1818/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1818/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. ^778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν ά 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ! ΙΓ! 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1818 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1818/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 508Α, 513ΑΒ, 528/2010, 608Β, 737/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη με αριθμό 79/21.4.2016 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 17-3-2016 αίτηση του Μ.
Κ. Π. κατοίκου ... (...) με την οποία ζητάει προς το συμφέρον του την επανάληψη της διαδικασίας : α) της 508 α! , β! και γ! και 528/2010 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πέραιά με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση και β) της 608 β! 737/2013 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών για απάτη στο δικαστήριο, και εκθέτω τα ακόλουθα :
II. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για κακούργημα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει Φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος .
Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο (απολύτως βέβαιο αναφέρει ο Εισ.
του ΑΠ Κ. Σταμάτης ΠΧ! 1982.654 και πολύ πιθανό ο Αντεισαγγελέας του ΑΠ Σ. Κανίνιας ΠΧ! 1983.964) και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 733/2012, ΑΠ 734/2012, ΑΠ 23/2011, ΑΠ 447/2010, ΑΠ 358/2010, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1139/2003, Π.
Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. ^778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν ά 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ! ΙΓ! 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007.
σελ. 214 και 215). Η δικαστική απόφαση αποτελεί νέο γεγονός για επανάληψη της διαδικασίας εφόσον αυτή είναι αμετάκλητη γιατί δεν νοείται η ανατροπή μιας αμετάκλητης απόφασης από μία απόφαση μη αμετάκλητη (ΑΠ 919/1990 ΠΧ! 1991.782 , ΑΠ 1743/1990 ΠΧ! 1991.737 ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΑΠ 291/1994 ΠΧ! 1994. 384 Αν μία αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας απορριφθεί ο αιτών κατηγορούμενος δεν μπορεί να υποβάλει νέα αίτηση επικαλούμενους τους ίδιους λόγους αλλά πρέπει να επικαλεσθεί νέα πρόσθετα γεγονότα, διαφορετικά και άγνωστα μέχρι τότε (ΑΠ 1185/1994 ΠΧ! 1994.980, ΑΠ 230/1952 ΠΧ! 1952.362, Δαλακούρας ο.π.
σελ. 362 σημ. 967). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για πλημμελήματα από το Πενταμελές Εφετείο είναι , σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. III. Με την παραπάνω 508 α! , β! και γ! και 528/2010 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά (η αναίρεση κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την 486/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου) ο αιτών καταδικάστηκε για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και συγκεκριμένα για το ότι (διατακτικό) : "Στον Πειραιά και στη ...
την 30-4-2003 και 2-5-2003, με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για άλλον εν γνώσει του ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του. Συγκεκριμένα την 30-4-2003 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την με αριθμό κατάθεσης .../2003 αγωγή του κατά του εγκαλούντα Ε.
Κ. του Κ., κατοίκου ..., με την οποία ζητούσε να καταδικασθεί ο εγκαλών στην καταβολή αποζημίωσης για ηθική βλάβη που του προκάλεσε λόγω αδικοπραξίας, προσδιορίζοντάς την στην κατ’ εξακολούθηση παράνομη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών τους, προφορικών και τηλεφωνικών. Προκειμένου δε να θεμελιώσει την αγωγή του ανέφερε ειδικότερα ότι, ενώ είχε αναλάβει ως δικηγόρος, τη εκπροσώπηση του εγκαλούντα σε περισσότερες υποθέσεις από το 1996 και η μεταξύ τους συνεργασία εξελισσόταν ομαλά περί τα τέλη Μαρτίου 2002 έγινε αντιληπτή για πρώτη φορά, μια εντελώς ύποπτη και ανεξήγητη συμπεριφορά του, καθώς διαπιστώθηκε ότι όταν μετέβαινε στο δικηγορικό του γραφείο, για να πραγματοποιηθεί προγραμματισμένη συνάντηση τους, ο εγκαλών έβγαινε για λίγο στον βοηθητικό χώρο που βρισκόταν πριν από το γραφείο του ιδίου και το γραφείο της συμβολαιογράφου συζύγου του και τακτοποιούσε κάτι στο συνήθως δερμάτινο μπουφάν που φορούσε, ακόμη και το καλοκαίρι του 2002, και στη συνέχεια εισερχόταν στο γραφείο του κατηγορούμενου.
Ακόμη ισχυρίστηκε ότι την 28-12-2002 αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών στις συναντήσεις που είχαν κατά το προηγούμενο εννεάμηνο και ιδίως κατά το διάστημα Ιουνίου Νοεμβρίου 2002, ενεργοποιούσε και χρησιμοποιούσε κρυφά και χωρίς τη θέληση ή την συναίνεση του (κατηγορουμένου) μαγνητόφωνο, στο οποίο κατέγραψε παράνομα, κάθε ιδιαίτερη συνομιλία τους.
Αναφερόταν ακόμη στην αγωγή ότι ο εγκαλών, σκόπιμα, παράνομα και κακόβουλα, υπέβαλε στον κατηγορούμενο ερωτήσεις τέτοιας μορφής, για να υφαρπάξει απαντήσεις που θα τον διευκόλυναν, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, στην πραγμάτωση των κακοπροαίρετων και άνομων σχεδίων του ή δίδοντας ο ίδιος απαντήσεις στα ερωτήματα του, ώστε να δίδεται η εντύπωση στον ακροατή των ηχογραφημένων αυτών συνομιλιών ότι ο κατηγορούμενος συμφωνούσε με όσα ο εγκαλών έλεγε ή υπονοούσε, αποσκοπώντας στον επαγγελματικό, οικονομικό και ηθικοκοινωνικό εκβιασμό του κατηγορουμένου, για να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του παραδώσει όσα έγγραφα κατείχε ακόμη, δεδομένου ότι τον Μάρτιο του 2002 είχε προηγηθεί υφαρπαγή των περισσότερων από αυτά και αποδείκνυαν την ενεργή επαγγελματική του ανάμειξη στις υποθέσεις που ο εγκαλών του είχε αναθέσει, χωρίς να αναζητήσει αμοιβή.
Εξιστορείτο δε στην με αριθμό κατάθεσης .../2003 αγωγή ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο εγκαλών μαγνητοφωνεί τις τηλεφωνικές συνομιλίες τους που πραγματοποιούσε από την κατοικία του στη ... κατά τα μέσα και τέλη του Νοεμβρίου 2002 και στο πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 2002, ενώ την 28 Δεκεμβρίου 2002 και περί ώρα 12.15, στην τελευταία προκαθορισμένη συνάντηση που είχαν στο δικηγορικό του γραφείο, έγινε αντιληπτό ότι καταγράφηκε με μαγνητόφωνο, κρυφά, χωρίς την θέληση και την συναίνεση του, η επαγγελματική και ιδιωτική συνομιλία τους.
Τα ανωτέρω όμως αναφερόμενα ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους, καθώς γνώριζε ότι ο εγκαλών δεν είχε επιδείξει την περιγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά, προβαίνοντας σε καταγραφή προφορικών συζητήσεων τους στο δικηγορικό του γραφείο η τηλεφωνικών συνομιλιών τους, αλλά προέβη στις ανωτέρω ψευδείς αναφορές προκειμένου να αποφύγει την εξόφληση σημαντικών οφειλών του προς τον εγκαλούντα ‘ λλωστε, η με αριθμό κατάθεσης .../2003 αγωγή του κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την με αριθμό 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, ο δε εγκαλών αθωώθηκε της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης της παραβίασης του απορρήτου της τηλεφωνικής συνομιλίας με την με αριθμό 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά.
Των προαναφερομένων δε ψευδών γεγονότων έλαβαν γνώση τη μεν 30-4-2003 ο Δικαστής και οι γραμματείς του Πρωτοδικείου Πειραιά και την 2-5-2003 ο δικαστικός επιμελητής που έλαβε την εντολή για να επιδώσει την αγωγή, ο οποίος την θυροκόλλησε, καθώς και οι αστυνομικοί του ... και οι ένοικοι της πολυκατοικίας όπου κατοικούσε επί της οδού ...
στην ..., μεταξύ των οποίων και ο Α. Ζ. του Α., καθώς η αγωγή αφέθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Περαιτέρω όσα αναφέρθηκαν στην αγωγή ήταν πρόσφορα να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα, αφού τον παρουσίαζαν ως άτομο που προβαίνει στην τέλεση αξιόποινων πράξεων, για να αποφύγει την εκπλήρωση ειλημμένων υποχρεώσεων του".
Το δικαστήριο αυτό (Πενταμελές Εφετείο) στο σκεπτικό του δέχθηκε κατά πιστή αντιγραφή τα ακόλουθα : " Ο κατηγορούμενος Μ. Π. είναι δικηγόρος Πειραιώς και συστεγάζεται σε κοινό γραφείο με την σύζυγο του Π. Π. - Β. . Με τον πολιτικώς ενάγοντα Ε. Κ., ο οποίος επέστρεψε στην Ελλάδα από το εξωτερικό, όπου ζούσε επί πολλά έτη, το 1995, συναντήθηκε το έτος 1996, όταν, μετά από σύσταση του κοινού τους πνευματικού -εξομολόγου Β.
Λ. , ο τελευταίος του ανέθεσε την διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων προς ικανοποίηση ή εξασφάλιση οικονομικών αξιώσεων του (εγκαλούντος) έναντι τρίτων, είτε δια της δικαστικής οδού, είτε με επίτευξη συμβιβασμού. Αργότερα (το 1999) τον διόρισε γενικό πληρεξούσιο και αντίκλητο με το υπ’ αριθμ. .../1999 γενικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Π.
Π. - Β. (συζύγου του κατηγορουμένου). Με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκαν μεταξύ τους φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, πέραν των επαγγελματικών, δεδομένου ότι είχαν και ορισμένα κοινά ενδιαφέροντα (στενή σχέση με την εκκλησία και το Άγιο Όρος). Στα πλαίσια αυτών των σχέσεων ο εγκαλών κατά τον Νοέμβριο του 2000 χορήγησε στον κατηγορούμενο δάνειο 20.000.000 δραχμών, προκειμένου να καλύψει δαπάνες αποπεράτωσης μιας οικοδομής του στο ...
Αττικής. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί την λήψη του ως άνω ποσού, υποστηρίζει όμως (όχι πειστικά) ότι το ανωτέρω ποσό το εισέπραξε ως προκαταβολή έναντι μη προσδιοριζόμενων δεδουλευμένων και μελλοντικών αμοιβών για υπηρεσίες που είχε προσφέρει ή θα προσέφερε στο μέλλον στον εναγόμενο (εννοεί εγκαλούντα) για διάφορες υποθέσεις του.
Από την άνοιξη του 2002 οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται. Ο μηνυτής αποδίδει την διατάραξη στο γεγονός ότι αυτός αρνήθηκε αφενός να χορηγήσει στον κατηγορούμενο νέο δάνειο μεγάλου ποσού, το οποίο ζητήθηκε, και αφετέρου να συναινέσει στην παράταση του χρόνου απόδοσης του δανείου, καθώς και στην προσπάθεια του κατηγορουμένου να το συμψηφίσει με διογκωμένες αμοιβές για υπηρεσίες που δεν προσέφερε, ενώ ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ο εγκαλών άρχισε να προετοιμάζει το έδαφος προκειμένου να απαλλαγεί, από την υποχρέωση καταβολής των δικηγορικών αμοιβών του, και για τον σκοπό αυτό τον μαγνητοφωνούσε παράνομα.
Αργότερα ο κατηγορούμενος προέβαλε και άλλη εκδοχή, ισχυριζόμενος κατά την απολογία του σε άλλη δίκη, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1142/2008 απόφαση αυτού, ότι ο εγκαλών "ήταν αυτόκλητος γαμπρός για τη κόρη του και επειδή αυτό δεν τελεσφόρησε έγιναν όλα (βλ.
αναγνωσθείσα υπ’ αριθμ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, όπου μνημονεύεται η ως άνω περικοπή). Η οριστική ρήξη στις σχέσεις τους επήλθε την 28-12-2002, τρείς ημέρες πριν από τον χρόνο που είχε συμφωνηθεί η απόδοση του δανείου, όταν πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη συνάντηση τους στο γραφείο του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί ο χρόνος αποπληρωμής του.
Η συνάντηση απέβη άκαρπη διότι ο μηνυτής δεν αποδέχθηκε συμβιβαστική πρόταση του κατηγορουμένου να του παραδώσει τέσσερις επιταγές, τις οποίες θα μπορούσε να αντικαταστήσει, αν καθίστατο ανέφικτη η αποπληρωμή τους. Το αμέσως επόμενο διάστημα (Ιανουάριο 2003) ο κατηγορούμενος διαπραγματευόταν τηλεφωνικά με τον δικηγόρο και παιδικό φίλο του πολιτικώς ενάγοντος Δ.
Κ., στον οποίο υποσχόταν ότι θα επιστρέψει σύντομα το δάνειο των 20.000.000 δραχμών, χωρίς οι συζητήσεις να καταλήξουν σε συμφωνία. Ο μηνυτής στις 4-2-2003 ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στον κατηγορούμενο και τον κάλεσε να απέχει από οποιαδήποτε πράξη αντιπροσωπεύσεως και να του αποδώσει διάφορα έγγραφα (μετοχικούς τίτλους δύο εταιρειών, την Ιδιόγραφη διαθήκη του κ.λ.π).
Ακολούθως ο κατηγορούμενος την 30-4-2003 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως .../2003 αγωγή του κατά του εγκαλούντος, με την οποία ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε αυτός από αδικοπραξία, συνισταμένη στην κατ’ εξακολούθηση παράνομη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών του, τηλεφωνικών και προσωπικών.
Ειδικότερα στην αγωγή αυτή ιστορούσε ότι ο μηνυτής, κατά την από 28-12- 2003 συνάντησή τους μαγνητοφώνησε εν αγνοία του και παρά την θέλησή του την συνομιλία τους, το ίδιο δε έπραττε, μαγνητοφωνούσε δηλαδή παράνομα τις συνομιλίες που είχαν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο γραφείο του και τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, από τα τέλη Μαρτίου 2002, με μαγνητόφωνο που είχε κρυμμένο στο μπουφάν του.
Στη συνέχεια ισχυριζόταν στην αγωγή ότι ο Ε. Κ. υπέβαλε στον κατηγορούμενο ερωτήσεις τέτοιας μορφής, για να υφαρπάξει απαντήσεις που θα τον διευκόλυναν στους σκοπούς του ή δίδοντας ο ίδιος απαντήσεις στα ερωτήματά του, ώστε να δίδεται η εντύπωση στον ακροατή των ηχογραφημένων συνομιλιών ότι ο κατηγορούμενος συμφωνούσε με όσα ο εγκαλών έλεγε, αποσκοπώντας στον επαγγελματικό, κοινωνικό, ηθικό και οικονομικό εκβιασμό του κατηγορουμένου.
Τα ανωτέρω περιστατικά των οποίων έλαβαν γνώση τις 30-4-2003 ο Δικαστής και οι γραμματείς του Πρωτοδικείου Πειραιώς και στις 2-5-2003 ο δικαστικός επιμελητής που θυροκόλλησε την αγωγή, καθώς και οι αστυνομικοί του Α.Τ … και οι ένοικοι της πολυκατοικίας όπου κατοικούσε, επί της οδού ... στη ..., και τα οποία ήταν πρόσφορα να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον παρουσίαζαν ως άτομο που προβαίνει σε τέλεση αξιόποινων πράξεων, προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση ειλημμένων υποχρεώσεών του, συνιστούν την αξιόποινη πράξη της παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ’ εξακολούθηση, για την οποία ο μηνυτής έχει κηρυχθεί αμετάκλητα αθώος με την υπ’ αριθμ. 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, λόγω αμφιβολιών.
Επομένως παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων, που αποτελούν το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφήμησης και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω .../2003 αγωγή του κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως από τον τελευταίο.
Επίσης ο κατηγορούμενος, η σύζυγος του και ο δικηγόρος και συνεργάτης τους Ν. Σ. παραπέμφθηκαν ύστερα από μήνυση του εναγομένου και καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και οι άλλοι δύο για ψευδορκία κατ’ εξακολούθηση, πράξεις που τέλεσαν στα πλαίσια της προκειμένης δίκης και της συναφούς ποινικής δίκης, με την υπ’ αριθμ. 1142/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (κατά της οποίας πάντως οι καταδικασθέντες έχουν ασκήσει έφεση).
Ο κατηγορούμενος ο οποίος προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι είχε και έχει την πεποίθηση ότι τα γεγονότα που διέλαβε στην αγωγή του ήταν αληθή και όχι ψευδή, αφού του τα μετέφεραν ως αληθή η σύζυγος του, ο συνάδελφος του Ν. Σ. και η γραμματέας του, και συνεπώς πρέπει να γίνει μεταβολή της κατηγορίας σε απλή δυσφήμηση η οποία έγινε για την προστασία δικαιώματος του, δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις σε μια σειρά από ζητήματα.
Ειδικότερα: 1) Για ποιο λόγο η σύζυγος του κατηγορουμένου και ο Ν. Σ., οι οποίοι, υποτίθεται, ότι στις 28-12-2002 ευρισκόμενοι στον χώρο των κοινών γραφείων του κατηγορουμένου και της συζύγου του που χρησιμοποιείται ως αποθήκη (αν και ο μηνυτής αμφισβητεί την παρουσία τους εκεί), αντιλήφθηκαν τον εγκαλούντα να θέτει σε λειτουργία το μαγνητόφωνο στο χώρο (γραφείο) της Συμβολαιογράφου Π.
Π., πριν εισέλθει στο γραφείο του Μ. Π., δεν ειδοποίησαν το οικείο Αστυνομικό Τμήμα που βρίσκεται πλησίον των ως άνω γραφείων, έτσι ώστε να συλληφθεί "επ’ αυτοφώρω" ο εγκαλών και να κατασχεθεί το επίμαχο μαγνητόφωνο και η τυχόν υπάρχουσα κασέτα, όταν, κατά τους ισχυρισμούς του, μαγνητοφωνούσε την συνομιλία τους, δεδομένου μάλιστα ότι από το καλοκαίρι του ίδιου έτους ο κατηγορούμενος εξέφραζε στο περιβάλλον των συνεργατών του "υπόνοιες", ότι μπορεί ο Κ.
να τον μαγνητοφωνεί και ενόψει του ότι, όπως είχε καταθέσει η σύζυγος του (κατηγορουμένου) σε προανακριτική κατάθεσή της, στις 15-5-2003 ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιώς, η οποία δόθηκε στα πλαίσια της συναφούς ποινικής υπόθεσης με κατηγορούμενο τον μηνυτή για παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων κ.λ.π.
η συνάντησή τους της 28-12-2002 έγινε με πρόφαση την υπογραφή συμφωνητικού παράτασης του χρόνου απόδοσης του δανείου των 20.000.000 δραχμών, ενώ πραγματικός σκοπός του συζύγου της ήταν να αποδειχθεί το γεγονός της παράνομης χρήσης μαγνητοφώνου από τον εγκαλούντα (βλ σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 95/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς). 2) Τι όφελος θα αποκόμιζε ο μηνυτής από τυχόν μαγνητοφώνηση των συνομιλιών τους, ώστε να αποκρούσει απαιτήσεις του κατηγορούμενου για καταβολή αμοιβών, πως θα μπορούσε αυτός να οδηγήσει τον κατηγορούμενο (έμπειρο δικηγόρο) να δώσει απαντήσεις που, αν οι κασέτες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, θα ήταν επιβαρυντικές για τον ίδιο και θα ενίσχυαν τους όποιου ισχυρισμούς του μηνυτή και ποια ανάγκη είχε για πρόσθετα (μη νόμιμα) αποδεικτικά μέσα αυτός (μηνυτής), για την απόδειξη του δανείου, αφού υπήρχε έγγραφο συμφωνητικό γι’ αυτό. 3) Γιατί ο ίδιος (κατηγορούμενος) δεν υπέβαλε αμέσως τις αμέσως επόμενες ημέρες, μετά την 28-12-2002 έγκληση κατά του μηνυτή για την μαγνητοφώνηση των συνομιλιών και τηλεφωνικών συνδιαλέξεών του, αλλά ανέμενε να παρέλθει χρονικό διάστημα δύο μηνών και 28 ημερών, προκειμένου να καταγγείλει αρμοδίως την ως άνω πράξη με τη από 26-3-2003 έγκληση του και αφού στο μεταξύ α) είχαν αποβεί άκαρπες οι διαπραγματεύσεις του με τον δικηγόρο και φίλο του μηνυτή Δ.
Κ. για απόδοση του δανείου και συμψηφισμό των τυχόν εκκαθαρισμένων ανταπαιτήσεών του και β) είχε προηγηθεί, όπως προαναφέρθηκε, η από 4-2-2003 ανάκληση της εντολής και πληρεξουσιότητας προς αυτόν από τον εγκαλούντα; Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι σε διάφορες καταθέσεις σε συναφείς δίκες του κατηγορουμένου, της συζύγου του και του Ν.
Σ., υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις, ειδικά ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο φέρεται η Π. Π. αποκάλυψε στον σύζυγο της το περιστατικό της υποτιθέμενης μαγνητοφώνησης. Ήτοι, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έλλειψη οποιασδήποτε αντίδρασης από την πλευρά τους, έχουν καταθέσει: Ο Ν. Σ. στην υπ’ αριθμ. .../2003 ένορκη βεβαίωση ότι κατά την συνάντηση της 28-12-2002 ο ενάγων (κατηγορούμενος), αγνοούσε την παράνομη από τον εναγόμενο (μηνυτή) μαγνητοφώνηση και ότι για το γεγονός αυτό βεβαιώθηκε αυτός (κατηγορούμενος) από τον ίδιο και την σύζυγο του μετά την αποχώρηση του εναγόμενου.
Η Π. Π. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς σε άλλη συναφή δίκη, επίσης οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 103/2008 απόφαση, ότι "την ημέρα εκείνη ήμουν πολύ ταραγμένη και δεν είπα τίποτε στον σύζυγο μου για το μαγνητόφωνο". Ο κατηγορούμενος στην ίδια δίκη ότι "όταν αντιλήφθηκα το μαγνητόφωνο, με συγκράτησε η σύζυγος μου για να μη σκοτωθούμε (βλ.
σχετικό απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 95/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς). Περαιτέρω, ας σημειωθεί ότι το τρίτο των προσώπων, που υποτίθεται ότι μετέφερε ως αληθές το περιστατικό της μαγνητοφώνησης, η υπάλληλος του γραφείου Γ. Γ. στην υπ’ αριθμ. ...2003 ένορκη βεβαίωση, δεν κάνει λόγο για την κρίσιμη συνάντηση της 28-12-2002, αλλά για υπόνοιες που υπήρχαν σε βάρος του εναγόμενου (μηνυτή) για μαγνητοφώνηση από αυτόν των συνομιλιών του με τον ενάγοντα (κατηγορούμενο), επειδή ο εναγόμενος από το τέλος Μαρτίου και εφεξής, πριν εισέλθει στο γραφείο του ενάγοντος " ...κάτι έφτιαχνε βάζοντας το χέρι στην τσέπη του δερμάτινου μπουφάν του ...", και διότι αυτός το καλοκαίρι του 2002 φορούσε δερμάτινο μπουφάν.
Αλλά και ο κατηγορούμενος απολογούμενος σε άλλη συναφή ποινική δίκη, αναφέρει ως πιθανές τις μαγνητοφωνήσεις, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι σε άλλες περιπτώσεις (και στην παρούσα δίκη) καταθέτουν με βεβαιότητα (βλ. και περί των ανωτέρω την 95/2009 απόφαση). Ο μηνυτής εξάλλου υποστηρίζει ότι τα περί μαγνητοφώνησης γεγονότα της αγωγής τα κατασκεύασε ο κατηγορούμενος, αρχικά για να παρατείνει επ’ αόριστον τον χρόνο αποπληρωμής του δανείου και να ματαιώσει αυτήν, στη συνέχεια δε, όταν αυτός "(μηνυτής) ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα, ο κατηγορούμενος άσκησε την αγωγή προκειμένου να κριθεί αδικαιολόγητη η ανάκληση και αυτός, επικαλούμενος συμφωνία εργολαβικής αμοιβής να μπορεί να διεκδικήσει πλήρη την συμφωνημένη αμοιβή κατά το άρθρο 170 του Κώδικα περί δικηγόρων, όπως και έπραξε.
Την άποψη ότι ο κατηγορούμενος επινόησε τις μαγνητοφωνήσεις υιοθετεί και ο μάρτυς Δ. Κ., δικηγόρος, ο οποίος προσπάθησε να εξυπηρετήσει φιλικά τον Κ. και επικοινώνησε κατ’ επανάληψη τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο τον Ιανουάριο του 2003 προκειμένου να διαπραγματευθεί τον τρόπο εξόφλησης του δανείου. Αυτός έλαβε αρχικά την διαβεβαίωση ότι θα εξοφληθεί σε δέκα ημέρες, μετέπειτα όμως διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος άλλαξε στάση και έτσι συμβούλεψε τον μηνυτή να κάνει αγωγή, διότι δεν πρόκειται να εισπράξει τα χρήματα.
Ο ίδιος μάρτυς επιβεβαιώνει ότι κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, σε κάποιες τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, ο κατηγορούμενος τον ρωτούσε αν είναι δίπλα ο Κ. και μαγνητοφωνεί, χωρίς να υπάρχει λόγος, αφού κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη. Με την ίδια βεβαιότητα κατέθεσε ότι αποκλείεται ο μηνυτής να έκανε παράνομες μαγνητοφωνήσεις και ο μάρτυρας Α.
Ζ., ο οποίος είχε μεταβεί μαζί του μια φορά στο γραφείο του κατηγορουμένου στις 31-5-2002 (μέσα στο επίδικο διάστημα), ενώ η μάρτυς υπερασπίσεως Γ. Κ. ουδέν γνωρίζει για την υπόθεση". IV. Με την από 22-1-2014 αίτησή του ο κατηγορούμενος Μ. Π. ζήτησε από τον Άρειο Πάγο την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του και την εξαφάνιση της αμετάκλητης αυτής καταδικαστικής απόφασης (508 α!, β! και γ! και 528/2010) του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά επικαλούμενος νέα γεγονότα που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε τα οποία οδηγούν στην αθώωσή του.
Συγκεκριμένα αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε ως νέα στοιχεία: α) Το ότι η καταδίκη του, στηρίχθηκε από το Δικαστήριο μεταξύ των άλλων και στην ενώπιον του κατάθεση του μάρτυρα Α. Ζ., καταθέσαντος ότι "στις 31-5-2002 στο γραφείο του Π. πήγα μαζί με τον Μ. (εννοεί τον Ε. Κ.). Δεν κρατούσε μαγνητόφωνο, ούτε μου είπε ότι θα μαγνητοφωνούσε την συνομιλία. ...
Εγώ γνωρίζω για την συνάντηση στις 31-5-2002", ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της νεότερης υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, ο ως άνω μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την συνάντηση του αιτούντος με τον μηνυτή Ε. Κ. στο γραφείο του, την 31-5-2002, β) Το ότι μετά την καταδίκη του, εκδόθηκε η υπ1 αριθμ. 1484/2010 απόφαση του Α’ πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ’ αριθ. 95/2009 απόφαση του πολιτικού Εφετείου Πειραιά, δυνάμει της οποίας αυτό είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 30-4-2003 και με αριθμό καταθέσεως .../2003 αγωγή του κατά του Ε.
Κ., με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί, συνεπεία της παράνομης εκ μέρους του εναγομένου μαγνητοφωνήσεως των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων, γ) Το ότι μετά την καταδίκη του, εκδόθηκε η υπ1 αριθ. 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, στο σκεπτικό της οποίας έγινε δεκτό στην 47η σελίδα, σειρά 21η και επόμενα, ότι: "εξάλλου, στις 18-3-2002 ο ήδη εγκαλών, επισκέφθηκε το γραφείο των κατηγορουμένων και εκεί κρατούσε μία συσκευή με την οποία ησχολείτο και ζήτησε να κλείσουν τα παράθυρα και στην συνέχεια εισήλθε στο γραφείο του 2ου κατηγορουμένου, όπου διεξήγαγαν έντονη συζήτηση και διαπληκτισμούς.
Τούτο το αντελήφθη η παρούσα τότε σύζυγος του 2ου κατηγορουμένου" (εννοεί την Π. Π. - Β. ) "και υπέθεσε, ενώ τούτο δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα, ότι ο εγκαλών μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες ... Επίσης, πολλές φορές ο ήδη εγκαλών όταν επισκεπτόταν κατά την άνοιξη και το θέρος του έτους 2002 το γραφείο του 2ου κατηγορουμένου, φορούσε, καίτοι επικρατούσε ζέστη, μπουφάν, θεωρώντας ότι ο Ε.
Κ.ς πράγματι μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες μαζί του, ο Μ. Π. υπέβαλε κατά του Ε. Κ. μήνυση για παραβίαση του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας ..." και στη σελίδα 57: "Αποδείχθηκε εξάλλου, όμως, σε σχέση με τα παραπάνω κατατιθέμενα από την πρώτη κατηγορουμένη" (εννοεί την Π. Π.- Β.) ..."περιστατικά περί μαγνητοφωνήσεων των συνομιλιών του με τον Μ.
Π., ότι ο εγκαλών, σε επισκέψεις στο γραφείο του 2ου κατηγορουμένου είχε βγάλει το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο η κατηγορουμένη ...όπως και ο Σ., εξέλαβε ως μαγνητόφωνο και καλοπίστως νόμισε εκ πλάνης της και όχι εκ δόλου ...ότι ο ρηθείς εγκαλών με αυτό (κινητό τηλέφωνο) μαγνητοφωνούσε τις ως άνω συνομιλίες του με τον κατηγορούμενο Μ.
Π." δυνάμει της οποίας αθωώθηκε ουσιαστικά για την ίδια πράξη, αλλ’ υπό τον νομικό χαρακτηρισμό της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως του Ε. Κ., πράξεις που φέρονταν ότι είχε τελέσει μεν σε άλλους τόπους και χρόνους, με την αναπαραγωγή όμως και διάδοση του ίδιου γεγονότος, ότι δηλαδή αυτός (Ε.
Κ. ), κατά το από μηνός Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2002, χρονικό διάστημα, κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών, δ) Το ότι με τις υπ’ αριθ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, απηλλάγη για το αυτό αδίκημα, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που φερόταν μεν ότι είχε τελεσθεί σε άλλους τόπους και χρόνους, με την αναπαραγωγή και διάδοση όμως ενώπιον των δικαστικών αρχών του Πειραιά του αυτού ως άνω δυσφημιστικού γεγονότος, ότι δηλαδή ο Ε.
Κ., κατά το από μηνός Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2002 χρονικό διάστημα, κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών και ε) Το ότι στην αίτηση που υπέβαλε ο Ε. Κ. στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας του να ασκήσει αναίρεση κατά των αθωωτικών διατάξεων της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, υπάρχει ομολογία του για την διάπραξη από αυτόν παρανόμων μαγνητοφωνήσεων".
Το δικαστήριο Σας (Α.Π.) με την 1182/2014 απόφασή του και με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση απέρριψε ώς αβάσιμη στην ουσία της την αίτηση αυτή επαναλήψεως με το ακόλουθο σκεπτικό: "Εν σχέσει προς το άνω υπό α) αποδεικτικό μέσο, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού, ότι δηλαδή στην τελευταία γραμμή της σελίδας 44 της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, υπάρχει η παραδοχή ότι ο μάρτυρας Α.
Ζ., δεν παρευρισκόταν κατά την συνάντηση του Ε. Κ. με τον αιτούντα στο γραφείο του, την 31-5-2002 και συνεπώς ο ισχυρισμός του αιτούντος περί νέου αποδεικτικού μέσου δεν επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά και την υπ’ αριθ. 684/2011 απόφαση. Εν σχέσει προς το άνω υπό ε) αποδεικτικό μέσο, από την ανάγνωση της (υπ’ αριθ.
γενικού πρωτοκόλλου .../17-4-2012 και αριθμό πρωτοκόλλου διοικητικού .../17-4-2012) αιτήσεως του Ε. Κ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία υποβλήθηκε αίτημά του για άσκηση αναιρέσεως κατά των αθωωτικών διατάξεων της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι σ’ αυτήν περιέχεται ομολογία ότι ο ίδιος προέβη σε παράνομες μαγνητοφωνήσεις, διότι τέτοια ομολογία δεν υπάρχει στην αίτηση, τουναντίον υπάρχει η σαφής αιτίαση ότι αμφότεροι οι στη δίκη εκείνη κατηγορούμενοι (Μ.
Π. και Π. Π.) εσφαλμένως κρίθηκαν αθώοι, λόγω αμφιβολιών ως προς τον δόλο τους, ως προς τους αναληθείς ισχυρισμούς των περί παρανόμων μαγνητοφωνήσεων και, συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος περί ομολογίας, ως νέου αποδεικτικού μέσου, δεν επιβεβαιώνεται. Από τα πρακτικά εξάλλου και το σκεπτικό των ετέρων υπ’ αριθ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, προκύπτει ότι οι αιτούντες αθωώθηκαν μεν από την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ’ εξακολούθηση, που φερόταν ότι είχε τελεσθεί με τον άνω ισχυρισμό, και την διάδοση, σε άλλους τόπους και χρόνους (δηλαδή στις 18-1-2012, 7-2-2012, 23-2-2012, 14-6-2011), ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε αυτή (που φερόταν ότι είχαν τελεσθεί την 4-12-2007 με τον άνω ισχυρισμό από την Π.
Π. και τον αιτούντα αντιστοίχως), ψευδούς καταμηνύσεως (που φερόταν ότι είχε τελεσθεί την 6-10-2011 με την προσβολή ως πλαστού εγγράφου του Δήμου Πειραιά εν σχέσει προς τον χρόνο λειτουργίας των ηλεκτροηχητικών εγκαταστάσεων του Δήμου αυτού κατά την 28-12-2002) και της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου (που φερόταν ότι είχε τελεσθεί μόνον από τον αιτούντα με τον άνω ισχυρισμό στις 6-10-2011) ενώπιον των δικαστικών αρχών του Πειραιά του ιδίου δυσφημιστικού γεγονότος, ότι δηλαδή ο Ε.
Κ. μαγνητοφωνούσε εν αγνοία του πρώτου αιτούντος και παρά την θέληση του τις προφορικές τους συνομιλίες και τις τηλεφωνικές τους επικοινωνίες, όχι με την αιτιολογία ότι αποδείχθηκε ότι δεν ήταν αληθές το γεγονός αυτό, (κατ’ εφαρμογή άλλωστε του, εκ του άρθρου 366 παρ. 2 του ΠΚ, τεκμηρίου εκδόθηκε και η υπ’ αριθ. 508α, 513α, β και γ και 528/2010 αμετάκλητη απόφαση, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας), αλλά για λόγους υποκειμενικούς, δηλαδή για έλλειψη δόλου.
Το ότι όμως τα άνω δικαστήρια με μεταγενέστερες αποφάσεις τους, έκριναν διαφορετικά σε σχέση με τον δόλο του αιτούντος ως προς έτερες συκοφαντικές δυσφημήσεις, δηλαδή επί άλλων υποθέσεων (έλλειψη δόλου), καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη της αθωότητα του αιτούντος και επί της ενδίκου υποθέσεως, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 508α, 513α, β και γ και 528/2010 αμετάκλητη απόφαση, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας.
Το ότι με την υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, εκρίθη ότι σε άλλους τόπους και χρόνους ο κατηγορούμενος εστερείτο δόλου ως προς την γνώση του περί το άνω γεγονός, καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη της αθωότητα του αιτούντος και επί της ενδίκου υποθέσεως. Τέλος και το ότι, με την υπ’ αριθ. 1484/2010 απόφαση του Α’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για λόγους δικονομικούς, αναιρέθηκε η άνω υπ’ αριθ. 95/2009 απόφαση του Πολιτικού Εφετείου Πειραιά, καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη την αθωότητά του.
Από τις προαναφερθείσες νέες αποδείξεις, εκτιμώμενες σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω 508α, 513α, β και γ και 528/2010 απόφαση του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Μ. Π., ως δικηγόρος Πειραιώς, συστεγάζετο σε κοινό γραφείο με την σύζυγο του συμβολαιογράφο Π.
Π. - Β.. Με τον εγκαλούντα και πολιτικώς ενάγοντα Ε. Κ., ο οποίος επέστρεψε στην Ελλάδα από το εξωτερικό, όπου ζούσε επί πολλά έτη, το 1995, συναντήθηκε το έτος 1996, όταν ο τελευταίος του ανέθεσε την διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων. Το 1999 ο Ε. Κ. τον διόρισε γενικό πληρεξούσιο και αντίκλητο με το υπ’ αριθμ. .../1999 γενικό πληρεξούσιο της συζύγου του, συμβολαιογράφου Π.
Π. - Β.. Προϊόντος του χρόνου, πέραν των επαγγελματικών, αναπτύχθηκαν μεταξύ τους φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Ο εγκαλών κατά τον Νοέμβριο του έτους 2000 χορήγησε στον ήδη αιτούντα δάνειο .20.000.000 δραχμών, για την αποπεράτωση μιας οικοδομής του στο ... Αττικής. Ο απών ισχυρίσθηκε ότι το δάνειο ήταν εικονικό και ότι το ανωτέρω ποσό το εισέπραξε ως προκαταβολή έναντι μη προσδιοριζομένων δεδουλευμένων και μελλοντικών αμοιβών για υπηρεσίες που είχε προσφέρει ή θα προσέφερε στο μέλλον στον εγκαλούντα για διάφορες υποθέσεις του.
Από την άνοιξη του 2002 οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται. Ο εγκαλών το αποδίδει αυτό στο ότι αρνήθηκε να στέρξει στο να του χορηγήσει και νέο δάνειο μεγάλου ποσού και να συναινέσει στην παράταση του χρόνου αποδόσεως του δανείου, αλλά και στην προσπάθεια του αιτούντος να το συμψηφίσει με διογκωμένες αμοιβές για δικηγορικές υπηρεσίες που δεν του προσέφερε.
Ο αιτών ισχυρίσθηκε ότι ο εγκαλών τον μαγνητοφωνούσε παράνομα στα πλαίσια μεθοδεύσεως προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής των δικηγορικών αμοιβών του. Ο αιτών, διαφοροποίησε μεταγενεστέρως τις ανωτέρω θέσεις του και ισχυρίσθηκε, κατά την απολογία του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1142/2008 απόφαση, άλλη εκδοχή, ότι ο εγκαλών "...
ήταν αυτόκλητος γαμπρός" για την κόρη του και επειδή αυτό δεν τελεσφόρησε έγιναν όλα. Την 28-12-2002, τρεις ημέρες πριν από τον συμφωνηθέντα χρόνο αποδόσεως του δανείου, πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη συνάντησή τους στο γραφείο του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθορισθεί ο χρόνος αποπληρωμής. Ο εγκαλών δεν αποδέχθηκε συμβιβαστική πρόταση του αιτούντος να του παραδώσει τέσσερες επιταγές, τις οποίες θα μπορούσε να αντικαταστήσει, αν καθίστατο ανέφικτη η αποπληρωμή τους και κατόπιν αυτού η συνάντηση απέβη άκαρπη.
Τον Ιανουάριο του έτους 2003 ο αιτών προήλθε σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις, μέσω του δικηγόρου του εγκαλούντος Δ. Κ., στον οποίο υποσχόταν τηλεφωνικώς ότι θα επιστρέψει σύντομα το δάνειο των 20.000.000 δραχμών, χωρίς οι συζητήσεις να καταλήξουν σε συμφωνία. Ο εγκαλών στις 4-2-2003 ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στον αιτούντα και τον κάλεσε να απόσχει από οποιαδήποτε πράξη αντιπροσωπεύσεως.
Ο κατηγορούμενος την 30-4-2003 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την υπ’ αριθ. εκθέσεως καταθέσεως .../2003 αγωγή του κατά του εγκαλούντος, με την οποία ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε αυτός από αδικοπραξία, συνισταμένη στην κατ’ εξακολούθηση παράνομη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών του, τηλεφωνικών και προσωπικών.
Στην αγωγή αυτή ιστορούσε ότι ο μηνυτής, κατά την από 28-12-2003 συνάντησή τους μαγνητοφώνησε, εν αγνοία του και παρά την θέληση του, την συνομιλία τους, μαγνητοφωνούσε δε παράνομα τις συνομιλίες που είχαν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο γραφείο του και τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, από τα τέλη Μαρτίου 2002, με μαγνητόφωνο που είχε κρυμμένο στο μπουφάν του.
Ισχυριζόταν περαιτέρω στην αγωγή ότι ο εγκαλών Ε. Κ. υπέβαλε στον κατηγορούμενο ερωτήσεις τέτοιας μορφής, για να υφαρπάξει απαντήσεις που θα τον διευκόλυναν στους σκοπούς του ή δίδοντας ο ίδιος απαντήσεις στα ερωτήματα του, ώστε να δίδεται η εντύπωση στον ακροατή των ηχογραφημένων συνομιλιών ότι ο αιτών συμφωνούσε με όσα έλεγε ο εγκαλών, αποσκοπώντας στον επαγγελματικό, κοινωνικό, ηθικό και οικονομικό εκβιασμό του αιτούντος.
Τα ανωτέρω περιστατικά των οποίων έλαβαν γνώση στις 30-4-2003 ο Δικαστής και οι γραμματείς του Πρωτοδικείου Πειραιώς και στις 2-5-2003 ο δικαστικός επιμελητής που θυροκόλλησε την αγωγή, καθώς και οι αστυνομικοί του ... και οι ένοικοι της πολυκατοικίας όπου κατοικούσε, επί της οδού ... στη ..., ήταν πρόσφορα να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον παρουσίαζαν ως άτομο που προβαίνει σε τέλεση αξιόποινων πράξεων, προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση ειλημμένων υποχρεώσεων του και συνιστούν την αξιόποινη πράξη της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας, κατ’ εξακολούθηση.
Για την πράξη αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος και αυτός κηρύχθηκε αθώος, λόγω αμφιβολιών, με την υπ’ αριθ. 103/2008 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Επομένως παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων, που αποτελούν το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών.
Η ως άνω .../2003 αγωγή του αιτούντος με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί, συνεπεία της παράνομης εκ μέρους του εναγομένου μαγνητοφωνήσεως των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ’ αριθ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η απόφαση δε αυτή αναιρέθηκε με την άνω υπ’ αριθ. 1484/2010 απόφαση του Α’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Ο αιτών-κατηγορούμενος επινόησε τις επίμαχες μαγνητοφωνήσεις, οι οποίες δεν έλαβαν χώραν, προκειμένου, δια της ασκήσεως πιέσεως στον εγκαλούντα, να αποφύγει την πληρωμή του άνω δανείου. Τα φερόμενα ως προκύψαντα νέα στοιχεία δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, από δε την συνεκτίμηση και των πιο πάνω νέων στοιχείων, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσε.
Άλλωστε η υποστηριζομένη με την υπό κρίση αίτηση εκδοχή ότι υπήρξε σύγχυση στην Π. Π. - Β. ως προς το εάν, αυτό που είδε, ήταν μαγνητόφωνο ή κινητό τηλέφωνο αποκρούεται από την απολογία της στην δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 684/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, διότι, κατ’ αυτήν, αυτή αντιμετωπίζοντας ευθέως το δίλημμα απήντησε ότι είδε τον εγκαλούντα να ενεργοποιεί ένα μικρό δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο, να το βάζει σε μία σακούλα και να μπαίνει στο γραφείο του συζύγου της.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στην δικαστική δαπάνη σύμφωνα με το αρθρ. 583 του ΚΠοινΔ". Ήδη ο αιτών με την από 17-3-2016 αίτηση του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του και της ίδιας αυτής αποφάσεως (508 α, 513 α,β,γ, και 528/2010) επικαλούμενος ως λόγους επανάληψης:
α) τα στοιχεία που είχε επικαλεσθεί στην από 22-1-2014 αίτησή του επαναλήψεως της διαδικασίας που απορρίφθηκε με την 1182/2014 απόφαση του δικαστηρίου Σας και β) άλλες επιπλέον επτά αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις που θα αναφερθούν αναλυτικά παρακάτω (VI). Δηλαδή ο πυρήνας γενικά της υπόθεσης αυτής είναι αν ο Ε.
Κ. κατέγραψε τις προφορικές συνομιλίες που είχε με τον κατηγορούμενο Μ. Π. νωρίς την θέληση αυτού (Π.) από 28-3-2002 μέχρι 28-12-2002 και ιδίως κατά το διάστημα Ιουνίου Νοεμβρίου 2002. V. Αίτηση επανάληψης της 508 α!, β! και γ! και 528/2010 αποφάσεως και θέσεις γι’ αυτή: α) Οι λόγοι για την επανάληψη της 508 α! , β! και γ! και 528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά που επικαλείται ήδη ο αιτών και ταυτίζονται με αυτούς που προβλήθηκαν με την από 22-1-2014 αίτησή του κατά της αποφάσεως και απορρίφθηκαν με την 1182/2014 απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι επειδή δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση νέας επανάληψης διαδικασίας β) Οι λοιποί λόγοι επαναλήψεως που στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και προβάλλονται για πρώτη φορά πρέπει να ερευνηθούν στην ουσία τους.
Ο αιτών για την στήριξη της αιτήσεως επαναλήψεως επικαλείται τους ακόλουθους για πρώτη φορά λόγους: Α)την 684/20-4-2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημμάτων Πειραιά η οποία δέχθηκε (σελ. 44) ότι ο ουσιώδης μάρτυρας Α. Ζ., που επιβεβαίωσε την μη καταγραφή των συνομιλιών, δεν ήταν παρών κατά τη συνάντηση της 31-5-2002.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή το δικαστήριο αυτό στο σκεπτικό μου: α) αναφέρει ότι ο Ε. Κ. εμφάνισε τον παραπάνω μάρτυρα Ζ. ως πρόθυμο να καταθέσει για τις διαφορές του με τον Μ. Π. (σελ. 57) και β) ενώ αναφέρεται στην απουσία του μάρτυρα αυτού στην συνάντηση της 31-5-2002 δεν λαμβάνει καμιά θέση για τις παράνομες καταγραφές των συνομιλιών της ημέρας εκείνης ότι δηλαδή αυτές δεν συνέβησαν όπως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση.
Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος. Β) την 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά (σελ. 47), όπως διορθώθηκε με την 733/3-11-2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία αυτός αθωώθηκε για όσα κατήγγειλε ότι τέλεσε (παράνομες μαγνητοφωνήσεις) ο Ε. Κ. από Μάρτιο του 2002 μέχρι 28-12-2002.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, η απαλλαγή τόσο του αιτούντα όσο και της συζύγου για συκοφαντική δυσφήμηση του Ε. Κ. για τις παράνομες καταγραφές των συνομιλιών στηρίχθηκε σε αμφιβολίες αφού δέχθηκε ότι αυτοί α) εξέλαβαν το κινητό του τηλέφωνο ως μαγνητόφωνο και β) θεώρησαν εσφαλμένα ότι αυτός κάτω από το μπουφάν που φορούσε είχε μαγνητόφωνο (σελ. 57).
Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος. Γ) την 634/2012 αμετάκλητη απόφαση του Πολιτικού Εφετείου Πειραιά που εξαφάνισε την 5189/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε υποχρεωθεί ο Ε. Κ. να καταβάλει στον Μ. Π. 20.000 ευρώ επειδή παράνομα μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες μαζί του, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την σχετική αγωγή αυτού (Π.).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή με την απόφαση αυτή επιβεβαιώνεται ότι ο Ε. Κ. δεν κατέγραψε τις παραπάνω προφορικές συνομιλίες του με τον αιτούντα Μ. Π.. Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος. Δ) την 245/2014 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά με την οποία αυτός αθωώθηκε για την πράξη της απόπειρας απάτης σε βάρος του Ε.
Κ. με βάση τις ίδιες παράνομες καταγραφές των συνομιλιών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή η κατά πλειοψηφία απαλλαγή του αιτούντα οφείλεται σε έλλειψη δόλου και όχι στο ότι έγινα πράγματι καταγραφές των συνομιλιών από τον Ε. Κ. Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος.
Ε) την 447, 603/2014 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά με την οποία αυτός και η σύζυγος του Π. Π. - Β. αθωώθηκαν για την πράξη της απόπειρας απάτης σε βάρος του Ε. Κ. επειδή ισχυρίστηκαν στα πολιτικά δικαστήρια ότι ο Ε. Κ. κατέγραψε παράνομα τις προφορικές συνομιλίες τους και ζήτησαν να απορριφθεί αγωγή αυτού εναντίον του αιτούντα (Π.).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή το δικαστήριο αυτό: α) απέκλεισε ρητά τις καταγραφές των συνομιλιών και β) έκρινε αθώους αυτούς ελλείψει δόλου (σελ. 63). Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος. ΣΤ) την 735/2014 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά με την οποία αυτός και η σύζυγος του Π.
Π. αθωώθηκαν για τις πράξεις της ψευδορκίας, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του Ε. Κ. οι οποίες είχαν σχέση και με τις καταγραφές εκ μέρους του των συνομιλιών μεταξύ τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή: α) βασικό κεφάλαιο έρευνας ήταν η υπεξαγωγή εγγράφων και όχι οι καταγραφές των συνομιλιών και β) αυτοί αθωώθηκαν ελλείψει δόλου αφού όσα κατέθεσαν ή ισχυρίστηκαν έγιναν από αυτός καλόπιστα, χωρίς δόλο και από πλάνη (σελ. 24).
Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος και Ζ) την 1301/2015 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά με την οποία αυτός αθωώθηκε για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του Ε. Κ. στον οποίο απέδιδε ότι προέβαινε σε παράνομες καταγραφές των συνομιλιών τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή το δικαστήριο αυτό τον αθώωσε ελλείψει του απαιτούμενου άμεσου δόλου και όχι για το ότι ο Ε. Κ. προέβαινε σε παράνομες καταγραφές των συνομιλιών τους . Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος. Συνοψίζοντας όσα παραπάνω εκθέτουμε οι λόγοι επαναλήψεως της διαδικασίας κατά της 508 α!, β! και γ! και 528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς πρέπει να απορριφθούν :
α) ως απαράδεκτοι αυτοί που ήδη κρίθηκαν με την 1182/2014 απόφαση του Δικαστηρίου Σας (αμέσως παραπάνω υπό στοιχείο α!) και β) ως αβάσιμοι στην ουσία τους οι λοιποί (αμέσως παραπάνω υπό στοιχείο β!) και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ , όπως αυτό αντ.
από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 , ...2006 και 123827/2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης. VI. Επίσης ο αιτών καταδικάστηκε αμετάκλητα με την 608 β! 737/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (η αναίρεση κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την 609/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου) σε φυλάκιση πέντε μηνών για απάτη στο δικαστήριο και συγκεκριμένα για το ότι (διατακτικό): "Στον Πειραιά στις 31-5-2006 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και συγκεκριμένα ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 30-4-2003 αγωγή κατά του Ε.
Κ. με αίτημα την χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης του, από αδικοπραξία (παραβίαση απορρήτου της προφορικής συνομιλίας) και κατέθεσε τις από 10-5-2006 προτάσεις, με τις οποίες (αγωγή και προτάσεις) εν γνώσει παρέστησε ψευδώς προς το Δικαστήριο, που συνεδρίασε στις 31-5-2006 ότι ο Ε. Κ. μαγνητοφωνούσε κρυφά τις συνομιλίες τους, κατά τις μεταβάσεις στο δικηγορικό του γραφείο.
Τους ισχυρισμούς του στήριξε με έγγραφο που προσήγαγε μετ’ επικλήσεως στη δίκη, ψευδές κατά το περιεχόμενο του, δηλαδή την υπ’ αριθμ .../2003 ένορκη βεβαίωση του Ν. Σ. στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς, στην οποία αναφέρεται "ξαφνικά τον είδα να κρατά στα χέρια του ένα μικρό μαγνητόφωνο, να ελέγχει μέσα σε αυτό την κασέτα εγγραφής, να θέτει σε λειτουργία...κατευθύνθηκε προς τον ιδιαίτερο χώρο του γραφείου του κ.
Π....Προτού εισέλθει σε αυτό, τον άκουσα να προφασίζεται ότι τάχα κρύωνε και ζήτησε και έκλεισε ένα παράθυρο που ήταν ανοιχτό για τον αερισμό των γραφείων, δεδομένου ότι η μέρα εκείνη ήταν πολύ αίθρια και με το ντύσιμο που είχε ο κ. Κ., σαφώς δε κρύωνε. Πλην όμως την δικαιολογία αυτή την προέβαλε, όπως κατάλαβα, με σκοπό να κλείσει το παράθυρο από το οποίο ακούγονταν κάλαντα και άλλα Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα τραγούδια, από τα μεγάφωνα του Δήμου, λόγω του κλίματος των εορταστικών εκείνων ημερών.
Σαφώς ο κ. Κ. ήθελε να εξασφαλίσει όσο το δυνατό πιο αθόρυβο περιβάλλον, προκειμένου να έχει την καλύτερη και καθαρότερη δυνατή εγγραφή στο κρυμμένο μαγνητόφωνο του". Με την ψευδή παράσταση παραπλάνησε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς να δεχθεί εν μέρει την αγωγή και με την υπ’ αριθμ 5189/2007 απόφαση ορίσθηκε η υποχρέωση του Ε.
Κ. να καταβάλει στον Μ. Π. το ποσό των 20.000 Ευρώ νομιμοτόκως, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 10.000 Ευρώ και επιβλήθηκαν σε βάρος του Ε. Κ. τα δικαστικά έξοδα του Μ. Π., ύψους τριών χιλιάδων Ευρώ.Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία του Ε. Κ., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο Ε.
Κ. δεν μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του με τον Μ. Π., στην διάρκεια των μεταβάσεων του στο γραφείο του". Το δικαστήριο αυτό (Πενταμελές Εφετείο ) στο σκεπτικό του δέχθηκε ότι: "Στον Πειραιά στις 31.5.2006, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έχοντας ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς τη με αριθμ.
εκθ.καταθ. .../30.4.2003 αγωγή του κατά του ήδη πολιτικώς ενάγοντος Ε. Κ., με αίτημα τη χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης από αδικοπραξία (παραβίαση απορρήτου της προφορικής συνομιλίας) και καταθέσεις για τη συζήτηση αυτής στις 31.5.2006, τις από 10.5.2006 έγγραφες προτάσεις του, με τις οποίες (αγωγή και προτάσεις) εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς προς το Δικαστήριο, που συνεδρίασε στις 31.5.2006 ότι ο Ε.
Κ. μαγνητοφωνούσε κρυφά τις συνομιλίες τους, κατά τις μεταβάσεις στο δικηγορικό του γραφείο. Προς υποστήριξη δε και απόδειξη των ψευδών αυτών ισχυρισμών του προσήγαγε με επίκληση στη δίκη, μεταξύ άλλων, έγγραφο ψευδές κατά το περιεχόμενο του και συγκεκριμένα την υπ’ αριθμ. .../2003 ένορκη βεβαίωση του Ν.
Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, που είχε ληφθεί μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του Ε. Κ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην ως άνω δίκη και ανέφερε ότι: "Ξαφνικά τον είδα να κρατά στα χέρια του ένα μικρό μαγνητόφωνο, να ελέγχει σε αυτό την κασέτα εγγραφής, να θέτει σε λειτουργία....
κατευθύνθηκε προς τον ιδιαίτερο χώρο του Κ.Π. προτού εισέλθει σε αυτό, τον άκουσα να προφασίζεται ότι τάχα κρύωνε και ζήτησε και έκλεισε ένα παράθυρο που ήταν ανοιχτό για τον αερισμό των γραφείων, δεδομένου ότι η μέρα εκείνη ήταν πολύ αίθρια και με το ντύσιμο, που είχε ο κ. Κ., σαφώς δεν κρύωνε, πλην όμως την δικαιολογία αυτή την προέβαλε, όπως κατάλαβα, με σκοπό να κλείσει το παράθυρο από το οποίο ακούγονταν κάλαντα και άλλα Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα τραγούδια, από τα μεγάφωνα του Δήμου, λόγω του κλίματος των εορταστικών εκείνων ημερών.
Σαφώς ο κ. Κ. ήθελε να εξασφαλίσει όσο το δυνατό πιο αθόρυβο περιβάλλον, προκειμένου να έχει την καλύτερη και καθαρότερη δυνατή εγγραφή στο κρυμμένο μαγνητόφωνο του". Η ως άνω αγωγή έγινε μερικώς δεκτή με την υπ’ αριθ. 5189/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη πολιτικώς ενάγων να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη κατηγορούμενο το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Στη συνέχεια, ο Ε. Κ. άσκησε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης την από 16.1.2008 και με αριθ. εκθ. Καταθ. ...2008 έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 95/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή κατ ουσίαν η έφεση και απορρίφθηκε η αγωγή αυτή ως αβάσιμη. Κατόπιν ο ενάγων και ήδη κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου , κατά της ως άνω (95/2009) αποφάσεως, την από 18.3.2009 αίτηση αναιρέσεως.
Επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1484/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας αναιρέθηκε στο σύνολο της η ως άνω εφετειακή απόφαση. Ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 634/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η ως άνω έφεση του Ε. Κ., εξαφανίστηκε η εκκληθείσα υπ’ αριθ. 5189/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατ’ αυτής της απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε αίτηση αναιρέσεως, η οποία προσδιορίστηκε για συζήτηση στις 25.11.2013. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ήδη κατηγορούμενος υπέβαλε κατά του ήδη πολιτικώς ενάγοντος Ε. Κ. μήνυση για παραβίαση απορρήτου της προφορικής συνομιλίας κατ’ εξακολούθηση. Συνεπεία της μηνύσεως αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη και ο Ε.
Κ. αθωώθηκε με την υπ’ αριθ. 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο Ν. Κ. Σ., δικηγόρος Αθηνών, στις 17.9.2003 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα προαναφερόμενα, τα οποία είναι ψευδή και το γνώριζε τόσο αυτός (Ν.Σ.) όσο και ο κατηγορούμενος, ο οποίος από πρόθεση προκάλεσε σ’ αυτόν (Ν.Σ.) την απόφαση να τελέσει την ως άνω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα με προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, πείθοντας τον να καταθέσει αυτά τα ψευδή περιστατικά.
Γι’ αυτό κηρύχθηκαν με την υπ’ αριθ. 579 και 579α/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς ένοχοι ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σ’ αυτήν, αντίστοιχα και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 5 και 7 μηνών αντίστοιχα. Τέλος, αποδείχθηκε ότι με την υπ’ αριθ. 334/2013 απόφαση του το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, έχοντας αμφιβολίες ως προς το δόλο του ήδη κατηγορουμένου, κήρυξε αυτόν αθώο, μεταξύ άλλων, για απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο, δηλαδή για πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στις 6.10.2011, στον Πειραιά και ειδικότερα γιατί προσκόμισε και επικαλέστηκε ψευδούς ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσει τους Δικαστές του Εφετείου Πειραιά που δίκασαν την υπ’ αριθ.
εκθ.καταθ. ...2008 έφεση του Ε. Κ. σε βάρος του Μ. Π. (κατηγορουμένου) και της υπ’ αριθμ. 5189/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και συγκεκριμένα κατέθεσε τις από 6.10.2011 προτάσεις τους, με τις οποίες προσκόμισε, μεταξύ άλλων, τα πρακτικά της υπ’ αριθμ. 2887/2005 απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς όπου αυτός (κατ/νος) εξεταζόμενος ανωμοτί, ως πολιτικώς ενάγων, κατέθεσε σχετικά με την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της παραβίασης απορρήτου της προφορικής συνομιλίας κατ ‘ εξακολούθηση.
Έτσι, με την προσαγωγή της υπ’ αριθμ. .../2003 ένορκης βεβαίωσης του Ν. Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, στην οποία διαλαμβάνονται ψευδή πραγματικά περιστατικά και την καθιστούν ψευδές αποδεικτικό στοιχείο παραπλανήθηκαν οι δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και εξέδωσαν την υπ’ αριθμ. 5189/2007 οριστική απόφαση, υπέρ των απόψεων του κατηγορουμένου και σε βάρος του αντιδίκου του, με την οποία δέχθηκαν εν μέρει δεκτή την άνω αγωγή του ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσαν τον εναγόμενο και ήδη πολιτικώς ενάγοντα Ε.
Κ. να καταβάλει σ’ αυτόν 20.000 ευρώ, που κήρυξε προσωρινά εκτελεστό για το ποσό των 10.000 ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα ύψους 3.000 ευρώ. Με την ενέργειά του αυτή ο κατ/νος έβλαψε την περιουσία του πολιτικώς ενάγοντος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε ήταν ότι ο τελευταίος (Ε.Κ.) δεν μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες τους στη διάρκεια των μεταβάσεών του στο δικηγορικό γραφείο του.
Με τα δεδομένα αυτά, πληρούνται όλοι οι όροι της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της ως άνω αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξεως της (απλής) απάτης στο δικαστήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης". Δηλαδή ο πυρήνας γενικά και της υπόθεσης αυτής είναι αν ο Ε.
Κ. κατέγραφε τις προφορικές συνομιλίες που είχε με τον κατηγορούμενο Μ. Π. χωρίς την θέληση αυτού (Π.) από 28-3-2002 μέχρι 28-12-2002 και ιδίως κατά το διάστημα Ιουνίου Νοεμβρίου 2002. VII. Αίτηση επανάληψης της 606 β, 737/2013 αποφάσεως και θέσεις γι’ αυτή. Ήδη ο αιτών με την από 17-3-2016 αίτηση του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του και της αποφάσεως αυτής ίδιας αυτής αποφάσεως (606 β και 737/2013) επικαλούμενος ως λόγους επανάληψης:
α) τα στοιχεία που είχε επικαλεσθεί στην από 22-1-2014 αίτησή του επαναλήψεως της διαδικασίας που απορρίφθηκε με την 1182/2014 απόφαση του δικαστηρίου Σας και άλλες επιπλέον επτά αποφάσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω (VI) για την επανάληψη της διαδικασίας της πρώτης αποφάσεως (508 α!, β! και γ! και 528/2010). Οι πρώτοι λόγοι επανάληψης, δηλαδή αυτοί που αυτός είχε επικαλεσθεί στην από 22-1-2014 αίτησή του επαναλήψεως της διαδικασίας που απορρίφθηκε με την 1182/2014 απόφαση του δικαστηρίου Σας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν με βάση το σκεπτικό της απόφασής Σας (IV) στο οποίο και καθ’ ολοκληρία αναφέρομαι.
Οι λοιποί λόγοι επαναλήψεως που αναφέρονται στην από 17-3-2016 αίτηση είναι αβάσιμοι στην ουσία τους και πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα με όσα παραπάνω (VI) εκθέτουμε για την επανάληψη διαδικασίας της πρώτης αποφάσεως (508 α!, β! και γ! και 528/2010) αφού με βάση αυτούς δεν είναι φανερό ότι αυτός δεν τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε.
Συνοψίζοντας όσα παραπάνω εκθέτουμε επειδή όλοι οι λόγοι επαναλήψεως της διαδικασίας και κατά της 608 β, 737/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς είναι αβάσιμοι πρέπει αυτοί να απορριφθούν και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ , όπως αυτό αντ.
από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992,53/2006 και 123827/2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 17-3-2016 αίτηση του Μ. Κ. Π. κατοίκου ... (... ) με την οποία ζητάει προς το συμφέρον του την επανάληψη της διαδικασίας:
α) της 508 α!, β! και γ! και 528/2010 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση και β) της 608 β!, 737/2013 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών για απάτη στο δικαστήριο και Β) Να επιβληθούν σ’ αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα ύψους 250 Ευρώ.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις, οι οποίες αναφέρονται περιοριστικά στο ίδιο άρθρο, και όταν, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν πρόδηλο ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, υπό την προϋπόθεση ότι, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.
Ως γεγονότα εκλαμβάνονται, κατά την ιδία διάταξη, περιστατικά, σχέσεις, ιδιότητες, τα οποία είναι δυνατόν να ασκήσουν, αμέσως ή εμμέσως, επιρροή στην ελάσσονα πρόταση της αποφάσεως, η οποία πλήττεται με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Στα νέα ως άνω γεγονότα περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου.
Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που αγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ’ αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Την σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία.
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο η Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Επομένως, η υπό κρίση από 17-3-2016 κοινή αίτηση, με την οποία ο αιτών Μ. Π. κάτοικος Πειραιώς (...) επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με τις υπ’ αριθ. 508α, 513 α, β, γ και 528/2010 καθώς και 708β, 737/2013 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, δυνάμει των οποίων κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ εξακολούθηση (αρ. 98, 363, 362 ΠΚ) και για απάτη στο Δικαστήριο δια των δύο τελευταίων αποφάσεων, αμετακλήτως κατόπιν απορρίψεως αιτήσεων αναιρέσεως με τις 1619/2011 και 609/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, γιατί μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέες αποδείξεις που καθιστούν φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος των πράξεων αυτών, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.
III. Με την παραπάνω 508 α! 513α, β! και γ! και 528/2010 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά (η αναίρεση κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την 486/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου) ο αιτών καταδικάστηκε για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και συγκεκριμένα για το ότι όπως κατά λέξη αναγράφεται στο σκεπτικό: "Στον Πειραιά και στη ...
την 30-4-2003 και 2-5-2003, με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για άλλον εν γνώσει του ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του. Συγκεκριμένα την 30-4-2003 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την με αριθμό κατάθεσης .../2003 αγωγή του κατά του εγκαλούντα Ε.
Κ. του Κ., κατοίκου ..., με την οποία ζητούσε να καταδικασθεί ο εγκαλών στην καταβολή αποζημίωσης για ηθική βλάβη που του προκάλεσε λόγω αδικοπραξίας, προσδιορίζοντάς την στην κατ’ εξακολούθηση παράνομη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών τους, προφορικών και τηλεφωνικών. Προκειμένου δε να θεμελιώσει την αγωγή του ανέφερε ειδικότερα ότι, ενώ είχε αναλάβει ως δικηγόρος, τη εκπροσώπηση του εγκαλούντα σε περισσότερες υποθέσεις από το 1996 και η μεταξύ τους συνεργασία εξελισσόταν ομαλά περί τα τέλη Μαρτίου 2002 έγινε αντιληπτή για πρώτη φορά, μια εντελώς ύποπτη και ανεξήγητη συμπεριφορά του, καθώς διαπιστώθηκε ότι όταν μετέβαινε στο δικηγορικό του γραφείο, για να πραγματοποιηθεί προγραμματισμένη συνάντηση τους, ο εγκαλών έβγαινε για λίγο στον βοηθητικό χώρο που βρισκόταν πριν από το γραφείο του ιδίου και το γραφείο της συμβολαιογράφου συζύγου του και τακτοποιούσε κάτι στο συνήθως δερμάτινο μπουφάν που φορούσε, ακόμη και το καλοκαίρι του 2002, και στη συνέχεια εισερχόταν στο γραφείο του κατηγορούμενου.
Ακόμη ισχυρίστηκε ότι την 28-12-2002 αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών στις συναντήσεις που είχαν κατά το προηγούμενο εννεάμηνο και ιδίως κατά το διάστημα Ιουνίου Νοεμβρίου 2002, ενεργοποιούσε και χρησιμοποιούσε κρυφά και χωρίς τη θέληση ή την συναίνεση του (κατηγορουμένου) μαγνητόφωνο, στο οποίο κατέγραψε παράνομα, κάθε ιδιαίτερη συνομιλία τους.
Αναφερόταν ακόμη στην αγωγή ότι ο εγκαλών, σκόπιμα, παράνομα και κακόβουλα, υπέβαλε στον κατηγορούμενο ερωτήσεις τέτοιας μορφής, για να υφαρπάξει απαντήσεις που θα τον διευκόλυναν, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, στην πραγμάτωση των κακοπροαίρετων και άνομων σχεδίων του ή δίδοντας ο ίδιος απαντήσεις στα ερωτήματα του, ώστε να δίδεται η εντύπωση στον ακροατή των ηχογραφημένων αυτών συνομιλιών ότι ο κατηγορούμενος συμφωνούσε με όσα ο εγκαλών έλεγε ή υπονοούσε, αποσκοπώντας στον επαγγελματικό, οικονομικό και ηθικοκοινωνικό εκβιασμό του κατηγορουμένου, για να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του παραδώσει όσα έγγραφα κατείχε ακόμη, δεδομένου ότι τον Μάρτιο του 2002 είχε προηγηθεί υφαρπαγή των περισσότερων από αυτά και αποδείκνυαν την ενεργή επαγγελματική του ανάμειξη στις υποθέσεις που ο εγκαλών του είχε αναθέσει, χωρίς να αναζητήσει αμοιβή.
Εξιστορείτο δε στην με αριθμό κατάθεσης .../2003 αγωγή ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο εγκαλών μαγνητοφωνεί τις τηλεφωνικές συνομιλίες τους που πραγματοποιούσε από την κατοικία του στη ... κατά τα μέσα και τέλη του Νοεμβρίου 2002 και στο πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 2002, ενώ την 28 Δεκεμβρίου 2002 και περί ώρα 12.15, στην τελευταία προκαθορισμένη συνάντηση που είχαν, στο δικηγορικό του γραφείο, έγινε αντιληπτό ότι καταγράφηκε με μαγνητόφωνο, κρυφά, χωρίς την θέληση και την συναίνεση του, η επαγγελματική και ιδιωτική συνομιλία τους.
Τα ανωτέρω όμως αναφερόμενα ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους, καθώς γνώριζε ότι ο εγκαλών δεν είχε επιδείξει την περιγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά, προβαίνοντας σε καταγραφή προφορικών συζητήσεων τους στο δικηγορικό του γραφείο η τηλεφωνικών συνομιλιών τους, αλλά προέβη στις ανωτέρω ψευδείς αναφορές προκειμένου να αποφύγει την εξόφληση σημαντικών οφειλών του προς τον εγκαλούντα ‘ λλωστε, η με αριθμό κατάθεσης .../2003 αγωγή του κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την με αριθμό 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, ο δε εγκαλών αθωώθηκε της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης της παραβίασης του απορρήτου της τηλεφωνικής συνομιλίας με την με αριθμό 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά.
Των προαναφερομένων δε ψευδών γεγονότων έλαβαν γνώση τη μεν 30-4-2003 ο Δικαστής και οι γραμματείς, του Πρωτοδικείου Πειραιά και την 2-5-2003 ο δικαστικός επιμελητής που έλαβε την εντολή για να επιδώσει την αγωγή, ο οποίος την θυροκόλλησε, καθώς και οι αστυνομικοί του ... και οι ένοικοι της πολυκατοικίας όπου κατοικούσε επί της οδού ...
στην ..., μεταξύ των οποίων και ο Α. Ζ. του Α., καθώς η αγωγή αφέθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Περαιτέρω όσα αναφέρθηκαν στην αγωγή ήταν πρόσφορα να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα, αφού τον παρουσίαζαν ως άτομο που προβαίνει στην τέλεση αξιόποινων πράξεων, για να αποφύγει την εκπλήρωση ειλημμένων υποχρεώσεων του".
Το Πενταμελές Εφετείο στο σκεπτικό του δέχθηκε κατά πιστή αντιγραφή τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος Μ. Π. είναι δικηγόρος Πειραιώς και συστεγάζεται σε κοινό γραφείο με την σύζυγο του Π. Π. - Β.. Με τον πολιτικώς ενάγοντα Ε. Κ., ο οποίος επέστρεψε στην Ελλάδα από το εξωτερικό, όπου ζούσε επί πολλά έτη, το 1995, συναντήθηκε το έτος 1996, όταν, μετά από σύσταση του κοινού τους πνευματικού -εξομολόγου Β.
Α., ο τελευταίος του ανέθεσε την διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων προς ικανοποίηση ή εξασφάλιση οικονομικών αξιώσεων του (εγκαλούντος) έναντι τρίτων, είτε δια της δικαστικής οδού, είτε με επίτευξη συμβιβασμού. Αργότερα (το 1999) τον διόρισε γενικό πληρεξούσιο και αντίκλητο με το υπ’ αριθμ. .../1999 γενικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Π.
Π. - Β. (συζύγου του κατηγορουμένου). Με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκαν μεταξύ τους φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, πέραν των επαγγελματικών, δεδομένου ότι είχαν και ορισμένα κοινά ενδιαφέροντα (στενή σχέση με την εκκλησία και το Άγιο Όρος). Στα πλαίσια αυτών των σχέσεων ο εγκαλών κατά τον Νοέμβριο του 2000 χορήγησε στον κατηγορούμενο δάνειο 20.000.000 δραχμών, προκειμένου να καλύψει δαπάνες αποπεράτωσης μιας οικοδομής του στο ...
Αττικής. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί την λήψη του ως άνω ποσού, υποστηρίζει όμως (όχι πειστικά) ότι το ανωτέρω ποσό το εισέπραξε ως προκαταβολή έναντι μη προσδιοριζόμενων δεδουλευμένων και μελλοντικών αμοιβών για υπηρεσίες που είχε προσφέρει ή θα προσέφερε στο μέλλον στον εναγόμενο (εννοεί εγκαλούντα) για διάφορες υποθέσεις του.
Από την άνοιξη του 2002 οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται. Ο μηνυτής αποδίδει την διατάραξη στο γεγονός ότι αυτός αρνήθηκε αφενός να χορηγήσει στον κατηγορούμενο νέο δάνειο μεγάλου ποσού, το οποίο ζητήθηκε, και αφετέρου να συναινέσει στην παράταση του χρόνου απόδοσης του δανείου, καθώς και στην προσπάθεια του κατηγορουμένου να το συμψηφίσει με διογκωμένες αμοιβές για υπηρεσίες που δεν προσέφερε, ενώ ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ο εγκαλών άρχισε να προετοιμάζει το έδαφος προκειμένου να απαλλαγεί, από την υποχρέωση καταβολής των δικηγορικών αμοιβών του, και για τον σκοπό αυτό τον μαγνητοφωνούσε παράνομα.
Αργότερα ο κατηγορούμενος προέβαλε και άλλη εκδοχή, ισχυριζόμενος κατά την απολογία του σε άλλη δίκη, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1142/2008 απόφαση αυτού, ότι ο εγκαλών "ήταν αυτόκλητος γαμπρός για τη κόρη του και επειδή αυτό δεν τελεσφόρησε έγιναν όλα (βλ.
αναγνωσθείσα υπ’ αριθμ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, όπου μνημονεύεται η ως άνω περικοπή). Η οριστική ρήξη στις σχέσεις τους επήλθε την 28-12-2002, τρείς ημέρες πριν από τον χρόνο που είχε συμφωνηθεί η απόδοση του δανείου, όταν πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη συνάντησή τους στο γραφείο του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί ο χρόνος αποπληρωμής του.
Η συνάντηση απέβη άκαρπη διότι ο μηνυτής δεν αποδέχθηκε συμβιβαστική πρόταση του κατηγορουμένου να του παραδώσει τέσσερις επιταγές, τις οποίες θα μπορούσε να αντικαταστήσει, αν καθίστατο ανέφικτη η αποπληρωμή τους. Το αμέσως επόμενο διάστημα (Ιανουάριο 2003) ο κατηγορούμενος διαπραγματευόταν τηλεφωνικά με τον δικηγόρο και παιδικό φίλο του πολιτικώς ενάγοντος Δ.
Κ., στον οποίο υποσχόταν ότι θα επιστρέψει σύντομα το δάνειο των 20.000.000 δραχμών, χωρίς οι συζητήσεις να καταλήξουν σε συμφωνία. Ο μηνυτής στις 4-2-2003 ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στον κατηγορούμενο και τον κάλεσε να απέχει από οποιαδήποτε πράξη αντιπροσωπεύσεως και να του αποδώσει διάφορα έγγραφα (μετοχικούς τίτλους δύο εταιρειών, την Ιδιόγραφη διαθήκη του κ.λ.π).
Ακολούθως ο κατηγορούμενος την 30-4-2003 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως .../2003 αγωγή του κατά του εγκαλούντος, με την οποία ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε αυτός από αδικοπραξία, συνισταμένη στην κατ’ εξακολούθηση παράνομη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών του, τηλεφωνικών και προσωπικών.
Ειδικότερα στην αγωγή αυτή ιστορούσε ότι ο μηνυτής, κατά την από 28-12-2003 συνάντησή τους μαγνητοφώνησε εν αγνοία του και παρά την θέλησή του την συνομιλία τους, το ίδιο δε έπραττε, μαγνητοφωνούσε δηλαδή παράνομα τις συνομιλίες που είχαν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο γραφείο του και τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, από τα τέλη Μαρτίου 2002, με μαγνητόφωνο που είχε κρυμμένο στο μπουφάν του.
Στη συνέχεια ισχυριζόταν στην αγωγή ότι ο Ε. Κ. υπέβαλε στον κατηγορούμενο ερωτήσεις τέτοιας μορφής, για να υφαρπάξει απαντήσεις που θα τον διευκόλυναν στους σκοπούς του ή δίδοντας ο ίδιος απαντήσεις στα ερωτήματά του, ώστε να δίδεται η εντύπωση στον ακροατή των ηχογραφημένων συνομιλιών ότι ο κατηγορούμενος συμφωνούσε με όσα ο εγκαλών έλεγε, αποσκοπώντας στον επαγγελματικό, κοινωνικό, ηθικό και οικονομικό εκβιασμό του κατηγορουμένου.
Τα ανωτέρω περιστατικά των οποίων έλαβαν γνώση τις 30-4-2003 ο Δικαστής και οι γραμματείς του Πρωτοδικείου Πειραιώς και στις 2-5-2003 ο δικαστικός επιμελητής που θυροκόλλησε την αγωγή, καθώς και οι αστυνομικοί του ... και οι ένοικοι της πολυκατοικίας όπου κατοικούσε, επί της οδού ... στη ..., και τα οποία ήταν πρόσφορα να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον παρουσίαζαν ως άτομο που προβαίνει σε τέλεση αξιόποινων πράξεων, προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση ειλημμένων υποχρεώσεών του, συνιστούν την αξιόποινη πράξη της παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ’ εξακολούθηση, για την οποία ο μηνυτής έχει κηρυχθεί αμετάκλητα αθώος με την υπ’ αριθμ. 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, λόγω αμφιβολιών.
Επομένως παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων, που αποτελούν το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφήμησης και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω .../2003 αγωγή του κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως από τον τελευταίο.
Επίσης ο κατηγορούμενος, η σύζυγος του και ο δικηγόρος και συνεργάτης τους Ν. Σ. παραπέμφθηκαν ύστερα από μήνυση του εναγομένου και καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και οι άλλοι δύο για ψευδορκία κατ’ εξακολούθηση, πράξεις που τέλεσαν στα πλαίσια της προκειμένης δίκης και της συναφούς ποινικής δίκης, με την υπ’ αριθμ. 1142/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (κατά της οποίας πάντως οι καταδικασθέντες έχουν ασκήσει έφεση).
Ο κατηγορούμενος ο οποίος προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι είχε και έχει την πεποίθηση ότι τα γεγονότα που διέλαβε στην αγωγή του ήταν αληθή και όχι ψευδή, αφού του τα μετέφεραν ως αληθή η σύζυγος του, ο συνάδελφος του Ν. Σ. και η γραμματέας του, και συνεπώς πρέπει να γίνει μεταβολή της κατηγορίας σε απλή δυσφήμηση η οποία έγινε για την προστασία δικαιώματος του, δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις σε μια σειρά από ζητήματα.
Ειδικότερα: 1) Για ποιο λόγο η σύζυγος του κατηγορουμένου και ο Ν. Σ., οι οποίοι, υποτίθεται, ότι στις 28-12-2002 ευρισκόμενοι στον χώρο των κοινών γραφείων του κατηγορουμένου και της συζύγου του που χρησιμοποιείται ως αποθήκη (αν και ο μηνυτής αμφισβητεί την παρουσία τους εκεί), αντιλήφθηκαν τον εγκαλούντα να θέτει σε λειτουργία το μαγνητόφωνο στο χώρο (γραφείο) της Συμβολαιογράφου Π.
Π. , πριν εισέλθει στο γραφείο του Μ. Π., δεν ειδοποίησαν το οικείο Αστυνομικό Τμήμα που βρίσκεται πλησίον των ως άνω γραφείων, έτσι ώστε να συλληφθεί "επ’ αυτοφώρω" ο εγκαλών και να κατασχεθεί το επίμαχο μαγνητόφωνο και η τυχόν υπάρχουσα κασέτα, όταν, κατά τους ισχυρισμούς του, μαγνητοφωνούσε την συνομιλία τους, δεδομένου μάλιστα ότι από το καλοκαίρι του ίδιου έτους ο κατηγορούμενος εξέφραζε στο περιβάλλον των συνεργατών του "υπόνοιες", ότι μπορεί ο Κ.
να τον μαγνητοφωνεί και ενόψει του ότι, όπως είχε καταθέσει η σύζυγος του (κατηγορουμένου) σε προανακριτική κατάθεση της, στις 15-5-2003 ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιώς, η οποία δόθηκε στα πλαίσια της συναφούς ποινικής υπόθεσης με κατηγορούμενο τον μηνυτή για παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων κ.λ.π.
η συνάντησή τους της 28-12-2002 έγινε με πρόφαση την υπογραφή συμφωνητικού παράτασης του χρόνου απόδοσης του δανείου των 20.000.000 δραχμών, ενώ πραγματικός σκοπός του συζύγου της ήταν να αποδειχθεί το γεγονός της παράνομης χρήσης μαγνητοφώνου από τον εγκαλούντα (βλ σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 95/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς). 2) Τι όφελος θα αποκόμιζε ο μηνυτής από τυχόν μαγνητοφώνηση των συνομιλιών τους, ώστε να αποκρούσει απαιτήσεις του κατηγορούμενου για καταβολή αμοιβών, πως θα μπορούσε αυτός να οδηγήσει τον κατηγορούμενο (έμπειρο δικηγόρο) να δώσει απαντήσεις που, αν οι κασέτες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, θα ήταν επιβαρυντικές για τον ίδιο και θα ενίσχυαν τους όποιους ισχυρισμούς του μηνυτή και ποια ανάγκη είχε για πρόσθετα (μη νόμιμα) αποδεικτικά μέσα αυτός (μηνυτής), για την απόδειξη του δανείου, αφού υπήρχε έγγραφο συμφωνητικό γι’ αυτό. 3) Γιατί ο ίδιος (κατηγορούμενος) δεν υπέβαλε αμέσως τις αμέσως επόμενες ημέρες, μετά την 28-12-2002 έγκληση κατά του μηνυτή για την μαγνητοφώνηση των συνομιλιών και τηλεφωνικών συνδιαλέξεών του, αλλά ανέμενε να παρέλθει χρονικό διάστημα δύο μηνών και 28 ημερών, προκειμένου να καταγγείλει αρμοδίως την ως άνω πράξη με τη από 26-3-2003 έγκλησή του και αφού στο μεταξύ α) είχαν αποβεί άκαρπες οι διαπραγματεύσεις του με τον δικηγόρο και φίλο του μηνυτή Δ.
Κ. για απόδοση του δανείου και συμψηφισμό των τυχόν εκκαθαρισμένων ανταπαιτήσεών του και β) είχε προηγηθεί, όπως προαναφέρθηκε, η από 4-2-2003 ανάκληση της εντολής και πληρεξουσιότητας προς αυτόν από τον εγκαλούντα; Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι σε διάφορες καταθέσεις σε συναφείς δίκες του κατηγορουμένου, της συζύγου του και του Ν.
Σ., υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις, ειδικά ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο φέρεται η Π. Π. αποκάλυψε στον σύζυγο της το περιστατικό της υποτιθέμενης μαγνητοφώνησης. Ήτοι, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έλλειψη οποιασδήποτε αντίδρασης από την πλευρά τους, έχουν καταθέσει: Ο Ν. Σ. στην υπ’ αριθμ. .../2003 ένορκη βεβαίωση ότι κατά την συνάντηση της 28-12-2002 ο ενάγων (κατηγορούμενος), αγνοούσε την παράνομη από τον εναγόμενο (μηνυτή) μαγνητοφώνηση και ότι για το γεγονός αυτό βεβαιώθηκε αυτός (κατηγορούμενος) από τον ίδιο και την σύζυγο του μετά την αποχώρηση του εναγόμενου.
Η Π. Π. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς σε άλλη συναφή δίκη, επίσης οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 103/2008 απόφαση, ότι "την ημέρα εκείνη ήμουν πολύ ταραγμένη και δεν είπα τίποτε στον σύζυγο μου για το μαγνητόφωνο". Ο κατηγορούμενος στην ίδια δίκη ότι "όταν αντιλήφθηκα το μαγνητόφωνο, με συγκράτησε η σύζυγος μου για να μη σκοτωθούμε (βλ.
σχετικό απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 95/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς). Περαιτέρω, ας σημειωθεί ότι το τρίτο των προσώπων, που υποτίθεται ότι μετέφερε ως αληθές το περιστατικό της μαγνητοφώνησης, η υπάλληλος του γραφείου Γ. Γ. στην υπ’ αριθμ. ...2003 ένορκη βεβαίωση, δεν κάνει λόγο για την κρίσιμη συνάντηση της 28-12-2002, αλλά για υπόνοιες που υπήρχαν σε βάρος του εναγόμενου (μηνυτή) για μαγνητοφώνηση από αυτόν των συνομιλιών του με τον ενάγοντα (κατηγορούμενο), επειδή ο εναγόμενος από το τέλος Μαρτίου και εφεξής, πριν εισέλθει στο γραφείο του ενάγοντος " ...κάτι έφτιαχνε βάζοντας το χέρι στην τσέπη του δερμάτινου μπουφάν του ...", και διότι αυτός το καλοκαίρι του 2002 φορούσε δερμάτινο μπουφάν.
Αλλά και ο κατηγορούμενος απολογούμενος σε άλλη συναφή ποινική δίκη, αναφέρει ως πιθανές τις μαγνητοφωνήσεις, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι σε άλλες περιπτώσεις (και στην παρούσα δίκη) καταθέτουν με βεβαιότητα (βλ. και περί των ανωτέρω την 95/2009 απόφαση). Ο μηνυτής εξάλλου υποστηρίζει ότι τα περί μαγνητοφώνησης γεγονότα της αγωγής τα κατασκεύασε ο κατηγορούμενος, αρχικά για να παρατείνει επ’ αόριστον τον χρόνο αποπληρωμής του δανείου και να ματαιώσει αυτήν, στη συνέχεια δε, όταν αυτός "(μηνυτής) ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα, ο κατηγορούμενος άσκησε την αγωγή προκειμένου να κριθεί αδικαιολόγητη η ανάκληση και αυτός, επικαλούμενος συμφωνία εργολαβικής αμοιβής να μπορεί να διεκδικήσει πλήρη την συμφωνημένη αμοιβή κατά το άρθρο 170 του Κώδικα περί δικηγόρων, όπως και έπραξε.
Την άποψη ότι ο κατηγορούμενος επινόησε τις μαγνητοφωνήσεις υιοθετεί και ο μάρτυς Δ. Κ. , δικηγόρος, ο οποίος προσπάθησε να εξυπηρετήσει φιλικά τον Κ. και επικοινώνησε κατ’ επανάληψη τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο τον Ιανουάριο του 2003 προκειμένου να διαπραγματευθεί τον τρόπο εξόφλησης του δανείου. Αυτός έλαβε αρχικά την διαβεβαίωση ότι θα εξοφληθεί σε δέκα ημέρες, μετέπειτα όμως διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος άλλαξε στάση και έτσι συμβούλεψε τον μηνυτή να κάνει αγωγή, διότι δεν πρόκειται να εισπράξει τα χρήματα.
Ο ίδιος μάρτυς επιβεβαιώνει ότι κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, σε κάποιες τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, ο κατηγορούμενος τον ρωτούσε αν είναι δίπλα ο Κ. και μαγνητοφωνεί, χωρίς να υπάρχει λόγος, αφού κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη. Με την ίδια βεβαιότητα κατέθεσε ότι αποκλείεται ο μηνυτής να έκανε παράνομες μαγνητοφωνήσεις και ο μάρτυρας Α.
Ζ., ο οποίος είχε μεταβεί μαζί του μια φορά στο γραφείο του κατηγορουμένου στις 31-5-2002 (μέσα στο επίδικο διάστημα), ενώ η μάρτυς υπερασπίσεως Γ. Κ. ουδέν γνωρίζει για την υπόθεση".
Με την από 22-1-2014 αίτησή του ο κατηγορούμενος Μ. Π. ζήτησε από τον Άρειο Πάγο την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του και την εξαφάνιση της αμετάκλητης αυτής καταδικαστικής απόφασης (508 α! ,513α, β! και γ! και 528/2010) του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά επικαλούμενος νέα γεγονότα που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε τα οποία οδηγούν στην αθώωσή του.
Συγκεκριμένα αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε ως νέα στοιχεία:
α) Το ότι η καταδίκη του, στηρίχθηκε από το Δικαστήριο μεταξύ των άλλων και στην ενώπιον του κατάθεση του μάρτυρα Α. Ζ., καταθέσαντος ότι "στις 31-5-2002 στο γραφείο του Π. πήγα μαζί με τον Μ. (εννοεί τον Ε. Κ.). Δεν κρατούσε μαγνητόφωνο, ούτε μου είπε ότι θα μαγνητοφωνούσε την συνομιλία. ... Εγώ γνωρίζω για την συνάντηση στις 31-5-2002", ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της νεότερης υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, ο ως άνω μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την συνάντηση του αιτούντος με τον μηνυτή Ε.
Κ. στο γραφείο του, την 31-5-2002, β) Το ότι μετά την καταδίκη του, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1484/2010 απόφαση του Α’ πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ’ αριθ. 95/2009 απόφαση του πολιτικού Εφετείου Πειραιά, δυνάμει της οποίας αυτό είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 30-4-2003 και με αριθμό καταθέσεως .../2003 αγωγή του κατά του Ε.
Κ., με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί, συνεπεία της παράνομης εκ μέρους του εναγομένου μαγνητοφωνήσεως των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων, γ) Το ότι μετά την καταδίκη του, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, στο σκεπτικό της οποίας έγινε δεκτό στην 47η σελίδα, σειρά 21η και επόμενα, ότι: "εξάλλου, στις 18-3-2002 ο ήδη εγκαλών, επισκέφθηκε το γραφείο των κατηγορουμένων και εκεί κρατούσε μία συσκευή με την οποία ησχολείτο και ζήτησε να κλείσουν τα παράθυρα και στην συνέχεια εισήλθε στο γραφείο του 2ου κατηγορουμένου, όπου διεξήγαγαν έντονη συζήτηση και διαπληκτισμούς.
Τούτο το αντελήφθη η παρούσα τότε σύζυγος του 2ου κατηγορουμένου" (εννοεί την Π. Π. - Β. ) "και υπέθεσε, ενώ τούτο δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα, ότι ο εγκαλών μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες ... Επίσης, πολλές φορές ο ήδη εγκαλών όταν επισκεπτόταν κατά την άνοιξη και το θέρος του έτους 2002 το γραφείο του 2ου κατηγορουμένου, φορούσε, καίτοι επικρατούσε ζέστη, μπουφάν, θεωρώντας ότι ο Ε.
Κ. πράγματι μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες μαζί του, ο Μ. Π. υπέβαλε κατά του Ε. Κ. μήνυση για παραβίαση του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας ..." και στη σελίδα 57: "Αποδείχθηκε εξάλλου, όμως, σε σχέση με τα παραπάνω κατατιθέμενα από την πρώτη κατηγορουμένη" (εννοεί την Π. Π.- Β.) ..."περιστατικά περί μαγνητοφωνήσεων των συνομιλιών του με τον Μ.
Π. , ότι ο εγκαλών, σε επισκέψεις στο γραφείο του 2ου κατηγορουμένου είχε βγάλει το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο η κατηγορουμένη ...όπως και ο Σ. , εξέλαβε ως μαγνητόφωνο και καλοπίστως νόμισε εκ πλάνης της και όχι εκ δόλου ...ότι ο ρηθείς εγκαλών με αυτό (κινητό τηλέφωνο) μαγνητοφωνούσε τις ως άνω συνομιλίες του με τον κατηγορούμενο Μ.
Π. ." δυνάμει της οποίας αθωώθηκε ουσιαστικά για την ίδια πράξη, αλλ’ υπό τον νομικό χαρακτηρισμό της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως του Ε. Κ. , πράξεις που φέρονταν ότι είχε τελέσει μεν σε άλλους τόπους και χρόνους, με την αναπαραγωγή όμως και διάδοση του ίδιου γεγονότος, ότι δηλαδή αυτός (Ε.
Κ.ς ), κατά το από μηνός Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2002, χρονικό διάστημα, κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών, δ) Το ότι με τις υπ’ αριθ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, απηλλάγη για το αυτό αδίκημα, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που φερόταν μεν ότι είχε τελεσθεί σε άλλους τόπους και χρόνους, με την αναπαραγωγή και διάδοση όμως ενώπιον των δικαστικών αρχών του Πειραιά του αυτού ως άνω δυσφημιστικού γεγονότος, ότι δηλαδή ο Ε.
Κ., κατά το από μηνός Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2002 χρονικό διάστημα, κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών και ε) Το ότι στην αίτηση που υπέβαλε ο Ε. Κ. στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας του να ασκήσει αναίρεση κατά των αθωωτικών διατάξεων της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, υπάρχει ομολογία του για την διάπραξη από αυτόν παρανόμων μαγνητοφωνήσεων’ ‘ .
Ο Άρειος Πάγος (σε Συμβούλιο) την 1182/2014 απόφασή του και με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την αίτηση αυτή επαναλήψεως με το ακόλουθο σκεπτικό:
"Εν σχέσει προς το άνω υπό α) αποδεικτικό μέσο, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού, ότι δηλαδή στην τελευταία γραμμή της σελίδας 44 της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, υπάρχει η παραδοχή ότι ο μάρτυρας Α. Ζ., δεν παρευρισκόταν κατά την συνάντηση του Ε. Κ. με τον αιτούντα στο γραφείο του, την 31-5-2002 και συνεπούς ο ισχυρισμός του αιτούντος περί νέου αποδεικτικού μέσου δεν επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά και την υπ’ αριθ. 684/2011 απόφαση.
Εν σχέσει προς το άνω υπό ε) αποδεικτικό μέσο, από την ανάγνωση της (υπ’ αριθ. γενικού πρωτοκόλλου .../17-4-2012 και αριθμό πρωτοκόλλου διοικητικού .../17-4-2012) αιτήσεως του Ε. Κ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία υποβλήθηκε αίτημά του για άσκηση αναιρέσεως κατά των αθωωτικών διατάξεων της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι σ’ αυτήν περιέχεται ομολογία ότι ο ίδιος προέβη σε παράνομες μαγνητοφωνήσεις, διότι τέτοια ομολογία δεν υπάρχει στην αίτηση, τουναντίον υπάρχει η σαφής αιτίαση ότι αμφότεροι οι στη δίκη εκείνη κατηγορούμενοι (Μ.
Π. και Π. Π.) εσφαλμένως κρίθηκαν αθώοι, λόγω αμφιβολιών ως προς τον δόλο τους, ως προς τους αναληθείς ισχυρισμούς των περί παρανόμων μαγνητοφωνήσεων και, συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος περί ομολογίας, ως νέου αποδεικτικού μέσου, δεν επιβεβαιώνεται. Από τα πρακτικά εξάλλου και το σκεπτικό των ετέρων υπ’ αριθ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, προκύπτει ότι οι αιτούντες αθωώθηκαν μεν από την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ’ εξακολούθηση, που φερόταν ότι είχε τελεσθεί με τον άνω ισχυρισμό, και την διάδοση, σε άλλους τόπους και χρόνους (δηλαδή στις 18-1-2012, 7-2-2012, 23-2-2012, 14-6-2011), ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε αυτή (που φερόταν ότι είχαν τελεσθεί την 4-12-2007 με τον άνω ισχυρισμό από την Π.
Π. και τον αιτούντα αντιστοίχως), ψευδούς καταμηνύσεως (που φερόταν ότι είχε τελεσθεί την 6-10-2011 με την προσβολή ως πλαστού εγγράφου του Δήμου Πειραιά εν σχέσει προς τον χρόνο λειτουργίας των ηλεκτροηχητικών εγκαταστάσεων του Δήμου αυτού κατά την 28-12-2002) και της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου (που φερόταν ότι είχε τελεσθεί μόνον από τον αιτούντα με τον άνω ισχυρισμό στις 6-10-2011) ενώπιον των δικαστικών αρχών του Πειραιά του ιδίου δυσφημιστικού γεγονότος, ότι δηλαδή ο Ε.
Κ. μαγνητοφωνούσε εν αγνοία του πρώτου αιτούντος και παρά την θέληση του τις προφορικές τους συνομιλίες και τις τηλεφωνικές τους επικοινωνίες, όχι με την αιτιολογία ότι αποδείχθηκε ότι δεν ήταν αληθές το γεγονός αυτό, (κατ’ εφαρμογή άλλωστε του, εκ του άρθρου 366 παρ. 2 του ΠΚ, τεκμηρίου εκδόθηκε και η υπ’ αριθ. 508α, 513α, β και γ και 528/2010 αμετάκλητη απόφαση, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας), αλλά για λόγους υποκειμενικούς, δηλαδή για έλλειψη δόλου.
Το ότι όμως τα άνω δικαστήρια με μεταγενέστερες αποφάσεις τους, έκριναν διαφορετικά σε σχέση με τον δόλο του αιτούντος ως προς έτερες συκοφαντικές δυσφημήσεις, δηλαδή επί άλλων υποθέσεων (έλλειψη δόλου), καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη της αθωότητα του αιτούντος και επί της ενδίκου υποθέσεως, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 508α, 513α, β και γ και 528/2010 αμετάκλητη απόφαση, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας.
Το ότι με την υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, εκρίθη ότι σε άλλους τόπους και χρόνους ο κατηγορούμενος εστερείτο δόλου ως προς την γνώση του περί το άνω γεγονός, καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη της αθωότητα του αιτούντος και επί της ενδίκου υποθέσεως. Τέλος και το ότι, με την υπ’ αριθ. 1484/2010 απόφαση του Α’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για λόγους δικονομικούς, αναιρέθηκε η άνω υπ’ αριθ. 95/2009 απόφαση του Πολιτικού Εφετείου Πειραιά, καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη την αθωότητά του.
Από τις προαναφερθείσες νέες αποδείξεις, εκτιμώμενες σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω 508α, 513α, β και γ και 528/2010 απόφαση του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Μ. Π., ως δικηγόρος Πειραιώς, συστεγάζετο σε κοινό γραφείο με την σύζυγο του συμβολαιογράφο Π.
Π. - Β.. Με τον εγκαλούντα και πολιτικώς ενάγοντα Ε. Κ., ο οποίος επέστρεψε στην Ελλάδα από το εξωτερικό, όπου ζούσε επί πολλά έτη, το 1995, συναντήθηκε το έτος 1996, όταν ο τελευταίος του ανέθεσε την διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων. Το 1999 ο Ε. Κ. τον διόρισε γενικό πληρεξούσιο και αντίκλητο με το υπ’ αριθμ. .../1999 γενικό πληρεξούσιο της συζύγου του, συμβολαιογράφου Π.
Π. - Β.. Προϊόντος του χρόνου, πέραν των επαγγελματικών, αναπτύχθηκαν μεταξύ τους φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Ο εγκαλών κατά τον Νοέμβριο του έτους 2000χορήγησε στον ήδη αιτούντα δάνειο 20.000.000 δραχμών, για την αποπεράτωση μιας οικοδομής του στο ... Αττικής. Ο αιτών ισχυρίσθηκε ότι το δάνειο ήταν εικονικό και ότι το ανωτέρω ποσό το εισέπραξε ως προκαταβολή έναντι μη προσδιοριζομένων δεδουλευμένων και μελλοντικών αμοιβών για υπηρεσίες που είχε προσφέρει ή θα προσέφερε στο μέλλον στον εγκαλούντα για διάφορες υποθέσεις του.
Από την άνοιξη του 2002 οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται. Ο εγκαλών το αποδίδει αυτό στο ότι αρνήθηκε να στέρξει στο να του χορηγήσει και νέο δάνειο μεγάλου ποσού και να συναινέσει στην παράταση του χρόνου αποδόσεως του δανείου, αλλά και στην προσπάθεια του αιτούντος να το συμψηφίσει με διογκωμένες αμοιβές για δικηγορικές υπηρεσίες που δεν του προσέφερε.
Ο αιτών ισχυρίσθηκε ότι ο εγκαλών τον μαγνητοφωνούσε παράνομα στα πλαίσια μεθοδεύσεως προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής των δικηγορικών αμοιβών του. Ο αιτών, διαφοροποίησε μεταγενεστέρως τις ανωτέρω θέσεις του και ισχυρίσθηκε, κατά την απολογία του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1142/2008 απόφαση, άλλη εκδοχή, ότι ο εγκαλών "...
ήταν αυτόκλητος γαμπρός" για την κόρη του και επειδή αυτό δεν τελεσφόρησε έγιναν όλα. Την 28-12-2002, τρεις ημέρες πριν από τον συμφωνηθέντα χρόνο αποδόσεως του δανείου, πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη συνάντησή τους στο γραφείο του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθορισθεί ο χρόνος αποπληρωμής. Ο εγκαλών δεν αποδέχθηκε συμβιβαστική πρόταση του αιτούντος να του παραδώσει τέσσερες επιταγές, τις οποίες θα μπορούσε να αντικαταστήσει, αν καθίστατο ανέφικτη η αποπληρωμή τους και κατόπιν αυτού η συνάντηση απέβη άκαρπη.
Τον Ιανουάριο του έτους 2003 ο αιτών προήλθε σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις, μέσω του δικηγόρου του εγκαλούντος Δ. Κ., στον οποίο υποσχόταν τηλεφωνικώς ότι θα επιστρέψει σύντομα το δάνειο των 20.000.000 δραχμών, χωρίς οι συζητήσεις να καταλήξουν σε συμφωνία. Ο εγκαλών στις 4-2-2003 ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στον αιτούντα και τον κάλεσε να απόσχει από οποιαδήποτε πράξη αντιπροσωπεύσεως.
Ο κατηγορούμενος την 30-4-2003 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την υπ’ αριθ. εκθέσεως καταθέσεως .../2003 αγωγή του κατά του εγκαλούντος, με την οποία ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε αυτός από αδικοπραξία, συνισταμένη στην κατ’ εξακολούθηση παράνομη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών του, τηλεφωνικών και προσωπικών.
Στην αγωγή αυτή ιστορούσε ότι ο μηνυτής, κατά την από 28-12-2003 συνάντησή τους μαγνητοφώνησε, εν αγνοία του και παρά την θέληση του, την συνομιλία τους, μαγνητοφωνούσε δε παράνομα τις συνομιλίες που είχαν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο γραφείο του και τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, από τα τέλη Μαρτίου 2002, με μαγνητόφωνο που είχε κρυμμένο στο μπουφάν του.
Ισχυριζόταν περαιτέρω στην αγωγή ότι ο εγκαλών Ε. Κ. υπέβαλε στον κατηγορούμενο ερωτήσεις τέτοιας μορφής, για να υφαρπάξει απαντήσεις που θα τον διευκόλυναν στους σκοπούς του ή δίδοντας ο ίδιος απαντήσεις στα ερωτήματα του, ώστε να δίδεται η εντύπωση στον ακροατή των ηχογραφημένων συνομιλιών ότι ο αιτών συμφωνούσε με όσα έλεγε ο εγκαλών, αποσκοπώντας στον επαγγελματικό, κοινωνικό, ηθικό και οικονομικό εκβιασμό του αιτούντος.
Τα ανωτέρω περιστατικά των οποίων έλαβαν γνώση στις 30-4-2003 ο Δικαστής και οι γραμματείς του Πρωτοδικείου Πειραιώς και στις 2-5-2003 ο δικαστικός επιμελητής που θυροκόλλησε την αγωγή, καθώς και οι αστυνομικοί του ... και οι ένοικοι της πολυκατοικίας όπου κατοικούσε, επί της οδού ... στη ..., ήταν πρόσφορα να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον παρουσίαζαν ως άτομο που προβαίνει σε τέλεση αξιόποινων πράξεων, προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση ειλημμένων υποχρεώσεων του και συνιστούν την αξιόποινη πράξη της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας, κατ’ εξακολούθηση.
Για την πράξη αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος και αυτός κηρύχθηκε αθώος, λόγω αμφιβολιών, με την υπ’ αριθ. 103/2008 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Επομένως παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων, που αποτελούν το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών.
Η ως άνω .../2003 αγωγή του αιτούντος με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί, συνεπεία της παράνομης εκ μέρους του εναγομένου μαγνητοφωνήσεως των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ’ αριθ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η απόφαση δε αυτή αναιρέθηκε με την άνω υπ’ αριθ. 1484/2010 απόφαση του Α’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Ο αιτών-κατηγορούμενος επινόησε τις επίμαχες μαγνητοφωνήσεις, οι οποίες δεν έλαβαν χώραν, προκειμένου, δια της ασκήσεως πιέσεως στον εγκαλούντα, να αποφύγει την πληρωμή του άνω δανείου. Τα φερόμενα ως προκύψαντα νέα στοιχεία δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, από δε την συνεκτίμηση και των πιο πάνω νέων στοιχείων, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσε.
Άλλωστε η υποστηριζομένη με την υπό κρίση αίτηση εκδοχή ότι υπήρξε σύγχυση στην Π. Π. - Β. ως προς το εάν, αυτό που είδε, ήταν μαγνητόφωνο ή κινητό τηλέφωνο αποκρούεται από την απολογία της στην δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 684/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, διότι, κατ’ αυτήν, αυτή αντιμετωπίζοντας ευθέως το δίλημμα απήντησε ότι είδε τον εγκαλούντα να ενεργοποιεί ένα μικρό δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο, να το βάζει σε μία σακούλα και να μπαίνει στο γραφείο του συζύγου της.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στην δικαστική δαπάνη σύμφωνα με το άρθρ. 583 ΚΠοινΔ.
Ήδη ο αιτών με την κρινόμενη από 17 Μαρτίου 2016 αίτησή του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του και της αυτής αποφάσεως με αριθμό 508α, 513, α, β, γ και 528/2010 επικαλούμενος ως λόγους επανάληψης: α) τα ίδια στοιχεία που είχε επικαλεσθεί ως νέα στην από 22-1-2014 αίτησή του που απορρίφθηκε κατά τ’ ανωτέρω με την 1182/2014 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο). Ως προς τους λόγους αυτούς η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να αποτελέσουν την βάση νέας επανάληψης διαδικασίας καθόσον κρίθηκαν ως αβάσιμοι (ne bis in idem). Β)όμως αναφέρει και άλλες επτά αποφάσεις για πρώτη φορά, ως νέους λόγους για τους οποίους πρέπει το συμβούλιο να χωρήσει σε έρευνά τους.
Ειδικότερα: Α) με την υπ’ αριθμ. 684/20-4-2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και στη σελίδα 44 αυτής κρίθηκε ότι ο μάρτυρας Α. Ζ. δεν ήταν παρών στο γραφείο του κατά την συνάντησή του με τον μηνυτή στις 31-5-2002 και επομένως κατά τον αιτούντα εάν ήτο γνωστό στο Δικαστήριο, θα τον είχε κηρύξει αθώο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή το δικαστήριο στο σκεπτικό του: α) αναφέρει ότι ο μηνυτής Ε. Κ. εμφάνισε τον μάρτυρα ως πρόθυμο να καταθέσει για τις διαφορές του με τον αιτούντα Μ. Π., όπως αναφέρεται στη σελίδα 57 της παραπάνω αποφάσεως και β) ενώ αναφέρεται στην απουσία του μάρτυρα αυτού στην συνάντηση της 31-5-2002 δεν λαμβάνει καμιά θέση για τις παράνομες καταγραφές των συνομιλιών της ημέρας εκείνης, ότι δηλαδή αυτές δεν συνέβησαν όπως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση.
Β) την 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία κατέστη αμετάκλητη και συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με την 733/3-11-2014 απόφαση του Πενταμ. Εφετείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών για τις παράνομες μαγνητοφωνήσεις.
Οι αμφιβολίες δε που δέχθηκε συνίστανται στο ότι τόσο ο αιτών όσο και η σύζυγός του: α)εξέλαβαν το κινητό του τηλεφώνου του ως μαγνητόφωνο και β)θεώρησαν εσφαλμένα ότι αυτός κάτω από το μπουφάν που φορούσε είχε μαγνητόφωνο, ενώ κήρυξε ένοχο αυτόν για συκοφαντική δυσφήμιση του μηνυτή για περιστατικά που έλαβαν χώρα σε διαφορετικούς χρόνους και δη στις 21-10-2009, 21-10-2009 για τον "..." και την υπόθεση ... και για την ύπαρξη της εταιρείας ..., ως και ένοχο κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεως δικηγορικού απορρήτου. Όμως ο παραπάνω λόγος είναι ο υπό στοιχείο α’ λόγος που είχε προταθεί και απορρίφθηκε με την 1182/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου στην προηγούμενη αίτηση επαναλήψεως, περιέχουσα ακριβώς τον ίδιο λόγο και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος, γ)τις με αριθμούς 334/2013 και 335/2013 αμετάκλητες αποφάσεις του Τριμ. Εφετείου Πλημ/των Πειραιά, με τις οποίες και σε ότι αφορά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά του μηνυτή Ε. Κ. για τις μαγνητοφωνήσεις (παραβίαση του απορρήτου) τον έκριναν αθώο. Πλην όμως και τις δύο αυτές αποφάσεις και για τον ίδιο λόγο είχε επικαλεσθεί ως νέο στοιχείο που απορρίφθηκε με την ως άνω 1182/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) και ως εκ τούτου η επαναφορά είναι απαράδεκτη.
Περαιτέρω με την ίδια αίτηση ζητά την επανάληψη της διαδικασίας της υπ’ αριθμ. 608β/737/2013 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πλημ/κών Πειραιώς με την οποία κηρύχθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για απάτη επί δικαστηρίου. Η ανωτέρω απόφαση έγινε αμετάκλητη με την υπ’ αριθμ. 609/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη επικαλείται ότι προέκυψαν νέες, άγνωστες στους Δικαστές που τον δίκασαν αποδείξεις, οι οποίες καθιστούν φανερά ότι είναι αθώος. ‘ Ηδη επικαλείται: Α) την 245/2014 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιά εκ της οποίας όμως δεν προκύπτει ότι αυτός κηρύχθηκε αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως καθόσον η απόφαση αυτή εξεδόθη για απόπειρα απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση κατ’ εξακολούθηση που αφορά όμως άλλη περίπτωση και δη το περιστατικό των Χριστουγέννων 2002 - Πρωτοχρονιά 2003 και την επίδοση στις 9-4-2008 εξώδικης διαμαρτυρίας και Δήλωσης προς τον Δήμαρχο Πειραιώς εν σχέσει με τις ηλεκτροηχητικές εγκαταστάσεις. Επίσης η ως άνω απαλλαγή του έγινε κατά πλειοψηφία για έλλειψη δόλου και όχι ότι πράγματι δεν έγιναν οι καταγραφές των συνομιλιών.
Β) τις 447 και 603/2014 αμετάκλητες αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιά με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι ελλείψει δόλου για το αδίκημα της απόπειρας απάτης ενώπιον Δικαστηρίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη κατά συναυτουργία, αφορά όμως κατάθεση δικογράφου προτάσεων και προσθήκης που έλαβαν χώρα στις 21-10-2009 και 23-11-2009, επί αγωγής του μηνυτή της για αποζημίωσή του από ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία του εναγομένου (και ήδη αιτούντος). Δια της αποφάσεως αυτής αποκλείσθηκε ρητά η περίπτωση για τις καταγραφές των συνομιλιών και δέχθηκε ότι το δικαστήριο δεν εξαπατήθηκε αφού αυτό, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος και με την 4649/17-6-2010 απόφασή του υποχρέωσε τον μεν 1ο κατηγορούμενο (ήδη αιτούντα) να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 25.000 Ευρώ, στη δεύτερη δε κατηγορουμένη το ποσό των 8.000 Ευρώ.
Γ) την 735/2014 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιά με την οποία αθωώθηκαν για τις πράξεις της ψευδορκίας, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του Ε. Κ., πλην όμως ελλείψει δόλου και για άλλα εγκλήματα και πράξεις (καταγγελίες στο ΙΚΑ, υπεξαγωγή εγγράφων κλπ). Αφορούσε επομένως η απόφαση αυτή την υπεξαγωγή εγγράφων και όχι τις καταγραφές των συνομιλιών αλλά και η αθώωση έγινε ελλείψει δόλου αφού όσα κατέθεσαν ή ισχυρίσθηκαν έγιναν από αυτόν καλόπιστα, χωρίς δόλο και από πλάνη, όπως αναφέρεται στη σελίδα 25 της απόφασης.
Δ) την 1301/2015 αμετάκλητη Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιά με την οποία αυτός αθωώθηκε για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του Ε. Κ.. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε διότι δημιουργήθηκαν αμφιβολίες για τον άμεσο δόλο του δράστη, αφορούσε όμως περιστατικό που έλαβε χώραν στις 2-5-2008 και δεν δέχεται η απόφαση ότι ο Ε. Κ. προέβαινε σε παράνομες καταγραφές των συνομιλιών του.
Εκ των ανωτέρω επικαλουμένων αποφάσεων δεν καθίσταται απολύτως φανερό ότι αυτός είναι αθώος, τα φερόμενα ως προκύψαντα νέα στοιχεία δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, από δε τη συνεκτίμηση και των πιο πάνω φερομένων ως νέων στοιχείων, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσε.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει: α) για όσους λόγους αφορούν τόσο την 508α, 513, α,β,γ και 528/2010 όσο και την 608β, 737/2013 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς που έχουν απορριφθεί με την 1182/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) να κηρυχθούν απαράδεκτοι. β) οι λοιποί λόγοι της παραπάνω αιτήσεως κατά τα δύο σκέλη της να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμη και τέλος να καταδικασθεί ο αιτών στην δικαστική δαπάνη, σύμφωνα με το άρθρο 583 ΚΠοινΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2016 αίτηση του Μ. Κ. Π. κατοίκου ... ... και δη α) για όσους λόγους αφορούν την 508α, 513 α,β,γ και 528/2010, όσο και τις 608β, 737/2013 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, που είχαν προταθεί και απερρίφθησαν με την 1182/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) ως απαράδεκτες. β)
Απορρίπτει την από 17-3-2016 αίτηση του ως άνω αιτούντος κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη, και
Καταδικάζει τον αιτούντα στη δικαστική δαπάνη της προκειμένης διαδικασίας την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2016. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ