλους της Διευθύνσεως Πολεοδομίας... διαπιστώθηκε ότι χωρίς άδεια είχε γίνει η κατασκευή του τετάρτου ορόφου στο άνω ακίνητο με κατασκευαστή τον Π.
Ι.. Με έγγραφο της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Νομαρχίας Αθηνών... έχουν καταγγελθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών οι ήδη ενάγοντες και οι άλλοι ιδιοκτήτες άνω λοιπών ορόφων της οικοδομής... για αυθαίρετες κατασκευές, ήτοι μετατροπή ημιϋπαίθριου χώρου στα οροφοδιαμερίσματα του Β' και του Γ' ορόφου σε χώρο κυρίας χρήσεως και τμήματος του συνιδιόκτητου υπογείου σε χώρο κυρίας χρήσεως και επί πλέον ο Ι.Π.
ως ιδιοκτήτης του κατασκευασθέντος στον Δ' όροφο της οικοδομής αυτής χωρίς άδεια. Διαφορές από την κατασκευή του τετάρτου ορόφου στην ανεγειρόμενη στο ακίνητο των εναγόντων οικοδομή θα ανέκυπταν μεταξύ αυτών και της εναγομένης εργολήπτριας υπό την προϋπόθεση ότι θα είχαν εγκριθεί από την πολεοδομική αρχή τα σχέδια κατασκευής αυτού του ορόφου και θα είχε επιτραπεί η μεταφορά του συντελεστού δομήσεως κατά τα οριζόμενα στο...
προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών οικοπέδου και εργολαβικό, όπως τροποποιήθηκε από την... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού της πολυκατοικίας... Η εκ μέρους της εργολήπτριας εταιρείας ανέγερση του τετάρτου ορόφου πάνω από το ισόγειο-πυλωτή στην πολυκατοικία, στο οικόπεδο των αντιδίκων της οικοπεδούχων έγινε χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και κατά παράβαση των διατάξεων του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού που ίσχυε κατά το χρόνο ανεγέρσεώς του.
Ήταν παράνομη και υπαίτια αυτή η συμπεριφορά της εναγομένης που εμπεριείχε προσβολή κανόνων που είχαν θεσπισθεί όχι μόνο αποκλειστικά για το δημόσιο συμφέρον αλλά και για την προστασία του ατομικού συμφέροντος των ιδιοκτητών παρακειμένων ακινήτων που ενδεχομένως θα εβλάπτοντο από την επιδείνωση των όρων διαβιώσεώς των από την παράνομη ανέγερση κτιρίου στο οικόπεδο των εναγόντων που υπερέβαινε το επιτρεπόμενο ύψος...
Οι ενάγοντες ως οικοπεδούχοι ήταν εκτεθειμένοι σε διώξεις για παράβαση της κειμένης νομοθεσίας, ύστερα από καταγγελία από τις αρμόδιες πολεοδομικές αρχές και ακόμη μπορούσαν οι άνω αρχές να διατάξουν οποτεδήποτε την κατεδάφιση του αυθαιρέτου κτίσματος που είχε ανεγερθεί ως τέταρτος όροφος στην άνω οικοδομή εντός του ακινήτου των.
Δεν αποκλειόταν ακόμη να αντιμετωπίσουν οι ενάγοντες ως οικοπεδούχοι αξιώσεις οποιωνδήποτε ιδιοκτητών γειτονικών ακινήτων που θα εθίγοντο τυχόν από την ανέγερση, κατά παράβαση του Γ.Ο.Κ. και των λοιπών πολεοδομικών διατάξεων, των κτισμάτων στον τέταρτο όροφο της άνω οικοδομής, ως προς την εξυπηρέτηση των δικών τους ακινήτων από άποψη επαρκούς ηλιασμού, θέας κ.λ.π.
Δεν συμφώνησαν οι ενάγοντες με την εργολήπτρια εταιρεία να προχωρήσει αυτή στην ανέγερση χωρίς άδεια της πολεοδομικής αρχής του τετάρτου ορόφου στην οικοδομή των ούτε αποδείχθηκε ότι απέβλεπαν αυτοί ως αντισυμβαλλόμενοι της άνω εργολάβου να εκτελέσει η τελευταία παρανόμως τις οικοδομικές εργασίες για τα κτίσματα στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας πριν προχωρήσουν σε λύση της μεταξύ των εργολαβικής συμβάσεως, για να δύναται να γίνει λόγος για άκυρη σύμβαση έργου από έλλειψη προθέσεως παραγωγής εννόμου αποτελέσματος και για υποχρέωση των συγκυρίων του έργου να αποδώσουν την ωφέλεια που απεκόμισαν από την εκτέλεση της άνω παράνομης κατασκευής ως αντίστοιχη με τη δαπάνη στην οποία θα υποβάλλονταν οι ίδιοι για την εκτέλεση του αυτού έργου αλλά με άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής...
Οι παράνομες πράξεις που έγιναν από τους εκπροσώπους και τους προστηθέντες της εργολήπτριας εταιρείας με την ανέγερση άνευ αδείας της πολεοδομικής αρχής αυθαιρέτων κτισμάτων στον τέταρτο όροφο πάνω από το ισόγειο της οικοδομής εντός του οικοπέδου των εναγόντων ήταν αντίθετες στις διατάξεις του νόμου 1337/1983 και του ν.1577/1985 που είχαν θεσπισθεί για τη σωστή χωροταξική διάρθρωση και την πολεοδόμηση και ανάπτυξη των οικιστικών περιοχών με κριτήρια την εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και αναπτύξεως των οικισμών και την αναβάθμιση και αποφυγή επιδεινώσεως του οικιστικού περιβάλλοντος, καθώς και στις διατάξεις του ισχύοντος τότε κτιριοδομικού κανονισμού.
Η επιδίκαση υπέρ της εναγομένης εργολήπτριας εταιρείας της αξίας των κατασκευασθέντων από αυτή παρανόμως στον τέταρτο όροφο της άνω οικοδομής κτισμάτων, ως αποδοτέας κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις ωφέλειας που απέμεινε στους ενάγοντες που δεν είχαν δεχθεί να ανεγερθούν τα κτίσματα αυτά στο ακίνητό τους χωρίς να τηρηθούν όσα είχαν συμφωνηθεί με το προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου-εργολαβικό και την πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, δηλαδή αν δεν εκδιδόταν προηγουμένως η οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, καταδεικνύει ότι είναι αντίθετη η διαιτητική απόφαση και ως προς το σκέλος της αυτό σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις των προαναφερθέντων νόμων.
Είναι βάσιμος κατόπιν αυτού ο από το άρθρο 897 αριθ.6 Κ.Πολ.Δικ. λόγος ακυρώσεως της προσβαλλομένης διαιτητικής αποφάσεως λόγω της επιδικάσεως της άνω ωφέλειας στην εναγομένη εργολήπτρια εταιρεία, παρά την παράνομη και αντίθετη προς τις άνω δημοσίας τάξεως διατάξεις συμπεριφορά της". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο ακύρωσε τη διαιτητική απόφαση.
Έτσι όμως που έκρινε παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 παρ.6 Κ.Πολ.Δ., την οποία εφάρμοσε εσφαλμένα, αφού ούτε η παράλειψη της διαιτητικής αποφάσεως να προβεί σε συμψηφισμό της ζημίας προς το κέρδος της αναιρεσείουσας την καθιστούσε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, όπως η έννοια αυτών παρατέθηκε στην αρχή της παρούσης, ούτε η επιδίκαση υπέρ της αναιρεσείουσας της αξίας του ανεγερθέντος άνευ οικοδομικής αδείας διαμερίσματος με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού την καθιστούσε αντίθετη προς διατάξεις δημοσίας τάξεως, σύμφωνα με όσα επίσης έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης.
Συνεπώς οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3469/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ