Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility and lack of specific grounds under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence and relied on unproven facts, but the court found these arguments either already addressed or unsupported. The appeal was rejected because the grounds cited were either factually unfounded, procedurally inadmissible due to timing, or too vague to be actionable.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8 lit. a; Art. 559 para. 10; Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague, lack necessary factual premises, or concern matters already examined and rejected by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1819 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1819/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσiβλήτων-καθών η κλήση: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αθανασιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2002 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1165/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 9095/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 190/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 11-6-2007 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 15-12-2005 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού είτε ως αμυντικού, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ, εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Όμως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα λόγο εφέσεως και τον απέρριψε ως αβάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν απήντησε στον μοναδικό λόγο της έφεσης του με τον οποίο ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που αναφέρεται στους τίτλους που επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω λόγω εφέσεως, τον εξέτασε και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά.
Εξάλλου, με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του Ν. 2943/2001), απαλείφθηκε η άλλη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που όριζε ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για τα πράγματα που δέχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, η διαφορά, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο και η πρώτη ενώπιον αυτού συζήτηση έγινε στις 4-3-2003, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2915/2001.
Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δεν διέταξε αποδείξεις για τα πράγματα που δέχθηκε, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).
Συνεπώς, ο ίδιος από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.
Επομένως, ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 20/2005, 32/96, 27/98). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες.
Ενόψει, όμως του ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ούτε το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο υφίσταται αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, ούτε οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ζήτημα αυτό, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αόριστος.
IV. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2004 αίτηση του Χ για αναίρεση της 9095/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ