Appeal dismissed against two defendants but allowed regarding excessive moral damages awarded to the appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible against two defendants who were not properly joined to the proceedings. However, the court allowed the appeal regarding the first defendant, finding the awarded moral damages of 30,000 euros excessive and disproportionate to the injury. Consequently, the judgment was remanded for retrial to determine a fair compensation amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558, 80, 89, 277 no. 4, 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure; Article 25 no. 1 of the Constitution: An appeal is inadmissible if filed against a defendant not properly joined, but a retrial is required if the appellate court exceeds the limits of its discretionary power by awarding excessive compensation that lacks a reasonable proportion to the harm suffered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1818 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1818/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Κουνέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) A. K. του D., κατοίκου ... και 3) K. G. του A., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-6-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1677/2016 μη οριστική και 1302/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3107/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25.6.2020 και με αρ. εκθ. κατ. 5317/656/2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3107/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του τρίτου εκ των αναιρεσιβλήτων K. G. ενώ ο δεύτερος εξ αυτών δεν είχε καταστεί διάδικος και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 614 περ. 6 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ (όμοια κατά περιεχόμενο με τη διάταξη του άρθρου 517 του ίδιου κώδικα): "η αναίρεση απευθύνεται κατ` εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 89 και 277 αριθ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν ο ενάγων προσεπικαλέσει στη δίκη το δικονομικό εγγυητή του και ενώσει συγχρόνως μαζί με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημίωσης, ο δε προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος δεν προσήλθε στη δίκη ή προσήλθε, αλλά δεν άσκησε παρέμβαση, περιορισθείς μόνο στην απόκρουση της προσεπίκλησης και την άρνηση της υποχρέωσής του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου, ούτε δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν ενάγοντος. Επομένως, αν ο διάδικος, που ηττήθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση αυτή και κατά του προσεπικαλουμένου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφόσον αυτός δεν άσκησε παραδεκτά πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ του προσεπικαλούντος, στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 1193/2022, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1430/2007, ΑΠ 1365/2005).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1, 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ` αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνακόλουθα, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΑΠ 1532/2024, ΑΠ 1353/2019, ΑΠ 125/2006, ΑΠ 443/2005).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 24.3.2016 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενος ότι, κατά τον εκεί αναφερόμενο χρόνο και τόπο, από υπαιτιότητα (αμέλεια) του A.
K., οδηγού του με αρ. κυκλ. ... Ι.Χ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του K. G., που ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο αυτός, οδηγώντας την με αρ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, υπό τις περιγραφόμενες σ' αυτήν (αγωγή) συνθήκες, υπέστη σοβαρό τραυματισμό, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να του επιδικαστούν, μεταξύ άλλων, α) για διαφυγόντα κέρδη (απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του ως ψήστη) το ποσό των 17.154,07 ευρώ, β) ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ., λόγω της αναπηρίας, που προκλήθηκε από τον τραυματισμό του, το ποσό των 200.000 ευρώ και γ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 250.000 ευρώ.
Επιπροσθέτως, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με το από 22.6.2016 αυτοτελές δικόγραφό της, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, προσεπικάλεσε τον οδηγό A. K. και τον ιδιοκτήτη του φερομένου ως ζημιογόνου με αρ. κυκλ. ... Ι.Χ. αυτοκινήτου K. G., ήδη δεύτερο και τρίτο εκ των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, να παρέμβουν στην εκκρεμή, μεταξύ της ιδίας και του ενάγοντος, κύρια δίκη, ανοιγείσα κατόπιν της από 24.3.2016 αγωγής του τελευταίου και συγχρόνως ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγομένων να της καταβάλουν εις ολόκληρον οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα.
Όμως, πριν από τη συζήτηση της παρεμπίπτουσας αγωγής, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής ως προς τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο A. K., οδηγό του ως άνω αυτοκινήτου, ενώ ο προσεπικληθείς K. G. δεν παραστάθηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επί της κυρίας και της παρεμπίπτουσας αγωγής, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 1677/2016 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος A.
K., και συνυπαίτιο για την πρόκληση των σωματικών του βλαβών τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατά ποσοστό 30%, επιδίκασε οριστικά για τις υλικές ζημίες το συνολικό ποσό των 636,63 ευρώ, ενώ σχετικά με τα λοιπά ως άνω κονδύλια διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος και την επικαλούμενη από αυτόν αναπηρία.
Στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1302/2018 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς το προαναφερόμενο κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατά τα λοιπά κονδύλια, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα, αναγνωριστικά, τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτή ποσά.
Κατά της άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο μεν αναιρεσείων άσκησε την από 25.06.2018 έφεση απευθυνόμενη κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, η δε τελευταία την από 11.02.2019 έφεση απευθυνόμενη κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και του παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε ερήμην του παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου η προσβαλλομένη με αριθμό 3107/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατά το ουσιαστικό τους μέρος τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της κυρίας αγωγής και της παρεμπίπτουσας αγωγής, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν αυτές, και ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, απέρριψε ως αβάσιμο το περί διαφυγόντος κέρδους κονδύλιο και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσιβλήτου να καταβάλει στον αναιρεσείοντα τα ποσά των 40.000 και 30.000 ευρώ, ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ., και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αντίστοιχα.
Εφόσον, όμως, οι ανωτέρω προσεπικληθέντες δεν άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης - προσεπικαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, αυτοί δεν κατέστησαν διάδικοι στη δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο ενάγων, του οποίου η έφεση έγινε δεκτή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και εν μέρει δεκτή η αγωγή του κατά της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν δικαιούτο να απευθύνει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά των ως άνω προσεπικληθέντων, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προσώπων, που ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ.
Κατ` ακολουθίαν τούτων, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τον δεύτερο και τον τρίτο από τους αναιρεσίβλητους, κατ` αυτεπάγγελτη κρίση του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία περιλαμβάνει και την αποθετική (διαφυγόν κέρδος).
Στο νομοθετικό ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους περιλαμβάνονται και τα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, από σύμβαση εργασίας.
Ειδικότερα, αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), δηλαδή τα εισοδήματα, τα οποία, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας του, απώλεσε ή στερείται από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.
Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθρου 298 Α.Κ., αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος από την παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία και συνεπώς, η ύπαρξη, της από αυτήν αναφυόμενης, αξίωσης (ΑΠ 1469/2023, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 67/2017, ΑΠ 600/2009). Για την απόδειξή της αποθετικής αυτής ζημίας, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδάφ. β' του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που, από την εκτίμηση των αποδείξεων ,προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν, κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Για να επιδικασθεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία, θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 325/2016, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 2153/2013, Α.Π. 869/2013, Α.Π. 601/2010, Α.Π. 2076/2006, Α.Π. 122/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Αντιφατικές δε αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Δεν υπάρχει όμως έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, ως προς το αγωγικό αίτημα της επιδίκασης στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα διαφυγόντων κερδών, δέχθηκε τα εξής:
"Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος εργαζόταν ως ψήστης, στην εταιρεία "Ε. Δ. & ΣΙΑ Ε.Ε." και εξαιτίας του τραυματισμού του, απώλεσε τα εισοδήματα από την εργασία του, αυτή και συνολικά το ποσό των 17.154,07 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 14-8-2015 έως 13-10-2016, το οποίο θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την εργασία του αυτή, εάν δεν συνέβαινε το ένδικο ατύχημα.
Όμως, δεν αποδείχθηκε η εργασιακή σχέση που τον συνέδεε με την ως άνω εταιρεία κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος (14-8-2015). Οι βεβαιώσεις των αποδοχών του, με εργοδότη την ως άνω εταιρεία, "Ε. Δ. & ΣΙΑ Ε.Ε.", που προσκομίζει και επικαλείται, αφορούν το χρονικό διάστημα από 29-07-2014 έως τις 31-12- 2014 δηλαδή οκτώ μήνες πριν το ατύχημα, δεν προσκομίζει δε, σχετική πρόσφατη βεβαίωση περί των αποδοχών του κατά τον χρόνο προ του ατυχήματος, ούτε σχετική βεβαίωση της εν λόγω εταιρίας, ότι πράγματι εργαζόταν σ' αυτήν, κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος.
Το γεγονός ότι ο ενάγων οδηγούσε την στιγμή του ατυχήματος την μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας της άνω εταιρείας, καθώς και η κατάθεση του ως άνω μάρτυρά του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος απλώς καταθέτει ότι ο ενάγων κέρδιζε 1.104,00 € το μήνα μικτά από τη δουλειά του, δίχως να κατονομάζει, τον εργοδότη, δεν αρκούν προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού του.
Επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.....".
Από τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο απέρριψε το κονδύλι του απωλεσθέντος εισοδήματος, προκύπτει ότι διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 929, 297, 298 του ΑΚ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Συγκεκριμένα, κρίνοντας, ως άνω, το Εφετείο με την πληττόμενη απόφαση αιτιολόγησε εμπεριστατωμένα, την απόρριψη της αξίωσης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος προς αποζημίωση, λόγω απώλειας εισοδημάτων ύψους 17.154,07 ευρώ, συνεπεία του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, για το χρονικό διάστημα, που ήχθη προς κρίση ενώπιόν του με την αγωγή, ήτοι από 14.8.2015 (ημέρα του επισυμβάντος ενδίκου ατυχήματος) έως την 13.10.2016, κατά το οποίο, αυτός, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, θα ήταν παντελώς ανίκανος προς εργασία, και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, αφού εκτίμησε τις αποδείξεις.
Αποφαίνεται, δηλαδή, κατά τρόπο σαφή, επαρκή και συγκεκριμένο, για το ότι ο αναιρεσείων μετά την 31.12.2014, δηλαδή επί οκτώ μήνες πριν το ένδικο ατύχημα, δεν εργαζόταν, καθόσον δεν αποδείχθηκε εργασιακή σχέση, που να τον συνέδεε με την ως άνω εταιρεία "Ε.Δ. & ΣΙΑ Ε.Ε.", κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος (14-8-2015) και, συνεπώς, το άνω αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα του, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδοκωμένου κέρδους, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, σχετικά με αυτό το αγωγικό αίτημα, είναι σαφές, επαρκές και αναμφίβολο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη ανωτέρω νομική σκέψη και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Οι δε λοιπές αιτιάσεις του τελευταίου, στον υπόψη λόγο αναίρεσης, σχετίζονται με επιχειρήματα και με την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι με παραβιασθείσες διατάξεις και, συνεπώς, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης, και άρα, δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, αφού με αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Πιο συγκεκριμένα, οι παραδοχές της προσβαλλομένης, που ο ενάγων - αναιρεσείων υπολαμβάνει, ως αντίφαση προς τις ανωτέρω, περί της οριστικής αδυναμίας του να εργαστεί ως ψήστης, εξ αιτίας της μόνιμης αναπηρίας του, ουδόλως συσχετίζονται με το αίτημα αυτού για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά με το αίτημα της χρηματικής παροχής του, εκ του άρθρου 931 ΑΚ και το μέγεθος της ηθικής του βλάβης, η δε αναφορά στην προσβαλλομένη, ότι δεν προσκομίζεται πρόσφατη βεβαίωση περί των αποδοχών του κατά τον χρόνο προ του ατυχήματος, αποτελεί επιχείρημα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και όχι αιτιολογία, ώστε δεν δύναται να θεωρηθεί, ότι το Εφετείο απαίτησε βεβαιότητα και όχι πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδοκώμενου κέρδους και δεν νοείται, συνεπώς ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 298 παρ. 2 του Α.Κ. (απαίτηση από το Εφετείο βεβαιότητας και όχι πιθανότητας).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, καθώς και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια, δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς, αναγκαία, η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ως άνω διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (Α.Π. 1524/2023, Α.Π. 1488/2022, Α.Π. 306/2022).
Ο προσδιορισμός του ποσού, τόσο της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όσο και του επιδικαζόμενου εύλογου, κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 9/2015, Ολ.Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1524/2023, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 1/2016, Α.Π. 1449/2022, Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 663/2021). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Α.Π. 2093/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 49/2022). Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 1524/2023, Α.Π. 1541/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 485/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαιτιότητα και τις αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 Α.Κ.
και χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 Α.Κ. δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ανελέγκτως τα εξής: "Στις 14 Αυγούστου 2015 και περί ώρα 00:55' μεταμεσονύκτια, ο ενάγων οδηγούσε την με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ...επί της Λεωφόρου Πατησίων, με κατεύθυνση από Πατήσια προς την Ομόνοια. .......
Κατά τον ίδιο χρόνο, ο A. K., οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ... IX επιβατικό αυτοκίνητο, ... και έβαινε, επί της ίδιας Λεωφόρου (Πατησίων) αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, ... Αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι, ο ως άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, A. K., ο οποίος ....αντί, να ανακόψει την πορεία του οχήματος του, .....
και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα τα οποία ήδη κινούνταν σε αυτή, ως όφειλε ..., εισήλθε, απότομα και ανέλεγκτα εντός της συμβολής της ανωτέρω Λεωφόρου με την οδό ..., με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την κανονικά κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, ....προκαλώντας σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων και τον τραυματισμό του ενάγοντος.......
Μάλιστα, ο ως άνω οδηγός, A. K. ... είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας να πέφτει στο οδόστρωμα τραυματισμένος, παρόλα αυτά εγκατέλειψε το σημείο του συμβάντος, αλλά και τον τραυματισθέντα, ... Ωστόσο, δεδομένου ότι, ο ενάγων δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως είχε υποχρέωση (....), πρέπει να γίνει δεκτή η υποβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση περί συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση και έκταση του τραυματισμού του (άρθρο 300 ΑΚ), ..., το βαρύνον δε, αυτόν συντρέχον πταίσμα, ανέρχεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).........
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων μεταφέρθηκε με το ΕΚΑΒ στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ" και κατά τις πρώτες ώ¬ρες της παραμονής του εκεί παρουσίασε γενικευμένη επιληπτική κρίση η οποία κατεστάλη με ενδοφλέβια αγωγή, ενώ στη συνέχεια υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου η οποία ανέδειξε οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα (ΔΕ), θλάση εγκεφάλου κροταφοβρεγματικά (ΔΕ) και κάταγμα βάσης κρανίου.
Ακολούθως, ο ενάγων διασωληνώθηκε, υποβλήθηκε σε κρανιεκτομή (ΔΕ) και σε επιπρόσθετη μετεγχειρητική αξονική τομογραφία εγκεφάλου η οποία ανέδειξε την κρανιεκτομή (ΔΕ), την παροχέτευση του αιματώματος και την αποκατάσταση της μέσης γραμμής, ενώ την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου "ΑΣΚΛΗΠΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" όπου νοσηλεύτηκε αρχικά, διασωληνωμένος υπό καταστολή και αναλγησία, και μετέπειτα αφού η πορεία του ομαλοποιήθηκε επέστρεψε στις 10-09-2015, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ" για περαιτέρω νοσηλεία, τετρακινητικός, δηλαδή με πλήρη κινητικότητα σε άνω και κάτω άκρα, και με άριστη βαθμολογία στην Κλίμακα Κώματος Γλασκώβης (GCS 15/15), με ιεροκοκκυγική κατάκλιση συνεπεία της ακινησίας, ενώ τότε διαπιστώθηκε ότι είχε προσβληθεί από μικρόβιο οπότε παρέμεινε στο ως άνω νοσοκομείο, όπου του χορηγήθηκε αντιμικροβιακή αγωγή και εξήλθε τελικά στις 28-09-2015 σε καλή κατάσταση με ιατρικές οδηγίες, συστάσεις για παρακολούθηση από καρδιολόγο ενόψει του, ότι με βάση, το ιατρικό ιστορικό του, είχε υποβληθεί προ διετίας σε διαδικασία τοποθέτησης στεντς (stents) λόγω συγκοπτικού επεισοδίου και χειρουργό, λόγω της κατάκλισης και με σχετικές οδηγίες για κατ' οίκον φαρμακευτική αντιεπιληπτική αγωγή, λόγω του χτυπήματος στο κεφάλι, καθώς και για σταδιακή φόρτιση των σκελών με βακτηρίες.
Μάλιστα, κατά τη διάρκεια κινητοποίησης του αριστερού σκέλους, λόγω αστάθειας έπεσε και υπέστη κάταγμα του έξω σφυρού της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Επίσης, 7-11-2016 εισήχθη στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός και υποβλήθηκε σε κρανιοπλαστική. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι λόγω του άνω τραυματισμού του, ο ενάγων, δεν είχε δυνατότητα αυτοεξυπηρέτησης στις βασικές του ανάγκες (σίτιση, καθαριότητα κλπ) για το χρονικό διάστημα έξι μηνών, από την έξοδό του από το ως άνω νοσοκομείο, καθόσον του δόθηκαν οδηγίες για κινησιοθεραπεία......
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα .....αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος υπέστη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Η βλάβη περιελάμβανε, όπως και ανωτέρω εκτίθεται, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, κάταγμα κρανίου, υπαραχνοειδή αιμορραγία, θλάσεις εγκεφάλου και εγκεφαλικό οίδημα. Ο ενάγων, έχει απώλεια μνήμης και δεν μπορεί να ανακαλέσει γεγονότα πριν και μετά το ατύχημα.
Έχει μνημονικές παραστάσεις λίγο πριν λάβει εξιτήριο από το νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός. Επίσης έχει μεγάλη δύσμορφη μετεγχειρητική ουλή δεξιά μετωπιαία και κροταφικά οφειλόμενη στις δύο επεμβάσεις λόγω βλάβης στους μετωπιαίους λοβούς και κυρίως, στο δεξιό μετωπιαίο λοβό, που είναι υπεύθυνος για την νοητική επάρκεια και την ψυχική ισορροπία του ανθρώπου, έχει διαταραχή του συναισθήματος αλλά και των ανώτερων νοητικών λειτουργιών, δηλαδή της μνήμης της προσοχής και της συγκέντρωσης.
Παρουσιάζει οργανικό ψυχοσύνδρομο, δηλαδή ψυχιατρικού τύπου συμπεριφορά που οφείλεται στον τραυματισμό του και πρέπει να παρακολουθείται από ψυχίατρο. Λαμβάνει αντικαταθλιπτική αγωγή καθώς και προληπτικώς αντιεπιληπτική αγωγή, δεδομένου ότι είναι αυξημένος ο κίνδυνος επιληψίας στο μέλλον σε σχέση από τον μέσο υγιή πληθυσμό, εξαιτίας του, άνω τραυματισμού του.
Επίσης, παρουσιάζει διαταραχή της όσφρησης, η οποία είναι αναπηρία διότι μας προφυλάσσει από την κατανάλωση ακαταλλήλων τροφών ή μας ειδοποιεί για επερχόμενο κίνδυνο, όπως η οσμή επικίνδυνων αερίων καθώς και διαταραχή της γεύσης για τον ίδιο λόγο, δηλαδή λόγω της βλάβης στους μετωπιαίους λοβούς. Τα ανωτέρω προβλήματα, σχεδόν δύο χρόνια μετά το ατύχημα παραμένουν και θεωρούνται μόνιμα, όπως εκθέτει και ο άνω πραγματογνώμονας, Δ.
Α. διότι, τα εγκεφαλικά κύτταρα, όταν νεκρωθούν δεν αναγεννώνται. Άλλωστε, σύμφωνα και με την, από 19-9-2019 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΚΕΠΑ, αναγνωρίστηκε στον ενάγοντα ποσοστό αναπηρίας 55% από 22-7-2016 έως 31-7-2017, εκ του οποίου, το 20% οφείλεται, κατά το έγγραφο αυτό, σε ψυχιατρική πάθηση.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι ο ενάγων το έτος 2014 είχε υποστεί καρδιακό επεισόδιο και είχε υποβληθεί σε επέμβαση αγγειοπλαστικής, με τοποθέτηση ενδοστεφανιαίας πρόθεσης (στεντ) στη δεξιά στεφανιαία αρτηρία, μετά δε το ένδικό ατύχημα, υπέστη νέο καρδιακό επεισόδιο την 14-4-2016 και του έγινε νέα αγγειοπλαστική.
Σύμφωνα με την ως άνω ιατρική πραγματογνωμοσύνη του καρδιολόγου, ιατρού Γ. Σ., είναι δυνατό το ένδικο ατύχημα και η εξ αυτού σωματική του βλάβη να συνδέεται με την προαναφερομένη επιδείνωση του καρδιολογικού του προβλήματος, διότι σαφώς υπήρξε επιβάρυνση της υγείας του λόγω αυτής, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ενδείκνυται η διακοπή της αντιαιμοπεταλιακής αγωγής που ελάμβανε για πρόληψη των θρομβώσεων, στις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.
Όπως, ο ίδιος αναφέρει, σε ασθενείς, όπως ο ενάγων, με κλάσμα εξώθησης 45%, τους αποδίδεται ποσοστό αναπηρίας 50-67%, με βάση τον πίνακα ποσοστού αναπηρίας, βελτίωση δε, με βάση τα ιατρικά δεδομένα δεν είναι πιθανή. Ενόψει των ανωτέρω βλαβών της υγείας του, ο ενάγων, δεν θα είναι σε θέση στο μέλλον, να ανταποκριθεί στο επάγγελμα του ψήστη που ισχυρίζεται ότι ασκούσε πριν το ένδικο ατύχημα, ή σε άλλο επάγγελμα που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία, γρήγορες κινήσεις και πίεση χρόνου λόγω των προαναφερομένων μερικών μόνιμων βλαβών στην υγεία του, αλλά σ' ένα επάγγελμα με μέτρια σωματική προσπάθεια ή με πνευματική εργασία ανάλογη των γραμματικών του γνώσεων (γραμματικές γνώσεις γυμνασίου).
Συνεπώς, εκ του προπεριγραφέντος τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και των συνακόλουθων επιπτώσεών του στην υγεία του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Το ποσό της τελευταίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και του βαθμού πταίσματος του ιδίου στη έκταση της σωματικής του βλάβης, του είδους των σωματικών κακώσεων αυτού, του τρόπου αποκατάστασής τους και των επιπτώσεών τους στην ψυχική και σωματική του υγεία και της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, σε συνδυασμό και με την ηλικία του (44 ετών), όπως τα στοιχεία αυτά μνημονεύονται ανωτέρω, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης αυτού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (καθόσον η ευθύνη της είναι εγγυητική), ανέρχεται στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, το οποίο, ...
μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται εύλογο (932 ΑΚ) δεκτού γενομένου εν μέρει ως ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης της εκκαλούσης. Επιπλέον, η προαναφερθείσα βλάβη της υγείας του ενάγοντος (βλάβη στους μετωπιαίους λοβούς, οργανικό ψυχοσύνδρομο, διαταραχή των ανώτερων νοητικών λειτουργιών του, δηλαδή της μνήμης της προσοχής και της συγκέντρωσης, αυξημένος κίνδυνος επιληψίας, διαταραχή της όσφρησης και της γεύσης, επιδείνωση της στεφανιαίας νόσου κ.λπ) συνιστά μία, μερική μόνιμη σωματική αναπηρία που έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο μέλλον του.
Και τούτο διότι εξαιτίας αυτής, ο ενάγων δεν θα μπορεί να συμμετάσχει και να διεκπεραιώνει δραστηριότητες που θα απαιτούν σωματική ένταση και ισχύ, είτε αυτές θα αφορούν τον επαγγελματικό είτε τον κοινωνικό τομέα. Επίσης, δεν θα μπορεί να εργαστεί και μάλιστα με επάρκεια σε εργασίες που απαιτούν έντονη σωματική ή πνευματική προσπάθεια και κόπωση.
Συναφώς, τα ανωτέρω δύνανται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επηρεάσουν δυσμενώς την επαγγελματική του εξέλιξη και να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική προαγωγή του, με τη μείωση των εσόδων του και την αύξηση των εξόδων, ενώ θα επηρεάσουν δυσμενώς και την κοινωνική του ζωή και τις εν γένει συναναστροφές του, δοθέντος ότι θα αισθάνεται μειονεκτικά απέναντι των υγιών συνομηλίκων του τους οποίους δεν θα μπορεί να ακολουθεί σε δραστηριότητες που απαιτούν, κατά τα ανωτέρω, μεγάλη σωματική ένταση και ισχύ.
Με βάση το ως άνω είδος, το βαθμό και τις επιπτώσεις της αναπηρίας του ενάγοντος, της ηλικίας του τελευταίου και της συνυπαιτιότητάς του, στην έκταση του τραυματισμού του, το εύλογο ποσό που δικαιούται ο ενάγων ως ειδική αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και που δεν καλύπτεται από τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ανέρχεται σε 40.000 ευρώ.
Άρα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό πλέον των 30.000 ευρώ,... εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε...". Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, κατέστη μόνιμα ανάπηρος κατά ποσοστό 55%, δέχτηκε: 1) ότι, κατά το ένδικο ατύχημα, υπέστη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, κάταγμα κρανίου, υπαραχνοειδή αιμορραγία, θλάσεις εγκεφάλου και εγκεφαλικό οίδημα, απώλεια μνήμης, ότι έχει μεγάλη δύσμορφη μετεγχειρητική ουλή δεξιά μετωπιαία και κροταφικά, οφειλόμενη στις δύο επεμβάσεις λόγω βλάβης στους μετωπιαίους λοβούς και κυρίως, στο δεξιό μετωπιαίο λοβό, που είναι υπεύθυνος για την νοητική επάρκεια και την ψυχική ισορροπία του ανθρώπου, ότι έχει διαταραχή του συναισθήματος, αλλά και των ανώτερων νοητικών λειτουργιών, δηλαδή της μνήμης της προσοχής και της συγκέντρωσης, 2) ότι παρουσιάζει οργανικό ψυχοσύνδρομο που οφείλεται στον τραυματισμό του και λαμβάνει αντικαταθλιπτική αγωγή, καθώς και προληπτικώς αντιεπιληπτική αγωγή και επίσης διαταραχή της όσφρησης και της γεύσης λόγω της βλάβης στους μετωπιαίους λοβούς, 3) ότι τα ανωτέρω προβλήματα, σχεδόν δύο χρόνια μετά το ατύχημα παραμένουν και θεωρούνται μόνιμα, διότι τα εγκεφαλικά κύτταρα, όταν νεκρωθούν δεν αναγεννώνται, 4) ότι, από την Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ, αναγνωρίστηκε στον ενάγοντα ποσοστό αναπηρίας 55% από 22-7-2016 έως 31-7-2017, εκ του οποίου, το 20% οφείλεται, σε ψυχιατρική πάθηση, και 5) ότι δεν θα μπορεί να εργαστεί σε εργασίες που απαιτούν έντονη σωματική ή πνευματική προσπάθεια και κόπωση και δύναται να επηρεαστεί δυσμενώς η επαγγελματική του εξέλιξη και να επέλθει μείωση των εσόδων του και αύξηση των εξόδων, ενώ λόγω της αναπηρίας του δεν θα είναι ευχερής η εν γένει κοινωνική εξέλιξή του, αφού δεν είναι σε θέση πλέον να απολαμβάνει, στο βαθμό που θα ήθελε, δραστηριότητες της καθημερινής ζωής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της.
Δεν συντρέχουν, επομένως, οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα πλημμέλειες, της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται, κατά τους ισχυρισμούς του, επαρκείς παραδοχές ότι λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα έχει απωλέσει τη σωματική του ακεραιότητα και β) ως προς τη μονιμότητα της αναπηρίας αυτού.
Επίσης, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καθορίσει υπέρ του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, ως πρόσθετη παροχή - ιδιαίτερη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., το ποσό των 40.000 ευρώ λαμβάνοντας υπόψη και το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού από 30% στην πρόκληση της αναπηρίας του, δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ορθώς δε υπήγαγε σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, δεδομένου ότι το ως άνω επιδικασθέν ποσό, δεν υπολείπεται μάλιστα καταφανώς αυτών, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση.
Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 931 του Α.Κ., αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, για τις προεκτεθείσες αιτίες, το ως άνω ποσό, το οποίο όμως είναι, κατ' αυτήν, καταφανώς κατώτερο των συνήθως επιδικαζομένων για ανάλογες περιπτώσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο με το να καθορίσει την κατ'άρθρο 932 του ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος στο ποσό των 30.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ως άνω ποσό δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη, που έγινε ανελέγκτως δεκτό, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέστη ο αναιρεσείων και, με την επίδραση, που έγινε επίσης ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι θα έχει στο μέλλον του αυτού, η αναπηρία, την οποία, όπως δέχθηκε, έχει υποστεί από το ένδικο ατύχημα, αφού το ανωτέρω ποσό των 30.000 ευρώ, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής, ως προς το ύψος της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της μερικής νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 178 παρ.2, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 25-06-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3107/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο A. K. και ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο K. G.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3107/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο αυτής, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.
Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ