1819/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατάταξη δανειστών. Δικηγόροι. Προνομιακή κατάταξη δικηγορικών (και εργασιακών) απαιτήσεων στην τρίτη σειρά (αρ. 3) του άρθρου 975 του ΚΠολΔ. Του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις που γεννήθηκαν στη διετία πριν από την ημερομηνία του αρχικώς ορισθέντος πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, όχι δε και οι μετά την ημερομηνία αυτή και μέχρι την πραγματική διενέργεια του πλειστηριασμού, σε περίπτωση ματαιώσεως ή αναβολής του, γεννηθείσες απαιτήσεις. Σύνταγμα. Αρχή της αναλογικότητας. Έννοια. Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός του προνομίου των εργασιακών και δικηγορικών απαιτήσεων δεν προσκρούει ούτε στην κατά το άρθρο 25§1δ’ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (αντιθ. μειοψηφία). Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση του Εφ. Θεσσ. 2560/2001.
Legislator headnote
AI generated1819/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθησαν α) ο ν. 1545/1985, με το άρθρο 31 του οποίου ορίστηκε ότι "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξηρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον όλες αυτές προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Full text
Απόφαση 1819 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Κατάταξη δανειστών. Δικηγόροι. Προνομιακή κατάταξη δικηγορικών (και εργασιακών) απαιτήσεων στην τρίτη σειρά (αρ. 3) του άρθρου 975 του ΚΠολΔ. Του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις που γεννήθηκαν στη διετία πριν από την ημερομηνία του αρχικώς ορισθέντος πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, όχι δε και οι μετά την ημερομηνία αυτή και μέχρι την πραγματική διενέργεια του πλειστηριασμού, σε περίπτωση ματαιώσεως ή αναβολής του, γεννηθείσες απαιτήσεις. Σύνταγμα. Αρχή της αναλογικότητας. Έννοια. Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός του προνομίου των εργασιακών και δικηγορικών απαιτήσεων δεν προσκρούει ούτε στην κατά το άρθρο 25§1δ’ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (αντιθ. μειοψηφία). Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση του Εφ. Θεσσ. 2560/2001.
Αριθμός 1819/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, 3. Προϊσταμένου της Δημοσίας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Φορολογίας Ανωνύμων εταιριών (ΦΑΕ), κατοίκου Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπείται υπό του Ελληνικού Δημοσίου δια του Υπουργού Οικονομικών, και 4. Προϊσταμένου Δ' Δημοσίας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Θεσσαλονίκης, κατοίκου Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπείται υπό του Ελληνικού Δημοσίου δια του Υπουργού Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκαν η μεν πρώτη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και οι δε 2ο,3ος και 4ος από τον πληρεξούσιό τους Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-10-1998, 7-10-1998 8-10-1998 και 13-10-1998 ανακοπές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4336/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 2560/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά αναιρεσείων με την από 30-8-2004 αίτησή του και τους από 11-10-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου του αναιρετηρίου και του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρχικό κείμενο των διατάξεων του άρθρου 975 αρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας και οι απαιτήσεις διδασκάλων εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, στην τέταρτη δε τάξη (κατατάσσονται) οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα εφόσον προέκυψαν από ενέργειες που έγιναν μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ενώπιον δικαστηρίων και επιδικάστηκαν με τελεσίδικη απόφαση.
Ακολούθησαν α) ο ν. 1545/1985, με το άρθρο 31 του οποίου ορίστηκε ότι "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξηρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον όλες αυτές προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται, ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή (...)", και β) ο ν. 2479/1997, με το άρθρο 6 παρ. 16 του οποίου ορίζεται ότι "Στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, υπάγονται οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή (...).
Η παρ. 5 του άρθρου 975 καταργείται, μεταβαλλομένης αναλόγως της αριθμήσεως των επόμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος του ν. 2497/1997 (6-5-1997) οι κατά τα ανωτέρω απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις κατατάσσονται οριστικά ή τυχαία, στην τρίτη τάξη των προνομιούχων απαιτήσεων υπό την προϋπόθεση ότι προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (ήδη και οι απαιτήσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, ευθέως στην ρηθείσα διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν. 3924/2011).
Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του δικαστηρίου, από τις ίδιες αυτές διατάξεις και εν όψει της σαφούς διατύπωσης της εξ αυτών διατάξεως του άρθρου 31 του ν. 1545/1985 ως προς τον κατά τα ανωτέρω χρόνο της διετίας πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού μέσα στον οποίο (χρόνο) πρέπει να προέκυψαν οι ειρημένες απαιτήσεις για είναι προνομιούχες (στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ) προκύπτει περαιτέρω ότι κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν υπήχθησαν στο προνόμιο αυτό οι (εργασιακές, και ήδη και οι) δικηγορικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (μετά δηλαδή την ημερομηνία του αρχικά ορισθέντος πλειστηριασμού) μέχρι και την ημερομηνία της διενέργειάς του (που ορίστηκε μετά από ματαίωση, αναστολή κ.λ.π.
του πλειστηριασμού) και οι οποίες απαιτήσεις δεν διαλαμβάνονται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 31 του ν. 1545/1985 ως προνομιούχες. Αν ο νομοθέτης ήθελε να εξοπλίσει με το ανωτέρω προνόμιο και τις τελευταίες αυτές απαιτήσεις θα όριζε τούτο ρητώς και κατά τρόπο σαφή, όπως έπραξε για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, για τις οποίες ρητώς και όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των προνομίων ανεξάρτητα από το χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να κάνει διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της πραγματικής διενέργειάς του (Ολομ.
ΑΠ 22/2000, με αφορμή την προνομιακή κατάταξη τόκων απαιτήσεων από εργασιακή σχέση, πλειοψΑΠ 1765/2009, ΑΠ 1513/2006, 1224/2006, 61/2001, 476/1999). Η ρύθμιση αυτή, περαιτέρω, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1δ'του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατατείνει (Ολομ. ΑΠ 6/2001, 6/2009, 27/2008) στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη και η οποία παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, υπό την έννοια ότι το ίδιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα (άλλο) ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, να τελεί δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται, αφού οι προϋποθέσεις αυτές (αρνητικές) δεν πληρούνται στην εξεταζόμενη εδώ περίπτωση της ρύθμισης των προνομίων των (εργασιακών και) δικηγορικών απαιτήσεων και ειδικότερα της μη υπαγωγής στο προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 3 του ΚΠολΔ και των απαιτήσεων που γεννήθηκαν μετά την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού και μέχρι τη διενέργειά του.
Η συγκεκριμένη αυτή κρατική παρέμβαση(νομοθετική ρύθμιση), ειδικότερα, με την οποία περιορίζεται προς όφελος των άλλων δανειστών η αύξηση των ποσών που διατίθενται για την ικανοποίηση εργασιακών ή δικηγορικών απαιτήσεων και αποκλείεται έτσι η δυνατότητα δημιουργίας εικονικών τέτοιων απαιτήσεων κατόπιν συμπαιγνίας μεταξύ οφειλέτη-καθ'ου η εκτέλεση και του δανειστή από τέτοιες απαιτήσεις που (φέρεται να) γεννήθηκαν στο εξαιρούμενο διάστημα από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού έως την πραγματοποίησή του, στην περίπτωση της, σκόπιμης ή μη, ματαίωσης ή αναστολής κ.λ.π.
του πλειστηριασμού, και η οποία (νομοθετική ρύθμιση)ασκείται στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη για τη ρύθμιση των προνομίων των απαιτήσεων, βρίσκεται εκτός των προαναφερθέντων ορίων της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, όντας πρόσφορη (κατάλληλη) και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, αλλά και αναλογική υπό την προεκτεθείσα στενή έννοια, αφού η αναφερόμενη ωφέλεια (προστασία λοιπών δανειστών) δεν είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (περιορισμός στα προνόμια των δανειστών από εργασιακές ή δικηγορικές αμοιβές).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά της αναιρεσίβλητης "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και την έφεση του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου κατά του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 4336/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε εκδοθεί επί αντίστοιχων ανακοπών των διαδίκων (και άλλων) κατά του υπ' αριθμ. 72138/1998 πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση-Χρουσαλά, μεταρρύθμισε τον πίνακα αυτόν και κατέταξε στο απομένον για διανομή, μετά την αφαίρεση των εξόδων, πλειστηρίασμα τον αναιρεσίοντα δικηγόρο Σ.
Χ. προνομιακά και οριστικά στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ για μέρος εκ δραχμών 10.705.862 των αναγγελθεισών απαιτήσεών του συνολικού ποσού 28.630.778 δραχμών κατά της καθ'ης η εκτέλεση-οφειλέτριας Α. Β. από δικηγορικές προς αυτήν υπηρεσίες, οι οποίες του επιδικάστηκαν τελεσίδικα και από τις οποίες μόνο το ανωτέρω ποσό των 10.705.862 δραχμών αφορούσε απαιτήσεις που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (8-5-1996) και κρίθηκαν γι' αυτό προνομιούχες, όχι δε και για τις πέραν του ποσού αυτού απαιτήσεις του αναιρεσείοντος από την ίδια αιτία (παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς την καθ'ης η εκτέλεση), οι οποίες είχαν προκύψει μετά την ανωτέρω αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού (8-5-1996) και μέχρι την διενέργειά του (24-6-1998) και οι οποίες κρίθηκαν γι' αυτό μη προνομιούχες.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ειρημένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 975 αρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 1545/85 (άρθρ. 31), και του άρθρου 6 παρ. 16α του ν. 2479/97, κατά τις οποίες και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη (πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου) προνομιούχες ως ανωτέρω δεν είναι και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές κ.λ.π.
που προέκυψαν μετά την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού και μέχρι τη διενέργειά του, όπως και εν προκειμένω οι ως άνω απαιτήσεις του αναιρεσείοντος δικηγόρου που κρίθηκαν μη προνομιούχες από το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, και τις οποίες (διατάξεις) ορθώς εφήρμοσε, ενώ β) δεν παραβίασε επίσης τις ίδιες διατάξεις, όπως τις ερμήνευσε, από τη σκοπιά της συνταγματικότητάς τους αναφορικά με τη ρηθείσα διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1δ'του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτή αρχή του αναλογικότητας, προς τις οποίες δεν αντιβαίνουν, κατά τα επίσης προεκτεθέντα, και ήταν επομένως (οι ανωτέρω διατάξεις) εφαρμοστέες εν προκειμένω, ως μη αντισυνταγματικές.
Έτσι ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αφ' ενός, και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αφ' ετέρου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο με τις προρρηθείσες παραδοχές του παραβίασε τις ειρημένες διατάξεις του άρθρου 975 αρ.3 του ΚΠολΔ, 31 του ν. 1545/1985 και 6 παρ. 16 του ν. 2479/1997, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε και οι οποίες, όπως ερμηνεύτηκαν από το Εφετείο, ήταν εν πάση περιπτώσει (κατά τον αναιρεσείοντα) μη εφαρμοστέες ως αντισυνταγματικές, αντικείμενες στην ανωτέρω συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, και ότι υπέκυψε έτσι (το Εφετείο) στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου και ειδικότερα του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη οι κατά τα ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και έπρεπε να γίνουν δεκτοί, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους. Με την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 31 του ν. 1545/1985 διευρήνθηκε διττώς το προνόμιο των εργασιακών απαιτήσεων, στο οποίο υπήχθησαν, κατά τα προεκτεθέντα, και οι δικηγορικές απαιτήσεις (αρθρ. 6 παρ. 16 του ν. 2479/1997), και δη αφενός μεν ως προς την αφετηρία του χρονικού διαστήματος της γεννήσεως των απαιτήσεων, που ορίστηκε η ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, αντί της ημερομηνίας της διενέργειας του πλειστηριασμού, και αφ' ετέρου ως προς τον χρόνο εντός του οποίου προέκυψαν οι απαιτήσεις και ο οποίος αυξήθηκε από έξι μήνες (ένα έτος για τις δικηγορικές απαιτήσεις) σε δύο έτη.
Τα χρονικά αυτά σημεία της αρχικής ημερομηνίας του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης αποτελούν αφετηρία για τον αναδρομικό υπολογισμό της διετίας, όχι δε και καταληκτικό σημείο του χρόνου εντός του οποίου έπρεπε να έχουν γεννηθεί οι απαιτήσεις για να είναι προνομιούχες. Κατά συνέπειαν αν ο πλειστηριασμός γίνει αργότερα, π.χ.
λόγω ματαιώσεως, αναβολής κ.λ.π., του προνομίου απολαμβάνουν και οι μετά την ημερομηνία του αρχικού (ματαιωθέντος κ.λ.π.) πλειστηριασμού και μέχρι τη διενέργειά του γεννηθείσες εργασιακές ή δικηγορικές απαιτήσεις (ΑΠ 312/1993, 1140/1994, 681/2004, μειψΑΠ 1765/2009). Υπό την ερμηνεία αυτή η ανωτέρω διάταξη βρίσκεται σε αρμονία με τις υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 975 του ΚΠολΔ, στις οποίες έχει ενταχθεί και οι οποίες ως ένα από τα όρια του χρονικού διαστήματος της γεννήσεως των οριζόμενων ως προνομιούχων απαιτήσεων θέτουν την ημερομηνία της πραγματικής διενέργειας του πλειστηριασμού, ανεξαρτήτως του χρόνου του αρχικού ορισμού του.
Κατά τον χρόνο άλλωστε αυτόν, της πραγματικής δηλαδή διεξαγωγής του πλειστηριασμού, δημιουργείται το πρώτον ζήτημα συγκρούσεως των προνομίων, ενώ μέχρι τότε το προνόμιο αδρανεί και οι απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με απλή προσδοκία ικανοποιήσεώς τους, ώστε να μη δικαιολογείται η εξαίρεση από το προνόμιο προνομιούχων άλλως απαιτήσεων που γεννήθηκαν αμέσως προ του χρόνου του πλειστηριασμού.
Υπό την αντίθετη, πράγματι, εκδοχή, σε περίπτωση αναβολής κ.λ.π. του πλειστηριασμού, α) θα ήταν προνομιούχες οι περισσότερο απομακρυσμένες από την ημέρα της διενέργειας του πλειστηριασμού απαιτήσεις της υπόψη κατηγορίας (εργασιακές και δικηγορικές) και μη προνομιούχες οι πλησιέστερες προς αυτήν απαιτήσεις, του ίδιου ή άλλου δανειστή, ενώ β) δεν θα ήταν προνομιούχες απαιτήσεις εργαζομένων ή δικηγόρων που προσλήφθηκαν μετά την ημερομηνία του αρχικώς ορισθέντος πλειστηριασμού.
Μία τέτοια όμως εκδοχή, εκτός του ότι θα ήταν αποτρεπτική της παροχής εργασίας ή δικηγορικών υπηρεσιών σε εργοδότη ή εντολέα, αντίστοιχα, κατά του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση ή ο οποίος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, στον μετά την ημερομηνία του πρώτου (ματαιωθέντος κ.λ.π.) πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης χρόνο, θα διευκόλυνε πάντως τη φαλκίδευση του προνομίου των εξεταζομένων απαιτήσεων με συμπαικτική ματαίωση κ.λ.π.
του πλειστηριασμού κατά τον αρχικώς ορισθέντα χρόνο για τη διεξαγωγή του και τη διενέργειά του σε μεταγενέστερον χρόνον, ώστε να μην καλύπτονται από το προνόμιο απαιτήσεις που γεννώνται από την παροχή εργασίας ή υπηρεσιών (κατά τον μετά την πρώτη ημερομηνία του πλειστηριασμού χρόνο), και εν τέλει δεν θα συμπορευόταν (η ρύθμιση αυτή) με τη συνταγματική αρχή της προστασίας της εργασίας του άρθρου 22 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζομένου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.
Και, τέλος, κατά την μειοψηφούσα επίσης ως άνω γνώμη του δικαστηρίου, η ρύθμιση των ειρημένων διατάξεων, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν από το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν είναι προνομιούχες κατά το άρθρο 975 αρ. 3 του ΚΠολΔ οι εργασιακές και δικηγορικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν μετά την αρχικώς ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού (ή της πτώχευσης) και μέχρι τη διενέργειά του, δεν συμπορεύεται με την προμνησθείσα και θεσμοθετούμενη από το άρθρο 25 παρ. 1δ' του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και επομένως είναι μη εφαρμόσιμη, ως αντισυνταγματική, αφού και ενόψει του προεκτεθέντων ο τιθέμενος αυτός περιορισμός στο προνόμιο των εργασιακών και δικηγορικών απαιτήσεων υπέρ των απαιτήσεων των άλλων δανειστών δεν είναι πρόσφορος (κατάλληλος) και αναγκαίος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, εν πάση δε περιπτώσει ο περιορισμός αυτός είναι δυσανάλογος προς την αναμενόμενη ωφέλεια (προστασία λοιπών δανειστών), συμπαρασύροντας και απαιτήσεις από πραγματική απασχόληση ή παροχή υπηρεσιών, που (θα) είναι ο κανόνας, έναντι προστασίας των άλλων δανειστών από ενδεχόμενη συμπαικτική (εικονική) δημιουργία απαιτήσεων μεταξύ οφειλέτη-καθ'ου η εκτέλεση και δανειστή (εργαζομένου ή δικηγόρου).
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου και τους πρόσθετους λόγους, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του εκ του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου, το οποίο και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-8-2004 αίτηση του Σ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2560/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ