1818/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/1999 μη οριστική και 122/20003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 330/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/8/2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1818/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναίρεση, συνεπώς, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου (Ολ.Α.Π. 27/2007).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1818 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1818/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ι. Γ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Γ. Γ. του Ν., 3) Ι. Γ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπακωνσταντίνου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/1999 μη οριστική και 122/20003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 330/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/8/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 25/10/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13/8/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ., 558, 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 35 του Α.Κ. προκύπτει ότι η απευθυνόμενη κατά αποβιώσαντος αίτηση αναιρέσεως, όπως και κάθε άλλο ένδικο μέσο, είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση προτού ασκήσει την αναίρεσή του, με οποιοδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση, συνεπώς, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου (Ολ.Α.Π. 27/2007).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 290 και 291 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι την επανάληψη της διακοπείσας λόγω θανάτου του διαδίκου δίκης μπορεί να προκαλέσει αναγκαστικά και ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, υπό την προϋπόθεση ότι έχει παρέλθει η τετράμηνη προθεσμία για την αποποίηση αυτής, που αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας (άρθρο 1847 εδ.
α' Α.Κ.).Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται και κατά του Π. Γ. (πρώτου αναιρεσίβλητου), ο οποίος, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον από 5/3/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ασίνης, απεβίωσε την 5/3/2010, δηλαδή πριν από την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, που έλαβε χώρα την 13 /8/2010, όπως προκύπτει από την παρά πόδα του δικογράφου αυτής συνταχθείσα υπ' αριθμ. 40/13/8/2010 έκθεση καταθέσεως δικογράφου αναιρέσεως.
Ενόψει όμως του ότι δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας, ότι το αναιρεσείον γνώριζε το θάνατο του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναίρεση αποβαίνει έγκυρη και ισχυρή και κατ' αυτού .
Όπως δε προκύπτει από 8328 Β/28/6/ 2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Κωνσταντίνου Σπυρόπουλου, αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της αποφάσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τον Ιωάννη Π. Γ., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του πρώτου αναιρεσίβλητου (βλ. α) το με αριθμό πρωτ.18294 /22/6/2011 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Ναυπλιέων και β) το με αριθμό πρωτ. 588/13/4/2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου, από το οποίο προκύπτει ότι έως την έκδοση του ως άνω πιστοποιητικού δεν δημοσιεύθηκε διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος), μετά την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του οικείου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρών και ο ανωτέρω κλητευθείς υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι : α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπομένη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου ως προς το δόλο πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαρειά αμέλεια .
Το στοιχείο δε της γνώσης πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, που είναι ο χρόνος κατάρτισης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και όχι ο χρόνος της μεταγραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου σε περίπτωση που η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία αφορά πώληση ακινήτου. Μεταγενέστερη γνώση του τρίτου δεν βλάπτει.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή .
Σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται.
Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997). Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψει αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 278/2011, Α.Π. 1206/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Π. Γ. (που απεβίωσε την 5/3/2010 και κληρονομήθηκε από τον Ι.
Γ.) ήταν κατά το χρόνο ασκήσε-ως της αγωγής ομόρρυθμο μέλος των ομορρύθμων εταιρειών με τις επωνυμίες " Γ. Π. και Σία Ο.Ε." και " Ν. και Π. Γ. ΟΕ" με έδρα το .... Σε βάρος των παραπάνω εταιρειών ήταν στις 15 /5/1997 βεβαιωμένες στη ΔΟΥ Ναυπλίου απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που αφορούσαν οικονομικές χρήσεις των ετών 1984, 1985, 1986, 1987, 1994, 1995 και 1996, για φόρο εισοδήματος, πρόστιμο ΚΒΣ, φόρου κύκλου εργασιών και πρόστιμο του ν. 820/1978, συνολικού ύψους 36.955.043 δραχμών.
Το ποσό αυτό είχε διαπιστωθεί μετά από έλεγχο των φορολογικών στοιχείων των ως άνω εταιρειών, που συνέχιζε να διενεργεί η ΔΟΥ Ναυπλίου από το 1993, μετά από σχετική κατάσχεση των βιβλίων και φορολογικών στοιχείων των εταιρειών από την ΥΠΕΔΑ, η οποία και τα έστειλε στη ΔΟΥ Ναυπλίου, με αποτέλεσμα η τελευταία να βεβαιώσει ταμειακά σε βάρος των άνω εταιρειών και κατ' επέκταση σε βάρος του πρώτου εναγομένου το παραπάνω ποσό σταδιακά κατά το έτος 1997.
Ο πρώτος εναγόμενος, αν και γνώριζε την ύπαρξη των εν λόγω χρεών των εταιρειών του, για τα οποία ευθύνονταν και με την προσωπική του περιουσία, που δεν ήταν επαρκής προς ικανοποίηση των απαιτήσεων της ΔΥΟ Ναυπλίου, εν τούτοις με το .../ 10/ 5/ 1996 συμβόλαιο του συμ/φου Ναυπλίου Γ. Περράκη, που μεταγράφηκε στις 15 /5 /1996 νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ναυπλίου πώλησε και μεταβίβασε στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, παιδιά του αδελφού του Ν., αντί τιμήματος 50.000.000 δραχμών, το μερίδιό του σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, επί ενός κτιρίου μετά του οικοπέδου του, στο ...
εντός σχεδίου πόλεως, στην οδό ... αρ. 50, όπου λειτουργούσε το ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο Δελφίνι, β' κατηγορίας. Το κτίριο είναι επιφανείας 1.242, 10 τ.μ. με 22 δωμάτια, σε οικόπεδο άρτιο 604 τ.μ. Η πραγματική αξία του μεριδίου του πρώτου εναγομένου ανέρχονταν, κατά το χρόνο καταρτίσεως του συμβολαίου (10/5/1996) στο ποσό των 70.000.000 δραχμών και καταβλήθηκε ως τίμημα το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ενώ η ΔΟΥ εκτίμησε την αξία του μεριδίου σε 66.760.000 δραχμές.
Το ακίνητο κατά το χρόνο καταρτίσεως του συμβολαίου είχε βάρη υπέρ τρίτων, τα οποία ήταν προσημείωση υποθήκης υπέρ ΕΤΕ (4.800.000 δρχ.), υποθήκη υπέρ Εμπορικής Τράπεζας (4.571.151 δρχ.), υποθήκη υπέρ ΕΤΕ (4.262.227 δρχ.), προσημείωση υποθήκης υπέρ Εμπορικής Τράπεζας (4.261.800 δρχ.), προσημείωση υποθήκης υπέρ Τράπεζας Κρήτης (7.000.000 δρχ.), υποθήκη υπέρ ΔΟΥ Ναυπλίου (10.336.308 δρχ.) και προσημείωση υπέρ Α.
Ν. (7.500.000 δρχ.) .Η πώληση του μεριδίου έγινε στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, διότι ο πατέρας τους είχε ήδη το άλλο μερίδιο του ακινήτου, προς αποφυγή συγκυριότητας και συνεκμετάλλευσης του ξενοδοχείου από τρίτους. Οι αγοραστές πλήρωσαν τα παραπάνω βάρη και εξόφλησαν και το χρέος του πρώτου προς τη ΔΟΥ Ναυπλίου ύψους 10.336.308 δρχ., για το οποίο είχε γραφεί υποθήκη, η οποία και εξαλείφθηκε.
Με την εξόφληση του χρέους αυτού προς τη ΔΟΥ Ναυπλίου οι αγοραστές ευλόγως πίστευσαν ότι δεν υπήρχε άλλη οφειλή του πρώτου εναγομένου προς αυτή, λαμβανομένου υπόψη ότι οι οφειλές των παραπάνω εταιρειών προς το Ελληνικό Δημόσιο βεβαιώθηκαν ταμειακώς σταδιακά κατά τη διάρκεια του έτους 1997, δηλαδή μετά την κατάρτιση του κρίσιμου συμβολαίου (10/5/1996) και ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων κατά την κατάρτιση της ως άνω αγοραπωλησίας δεν γνώριζαν τον καταδολιευτικό σκοπό του πρώτου εξ αυτών .
Κατέληξε δε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, κατά την κατάρτιση του συμβολαίου αγοράς (10/5 /1996) δεν τελούσαν σε γνώση των χρεών του πρώτου (πωλητή) προς το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο και προέβησαν στην αγορά έχοντας την πεποίθηση ότι με την καταβολή από αυτούς προς τη ΔΟΥ Ναυπλίου του ποσού των 10.336.308 δραχμών είχαν εξοφλήσει όλες τις οφειλές του πωλητή και ότι δεν συντρέχει περίπτωση διαρρήξεως της αγοραπωλησίας που κατάρτισαν οι εναγόμενοι .
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή του. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερ-μήνευσες και εφάρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 939 και 941 Α.Κ., καθόσον, όπως προεκτέθηκε, χρόνος που συντελείται η απαλλοτρίωση είναι ο χρόνος καταρτίσεως του συμβολαιογραφικού εγγράφου και όχι ο χρόνος της μεταγραφής, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις παραδοχές αυτές περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση συνοπτικές αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Ειδικότερα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με το σχετικό μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, γιατί ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο έλεγχος των φορολογικών στοιχείων των ως άνω εταιρειών που ξεκίνησε από το έτος 1993 συνεχιζόταν, στη συνέχεια δέχεται ότι οι αγοραστές (δεύτερος και τρίτος των εναγομένων) είχαν την πεποίθηση ότι οι ίδιοι είχαν εξοφλήσει όλες τις οφειλές του πωλητή (πρώτου εναγομένου) με την καταβολή του ποσού των δρχ. 10.336. 208 δρχ.
για την εξόφληση της υποθήκης, η οποία όμως εξασφάλιζε το 20 % της απαιτήσεως της ΔΟΥ Ναυπλίου, που βεβαιώθηκε ταμειακά, λόγω άσκησης προσφυγής των εταιρειών κατά των σχετικών φύλλων ελέγχου, ενώ δηλαδή ήταν γνωστό ότι μέχρι την εγγραφή της υποθήκης απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ήταν τουλάχιστον πενταπλάσια της βεβαιωθείσας, είναι το μεν αλυσιτελείς καθόσον, η διενέργεια ελέγχου των φορολογικών στοιχείων του απαλλοτριώσαντος δεν σημαίνει και ύπαρξη χρέους του τελευταίου προς το Ελληνικό Δημόσιο, πολλώ μάλλον δεν σημαίνει γνώση για την ύπαρξη του χρέους εκ μέρους των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, το δε αβάσιμες, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται παραδοχές ότι η υποθήκη εξασφάλιζε μόνο το 20% της απαιτήσεως της ΔΟΥ Ναυπλίου κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, αλλ' αντίθετα διαλαμβάνονται παραδοχές ότι η υποθήκη εξαλείφθηκε μετά την εξόφληση της απαιτήσεως για την οποία είχε εγγραφεί εκ μέρους των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων .
Επειδή, ως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι νομίμως προτεινόμενοι, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δι κονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ.Α.Π. 3/1997) .
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα με την έφεσή του ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος τελούσε εν γνώσει των οφειλών του, τόσο των προσωπικών όσων και της δεύτερης των ως άνω εταιρειών, εφόσον του είχαν κοινοποιηθεί τα σχετικά φύλλα ελέγχου, κατά των οποίων είχε ασκήσει προσφυγή, ότι κατόπιν αυτού βεβαιώθηκε ταμειακά το 20 % των οφειλών του προς το Δημόσιο και ότι η υποθήκη εξασφάλιζε μόνον το 20% της ως άνω οφειλής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, καθόσον τα περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων αναφέρονται στη γνώση για την ύπαρξη χρεών εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος προέβη στην απαλλοτριωτική δικαιοπραξία ως πωλητής και όχι στη γνώση της ύπαρξης χρεών αυτού εκ μέρους των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνεβλήθησαν στην απαλλοτριωτική δικαιοπραξία ως αγοραστές, η οποία και μόνον ενδιαφέρει στην κρινόμενη περίπτωση.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13/8/2010 αίτηση για αναίρεση της 330/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ