Legislator Case Law & Legislation
1818/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on appeal admissibility and legal costs allocation.

Case Number 1818/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the admissibility of an appeal and the allocation of legal costs. The appellant argued that the appellate court failed to examine a specific ground for invalidating contracts due to unpaid property taxes, which the lower court had rejected as inadmissible. The court ruled that the appellate court correctly addressed the admissibility issue and the substantive argument, thereby justifying its decision on costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 72 et seq., 775, 777, 778 et seq. of the Civil Code; Article 18 of the Commercial Code: The appellate court must examine all grounds for appeal raised by the appellant, including admissibility objections, and cannot limit its review to costs if the substantive issues were properly addressed.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal costs allocation appellate court review inadmissible appeal civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Articles 72 et seq., 775, 777, 778 et seq. of the Civil Code
Article 18 of the Commercial Code
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 24, paragraph 18 of Law 2130/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1818 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1818/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΪΑ ... ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ - ΕΞΑΓΩΓΑΙ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΚΟΝ - VERI A.E." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αθανασίου. Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ν. και Γ. Λ. - Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ο.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους δικαστικούς εκκαθαριστές της Σ. Κ. και Ε. Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους Αναστάσιο Φρέρη και Στέργιο Καπράρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατάθεσης 10234/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την με αρ. κατάθεσης 42327/2004 κύρια παρέμβαση του Ταμείου Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ), που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή και την με αρ. κατάθεσης 19171/2005 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2396/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1136/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 28/7/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 30/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72 επ, 775, 777, 778 επ. του ΑΚ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 18 Εμπ. Ν. όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με την παρ. 2 του άρθρου 294 του ν.4072/2012 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση που αναφέρεται σε διαφορά η οποία εξελίχθηκε κατά το προγενέστερο της ως άνω κατάργησης διατάξεων του Ε.Ν.

χρονικό διάστημα και επί των προσωπικών εταιρειών, συνάγονται τα εξής: α)η πτώχευση ενός από τους εταίρους ομόρρυθμης εταιρείας, επιφέρει τη λύση της, εκτός αν συμφωνήθηκε να συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων, β)η εταιρεία μετά τη λύση της εισέρχεται στο στάδιο της εκκαθάρισης και διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης, που έγκειται στον προσδιορισμό του ενεργητικού, τη διαπίστωση και την εξόφληση των πάσης φύσεως χρεών και στη συνέχεια στην επιστροφή των εισφορών και τη διανομή του τυχόν υπολοίπου μεταξύ των εταίρων.

γ)η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί ή από εκκαθαριστή που διορίζεται ομοφώνως, σε περίπτωση δε διαφωνίας τους ο εκκαθαριστής διορίζεται ή αντικαθίσταται από το Δικαστήριο. Παρέχεται επίσης η δυνατότητα στον καθένα από τους εταίρους να ζητήσει τη δικαστική αντικατάσταση εκκαθαριστή μόνο για σπουδαίο λόγο.

Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και στην περίπτωση κατά την οποία διορίσθηκαν δύο ή περισσότεροι συνεκκαθαριστές με την πρόβλεψη να ενεργούν από κοινού τις πράξεις εκκαθάρισης και ένας από αυτούς αποποιήθηκε το διορισμό τους, δ)κατά το στάδιο της εκκαθάρισης η εταιρική περιουσία ανήκει αποκλειστικά στην εταιρεία η οποία είναι κυρία όλων των αντικειμένων της εταιρικής περιουσίας και υποκείμενο των σχετικών με την εταιρική περιουσία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, νομιμοποιείται δε μόνο αυτή, ενεργητικά και παθητικά, να μετέχει στις σχετικές δίκες εκπροσωπούμενη από τον εκκαθαριστή της νόμιμο, συμβατικό ή δικαστικό, δια του οποίου και παρίσταται στο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Εξάλλου η πτώχευση δεν επηρεάζει μεν τη δικαιοπρακτική ικανότητα του πτωχού που εξακολουθεί να παραμένει, κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, φορέας της πτωχευτικής περιουσίας στερείται όμως αυτοδικαίως της διοικήσεως της - διαχειρίσεως και διαθέσεως - την οποία αναλαμβάνει ο σύνδικος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 α.ν 635/1937.

Στο άρθρο 1 του α.ν 635/1937, στο οποίο απαριθμούνται τα δικαιώματα που στερείται ο πτωχεύσας, έτσι ώστε ως επιβάλλον "ποινάς" να είναι στενώς ερμηνευτέο, δεν ορίζεται ρητώς ότι η πτώχευση του εταίρου συνεπάγεται την έκπτωσή του από την ιδιότητα του εκκαθαριστή, εξαιτίας όμως της νομικής αδυναμίας του να μετέχει στην εκκαθάριση της εταιρείας που λύθηκε λόγω της πτώχευσής του, ανακύπτει το ζήτημα του διορισμού ή της αντικατάστασής του ως εκκαθαριστή, νόμιμου, συμβατικού ή δικαστικού κατ' αίτηση του συνδίκου, εφόσον το τελικώς διανεμόμενο στους εταίρους χρησιμοποιημένο προϊόν της εκκαθάρισης ανήκει στην πτωχευτική περιουσία του πτωχού εταίρου.

Ο σύνδικος δεν υπεισέρχεται αυτοδικαίως στη θέση του εταίρου ως εκκαθαριστή, ώστε αυτός να εκπροσωπεί νομίμως την εταιρεία. Κι' αυτό γιατί τα καθήκοντα του συνδίκου διαφέρουν από εκείνα του εκκαθαριστή και μάλιστα είναι ασυμβίβαστα προς αυτά. Οι εξουσίες και τα καθήκοντα του συνδίκου καθορίζονται από το βασικό σκοπό της πτώχευσης που έγκειται στην ισότιμη και την κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών, η δε ενεργητική και παθητική του νομιμοποίηση, ως μη δικαιούχου ή μη υποχρέου διαδίκου περιορίζεται μόνο στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, την οποία αυτός διοικεί.

Η ομόρρυθμη όμως εταιρεία που λύθηκε λόγω της πτώχευσης των εταίρων της, διατηρεί κατά το στάδιο της εκκαθάρισης την περιουσιακή της αυτοτέλεια και συνακόλουθα η περιουσία της την οποία διοικεί ο εκκαθαριστής προκειμένου να πραγματοποιηθεί ο προεκτεθείς σκοπός της εκκαθάρισης, δεν υποβάλλεται στην πτωχευτική διαδικασία αφού στην πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνεται μόνο η ασκούμενη από το σύνδικο αξίωση των πτωχευσάντων εταίρων για επιστροφή των εισφορών και διανομή μεταξύ τους του χρησιμοποιουμένου τυχόν υπολοίπου. ( Ολ.

ΑΠ 42/2005).

Εξάλλου εάν υπάρχουν ελλείψεις σχετικών με την νόμιμη εκπροσώπηση της υπό εκκαθάρισης προσωπικής ή ανώνυμης εταιρείας, οι οποίες σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας συμπληρώνονται χωρίς να έχει ταχθεί από το δικαστήριο σχετική προθεσμία, τότε εγκυροποιούνται αναδρομικά και οι προηγούμενες διαδικαστικές πράξεις, κατά την εφαρμοζόμενη αναλογικώς, ελλείψει αντίθετου δικονομικού ορισμού, διάταξη του άρθρου 238 Α.Κ. Διότι η προθεσμία που σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 67 παρ. 1 εδ. Β' του ΚΠολΔ, τάσσεται από το δικαστήριο για να συμπληρωθούν οι σ' αυτές αναφερόμενες ελλείψεις, σκοπό έχει την αποφυγή καθυστερήσεων και την ταχύτερη διεξαγωγή της δίκης, χωρίς η παράλειψη αυτής από το δικαστήριο να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα είτε της προηγουμένης ελλιπούς εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου είτε της διαδικασίας που ακολούθησε, ώστε να δημιουργείται για την αιτία αυτή λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη του αριθμού 14 ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ .

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 2396/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της υπ' αρ. 10234/2003 ένδικης αναγνωριστικής της ακυρότητας συμβολαίων μεταβίβασης και προσυμφώνου μεταβίβασης ακινήτου αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη και εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ν και ΓΛ.

Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ο.Ε." εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο εκείνο από τους δικαστικά διορισθέντες εκκαθαριστές αυτής Σ. Κ. και Ε. Β., οι οποίο με τις έγγραφες προτάσεις τους (για λογαριασμό εκείνης ως εκπρόσωποι της) δήλωσαν ότι εγκρίνουν κατ' άρθρο 238 ΑΚ την ασκηθείσα για λογαριασμό αυτής αγωγή από τον τότε σύνδικο της πτωχεύσεως των δύο ομορρύθμων εταίρων-μελών της, ως εκκαθαριστής της ως άνω εταιρείας όπως και όλες τις διαδικαστικές ενέργειες του από την άσκηση της αγωγής (κατάθεση και επίδοση της) έως τη συζήτηση αυτής και έτσι κατέστησαν έγκυρες οι μέχρι τότε προς το συμφέρον της υπό εκκαθάριση ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας διενεργηθείσες διαδικαστικές πράξεις.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του και στη συνέχεια το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτών, δέχθηκαν ότι σύννομα ασκήθηκε η ένδικη αγωγή από τους νόμιμους εκπροσώπους της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας που ενέκριναν τις πράξεις κατάθεσης και επίδοσης της από το σύνδικο της πτώχευσης των ομορρύθμων μελών της, ενεργήσαντος όμως για λογαριασμό εκείνης (ενάγουσας) ως εκκαθαριστής.

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν εκπροσωπούσε την τελούσα υπό εκκαθάριση ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 Α.Κ. δήλωση βούλησης από κάποιο (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 160, 200, 216, 217, 219 Α.Κ., προκύπτει, ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα.

Εξάλλου, η πληρεξουσιότητα υπόκειται σαν δικαίωμα στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 Α.Κ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον πληρεξούσιο πράξεις εμπίπτουν τυπικά μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπόν για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και τον σκοπό της πληρεξουσιότητας εγνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος με τον οποίο συνηλλάγη ο πληρεξούσιος.

Η από τον πληρεξούσιο με την δοθείσα πληρεξουσιότητα κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατ' αρθρ. 174Α.Κ. (ΑΠ 99/2001).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: " Οι αδελφοί Ν. Λ. και Γ. Λ. του Η., μέλη της Ο.Ε. με την επωνυμία "Ν.Λ. και Σ. Ο.Ε.", την 26-5-1995 κηρύχθηκαν σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμ. 129/ΕΠ/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς. Οι ως άνω στις 17-3-1978 είχαν συστήσει νόμιμα την ενάγουσα εταιρία, της οποίας ήταν τα μόνα μέλη.

Μετά την πτώχευση των ομορρύθμων μελών της, οι οποίοι συμπτώχευσαν με την προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία, η ενάγουσα λύθηκε αυτοδικαίως και εισήλθε στο στάδιο της εκκαθάρισης. Με την 870/ΑΦ/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας διορίστηκε προσωρινός εκκαθαριστής αυτής ο Π. Τ. και με την 57/ΕΜ/1997 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου διορίστηκε οριστικός εκκαθαριστής της.

Κατά τη διάρκεια του βίου της η ενάγουσα εταιρία απέκτησε την κυριότητα, κατά ποσοστό 57,666/256 εξ αδιαιρέτου, μιας εδαφικής έκτασης 23.394 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην άλλοτε θέση "..." της περιοχής της ... και συνορεύει με τον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας, με την οδό Νοσοκομείων, μετέπειτα ... και νυν Γ. Λ., με παλαιά οδό ...

και ήδη πέραν αυτής με γήπεδο ΠΑΟΚ και με ιδιοκτησίες αγνώστων και με τη συμβολή των οδών ..., νυν ..., η οποία [συμβολή] πραγματοποιείται στο δυτικό τμήμα του όλου οικοπέδου, το οποίο διασχίζεται στην ανατολική πλευρά από χάνδακα, της οδού ... και της οδού ... στο δυτικό τμήμα, όπως η έκταση αυτή φαίνεται και απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την με αριθμό ...

πράξη τακτοποιήσεως του Πολεοδομικού γραφείου Θεσσαλονίκης μεταξύ των στοιχείων 1-2-3-4-5-6-7-8-9-13-Α-Β-19-20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-30-31-32-1, με τα εξής συμβόλαια: α) με το με αριθμό ... οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βέροιας Χαρίτωνα Παπαχρυσάνθου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 1024 και αριθμό 93, όπως αυτό διορθώθηκε με την ...

διορθωτική πράξη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 1249 και αριθμό 287, απέκτησε με αγορά από την Α. Φ. Π. το γένος Α. Α., την κυριότητα του 1/16 ή αλλιώς τα 16/256 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, β) με το με αριθμό ... οριστικό συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 1047 και αριθμό 410, όπως αυτό διορθώθηκε με την ...

διορθωτική πράξη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 1476 και αριθμό 407, απέκτησε από τον Γ. Κ. με αγορά, την κυριότητα του 31/256 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, και γ) με το με αριθμό ... οριστικό συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 1111 και αριθμό 328, όπως αυτό διορθώθηκε με την 65.891/1983 διορθωτική πράξη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 1476 και αριθμό 408, απέκτησε από τον Κ.

Φ. με αγορά, την κυριότητα του 1/24 ή άλλως του 10,666/256 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Η ενάγουσα εταιρία, κυρία πλέον ποσοστού 57,666/256 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω εκτάσεως των 23.394 τ.μ., μεταβίβασε δια πωλήσεως με τα 7.334/1992 και 7.335/1992 οριστικά συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Γαλανού Σωτηροπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ποσοστά 7,68/256 εξ αδιαιρέτου και 23,04/256 εξ αδιαιρέτου (και συνολικά 30,72/256) της ανωτέρω εκτάσεως προς τους Ε.

Π., Κ. Μ., Ι. Τ., Α. Τ., Κ. Π., Ν. Φ., Γ. Φ., Ά. Φ. και Δ. Φ.. Εκτός αυτών των μεταβιβάσεων, από την ανωτέρω μείζονα έκταση απαλλοτριώθηκαν τρία άλλα τμήματα και ειδικότερα ένα τμήμα 3.221,74 τ.μ., απαλλοτριώθηκε με την 507/451/1987 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ένα άλλο τμήμα 1.519,23 τ.

μ. που αποσπάστηκε λόγω της διανοίξεως της οδού ... και ένα τρίτο τμήμα 1.604 τ.μ., που απαλλοτριώθηκε για την δημιουργία πρασίνου με την 6482/22-7-1993 πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης που κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΑ/54737/23-12-1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης.

Συνεπώς μετά τις ανωτέρω πωλήσεις και την μείωση της συνολικής εκτάσεως λόγω των απαλλοτριώσεων η ενάγουσα είχε την κυριότητα ποσοστού 26,946/256 (57,666/256-30, 72/256) εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχεί σε έκταση 17.049,03 (23.394τ.μ. - 6.344,97τ.μ.) τ.μ. από το ανωτέρω ακίνητο. Εκτός των ανωτέρω ποσοστών συγκυριότητας της ενάγουσας στην μείζονα έκταση, αυτή είχε προσυμφωνήσε και την αγορά ιδανικών μεριδίων και επί ενός διαιρετού τμήματος της ανωτέρω μείζονος εκτάσεως, επιφάνειας 9.795, 31 τ.μ., που βρίσκεσαι στη θέση "..." και συνορεύει με την οδό ..., με ανώνυμη οδό, με έκταση φερόμενη ως εκποιηθείσα από ΤΕΘΑ, με παλαιά οδό ...

και με υπόλοιπο τμήμα του μείζονος οικοπέδου, όπως αυτή η έκταση εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Τεχνολόγου Πολιτικού μηχανικού, που συνοδεύει το με αριθμό ... προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βέροιας Χαρίτωνα Παπαχρυσάνθου, και με στοιχεία β'/1-ε' 1-ε '-24 -μ" 9'-8"-9-9"-13-13'-13" -β'1, με τα εξής προσύμφωνα:

α) με το ... προσύμφωνο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Βέροιας ο Δ. Α., υποσχέθηκε να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει στην ενάγουσα με οριστικό συμβόλαιο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, την εξ αδιαιρέτου αναλογία του επί του ανωτέρω διαιρετού τμήματος εκτάσεως 9.795,31 τ.μ. ήτοι 54/256 εξ αδιαιρέτου έναντι 7.570.000 δραχμών, β) με βάση το ...

προσύμφωνο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου ο Χ. Κ. υποσχέθηκε να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει στην ενάγουσα με οριστικό συμβόλαιο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, την εξ αδιαιρέτου αναλογία του επί του ανωτέρω διαιρετού τμήματος εκτάσεως 9.795,31 τ.μ. ήτοι 31/256 εξ αδιαιρέτου, έναντι 4.345.000 δραχμών και γ) ο Κ.

Κ. με βάση το ... προσύμφωνο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, υποσχέθηκε να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει στην ενάγουσα με οριστικό συμβόλαιο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, έναντι 3.924.000 δραχμών, το ποσοστό που έχει στην ως άνω διαιρετή έκταση των 9.795,31 τ.μ. ήτοι 28/256 εξ αδιαιρέτου και συνολικά και οι τρεις υποσχέθηκαν να πωλήσουν στην ενάγουσα 113/256 εξ αδιαιρέτου στην διαιρετή έκταση των 9.795,31 τ.

μ. που αποτελούσε μικρότερο τμήμα του συνολικού οικοπέδου. Με τα ανωτέρω προσύμφωνα, οι ανωτέρω εκ προσυμφώνου πωλητές είχαν παραδώσει τη νομή των ιδανικών τους μεριδίων στην ενάγουσα, παραχωρώντας της συγχρόνως και δικαίωμα αυτοσύμβασης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 16-3-1984, 22-3-1984 και 22-3-1984 έγγραφες αποδείξεις αντίστοιχα, το τίμημα που είχε οριστεί με τα ανωτέρω προσύμφωνα ως τίμημα αγοραπωλησίας, έχει πλήρως εξοφληθεί.

Πλην όσων είχαν υποσχεθεί με τα ανωτέρω προσύμφωνα στην ενάγουσα εταιρεία οι εκ προσυμφώνων πωλητές, Κ. Κ. και Χ. Κ., με το ... προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Τοσουνίδου - Καζαντζίδου, υποσχέθηκαν και στον Γ. Κ. να του μεταβιβάσουν την κυριότητα, ο μεν πρώτος των 4,167/128 ή 8,334/256 ποσοστών εξ αδιαιρέτου, ο δε δεύτερος των 5,667/128 ή 11,334/256 ποσοστών εξ αδιαιρέτου από την αρχική μείζονα έκταση του οικοπέδου των 26.613 τ.μ.

Στη συνέχεια, μετά το θάνατο του Γ. Κ., η μοναδική αυτού κληρονόμος σύζυγος του Μ. Μ. Κ., που αποδέχθηκε την κληρονομιά του συζύγου της, προέβη με αυτοσύμβαση στη σύνταξη α)του ... οριστικού συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο απόκτησε την κυριότητα των 5,667/128 ή 11,334/256 ποσοστών εξ αδιαιρέτου από το τμήμα των 9.795,31 τ.μ., από το υποσχεθέν στο σύζυγο της μερίδιο του Χ.

Κ. (το οποίο ήδη είχε επίσης προσυμφωνήσει ο τελευταίος να μεταβιβάσει στην ενάγουσα, η οποία σημειωτέον του είχε εξοφλήσει και το τίμημα) και β) του ... οριστικού συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου με το οποίο απέκτησε την κυριότητα των 4,167/128 ή 8,334/256 ποσοστών εξ αδιαιρέτου από το τμήμα των 9.795,31 τ.μ., από το υποσχεθέν στο σύζυγο της μερίδιο του Κ.

Κ. (το οποίο ήδη είχε επίσης προσυμφωνήσε ο τελευταίος να μεταβιβάσει στην ενάγουσα, και η οποία επίσης είχε εξοφλήσει και το τίμημα). Στη συνέχεια, η Μ. Μ. Κ., τα ως άνω ιδανικά μερίδια, τα μεταβίβασε στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Γαλανού Σωτηροπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Μετά και τις τελευταίες αυτές μεταβιβάσεις η ενάγουσα εταιρία εκτός του δικαιώματος κυριότητας που είχε αποκτήσει με τα οριστικά συμβόλαια για το μείζον σύνολο του οικοπέδου (και του ΒΔ των 8.94 6 τ.μ. και του ΝΔ των 6.173 τ.μ.) των 15.119 τ.μ. και ήταν σε ποσοστό 26,946/256 εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχούν σε 1.591,39 τ.μ., είχε και δικαίωμα προσδοκίας αποκτήσεως τέτοιου δικαιώματος στο τμήμα των 9.795,31 τ.μ.

με τα προαναφερόμενα προσύμφωνα ήτοι το σύνολο των ιδανικών μεριδίων από το προσύμφωνο του Δ. Α. (54/256), και τα υπόλοιπα ποσοστά -αν αφαιρεθούν τα ιδανικά μερίδια τα οποία απόκτησε όπως προαναφέρθηκε η Μ. Κ. 11,334 από τον Χ. Κ. και 8,333 από τον Κ. Κ., από τα προσύμφωνα των Κ. Κ. και Χ. Κ. και συγκεκριμένα 19,666/256 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα (31-11,334 και 28-8,333) και συνολικά είχε δικαίωμα προσδοκίας δικαιώματος κυριότητας σε ποσοστό 93,332 εξ αδιαιρέτου (54+19,666+19,666) στο διαιρετό τμήμα των 9.795,31 τ.μ.

Από αυτό το ποσοστό (93,332) και συγκεκριμένα από το ποσοστό που φέρεται να είχε αποκτήσει από τον ΔΑ. (54), φέρεται να μεταβίβασε η ενάγουσα προς- την εταιρεία "Επιχειρήσεις Π. Α.Ε." δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Γαλανού σε εκτέλεση του προσυμφώνου με αριθμό ... της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, τα 13,204/128 ή 26,408/256 από τα ιδανικά της μερίδια, απομένουσα επομένως η ενάγουσα να έχει δικαίωμα προσδοκίας δικαιώματος κυριότητας στο ανωτέρω διαιρετό τμήμα της μείζονος εκτάσεως, ποσοστό 66,926/256 εξ αδιαιρέτου (93,332-26,408=66,926) και ειδικότερα από το ποσοστό του Δ.

Α. (54-26,408=) 27,592 /256 εξ αδιαιρέτου Η ανωτέρω όμως μεταβίβαση προς την εταιρία "Επιχειρήσεις Π. Α.Ε." κρίθηκε άκυρη δυνάμει της με αριθ. 25.907/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την 245/2002 απόφαση το Εφετείου Θεσσαλονίκης, συνεπώς η ενάγουσα, συνεχίζει να έχει δικαίωμα προσδοκίας δικαιώματος σε ποσοστό 93,332 εξ αδιαιρέτου στο ως άνω διαιρετό τμήμα, και ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας ΔΑ.ς παραμένει κύριος στο ως άνω διαιρετό τμήμα στο σύνολο του ποσοστού του των 54/256 ποσοστών εξ αδιαιρέτου.

Περαιτέρω, σε εκτέλεση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η με αριθμό ... Πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του Πολεοδομικού γραφείου Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΑ 54737/3941/23-2-1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία απαλλοτριώθηκε όλη η προαναφερόμενη μείζων έκταση, για τη δημιουργία χώρων πράσινου και την ανέγερση "Πνευματικού Κέντρου Άνω Τούμπας", η δε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα είχε οριστεί στο ποσό των 210.000 δραχμών το τ.μ.

δυνάμει της με αριθμό 1905/1995 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όπως προαναφέρθηκε, με την ανωτέρω πράξη, από το όλο οικόπεδο αρχικής επιφάνειας των 23.394 τ.μ. απέμεινε τμήμα αυτού επιφάνειας μέτρων 17.049,03 τ.μ., για το οποίο δεν συντελέστηκε η απαλλοτρίωση, ενώ το διαιρετό τμήμα των 9.795,31 τ.μ., μειώθηκε περαιτέρω σε έκταση και διαιρέθηκε σε μερικότερα τμήματα, σε δύο εκ των οποίων εκτάσεως του πρώτου 4.367,31 τ.μ.

και του δευτέρου 4.550 τ.μ. ήτοι συνολικής εκτάσεως 8.917,31 τ.μ., οι τρεις παραπάνω αρχικοί συγκύριοι Δ. Α.ς, Χ. Κ. και Κ. Κ.ς, εξακολουθούν να συμμετέχουν ως συγκύριοι με τα ίδια ως ανωτέρω ποσοστά ο καθένας και συνεπώς και η ίδια η ενάγουσα, ως εκ προσυμφώνου αγοράστρια απέκτησε δικαίωμα προσδοκίας στην κτήση κυριότητας.

Τα δύο αυτά τμήματα όπως εμφαίνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα της ανωτέρω πράξεως είναι αφενός μεν το με στοιχεία 23-24-21-22-13-13'-13"-41-23 εμβαδού 4.367,31 τ.μ. συνορευόμενο με οδό Γ. Λ., με ... και με τμήματα του ιδίου οικοπέδου και αφετέρου το με στοιχεία 19-17-21-24-25-εΊ-ε'-24-19 εκτάσεως 4.550. τ.μ. Για τα τμήματα αυτά ως προς τα οποία δεν είχε συντελεστεί η απαλλοτρίωση λόγω ελλείψεως χρημάτων από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμο Θεσσαλονίκης, το Ελληνικό Δημόσιο ενδιαφερόταν, λόγω και της επικείμενης διενέργειας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και για να συντομεύσει η μεταβίβαση, να εξαγοράσει απευθείας την έκταση αυτής.

Για το λόγο αυτό ο δικηγόρος Κ. Χ. ειδοποίησε όλους τους συνιδιοκτήτες ώστε να διαπραγματευθούν την τιμή πώλησής της. Μετά από διαπραγματεύσεις συμφωνήθηκε η τιμή, των 240.000 δραχμών ανά τ. μ. Αυτά ο Κ. Χ. τα γνωστοποίησε στον εκκαθαριστή Π.Τ. [βλ. κατάθεση Χ. στα πρακτικά συνεδρίασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και από 6-3-2000 εξώδικη διαμαρτυρία του ίδιου προς τον εκκαθαριστή Π.Τ.

και την εναγομένη]. Πέραν αυτού ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Κ.Σημίτης κατά τα εγκαίνια της ΔΕΘ το Σεπτέμβριο του 1999 εξήγγειλε τη βούληση της πολιτείας για εξαγορά της "Αλάνας της Τούμπας" όπως ήταν γνωστή η έκταση. Το Νοέμβριο του 1999 ο Υπουργός Μακεδονίας - Θράκης εξαγγέλλει την απόφαση της πολιτείας για την αγορά και στις 6-12-1999 ο πρωθυπουργός την ανακοινώνει στον τύπο [βλ.

προσκομιζόμενα και επικαλούμενα φύλλα της εφημερίδας "Αγγελιοφόρος" της Θεσσαλονίκης]. Στις 29-3-2000 συντάχθηκε το πρώτο συμβόλαιο [το με αριθμ. ... της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Γαλανού] με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο εξαγόρασε μέρος της έκτασης με τιμή 240.000 δραχμές ανά τ.μ. Η αγορά αυτή δημοσιεύθηκε και στην ανωτέρω εφημερίδα [βλ.

σχετικά φύλλα. Έτσι από το φθινόπωρο του 1999, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η αγορά της ως άνω έκτασης από το Ελληνικό Δημόσιο με το ανωτέρω τίμημα ήταν προσδοκώμενη και τελικά σε σύντομο διάστημα έγινε βέβαιη. Όμως, ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, εκκαθαριστής της Π. Τ., προέβη σε εκποίηση προς την εναγόμενη εταιρία της παραπάνω αναλογίας εξ αδιαιρέτου των οικοπέδων που ανήκαν στην ενάγουσα με τα προαναφερόμενα οριστικά συμβόλαια αλλά και του δικαιώματος προσδοκίας κυριότητας που είχε αυτή με τα προαναφερόμενα προσύμφωνα.

Συγκεκριμένα με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βέροιας Όλγας Γιαμά, ενεργώντας για λογαριασμό της ενάγουσας προσυμφώνησε να μεταβιβάσει προς την εναγόμενη, αντί 30.000.000 δραχμών από το μείζον ακίνητο των 23.394 τ.μ. (που είχε αποκτήσει η ενάγουσα με τα οριστικά συμβόλαια), όπως αυτό διαιρέθηκε σε τμήματα και απέμεινε να έχει έκταση 17.049,03 τ.μ.

ποσοστό 29,946/256 εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχεί σε 1.794 τ.μ. Τέλος με το ... εκχωρητήριο συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, ενεργώντας για λογαριασμό της ενάγουσας εκχώρησε αντί του ποσού των 15.839.000 δραχμών, όλα τα δικαιώματα που είχαν απομείνει στην ενάγουσα από τα διαλαμβανόμενα προσύμφωνα ήτοι 66,926/256 ποσοστά εξ αδιαιρέτου (και όχι 93,332 εφόσον τα συμβόλαια μεταβίβασης ποσοστού 26,408/256 προς τις Επιχειρήσεις Π.

Α.Ε. δεν είχαν κηρυχθεί ακόμα άκυρα) στο διαιρετό τμήμα των 9.795,31 τ.μ. όπως αυτό μειώθηκε σε έκταση και διαιρέθηκε σε δύο τμήματα εκτάσεως 4.367,31 και 4.550 τ.μ. και συνολικά 8.917,31 τ.μ. που αντιστοιχεί σε 2.331,24 τ.μ., προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση στην εναγόμενη, με αυτοσύμβαση, επί του στα παραπάνω προσύμφωνα αναφερόμενου ακινήτου των 8.917,31 τ.μ.

Σε εκτέλεση των παραπάνω προσυμφώνου και εκχωρητηρίου συμβολαίου συντάχθηκαν με αυτοσύμβαση α) το ... και β) το ... οριστικά συμβόλαια της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης στον τόμο 2031 και αριθμούς 260 και 261, με τα οποία η εναγόμενη απέκτησε την κυριότητα κατά τα ανωτέρω μεταβιβασθέντα σε αυτήν ιδανικά μερίδια επί της επιδίκου εκτάσεως.

Στα ως άνω οριστικά συμβόλαια αναγράφεται ως αντικειμενική αξία για μεν το πρώτο (...) το ποσό των 223.095.418 δραχμών, για δε το δεύτερο το ποσό των 261.024.466 δραχμών ήτοι συνολικά 484.119.884 δραχμές. Το πραγματικό τίμημα για τις ως άνω μεταβιβάσεις συμφωνήθηκε, μεταξύ των συμβαλλομένων, στο ποσό των 550.000.000 δραχμών, συντάχθηκε δε προς τούτο το από 20-1-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό-αντέγγραφο.

Έναντι αυτού η εναγόμενη κατέβαλε στον εκκαθαριστή σε μετρητά στις 10-12-1999 το ποσό των 100.000.000 δραχμών ως προκαταβολή καθώς και το ποσό των 117.500.000 δραχμών (βλ. τις χωρίς ημερομηνία αποδείξεις καταβολής ποσού 35.000.000 και 30.000.000 δραχμών αντίστοιχα) και την από 1-2-2000 απόδειξη καταβολής ποσού 52.500.000) ενώ έλαβε επίσης και α) τις επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

ποσών αντίστοιχα 10.000.000 δρχ., 10.000.000 δρχ., 10.000.000 δρχ., 4.064.700 δρχ., 5.000.000 δρχ., 40.000.000 δρχ., 25.000.000 δρχ., β) μία επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό ... ποσού 10.935.300 δρχ., γ) τις επιταγές της ΑΛΦΑ-ΠΙΣΤΕΩΣ με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ποσών αντίστοιχα 10.000.000 δρχ., 27.500.000 δρχ., 10.000.000 δρχ., 10.000.000 δρχ. και 10.000.000 δρχ.

και δ) την με αριθμό ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας ποσού 150.000.000 δραχμών (βλ. προσκομιζόμενες ως άνω αποδείξεις, επιταγές και αντέγγραφο). Ωστόσο ο τότε εκκαθαριστής της ενάγουσας, ως εκπρόσωπός της, γνώριζε ότι η έκταση που μεταβιβάσθηκε στην εναγόμενη είχε πολύ μεγαλύτερη αξία και ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε συμφωνήσει την εξαγορά της με 240.000 δραχμές ανά τ.μ.

ενώ ήδη από το έτος 1995 είχε καθορισθεί ως οριστική τιμή μονάδος για την απαλλοτρίωση της επίδικης έκτασης, η οποία δεν συντελέσθηκε, το ποσό των 210.000 δραχμών ανά τ.μ. Για τη γνώση του αυτή κάνει λόγο τόσο ο Κ.Χ., όπως προαναφέρθηκε, όσο και ο μάρτυρας της ενάγουσας [βλ. πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου].

Τη γνώση αυτή την είχε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης, που όπως δεν αμφισβητείται, ήταν ο Η. Τ., αφού προέβη στην κατάρτιση των προαναφερομένων πωλήσεων με τίμημα υπολειπόμενο κατά πολύ της αξίας των πωληθέντων ακινήτων, με σκοπό να ζημιώσει την ενάγουσα. Η γνώση του προκύπτει και από τον ίδιο τον ισολογισμό της εταιρίας που συντάχθηκε, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγόμενης από τον ίδιο μετά την σύνταξη των συμβολαίων με πρόβλεψη κέρδους 350.000.000 δραχμών περίπου, δηλαδή το ποσό που είναι η διαφορά της αξίας της αγοράς και της τιμής εξαγοράς που είχε καθορισθεί από το Ελληνικό Δημόσιο.

Μετά το πέρας των μεταβιβάσεων πληροφορήθηκαν γι' αυτές οι πτωχεύσαντες εταίροι της ενάγουσας από τη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Αικατερίνη Γαλανού - Σωτηροπούλου, η οποία είχε αναλάβει τη σύνταξη των συμβολαίων για την εξαγορά της όλης έκτασης από το Ελληνικό Δημόσιο. Άμεσα, στις 6-3-2000 απέστειλαν στον εκκαθαριστή εξώδικη δήλωση περί της άγνοιας της ως άνω πώλησης και ταυτόχρονα κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας αγωγή εναντίον του και εναντίον της εναγόμενης ζητώντας την αναγνώριση της ακυρότητας των συμβολαίων και υπέβαλαν την από 10-3-2000 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας κατά του εκκαθαριστή και των μελών της εναγόμενης Η.

Τ. [προέδρου], Χ. Μ. και Λ. Λ.. Ο σύνδικος της πτώχευσης των ως άνω πτωχών κατέθεσε, στις 27-3-2000, αίτηση αντικατάστασης του εκκαθαριστή, η οποία έγινε δεκτή με την 199/ΕΜ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και επικυρώθηκε με την 3239/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με τις ανωτέρω ενέργειες της η ενάγουσα κατέδειξε ότι δεν εμπιστευόταν πλέον τον εκκαθαριστή της.

Και τούτο γιατί αν και ενήργησε εντός των πλαισίων της εξουσίας που είχε, δηλαδή να πωλήσει τα επίδικα ακίνητα, έκανε κατάχρηση της εξουσίας αυτής γιατί ενήργησε προφανώς επιζήμια για την ενάγουσα αφού η μεταβίβαση έγινε με τίμημα πολύ μικρότερο της πραγματικής τους αξίας και μάλιστα εσπευσμένα χωρίς να αναμένει την εξαγορά τους από το Ελληνικό Δημόσιο, με πολύ μεγαλύτερο τίμημα, για την οποία γνώριζε όπως προαναφέρθηκε, ενεργώντας σε συμπαιγνία με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης ο οποίος επίσης γνώριζε για την καταχρηστική και παράνομη συμπεριφορά του εκκαθαριστή, όπως προαναφέρθηκε.

Σε κάθε περίπτωση όφειλε να το γνωρίζει αφού η αναφορά στα συμβόλαια πολύ μικρότερης τιμής, η σύνταξη αντεγγράφου με κοινή αποδοχή των συμβληθέντων δεν συνάδουν με το καθεστώς της εκκαθάρισης, η οποία πρέπει να ενεργείται με διαφανείς διαδικασίες προς προστασία και της υπό εκκαθάριση εταιρίας και των δανειστών της αλλά και με ενέργειες εκπροσώπου ανώνυμης εταιρίας τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της οποίας ευθύνονται έναντι της εταιρίας για κάθε πταίσμα τους κατά τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων.

Περαιτέρω κατά του Π. Τ., εκκαθαριστή, ασκήθηκε ποινική δίωξη, μετά την προαναφερθείσα μήνυση, για απιστία που επέδειξε ως εκκαθαριστής της ενάγουσας που συνίστατο στις ανωτέρω μεταβιβάσεις προς την εναγομένη. Ασκήθηκε επίσης ποινική δίωξη κατά των Η. Τ., Χ. Μ. και Λ. Λ. ως ηθικών αυτουργών σε αυτή. Με την 2758/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.

Μετά από έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης [κατά της αθώωσης των κατηγορουμένων Π. Τ. και Η. Τ.] εκδόθηκε η 592-593/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι ανωτέρω κρίθηκαν ένοχοι απόπειρας απιστίας και άμεσης συνδρομής σε αυτή γιατί η πράξη της απιστίας του πρώτου δεν ολοκληρώθηκε, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του και ειδικότερα, γιατί απετράπη η καταβολή του ποσού της αποζημιώσεως προς την εναγόμενη λόγω της δικαστικής εμπλοκής της υπόθεσης και καταδικάστηκαν μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου στον πρώτο, σε φυλάκιση ενός έτους ο πρώτος και δέκα οκτώ μηνών ο δεύτερος.

Σημειώνεται ότι στο σκεπτικό της απόφασης αυτής προς ενίσχυση της κρίσης για την ύπαρξη δόλου του εκκαθαριστή της ενάγουσας αναφέρεται ότι, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε στην απολογία του, οι σχέσεις του με τους πτωχούς αδελφούς Ν. και Γ. Λ. αρκετούς μήνες πριν τη σύνταξη των συμβολαίων δεν, ήταν καλές και δεν τους ενημέρωσε για τις επικείμενες δικαιοπραξίες, αλλά ενήργησε με πλήρη μυστικότητα, ώστε οι ανωτέρω δεν ήταν δυνατόν να εξοπλισθούν με έγγραφα που να αποδεικνύουν την πραγματική συμφωνία με την εναγόμενη, όπως έκανε ο ίδιος με αντέγγραφα, ενώ απέφυγε και τη δημοσιοποίηση των επικειμένων δικαιοπραξιών, κατά την οποία θα ήταν δυνατόν να προκληθεί αγοραστικό ενδιαφέρον από περισσότερα πρόσωπα και να επιτευχθεί μεγαλύτερο τίμημα.

Η ζημία της ενάγουσας ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Ειδικότερα αν τα ιδανικά μερίδια που είχε αποκτήσει η ενάγουσα με τα προαναφερόμενα συμβόλαια [26,946/256 εξ αδιαιρέτου σε έκταση 17.049,03 τ.μ. που αντιστοιχούν μετά την απαλλοτρίωση του ν. 3057/2002 σε 1.591,39 τ.μ., τα είχε εξαγοράσει το Ελληνικό Δημόσιο με την ορισθείσα κατά το τέλος του 1999 τιμή εξαγοράς των 240.000 δραχμών ανά τ.μ.

θα είχε εισπραχθεί τίμημα 381.933.600 δραχμών [1.591,39 Χ 240.000]. Ομοίως αν είχαν εξαγοραστεί τα ιδανικά μερίδια στα οποία η ενάγουσα είχε δικαίωμα προσδοκίας κυριότητας με τα προαναφερόμενα προσύμφωνα [66,9266/256 εξ αδιαιρέτου σε έκταση 9.975,31 τ.μ., που αντιστοιχούν μετά την ως άνω απαλλοτρίωση σε 2.338,77 τ.μ. αφού κατέληξαν να είναι 8.946 τ.μ.] θα είχε εισπραχθεί τίμημα 561.304.800 δραχμών [2.338,77 τ.μ.

Χ 240.000]. Δηλαδή ενώ θα μπορούσε να είχε μεταβιβαστεί η ανωτέρω έκταση στο Ελληνικό Δημόσιο αντί τιμήματος συνολικά 943.238.400 δραχμών [381.933.600 + 561.304.600] μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη αντί 550.000.000 δραχμών, δηλαδή με τίμημα μικρότερο κατά 393.238.400 δραχμές.

Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι ανωτέρω πράξεις που διενήργησε ο εκκαθαριστής της ενάγουσας Π.Τ., ως νόμιμος εκπρόσωπός της, είναι αντίθετες προς το συμφέρον της και έγιναν κατά κατάχρηση της εξουσίας που είχε με την ιδιότητα αυτή και σε συμπαιγνία με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, ο οποίος για το λόγο αυτό καταδικάστηκε τελεσίδικα για άμεση συνεργεία σε απιστία, όπως προαναφέρθηκε. Κατά συνέπεια οι καταρτισθείσες από αυτόν συμβάσεις [προσύμφωνο και εκχωρητήριο συμβόλαιο] είναι άκυρες λόγω αντίθεσης αυτών στο νόμο, κατ' άρθρο 174 Α.Κ. και συνακόλουθα είναι άκυρα και τα συναφθέντα με αυτοσύμβαση από την εναγόμενη οριστικά συμβόλαια ... και ... της συμβολαιογράφου Βέροιας Όλγας Γιαμά.

Περαιτέρω μετά την ως άνω ακυρότητα του ... προσυμφώνου και του σε εκτέλεση αυτού ...... οριστικού συμβολαίου της ως άνω συμβολαιογράφου εξακολουθεί να παραμένει κυρία των οικοδομικών τμημάτων που περιγράφονται σ' αυτά, η ενάγουσα. Ομοίως παραμένουν κύριοι οι εκ προσυμφώνου πωλητές στα ποσοστά ακινήτου στα οποία η ενάγουσα είναι δικαιούχος δικαιώματος κυριότητας με προσύμφωνο.

Οι πωλητές αυτοί, όπως προαναφέρθηκε, ήταν οι Δ. Α., για ποσοστό 54/256 εξ αδιαιρέτου (μετά και την ακυρότητα ως προαναφέρθηκε της μεταβίβασης προς τις "Επιχειρήσεις Π. Α.Ε."), ο Χ. Κ. για τελικό ποσοστό 19,666 εξ αδιαιρέτου και ο Κ. Κ. για τελικό ποσοστό 19,666 εξ αδιαιρέτου επί του διαιρετού τμήματος των 9.975,31 τ.μ. όπως μειώθηκε σε 8.917,31 τ.μ. (το οποίο στη συνέχεια μετά την απαλλοτρίωση με το ν. 3057/2002 κατέληξε να είναι 8.946 τ.μ.) Περαιτέρω, ο Δ.

Α., αποβίωσε στις 18-1-2001, και τον κληρονόμησαν στο ποσοστό του επί του επιδίκου οικοπέδου (54/256 εξ αδιαιρέτου), εξ αδιαθέτου τα τέσσερα παιδιά του ήτοι οι Π. Α., Α. συζ. Ε. Α., Π. συζ. Ι. Μ., και Α. σύζυγος χήρα Κ. Χ., εκ των οποίων οι τρεις πρώτοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους, αφού δεν αποποιήθηκαν αυτήν εντός της νομίμου προθεσμίας ενώ η τέταρτη αποποιήθηκε εμπρόθεσμα αυτήν και η κληρονομική της μερίδα επαύξησε την κληρονομική μερίδα των λοιπών, μετά δε την μεταγραφή των αποδεικτικών της κληρονομιάς τους, δημοσίων εγγράφων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 2.174 και αριθμό 165 η κυριότητα των παραπάνω ποσοστών οικοπέδου έχει μεταβιβαστεί στους τρεις εναπομείναντες κληρονόμους του Δ.

Α. ήτοι στους Π Α., Α. συζ. Ε. Α., Π. συζ. Ι. Μ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, συμμετέχοντας κατά ποσοστό 54/256 : 3 =18/256 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Εξάλλου, την 5-1-1986 αποβίωσε στο Τορόντο Καναδά, ο Κ. Κ., κληρονομήθηκε δε εξ αδιαθέτου από τον υιό του Μ.-Μ. Κ., ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του με την ...

δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Αντωνιάδου - Καστρινού, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο 1478 και αριθμό 350, των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης. Τέλος στις 21-10-2001 αποβίωσε στην Καβάλα ο Χ. Κ., ο οποίος αφενός μεν δυνάμει της ... διαθήκης του της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Γαλανού Σωτηροπούλου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, άφησε μοναδική του κληρονόμο, την σύζυγο του Μ.

Φ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτού, αφού δεν την αποποιήθηκε μέσα στην νόμιμη προθεσμία, αφετέρου δε είχε και δύο παιδιά τον Α. και Π. Κ., οι οποίοι ως νόμιμοι μεριδούχοι συμμετέχουν στην κληρονομιά του πατέρα τους κατά το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας ήτοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, εφόσον δεν αποποιήθηκαν αυτήν μέσα στη νόμιμη προθεσμία, έτσι στην κληρονομιά του Χ.

Κ., συμμετέχουν εκ διαθήκης η Μ. Φ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και οι Α. και Π. Κ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ως νόμιμοι μεριδούχοι, ενώ τα αποδεικτικά του δικαιώματος τους δημόσια έγγραφα έχουν μεταγραφεί στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο στον τόμο 2186 και αριθμό 325, των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.

Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει: α]να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του ... προσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βέροιας Όλγας Γιαμά και του σε εκτέλεση αυτού ...... συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, β]να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα εξακολουθεί να είναι κυρία των στα συμβόλαια αυτά περιγραφομένων οικοπεδικών τμημάτων, γ] να αναγνωριστεί η ακυρότητα του 413...

εκχωρητηρίου συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου και του σε εκτέλεση αυτού ... οριστικού συμβολαίου της ίδιας επίσης συμβολαιογράφου, δ] να αναγνωριστεί ότι οι κληρονόμοι των Χ.Κ., Κ.Κ. και ΔΑ. εξακολουθούν να είναι κύριοι των οικοπεδικών τμημάτων που περιγράφονται στο ανωτέρω εκχωρητήριο και οριστικό συμβόλαιο, ήτοι οι κληρονόμοι του Χ.Κ., Μ.

Φ. κατά ποσοστό [19,666/256Χ 1/2] 9,833/256 εξ αδιαιρέτου και Α. και Π. Κ. κατά ποσοστό [19,666/256X1/4] 4,916/256 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ο κληρονόμος του Κ.Κ. Μ. - Μ. Κ. κατά ποσοστό 19,666/256 εξ αδιαιρέτου και οι κληρονόμοι του ΔΑ. Π. Α. Α. Α., Π. Μ. κατά ποσοστό 9,197333/256 ο καθένας, όπως τα ανωτέρω ποσοστά δεν αμφισβητούνται. Κατόπιν αυτών εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σχετικά με τα προαναφερόμενα, με τη σημείωση ότι όπου αναφέρει τη σύμπραξη της εναγόμενης στα καταρτισθέντα συμβόλαια, προφανώς εννοεί του νομίμου εκπροσώπου της αφού μόνο φυσικό πρόσωπο είναι δυνατόν να υπογράψει, το οποίο όπως προεκτέθηκε ήταν ο Η.

Τ., όπως εξάλλου δεν αμφισβητείται, οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εναγόμενης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, όπως και η έφεση της εναγομένης στο σύνολό της". 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, η δε απόφασή του αυτή έχει επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και εντεύθεν δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλες οι προϋποθέσεις που καθιστούν άκυρες τις επίμαχες οριστικές ή προσυμφωνημένες μεταβιβάσεις τμημάτων εξ αδιαιρέτου του σ' αυτήν περιγραφομένου ακινήτου, προσδιορίζοντας τις ενέργειες καθενός των συμβληθέντων σ' αυτές που συνιστούν και ποινικά αδικήματα στα οποία συμμετείχαν κατά το κρίσιμο χρόνο των επίμαχων μεταβιβάσεων οι εκπρόσωποι των συμβαλλομένων μερών, τελώντας εν γνώσει ότι ζημιώνουν την περιουσία της τελούσας σε εκκαθάριση ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητης ομόρρυθμη εταιρία.

Γι αυτό οι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις αντίθετες προς τις παραπάνω παραδοχές της είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 193 ΚΠολΔ ορίζει "Δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης".

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στα δικαστικά έξοδα στα οποία καταδικάζεται ο διάδικος που νικήθηκε και επιδικάζονται στο διάδικο που νίκησε κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 επ. ΚΠολΔ, έχει δε την έννοια ότι είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλεται η απόφαση ως προς μόνη τη διάταξη περί εξόδων, κατά παράλειψη κάθε άλλου παραπόνου επί της ουσίας της υποθέσεως (ΑΠ 1000/2005).

Ως ουσία της υποθέσεως νοείται κάθε τι που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξαρτήτως αν αφορά ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα (βλ. ΑΠ 1306/1990 Ελ Δ/νη 1992/311).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προέβη σε νέο, ευνοϊκότερο για την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, προσδιορισμό των επιδικαζομένων σ' αυτήν δικαστικών εξόδων, σύμφωνα και με τα άρθρα 100 και 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως τότε ίσχυαν, (στο ποσό των 83.000 Ευρώ), κατά παραδοχή ως βασίμου σχετικού λόγου έφεσης της κατά της υπ' αριθμ. 2396/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. κατάθεσης 1024/10-3-2006 έφεσή της, εκτός από την προσβολή της παραπάνω πρωτοβάθμιας απόφασης ως προς τα δικαστικά έξοδα προσέβαλε αυτήν με τον πρώτο - ιδιαίτερο λόγο της έφεσης αυτής και ως προς την απόρριψη της βάσης της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής της με την οποία ζήτησε την ακυρότητα των επίμαχων συμβολαίων λόγω μη καταβολής του τέλους ακίνητης περιουσίας (άρθρο 24 παρ. 18 του ν.2130/1993), ως απαράδεκτης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας να προτείνει την εν λόγω ακυρότητα, τον οποίο (πρώτο λόγο έφεσης) απέρριψε το Εφετείο ως αβάσιμο.

Η ενάγουσα είχε όμως έννομο συμφέρον να προσβάλλει την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την προαναφερόμενη απόρριψη της αγωγής της, καίτοι είχε γίνει δεκτή η άλλη βάση της ίδιας αγωγής, καθόσον αυτή θα επανακρινόταν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λόγω της άσκησης της αντίθετης έφεσης εκ μέρους της εναγομένης και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε κρίνει επ' αυτής.

Επομένως το Εφετείο ορθά με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της ενάγουσας κατά της προμνημονευόμενης απόφασης ως προς τον πρώτο λόγο αυτής (που απέρριψε ως αβάσιμο) και β) σύννομα προσδιόρισε, σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων (3% επί της αξίας του αντικειμένου της επίδικης διαφοράς), των επιδικαζομένων στην ενάγουσα δικαστικών εξόδων ύψους 83.600 και κατά στρογγυλοποίηση 83.000 ευρώ (943.238.400 δραχμές= 2.768.124,40 ευρώ χ 3%), κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης της με τον οποίο προσέβαλε, την πρωτοβάθμια απόφαση.

Συνακόλουθα οι από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες από τον αριθμ. 2.3 λόγο της ένδικης αίτησης αιτιάσεις και ειδικότερα: α) του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε από την εκκαλούσα εναγομένη σχετικά με τον ως άνω λόγο έφεσης της ενάγουσας (για την ακυρότητα των επίμαχων συμβολαίων λόγω μη καταβολής του τέλους ακίνητης περιουσίας) και με τον οποίο ζήτησε να κηρυχθεί ως απαράδεκτος που θα είχε ως συνέπεια ότι η ενάγουσα απαραδέκτως πλέον προσβάλλει την πρωτοβάθμια απόφαση μόνο ως προς τα δικαστικά έξοδα, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο έκρινε επί του πρώτου λόγου της έφεσης της ενάγουσας που απέρριψε ως αβάσιμο και έτσι δεν παρέλειψε να εξετάσει το σχετικό περί απαραδέκτου λόγο της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και προχώρησε μετά ταύτα στον επαναπροσδιορισμό των δικαστικών εξόδων που έγιναν όχι από σφάλματα της ενάγουσας ή από υπερβολική πρόνοιά της, αλλά ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και την υπεράσπιση της δίκης (άρθρο 189 ΚΠολΔ).

Γι' αυτό και ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης (υπ' αρ. 2.3) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολό του. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ένδικης αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-7-2008 αίτησή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία" ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΪΑ ... ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ - ΕΞΑΓΩΓΑΙ Α.Ε"που εδρεύει στη Βέροια, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1136/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ