Legislator Case Law & Legislation
1818/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance judgment for failure to examine a new ground of appeal regarding construction defects.

Case Number 1818/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the second instance judgment because the appellate court failed to examine a specific ground of appeal regarding construction defects. The appellants argued that the lower court ignored structural flaws in the building that should have prevented construction, a claim not raised in the first instance. The court ruled that this new argument was admissible and fundamental to the case, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appellate court must examine all grounds of appeal, including new ones raised by the appellant, and if it fails to do so, the appeal must be allowed and the case remanded for further proceedings.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal against judgment new ground of appeal failure to examine remand for further proceedings construction defects structural integrity

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 269 of the Code of Civil Procedure
Article 527 no. 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 691 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1818 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1818/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Ε. χήρα Θ. Μ., το γένος Ε. Λ., κατοίκου ..., 2. Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ... και 3. Π. Μ. του Θ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου .

Των αναιρεσιβλήτων: Ν. Ρ., κατοίκου ... και 2. Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2005 αγωγή του αρχικού διαδίκου Θεοφάνη Μίχα, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3056/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2169/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-3-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 1634δ'/9-11-2011 και 4778/18-10-2011 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ... και της δικαστικής επιμελήτριας Χαλκίδος Α. Μ. αντιστοίχως, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδουσες την συζήτηση αναιρεσείουσες, αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον πράξη ορισμού δικασίμου για την 24ην Σεπτεμβρίου 2012 και μετ' αναβολήν για την παρούσα δικάσιμο και κλήση για να παραστεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως, επεδόθη νομοτύπως και εμπροθέσμως σε κάθε αναιρεσίβλητο. Οι τελευταίοι όμως, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία τους, σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε έναν από τους κύριους ή πρόσθετους λόγους εφέσεως που προτάθηκαν για να στηρίξουν το ένδικο αυτό μέσο. Πράγματι, το Εφετείο οφείλει να κρίνει, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ή όχι σωστά με βάση τους διαλαμβανόμενους στο εφετήριο λόγους και τους τυχόν βραδύτερα προτεινόμενους πρόσθετους (εφόσον εισάγουν ουσιώδη για την κρίση της ένδικης διαφοράς παράπονα). Οφείλει δηλαδή να κρίνει τα αποδιδόμενα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τον εκκαλούντα σφάλματα και παραλείψεις που, κατά τα άρθρα 106, 118 αρ.4, 510 και 522 Κ.Πολ.Δ. αναφέρονται, είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά και πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αποβιώσας δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών, οι οποίες συνεχίζουν την δίκη, ιστορούσε στην ένδικη αγωγή: "Ότι με σύμβαση έργου, την οποία συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο, ανέθεσε σε αυτόν και ο τελευταίος ανέλαβε να ανεγείρει διώροφη οικοδομή σε οικόπεδο του ενάγοντος, αντί αμοιβής 52.825 ευρώ, στην οποία περιελαμβάνοντο και η αμοιβή του πολιτικού μηχανικού, όλες οι δαπάνες, ως και οι ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α.

Ότι όταν ο πρώτος εναγόμενος είχε ολοκληρώσει την κατασκευή των οπτοπλινθοδομών, παρεπλάνησε τον ενάγοντα, ειπών ότι είχε κατασκευάσει το έργο σύμφωνα με τα σχέδια, την οικοδομική άδεια και τους κανόνες της οικοδομικής τέχνης και έτσι αυτός κατέβαλε, έναντι της οφειλομένης αμοιβής, το ποσόν των 48.500 ευρώ.

Μετά ταύτα όμως επενέβη η Πολεοδομική Υπηρεσία, η οποία διέταξε την παύση των οικοδομικών εργασιών, επειδή α') διεπίστωσε, ότι είχε γίνει παράνομη υπέρβαση της οικοδομικής αδείας και είχε καλυφθεί μεγαλύτερη κατά 10 - 15τ.μ. επιφάνεια και β') επίσης διεπίστωσε, ότι δεν είχε γίνει καθόλου εφαρμογή της εγκεκριμένης στατικής μελέτης, με συνέπεια λόγω της παραβάσεως αυτής, η οικοδομή να είναι στατικώς ανεπαρκής και να κινδυνεύει να καταρρεύσει σε περίπτωση σεισμού.

Τα πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αναφέρονται στην στατική μελέτη, συνίστανται στα εξής: 1) αντί να κατασκευασθούν έξι (6) κολώνες, διαστάσεων 25εκ. Χ 40εκ. και 25εκ. Χ 50εκ. κατασκευάσθηκαν άλλες μικροτέρων διαστάσεων και χωρίς θεμελίωση, 2) στο κέντρο του κτιρίου κατασκευάσθηκε μία μόνον κολώνα, διαστάσεων 35εκ Χ 50εκ, η οποία, όπως ελέχθη στον ενάγοντα από πολιτικούς μηχανικούς τόσον της Πολεοδομίας όσον και από ιδιώτες πολιτικούς μηχανικούς, σε περίπτωση σεισμού θα παρασύρει όλην την οικοδομή, η οποία θα καταρρεύσει, 3) η οικοδομή, όπως και οι κολώνες της, δεν έχει θεμέλια και 4) η τοιχοποιία, αντί να έχει πάχος 25 εκατοστών, έγινε με μονό τούβλο και χωρίς μόνωση.

Τα πραγματικά αυτά ελαττώματα καθιστούν την οικοδομή παντελώς άχρηστη, ακατάλληλη και επικίνδυνη για την χρήση για την οποία προορίζεται και για τον λόγο αυτόν η Πολεοδομική Υπηρεσία απέρριψε αίτηση της δευτέρας εναγομένης, η οποία ως πολιτικός μηχανικός είχε φροντίσει για την μελέτη και επίβλεψη του έργου, για να δοθεί άδεια συνεχίσεως των εργασιών.

Ότι, ως εκ τούτου, ήταν πλέον απαραίτητη η κατεδάφιση της οικοδομής και η ανέγερση νέας, επειδή ο πρώτος εναγόμενος, τουλάχιστον με την ανοχή της δευτέρας, παραβίασε τους κανόνες της οικοδομικής και επί πλέον εχρησιμοποίησε ευτελή και λιγότερα από τα απαραίτητα οικοδομικά υλικά, προκειμένου να επιτύχει μεγαλύτερο κέρδος.

Ζητούσε δε εν τέλει, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τον αποζημιώσουν κατά τις διατάξεις από την σύμβαση έργου και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Μετά από την απόρριψη της αγωγής από το Πρωτοδικείο ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, τα ως άνω πραγματικά ελαττώματα, τα οποία έχουν σχέση με την στατική μελέτη της οικοδομής και την καθιστούν άχρηστη και κατεδαφιστέα, οι αναιρεσείουσες τα επεκαλέσθησαν και ενώπιον του Εφετείου με τον πρώτο λόγο της εφέσεως, το δε Εφετείο, στην προσβαλλομένη απόφασή του διέλαβε τα εξής: "Ο δικαιοπάροχος των εκκαλουσών και αρχικός ενάγων - εκκαλών Θ.

Μ. του Γ. είχε, όσο ζούσε, στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του, ένα ακίνητο, οικοπεδικής αξίας, στον Κάλαμο Αττικής ... Ο παραπάνω ενάγων, με το από 16-8-2002 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που αποτελεί σύμβαση εργολαβίας, ανέθεσε, ως εργοδότης, στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ήταν εργολάβος οικοδομών και ο τελευταίος ανέλαβε να κατασκευάσει, για λογαριασμό και κατ' εντολή του ενάγοντος, πάνω στο ως άνω οικόπεδό του, μια οικία, αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο, -(57τ.μ.

το ισόγειο και 50τ.μ. στον πρώτο όροφο)-, αντί αμοιβής 52.825 ευρώ και με τη συμφωνία να αποπερατωθούν οι σχετικές εργασίες μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2003. Η δεύτερη εναγομένη, με την ιδιότητα που είχε, ως επιβλέπουσα πολιτικός μηχανικός, κατέθεσε στο αρμόδιο πολεοδομικό Γραφείο Καπανδριτίου τα απαιτούμενα σχέδια ξυλοτύπων και θεμελιώσεων, μαζί με τις σχετικές κατόψεις ισογείου και ορόφου, ενώ υπέγραψε για τη μελέτη και την επίβλεψη της όλης οικοδομής.

Μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. .../2003 σχετικής οικοδομικής άδειας, οι εναγόμενοι άρχισαν να ανεγείρουν την οικοδομή. Ο ενάγων, κατά τις εργασίες ανεγέρσεως της οικοδομής, ήταν, πάντοτε, παρών, ήλεγχε, επέβλεπε και υποδείκνυε τον τρόπο ανέγερσης της οικοδομής του. Κατά την κατασκευή της οικοδομής, όμως, καλύφθηκε στεγασμένος χώρος και επιφάνεια παραπάνω από την προβλεπόμενη στην οικοδομική άδεια και, συγκεκριμένα, κατά 10 έως 15 περίπου τετραγωνικά μέτρα.

Το γεγονός αυτό υπέπεσε στην αντίληψη του αδελφού του ενάγοντος Ε. Μ., ο οποίος έχει στην ιδιοκτησία του όμορο ακίνητο σε σχέση με αυτό του ενάγοντος και την 1-7-2003 προέβη σε σχετική καταγγελία στην Πολεοδομία Καπανδριτίου, οπότε, μετά από αυτοψία, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. .../1934/24-9-2004 έγγραφο διακοπής εργασιών του Πολεοδομικού Γραφείου Καπανδριτίου (Τομέας Αυθαιρέτων), καθόσον διαπιστώθηκε, ότι στην ως άνω, υπό ανέγερση οικοδομή του ενάγοντος, είχαν τελεσθεί οικοδομικές εργασίες, καθ' υπέρβαση της πιο πάνω οικοδομικής αδείας, όπως αλλαγές στις όψεις και κατόψεις, κλείσιμο ημιυπαιθρίων χώρων, δημιουργία εξωστών και ανοιγμάτων.

Ωστόσο, αποδείχθηκε, ότι όλες οι τροποποιήσεις και οικοδομικές εργασίες, που έγιναν, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας, πραγματοποιήθηκαν μετά από υποδείξεις και κατ' απαίτηση του ιδίου του ενάγοντος, ο οποίος, αυτοπροσώπως, έδωσε εντολή στον πρώτο εναγόμενο, κατά τον χρόνο ανεγέρσεως της οικοδομής του, να καλύψει 15 περίπου τετραγωνικά μέτρα μεγαλύτερη επιφάνεια, από εκείνη που όριζε η άδεια οικοδομής ...

Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν δόλο και ότι είχαν σκοπό να αποκομίσουν ίδιον όφελος από τις παραπάνω παραβάσεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται ο ενάγων και οι εκκαλούσες, καθώς οι εναγόμενοι αυτοί ενήργησαν, σύμφωνα με τις υποδείξεις και το συμφέρον του ενάγοντος. Ο τελευταίος και οι εκκαλούσες επικαλούνται στο δικόγραφο της εφέσεως διάφορα πραγματικά περιστατικά, που επιχειρούν να στηρίξουν σε συγκεκριμένα ελαττώματα του έργου και σε μη προβολή αντιρρήσεων εκ μέρους του εναγομένου εργολάβου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 691 Α.Κ., που αναφέρεται σε δικαιώματα του εργοδότη από ελλείψεις του έργου (που εκτελέσθηκε μετά από σχετική σύμβαση), εξ υπαιτιότητας του εργολάβου, υποστηρίζοντας, ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό, ότι ο ως άνω αρχικός ενάγων ήταν παρών κατά τις εργασίες κατασκευής της οικοδομής και υποδείκνυε τον τρόπο κατασκευής της, οι εναγόμενοι δεν αντέλεξαν στις υποδείξεις του, ούτε εξέφρασαν, ρητώς και σαφώς, τις αντιρρήσεις τους, παρ' όλο που πρόκειται για σοβαρές παραβάσεις στην οικοδομική άδεια, που οι εναγόμενοι έπρεπε να είχαν αρνηθεί να προχωρήσουν στην κατασκευή της οικοδομής, εφόσον ήθελε υποτεθεί ότι ο ενάγων υποδείκνυε σε αυτούς παρατυπίες.

Τους ισχυρισμούς και τα περιστατικά αυτά, όμως, ο ενάγων δεν είχε προβάλει καθόλου πρωτόδικα, ώστε να ερευνηθούν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, αλλά απαραδέκτως προβάλλονται, τώρα, για πρώτη φορά, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, με την κρινόμενη έφεση. Γι' αυτό, - και ανεξάρτητα από το ότι το σχετικό βάρος αποδείξεως, δηλαδή περί του ότι υπήρξαν ρητές αντιρρήσεις του εργολάβου, το φέρει ο ίδιος ..., όλοι οι ως άνω σχετικοί ισχυρισμοί, που για πρώτη φορά προβάλλονται στο δικαστήριο τούτο, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, αφού δεν είχαν προβληθεί πρωτόδικα και, έτσι, τώρα, οι ισχυρισμοί αυτοί θεωρείται, ότι είναι οψιγενείς και προβάλλονται χωρίς τη συνδρομή των αναφερομένων στις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 αρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ.

προϋποθέσεων ...".

Με αυτά όμως τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον αποτελούντα και λόγον της εφέσεως αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειουσών για τα πραγματικά ελαττώματα της οικοδομής, τα οποία έχουν σχέση με την εφαρμογή της στατικής μελέτης και καθιστούν την οικοδομή άχρηστη και κατεδαφιστέα, επί πλέον δε, κατά τις αναιρεσείουσες, απετέλεσαν την αιτία για να μην επιτρέψει η Πολεοδομική Υπηρεσία, την εξακολούθηση των οικοδομικών εργασιών. Τα εν λόγω δε πραγματικά ελαττώματα θεμελιώνουν εν τέλει και την βάση της αγωγής από την σύμβαση έργου και την αδικοπραξία. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Ακολούθως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2169/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ