1819/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 41307/1961/2006/28-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3291/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1363/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1819/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και 260 επ ΑΚ. Η διετής αυτή παραγραφή, στην οποία υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 241 ΑΚ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξη της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου.
Full text
Απόφαση 1819 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1819/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Σ. του Κ., 2. Γ. συζ. Α. Σ., 3. Χ. Σ. του Α., 4. Π. Σ. του Α., όλων των ανωτέρω κατοίκων ..., 5.Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 6. Κ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 7. Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Ραχιώτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 41307/1961/2006/28-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3291/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1363/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίας Λαλούση, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ α'-δ', 6 παράγραφοι 1, 2 και 5, 10, 17 και 19 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι, στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή αποζημίωσης στο ζημιωθέντα από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου παραγράφεται μετά την παρέλευση δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ.
και 260 επ ΑΚ. Η διετής αυτή παραγραφή, στην οποία υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 241 ΑΚ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξη της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου.
Η αντίθετη συναφώς διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί της ως άνω αξίωσης. Και τούτο, γιατί παραγωγικός λόγος της αξίωσης αυτής δεν είναι η αδικοπραξία αλλά απευθείας ο νόμος, ήτοι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν 489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της σχετικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Εφαρμόζεται όμως η διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, κατά την οποία, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται η αξίωση να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει κάποιος νομικός λόγος που να αποκλείει ή να παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης. Αντίθετα, η ύπαρξη πραγματικών εμποδίων, όπως είναι και η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της γένεσης της αξίωσης του, δεν παρακωλύει την έναρξη της παραγραφής, αλλά είναι δυνατό με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αποτελεί λόγο αναστολής της.
Περαιτέρω, ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, ενώ εξάλλου η καθιέρωση από το άρθρο 19 παρ. 2 του ν 489/1976 της ως άνω διετούς παραγραφής υπηρετεί επιπλέον την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων και δεν ενέχει περιορισμό του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ), δεδομένου μάλιστα ότι η επίκληση της παραγραφής αυτής μπορεί, με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αντιμετωπισθεί με τις αντενστάσεις για κατάχρηση δικαιώματος ή για αναστολή της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 255 παρ. 1 ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωση του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο δεν ήταν δυνατό να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Γίνεται έτσι φανερό ότι ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους εξαιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για το δικαιούχο. Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των λόγων αυτών είναι η αντικειμενική αδυναμία του δικαιούχου να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στη Σπάρτη Ν.Λακωνίας στις 24-2-2002 και περί ώρα 05.35 ο συγγενής κατά τα ως άνω των εναγόντων Ν. Σ., επιβαίνοντας σε άνευ αριθμού κυκλοφορίας δίκυκλο ποδήλατο, εκινείτο επί της οδού Λυκούργου, με κατεύθυνση από την οδό Άγιδος προς την οδό Ατρειδών, δηλαδή από Ανατολή προς Δύση, όταν παρασύρθηκε από άγνωστο αυτοκίνητο, που τον τραυμάτισε θανάσιμα.
Για το θάνατο του Ν. Σ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά του Χ. Π., διερχόμενου κατά τον ως άνω χρόνο στον ως άνω τόπο οδηγού, ο οποίος, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, παρέσυρε το ποδήλατο του θανόντος. Ο παραπάνω κατηγορούμενος εξαρχής, με την από 24-2-2002 προανακριτική του κατάθεση, εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με το αν ο Ν.
Σ. είχε παρασυρθεί από το αυτοκίνητο του, ισχυρισθείς, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "θεωρώ ότι το ποδήλατο δεν εκινείτο μπροστά μου διότι θα το έβλεπα και πρέπει να ήταν πεσμένο κάτω από πριν. Όπως επίσης και ο τραυματίας θα πρέπει να ήταν πεσμένος στην άσφαλτο πριν φθάσω εγώ στο σημείο αυτό. Επίσης διευκρινίζω πως δεν ξέρω τι ακριβώς παρέσυρα, δηλαδή ποδήλατο ή τραυματία.
Σίγουρα όμως δεν κινιόταν μπροστά μου άλλο όχημα". Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες που να είδαν τον παραπάνω κατηγορούμενο να παρασύρει και να τραυματίσει τον ως άνω παθόντα, ενώ δεν βρέθηκαν και ίχνη επαφής του σώματος του θανόντος με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν κατά των Χ.
και Α. Π., καθώς και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία Αllianz ΑΕΓΑ την από 20-12-2002 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 2736/2004 απόφαση του ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρις ότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία που εκκρεμούσε κατά του Χ.
Π.. Ο τελευταίος, αν και καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια με την υπ' αριθμ 209/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Σπάρτης, στη συνέχεια, κατόπιν ασκηθείσης απ' αυτόν έφεσης, αθωώθηκε με την υπ' αριθμ 1348/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δέχθηκε ότι τον ως άνω θανόντα παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα και στη συνέχεια εγκατέλειψε επί του οδοστρώματος, άγνωστο όχημα, οδηγούμενο από άγνωστο δράστη, το οποίο προπορευόταν του οχήματος του Χ.
Π., ο οποίος, διερχόμενος αμέσως μετά από τον τόπο του δυστυχήματος παρέσυρε με το όχημα του μόνο το πεσμένο στο οδόστρωμα ποδήλατο του ως άνω νεκρού. Η τελευταία ως άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού η αίτηση των δύο πρώτων εναγόντων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής απορρίφθηκε με την από 19-12-2005 πράξη του.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η διετής παραγραφή του άρθρου 19 παρ. 2 ν. 489/1976 δεν άρχισε από την τελευταία ως άνω ημέρα, όπως οι ενάγοντες-εκκαλούντες ισχυρίζονται, αλλά από την επομένη της ημέρας του ως άνω ατυχήματος, ήτοι από 25-2-2002, αφού η αξίωση των εναγόντων κατά του εναγομένου ΕΚ ήταν από τότε δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κάποιος νομικός λόγος που να απέκλειε ή να παρεμπόδιζε τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής.
Από τις 25-2-2002 όμως μέχρι τις 8-3-2006, οπότε επιδόθηκε η υπό κρίση αγωγή, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών και οι αξιώσεις των εναγόντων κατά του εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου υπέπεσαν στην παραγραφή του άρθρου 19 παρ. 2 του ν 489/1976, η οποία συμπληρώθηκε στις 25-2-2004. Περαιτέρω, η άσκηση ποινικής δίωξης κατά συγκεκριμένου προσώπου και η εν συνεχεία αμετάκλητη απαλλαγή του δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, υπό την έννοια του άρθρου 255 ΑΚ, δηλαδή γεγονός απρόβλεπτο και αδύνατο να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας, συνεπώς δεν επέφερε την αναστολή της παραγραφής, αφού με βάση τα στοιχεία της ποινικής δικογραφίας, που ήταν εξαρχής γνωστά στους ενάγοντες, η έλλειψη ισχυρών αποδείξεων εις βάρος του παραπάνω φερομένου ως δράστη, που οδήγησε τελικά στην απαλλαγή του, καθιστούσε αβέβαιη και την έκβαση της ανοιγείσας κατ' αυτού πολιτικής δίκης.
Εξάλλου οι ενάγοντες, σταθμίζοντας την πιθανότητα απαλλαγής του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη και συνακόλουθα της απόρριψης ως ουσία αβάσιμης της κατ' αυτού αγωγής, είχαν τη νομική και πραγματική δυνατότητα, λόγω υφισταμένης αβεβαιότητας, να ασκήσουν εξαρχής χωριστή αγωγή και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, με αυτοτελές δικόγραφο, προς αποφυγή της διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής, η οποία, ακόμη και αν συνεκδικαζόταν με την αγωγή κατά του φερομένου ως υπαιτίου οδηγού και του ασφαλιστή του, δεν θα δημιουργούσε, κατ' άρθρο 218 παρ. 1α ΚΠολΔ, αντιφατικότητα, αφού αυτή ερευνάται χωριστά για κάθε αγωγή και όχι σε συσχετισμό με άλλη, έτσι ώστε, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής κατά του φερομένου ως υπαιτίου οδηγού και του ασφαλιστή του, για το λόγο ότι η ζημία προκλήθηκε από άγνωστο αυτοκίνητο, το δικαστήριο θα ερευνούσε την αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Για τους πιο πάνω λόγους, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν του ότι η βραχυχρόνια διετής παραγραφή του άρθρου 19 παρ. 2 ν. 489/2976 επιβλήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με σκοπό την ταχεία εκκαθάριση των συναλλαγών μεταξύ τρίτων ζημιωθέντων από αυτοκινητικά ατυχήματα και Επικουρικού Κεφαλαίου, αφετέρου δε ότι το τελευταίο ουδόλως αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε και οι ενάγοντες ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, ότι απέτρεψε αυτούς από το να ασκήσουν την κατ' αυτού αξίωση τους, είτε με πρόθεση συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής ή χωρίς τέτοια πρόθεση, η δε μη έγκαιρη άσκηση της αξίωσης του τελεί αποκλειστικό αιτιώδη σύνδεσμο προς τη διαγωγή του υπόχρεου ΕΚ, η εκ μέρους του τελευταίου πρόταση της ένστασης παραγραφής, δεν υπερβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και μάλιστα προφανώς τα όρια που διαγράφονται από το άρθρο 281 ΑΚ".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις αντενστάσεις της αναστολής της παραγραφής της αξίωσης των αναιρεσειόντων-εναγόντων και της καταχρηστικής προβολής αυτής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων ως παρεγεγραμμένη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι η εκκρεμής κατά του φερόμενου ως υπαιτίου οδηγού συγκεκριμένου αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρίας που κάλυπτε την ευθύνη για τις ζημιές προς τρίτους δεν αποτελεί λόγο αναστολής της επιβοηθητικής αξίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10, 17, 19 του Ν. 489/1976, 241, 251 και 255 ΑΚ.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η από 18-9-2009 αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2009 αίτηση των Σ. Α. του Κ. κ.λπ. για αναίρεση της 1363/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ