Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to specify violated substantive law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision regarding compensation for expropriated properties. The appellant argued the lower court violated constitutional rights and misread a document, but the Court found the appeal grounds insufficiently specific under the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to lack of clarity on the alleged legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly and concisely state the legal error attributed to the court of first instance, including the specific substantive law provision violated and the factual basis for the error, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1819 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1819/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χορομίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Φεβρουαρίου 1999 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3715/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 1604/2002 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 6439/2005 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του προβάλλεται αιτίαση εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, εκ του ότι το Εφετείο καθόρισε, προς υπολογισμό συμπληρωματικής αποζημίωσης, την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα ακίνητα, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με το από 13.9.1959 Β.Δ/γμα και εμφαίνονται στο υπ' αριθ....
κτηματολογικό διάγραμμα της τότε Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων, για τα εκτός σχεδίου με αριθμ. ΚΠ1 στο ποσό των € 120 και για τα εντός σχεδίου με αριθ. ΚΠ 10 στο ποσό των € 600. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διατάξεως, σε κάθε δε περίπτωση ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττεται η περί πραγμάτων αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο ίδιος (πρώτος) λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., εκ του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το από το αναιρεσίβλητο προσκομισθέν υπ' αριθ. 4051/2004 Πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με το οποίο αποδέχοταν την υπ' αριθ. 415/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος για ακίνητο εκτός σχεδίου στην ίδια περιοχή στο ποσό των € 120 ανά τ.μ., υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το έγγραφο αυτό είναι αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ούτε ότι ο ισχυρισμός αυτός περί απαραδέκτου προβλήθηκε στο Εφετείο κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο.-
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές και διατυπώνεται με σαφήνεια στην απόφαση, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Τα απαλλοτριωμένα ακίνητα βρίσκονται στο Δήμο Γαλατσίου Αττικής και συγκεκριμένα στη θέση "....", εμφαίνονται δε με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α, Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Θ και Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ο και με αριθμούς Κ.
Π. 1 και 10 στο υπ' αριθ. .... της 29.1.1959 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο πίνακα της τότε Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων, για την επέκταση των εγκαταστάσεων της οποίας κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση. Από τα ακίνητα αυτά η εκτός σχεδίου έκταση με αριθ. Κ. Π. 1 έχει εμβαδόν 36.880 μ2, ενώ η εντός σχεδίου έκταση με αριθ.
Κ. Π. 10 έχει εμβαδόν 3.710 μ2 και βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Γαλατσίου. Η εκτός σχεδίου έκταση αποτελείται από δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους τμήματα, η δε εντός σχεδίου έκταση, αποτελούμενη από δέκα (10) συνεχόμενα οικόπεδα και ένα μεμονωμένο, περιλαμβάνεται στο Ο. Τ..... του σχεδίου πόλεως του Δήμου Γαλατσίου και εφάπτεται του ενός από τα εκτός σχεδίου τμήματα.
Η εντός σχεδίου έκταση βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά των εγκαταστάσεων των διυλιστηρίων και οριοθετείται από ασφαλτοστρωμένους δρόμους, έχει συντελεστή δομήσεως 2,60, εξυπηρετείται δε από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, καθώς και από αστική συγκοινωνία, η αφετηρία της οποίας βρίσκεται σε μικρή σχετικά απόσταση, ενώ λεωφορεία διέρχονται και από τη ...., η οποία απέχει ωστόσο 600 - 1.000 μ.
περίπου. Αντιθέτως, η λοιπή εκτός σχεδίου έκταση βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά των διυλιστηρίων και απέχει περίπου 200 μ. από το σχέδιο πόλεως του Δήμου Ν. Ιωνίας, ενώ προς τα ανατολικά εφάπτεται με το Κλειστό Γυμναστήριο Αντισφαίρισης και Ρυθμικής Γυμναστικής, που χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας 2004.
Η έκταση αυτή, συνολικού εμβαδού 40.590 μ2, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου με το από 13.9.1959 Β. Δ/γμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 222 /12.10.1959/τ. Α'), συγκύριες δε της εκτάσεως αυτής κατά τον κτηματολογικό πίνακα φέρονταν η δικαιοπάροχος της προσφεύγουσας (αναιρεσείουσας)....και η ....., οι οποίες με την 466/1962 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της σχετικής αποζημιώσεως κατ'ισομοιρία.
Προηγουμένως, με την 795/1960 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και με κρίσιμο χρόνο την 5.8.1960 καθορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη έκταση στο ποσόν των 110 δρχ. ανά μ2 για την εκτός σχεδίου έκταση και στο ποσόν των 200 δρχ. ανά μ2 για την εντός σχεδίου έκταση και συνολικά στο ποσόν των 4.798.800 δρχ.
Η οριστική αποζημίωση, με κρίσιμο χρόνο την 16.6.1961, καθορίσθηκε μετά 37 έτη με την 8.101/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο ποσόν των 180 δρχ. ανά μ2 για την εκτός σχεδίου έκταση και στο ποσόν των 250 δρχ. ανά μ2 για την εντός σχεδίου έκταση και συνολικά στο ποσόν των 7.565.900 δρχ. Οι τότε αιτούσες, μετά την αναγνώριση τους ως δικαιούχων της αποζημιώσεως για την απαλλοτριούμενη έκταση, εισέπραξαν κατ' ισομοιρία από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την προσωρινή αποζημίωση, που είχε καταθέσει το Δημόσιο με το 693.665/29.9.1961 γραμμάτιο, δηλαδή ποσόν 4.798.800 δρχ., που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 63,42% της οριστικής αποζημιώσεως.
Και το ήμισυ μεν του ποσού αυτού εισέπραξαν οι δύο αιτούσες νωρίς όρους, ενώ για την είσπραξη του υπολοίπου υποχρεώθηκαν στην καταβολή εγγυήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως, που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση. Εξάλλου, με τις ....και.... πράξεις της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ν. Λυκοπανάγου, η μητέρα της ήδη προσφεύγουσας ....
εκχώρησε σ' αυτήν το σύνολο των αξιώσεων της κατά του καθού από την αναγκαστική απαλλοτρίωση της πιο πάνω εκτάσεως. Κατόπιν τούτου, είναι προφανές ότι η οριστική αποζημίωση που καθορίστηκε με καθυστέρηση 37 ετών από τον καθορισμό της προσωρινής αποζημιώσεως και από γεγονότα που δεν μπορούν να αποδοθούν σε υπαιτιότητα των δικαιούχων αποζημιώσεως, δεν είναι πλήρης, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Συντάγματος του 1952, που ίσχυε κατά το χρόνο κηρύξεως της ένδικης απαλλοτριώσεως, και για το λόγο αυτό η προσφεύγουσα, ως εκδοχέας των απαιτήσεων της μητέρας της, δικαιούται να ζητήσει συμπληρωματική αποζημίωση για το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό εξ αδιαιρέτου της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, λόγω ανατιμήσεως της αξίας των ακινήτων αυτών κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον καθορισμό και την καταβολή της προσωρινής αποζημιώσεως μέχρι τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως και η οποία οφείλεται σε λόγους ανεξαρτήτους της εξαγγελίας της απαλλοτριώσεως ή της εκτελέσεως του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και συγκεκριμένα στην αστική αξιοποίηση ολόκληρων περιοχών της Αθήνας, μεταξύ των οποίων και η περιοχή των απαλλοτριούμενων, και η οποία προκάλεσε μεγάλη αύξηση στη ζήτηση των ακινήτων και συνακόλουθα στην αξία αυτών, επιπλέον δε και σε νομισματικούς λόγους, που προκάλεσαν μείωση της αγοραστικής αξίας του εθνικού νομίσματος.
Περαιτέρω δέχθηκε, αναφορικά με την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του μετ' αναίρεση της υποθέσεως στις 30.3.2004 τα ακόλουθα: Η αντικειμενική αξία για τα εντός σχεδίου απαλλοτριούμενα ακίνητα ανέρχεται στο ποσόν των 443 ΕΥΡΩ ανά μ2, ενώ για την εκτός σχεδίου περιοχή ανέρχεται στο ποσόν των 10,27 ΕΥΡΩ ανά μ2, που ισχύει για όλα τα εκτός σχεδίου ακίνητα της Αττικής.
Οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου εξέφρασαν διαμετρικά αντίθετες απόψεις για την αξία των ακινήτων αυτών. Ειδικότερα, ο μάρτυρας της προσφεύγουσας .... υποστηρίζει ότι η αξία των εντός σχεδίου ακινήτων ανέρχεται στο ποσόν των 2.700 - 2.750 ΕΥΡΩ ανά μ2, επικαλούμενος για την κρίση του αυτή, την κατακύρωση με πλειστηριασμό ενός ακινήτου σε απόσταση 300 μ.
από τα κρινόμενα στο ποσόν των 2.500 ΕΥΡΩ ανά μ2 πριν από δύο έτη, καθώς και την αγορά οικοπέδου από εργολάβο για την ανέγερση πολυκατοικίας στο ίδιο ποσόν, επιπλέον δε τις τιμές πωλήσεως των διαμερισμάτων στην ευρύτερη περιοχή, τις οποίες εκτιμά στο ποσόν των 650.000 -750.000 δρχ. ανά μ2. Τέλος, ο ίδιος εκτιμά την αξία των εκτός σχεδίου ακινήτων στο ποσόν των 550 ευρώ ανά μ2, επικαλούμενος για την εκτίμηση του αυτή τον.
καθορισμό της αποζημιώσεως στο ποσόν των 450 ΕΥΡΩ ανά μ2 πριν από δύο έτη για ακίνητο εκτός σχεδίου, που απαλλοτριώθηκε για να γίνει το γήπεδο αντισφαίρισης ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων. Αντιθέτως, η μάρτυρας του Δημοσίου, αναφερόμενη στην εκτός σχεδίου περιοχή, αναγνώρισε ότι αν τα ακίνητα αυτά δεν είχαν τη δέσμευση που υπάρχει από το 1959, θα είχαν ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως και η αξία τους θα ήταν ανάλογη των εντός σχεδίου ακινήτων, για να καταλήξει ότι η αντικειμενική τους αξία είναι 10 ΕΥΡΩ ανά μ2, ενώ δεν γνωρίζει ποια είναι η αγοραία αξία αυτών.
Ο πραγματογνώμονας, που ορίσθηκε με την 3.786/2004 απόφαση του δικαστηρίου τούτου στη σχετική έκθεση του, χρησιμοποιώντας τη συγκριτική και την υπολειμματική μέθοδο, εκτιμά την αξία των εντός σχεδίου πόλεως ακινήτων κατά μήνα Δεκέμβριο 2004 στο ποσόν των 2.495 ΕΥΡΩ ανά μ2 και 2.525 ΕΥΡΩ ανά μ2, αντίστοιχα, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αξία αυτών ανέρχεται στο ποσόν των 2.510 ΕΥΡΩ ανά μ2 και ύστερα από αναγωγή για μεν το πρώτο τρίμηνο 2004 στο ποσόν των 2.480 ΕΥΡΩ ανά μ2, για δε το τέταρτο τρίμηνο 1999 στο ποσόν των 2.124 ΕΥΡΩ ανά μ2.
Ανάλογες είναι οι εκτιμήσεις του πραγματογνώμονα και για την εκτός σχεδίου περιοχή, την αξία της οποίας με βάση τη συγκριτική μέθοδο εκτιμά κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσόν των 505 ΕΥΡΩ ανά μ2 και ύστερα από αναγωγή για μεν το πρώτο τρίμηνο 2004 στο ποσόν των 499 ΕΥΡΩ ανά μ2, για δε το τέταρτο τρίμηνο 1999 στο ποσόν των 427 ΕΥΡΩ ανά μ2.
Εξάλλου, από την πλευρά του ο πολιτικός μηχανικός .... στην από Νοεμβρίου 2003 τεχνική έκθεση του, λαμβάνοντας υπόψη διάφορα συγκριτικά στοιχεία, εκτιμά την αξία της εντός σχεδίου εκτάσεως στο ποσόν των 2.683,87 ΕΥΡΩ ανά μ2 και την αξία της εκτός σχεδίου εκτάσεως στο ποσόν των 556,16 ΕΥΡΩ ανά μ2. Η προσφεύγουσα επικαλείται περαιτέρω προς υποστήριξη των απόψεων της και συγκριτικά στοιχεία, αυτά τα οποία αναφέρουν τόσο ο πραγματογνώμονας όσο και ο τεχνικός της σύμβουλος στις εκθέσεις τους και συγκεκριμένα:
α) την από.... δημοπρασία του Δήμου Φιλοθέης για την πώληση ακινήτου, εμβαδού 437,50 μ2, στη συμβολή των οδών... και.... στο Γαλάτσι και σε μικρή σχετικά απόσταση από την εντός σχεδίου έκταση της προσφεύγουσας, το οποίο πωλήθηκε αντί τιμήματος 1.000.161,40 ΕΥΡΩ, δηλαδή 2.286 ΕΥΡΩ ανά μ2, β) την 2.326/1998 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο την 7.6.1996 καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως στο ποσόν των 60.000 δρχ.
ανά μ2 για ακίνητο εμβαδού 3.000 μ2, εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά σε επαφή με το ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Γαλατσίου για την ανέγερση του 4ου Λυκείου Γαλατσίου. Το στοιχείο αυτό είναι σχετικά πρόσφορο από απόψεως θέσεως, αφού βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του διϋλιστηρίου, ενώ τα κρινόμενα στη βορειοανατολική και νοτιοδυτική πλευρά τούτου, πλεονεκτεί από απόψεως όρων δομήσεως, γιατί βρίσκεται σε περιοχή όπου έχει επιτραπεί η ανέγερση κτιρίων κοινής ωφέλειας, μειονεκτεί όμως από απόψεως χρόνου, αφού απέχει του κρίσιμου περίπου οκτώ (8) έτη.
γ) Την 12/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο την 6.12.1996 καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως στο ποσόν των 70.000 δρχ. ανά μ2 για ακίνητο εμβαδού 2.400 μ2 προς ανέγερση διδακτηρίων, σε ακίνητο εκτός σχεδίου πόλεως και όμορο με το προηγούμενο, η τιμή δε αυτή κατέστη και οριστική.
Για το στοιχείο αυτό ισχύουν αναλόγως όσα εκτέθηκαν στο προηγούμενο συγκριτικό στοιχείο, δ) Την 6.622/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο την 14.5.2002 καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως στο ποσόν των 450 ΕΥΡΩ ανά μ2 για ακίνητο 92.807 μ2 στη βορειοανατολική πλευρά των διυλιστηρίων, που απαλλοτριώθηκε για την κατασκευή του Κλειστού Γυμναστηρίου Αντισφαίρισης ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας και το οποίο ήταν επίσης εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά εντός περιοχής με ειδικούς όρους δομήσεως.
Το στοιχείο αυτό πλεονεκτεί των κρινόμενων από απόψεως όρων δομήσεως, εφόσον είναι επιτρεπτή σ'αυτό η ανέγερση εκπαιδευτηρίων, αναψυκτηρίων, χώρων εστιάσεως, παιδικών χώρων κ.λπ., κάτι που δεν είναι δυνατό στην κρινόμενη εκτός σχεδίου περιοχή, ενώ μειονεκτεί από απόψεως χρόνου αφού απέχει του κρίσιμου περίπου δύο (2) έτη.
ε) Την 638/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο την 2.10.2001 καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως στο ποσόν των 820 ΕΥΡΩ ανά μ2 για ρυμοτομούμενο ακίνητο προς δημιουργία χώρου πλατείας στο Δήμο Γαλατσίου στο Ο. Τ. .... Το στοιχείο αυτό μειονεκτεί των κρινόμενων από απόψεως χρόνου, αφού απέχει του κρίσιμου 31/2 έτη, πλεονεκτεί ωστόσο από απόψεως θέσεως, αφού έχει πρόσοψη στη ...., που αποτελεί οδικό άξονα της περιοχής με υπερτοπική σημασία.
Η υπεροχή αυτή καταφαίνεται άλλωστε και από τη διαφορά στην αντικειμενική αξία, η οποία στα κρινόμενα ανέρχεται στο ποσόν των 443 ΕΥΡΩ ανά μ2, ενώ του συγκριτικού στοιχείου στο ποσόν των 610 ΕΥΡΩ ανά μ2. Από την πλευρά του το Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται ως συγκριτικό στοιχείο την 415/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και με κρίσιμο χρόνο την 5.12.2003 καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για ακίνητο εκτός σχεδίου πόλεως, που απαλλοτριώθηκε για τη διέλευση αγωγού αποχετεύσεως ομβρίων στο Κλειστό Γυμναστήριο Γαλατσίου, στο ποσόν των 120 ΕΥΡΩ ανά μ2, η τιμή δε αυτή κατέστη και οριστική, λόγω αποδοχής της υπό τον όρο της αμοιβαιότητας από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι πράγματι από την πρώτη συζήτηση της προσφυγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 12.10.1999 μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ως δικαστηρίου της παραπομπής μετ'αναίρεση, επήλθε ουσιώδης ανατίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων, το δικαστήριο κρίνει ότι, προκειμένου να υπολογισθεί η συμπληρωματική αποζημίωση, που δικαιούται η προσφεύγουσα, κρίσιμος στην προκειμένη περίπτωση χρόνος είναι ο της συζητήσεως της ένδικης προσφυγής ενώπιον του στις 30.3.2004, κατά τον οποίο η πραγματική αξία των ακινήτων, στα οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση τούτων λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτριώσεως ή της εκτελέσεως του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, ανερχόταν στο ποσόν των 600 ΕΥΡΩ ανά μ2 για τα εντός σχεδίου ακίνητα και στο ποσόν των 120 ΕΥΡΩ ανά μ2 για τα εκτός σχεδίου ακίνητα, ποσά τα οποία και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν προκειμένου να υπολογισθεί η συμπληρωματική αποζημίωση.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς και χωρίς αντίφαση και επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται αιτίαση στην προσβαλλόμενη, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι στερείται αιτιολογίας άλλως έχει ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία στο ζήτημα του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκταση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή, καθώς και όταν σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα το πιο πάνω έγγραφο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ' αυτό για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ουδόλως εξαίρει τούτο ως προς το εκ της συνεκτιμήσεως όλων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων συνταχθέν πόρισμα του.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, εκ της άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.- IV. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
για το λόγο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το ποσοστό επί της αξίας των ακινήτων που δικαιούται η αναιρεσείουσα ως συμπληρωματική αποζημίωση ανέρχεται σε 36,58% της οριστικής τιμής μονάδας, που καθορίσθηκε με αυτή και όχι 68,286%, όπως ζητούσε με την προσφυγή της, λόγω του ότι η αρχική δικαιούχος και δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας είχε εισπράξει την προσωρινή αποζημίωση που της αναλογούσε μετά την έκδοση των 795/1960 και 466/1962 αποφάσεων του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, με τις οποίες καθορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση και αναγνωρίσθηκε αυτή δικαιούχος, αντίστοιχα, καταβάλλουσας εγγύηση για το 1/2 του ποσού αυτής, κατά τις διατάξεις του τότε ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (Α.Ν. 1731/1939), παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 § 2 του Συντάγματος, 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται επακριβώς το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 12-12-2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της 6439/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ