Legislator Case Law & Legislation
1818/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease termination and rent arrears due to procedural and substantive errors.

Case Number 1818/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the plaintiffs' claim for rent arrears and lease termination. The plaintiffs argued the defendants failed to prove their right to terminate the lease unilaterally or claim unpaid rent after the tenant's departure. The court held that the defendants lacked a valid claim for the specific months in question and could not terminate the lease unilaterally due to non-payment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 486, 494, 788, 789 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court must reject an appeal if the appealed judgment is substantively correct and the appeal arguments are inadmissible or irrelevant.

Keywords

AI generated
lease termination rent arrears unilateral termination appeal dismissal civil procedure substantive law contractual obligations

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 574 of the Civil Code
Article 44 of Presidential Decree 34/1995
Article 494 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 486, 494, 788, 789 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1818 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1818/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ, 2. Ψ, 3. Ζ και 4. Ξ. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΟΤΖΙΚ ΝΤΑΤΑ ΙΝΦΟΡΜΕΪΣΟΝ ΣΥΣΤΕΜΣ - ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "LOGICDIS S.A.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Οκτωβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1887/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6762/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 7796γ και 7797γ/30-1-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... με επιμέλεια των αναιρεσειόντων επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε καθένα των αναιρεσίβλητων ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Εφόσον συνεπώς οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, η οποία έχει εφαρμογή και επί εμπορικών μισθώσεων (άρθρ. 44 του π.δ. 34/1995), με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το μίσθωμα. Η από την εν λόγω σύμβαση ενοχή του εκμισθωτή είναι αδιαίρετη, διότι το αντικείμενό της, δηλαδή η χρήση του μισθίου, είναι αδιαίρετο, αφού δεν επιδέχεται κατάτμηση.

Εξάλλου σε περίπτωση συνεκμίσθωσης έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 494 Α.Κ., κατά την οποία αν περισσότεροι οφείλουν αδιαίρετη παροχή, εφαρμόζονται οι διατάξεις της οφειλής εξ ολόκληρου καθώς και οι περί κοινωνίας διατάξεις των άρθρων 785 επ. Α.Κ. Κατά την Α.Κ. 788 η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς, μεταξύ δε των πράξεων διοίκησης και διαχείρισης αυτού περιλαμβάνεται και η καταγγελία της μίσθωσης, η οποία γίνεται από όλους τους συνεκμισθωτές κατά όλων των συμμισθωτών στην περίπτωση που αυτοί είναι περισσότεροι του ενός, αν δε η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως γίνει από το μισθωτή ή τους συμμισθωτές πρέπει να ασκείται εναντίον όλων των συνεκμισθωτών.

Περαιτέρω στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται (και) στην αιτιολογία που δεν προσβάλλεται αποτελεσματικώς.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης μισθώσεως του τρίτου ορόφου του πιο κάτω αναφερόμενου ακινήτου ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, που είχαν εκμισθώσει στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: Με το από 12.2.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στην πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη), για χρονικό διάστημα εννέα ετών.

τον πρώτο και δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας, που βρίσκεται στη ..., στη συμβολή των οδών ..., ... και ..., για να χρησιμοποιηθούν ως γραφεία της εναγομένης και των θυγατρικών εταιριών αυτής. Δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως που καταρτίστηκε μεταξύ όλων των εναγόντων (αναιρεσειόντων) και της πρώτης εναγομένης στις 12.2.1998, για την οποία συντάχθηκε το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, οι πρώτοι εκμίσθωσαν στην τελευταία τον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας που βρίσκεται στη ..., στη συμβολή των οδών..., ...

και ..., συνολικής επιφάνειας 470 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση των γραφείων της πρώτης εναγομένης και των θυγατρικών της εταιριών. Με το δεύτερο όρο του ως άνω συμφωνητικού, η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε εννεαετής, αρχόμενη από την 1.4.1998 και λήγουσα την 31.3.2007, ρητά συμφωνηθέντος μεταξύ των συμβαλλομένων με τον ίδιο όρο ότι η μισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει αζημίως γι' αυτήν τη μίσθωση με έγγραφη προ εξαμήνου.

καταγγελία της προς τους εκμισθωτές οπωσδήποτε μετά τη λήξη της πρώτης τριετίας διάρκειας αυτής, ήτοι μετά την 31.3.2001, χωρίς να υποχρεούται στην καταβολή οποιασδήποτε αποζημιώσεως. Με τον τρίτο όρο του ίδιου συμφωνητικού το μηνιαίο μίσθωμα ορίστnκε σε 1.343.488 δραχμές (3.942,74 ευρώ) για το πρώτο έτος της μίσθωσης, το οποίο συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κατά ποσοστό 10% για κάθε ένα από τα επόμενα δύο έτη, ενώ για το μετά την 1.4.2001 χρονικό διάστημα συμφωνήθηκε ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά το ποσοστό του δείκτη καταναλωτή, πλέον δύο ποσοστιαίων μονάδων, ήδη δε το μηνιαίο μίσθωμα από 31.8.2003 διαμορφώθηκε σε 5.575,44 ευρώ πλέον χαρτοσήμου από 200,71 ευρώ.

Με τον ίδιο όρο του παραπάνω συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι "η καταβολή του μισθώματος θα γίνεται στην κατοικία και στα χέρια του εκ των εκμισθωτών Χ, ο οποίος εξουσιοδοτείται από τους λοιπούς εκμισθωτές και ορίζεται ως δεκτικός κάθε καταβολής, ή σε τραπεζικό λογαριασμό του, που θα υποδειχθεί μελλοντικά απ' αυτόν και μετά την προσκόμιση στον Χ της σχετικής απόδειξης καταβολής από την τράπεζά του αυτός στη συνέχεια θα δίνει στη μισθώτρια την έγγραφη απόδειξη, δύναται δε να ενεργεί κατ' εντολή και για λογαριασμό των υπολοίπων εκμισθωτών, οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή πράξη που έχει σχέση με το μίσθιο και την παρούσα σύμβαση.

Με τον όρο 17 του ως άνω συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι: Η μη εμπρόθεσμη καταβολή του μισθώματος ως και της βαρύνουσας το μίσθιο αναλογίας επί των δαπανών κοινοχρήστων χώρων ή η παράβαση οποιουδήποτε των όρων του παρόντος (που ρητά συνομολογούνται ως ουσιώδεις) παρέχει στους εκμισθωτές το δικαίωμα να λύσουν μονομερώς την παρούσα σύμβαση και να εξώσουν τη μισθώτρια από το μίσθιο κατά την εξωστική διαδικασία του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, στην περίπτωση δε αυτή καταπίπτει η δοθείσα εγγύηση και καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά όλα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, μέχρι λήξεως του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου.

Στην ως άνω σύμβαση συμβλήθηκε ως εγγυητής ο δεύτερος εναγόμενος (2ος αναιρεσίβλητος) ..., ο οποίος με τον όρο 19 του συμφωνητικού αυτού εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των όρων αυτού και ειδικά την καταβολή των μισθωμάτων και όλων γενικά των οικονομικών υποχρεώσεων που βαρύνουν τη μισθώτρια και αποδέχτηκε να ευθύνεται έναντι των εκμισθωτών εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη μισθώτρια ως αυτοφειλέτης.

Πέραν της ως άνω μισθώσεως, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο οι τρεις πρώτοι ενάγοντες είχαν συνάψει με την εναγομένη δύο ακόμη συμβάσεις μισθώσεως, για τις οποίες συντάχθηκαν ισάριθμα μισθωτήρια συμφωνητικά με ημερομηνία 12.2.1998, δυνάμει των οποίων οι πρώτοι (τρεις πρώτοι ενάγοντες) εκμίσθωσαν στην τελευταία τον πρώτο και δεύτερο όροφο, αντίστοιχα, της ως άνω πολυκατοικίας, για να χρησιμοποιηθούν οι χώροι αυτού ως γραφεία της εναγομένης και των θυγατρικών εταιριών αυτής, υπό τους αναφερόμενους σ' αυτές όρους, μεταξύ των οποίων και πανoμoιότυπoς ο όρος περί αζήμιας καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του μισθωτή μετά πάροδο τριετίας από την έναρξη της μισθώσεως.

Τόσο κατά τις σχετικές διαπραγματεύσεις, που προηγήθηκαν των ως άνω συμβάσεων, όσο και κατά την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων, οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ενάγουσα αντιπροσωπεύονταν από τον πρώτο ενάγοντα, σύζυγο της δεύτερης και πατέρα των λοιπών, στον οποίο είχαν αναθέσει τη διαχείριση των μίσθιων ακινήτων, ο οποίος μόνο, ενεργώντας ατομικά και ως πληρεξούσιος των λοιπών συνεκμισθωτών, στα πλαίσια αναθέσεως της ως άνω διαχειρίσεως, ήλθε σε προσωπική επαφή και απ' ευθείας συμφωνία με το νόμιμο εκπρόσωπο της μισθώτριας για την εκμίσθωση των ως άνω ακινήτων, ο ίδιος δε ενάγων, αντιπροσώπευε τις λοιπές ενάγουσες και καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας των μισθωτικών συμβάσεων, ερχόμενος μόνον αυτός απ' ευθείας σε συμφωνία με την εναγομένη για όλα τα θέματα που αφορούσαν αυτές, εισπράττοντας το σύνολο των μισθωμάτων, χορηγώντας εξοφλητικές αποδείξεις στη μισθώτρια κλπ.

Η ιδιότητα του πρώτου ενάγοντος ως εντολοδόχου και εντεύθεν αντιπροσώπου των λοιπών εναγόντων, προκύπτει σαφώς και από τον προαναφερθέντα όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού του τρίτου ορόφου, ο οποίος περιλήφθηκε πανομοιότυπος και στα λοιπά δύο συμφωνητικά του πρώτου και δεύτερου ορόφου, αντίστοιχα, με τον οποίο ορίστηκε ο πρώτος ενάγων από τις λοιπές συνεκμισθώτριες δεκτικός καταβολής του μισθώματος και επί πλέον δόθηκε σ' αυτόν από τις τελευταίες η εξουσία να ενεργεί κατ' εντολή και για λογαριασμό τους, οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή πράξη που έχει, σχέση με το μίσθιο και τις ως άνω συμβάσεις.

Οτι μετά πάροδο πενταετίας από την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων η πρώτη εναγομένη, κάνοντας χρήση του παρεχόμενου σ' αυτή δικαιώματος με το δεύτερο όρο των ως άνω συμφωνητικών περί αζήμιας καταγγελίας από τη μισθώτρια των ως άνω συμβάσεων μετά από πάροδο τριετίας από την κατάρτισή της, με την από 20.2.2003 "καταγγελία μισθώσεων ακινήτων" που επιδόθηκε στους τρεις πρώτους ενάγοντες στις 26.2.2003, όπως αυτή διορθώθηκε ως προς τις ημερομηνίες καταρτίσεως των ως άνω μισθωτηρίων με την επιδοθείσα στους ίδιους ενάγοντες από 5.3.2003 δήλωση - βελτίωση καταγγελίας, κατήγγειλε τις καταρτισθείσες με τα προαναφερόμενα από 12.2.1998 τρία συμφωνητικά παραπάνω συμβάσεις μισθώσεως, δηλ.

του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου της προαναφερόμενης πολυκατοικίας και κάλεσε τους παραπάνω ενάγοντες να παραλάβουν τα μίσθια την 31.8.2003, ή και ενωρίτερον εφόσον κληθούν προς τούτο. Στις 27 Αυγούστου 2003, επομένη της λήξεως του εξαμήνου από την άσκηση της ως άνω καταγγελίας, οπότε αυτή, σύμφωνα με τη σύμβαση θα επέφερε τα αποτελέσματά της, ο πρώτος ενάγων, ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων συνεκμισθωτών, αναγνωρίζοντας το κύρος της ασκηθείσας από την πρώτη εναγομένη καταγγελίας, συμφώνησε με το νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας η παραλαβή των μίσθιων ακινήτων και των κλειδιών αυτών να πραγματοποιηθεί στις 29.8.2003, αφού προηγουμένως γίνει καθαρισμός των μισθίων.

Την 29.8.2003, προσήλθε στα μίσθια ακίνητα ο δεύτερος εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης προκειμένου να παραδώσει αυτά στον πρώτο ενάγοντα, όπως είχε συμφωνηθεί, πλην, όμως ο τελευταίος αθετώντας τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, δεν προσήλθε για να τα παραλάβει, αλλά αντ' αυτού επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον παραπάνω δηλώνοντάς του ότι θεωρεί την καταγγελία άκυρη και ότι επ' αυτού θα λάβει έγγραφη δήλωσή του, ακολούθως δε οι τρεις πρώτοι ενάγοντες επέδωσαν στην πρώτη εναγομένη στις 29.8.2003 τη με ίδια ημερομηvία εξώδικη δήλωση - επιφύλαξη δικαιωμάτων, με την οποία της δήλωσαν, μεταξύ άλλων ότι θα προσέλθει για λογαριασμό τους ο πρώτος απ' αυτούς (πρώτος ενάγων) προκειμένου να παραλάβει τις ιδιοκτησίες μόνο του πρώτου και δευτέρου ορόφου και ότι δεν πρόκειται να παραλάβουν τον τρίτο όροφο λόγω του ότι η μίσθωση τούτου δεν λύθηκε και εξακολουθεί να υφίσταται νόμιμα και συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραλαβής του.

Ενόψει της συμπεριφοράς αυτής του πρώτου ενάγοντος, η εναγομένη επέδωσε στον τελευταίο στις 29.8.2003, τη με ίδια ημερομηνία "εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία παράδοση κλειδιών" με την οποία, αφού διαμαρτυρήθηκε για την παραπάνω συμπεριφορά του πρώτου ενάγοντος έδωσε εντολή στο δικαστικό επιμελητή ..., ο οποίος ενήργησε την επίδοση αυτής, να παραδώσει στον πρώτο ενάγοντα τα κλειδιά των μίσθιων ακινήτων, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση αρνήσεώς του θα βρίσκονται στη διάθεσή του και στα γραφεία της, όπου μπορούσαν να προσέλθουν για παραλαβή.

Μετά την ανταλλαγή των ως άνω εξωδίκων, τελικά, στις 17.9.2003, ο πρώτος ενάγων, ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών εναγουσών - συνεκμισθωτριών, προσήλθε στην είσοδο του κτιρίου, όπου βρίσκονται οι μίσθιοι όροφοι και παρέλαβε από το δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης, ενεργούντα για λογαριασμό της τελευταίας, τα κλειδιά του πρώτου και δεύτερου ορόφου και τους ορόφους αυτούς, αρνηθείς να παραλάβει και τα κλειδιά του τρίτου ορόφου, επικαλούμενος ότι η μίσθωση τούτου δεν έχει λυθεί, όπως αναφέρεται και στην από 10.9.2003 εξώδικη δήλωση των εκμισθωτών.

Για την κατά τα ανωτέρω παράδοση και παραλαβή των μίσθιων πρώτου και δευτέρου ορόφων συντάχθηκε το από 17.9.2003 "πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής με επιφύλαξη δικαιωμάτων", το οποίο υπογράφεται από τον πρώτο ενάγοντα και το δεύτερο εναγόμενο, στο οποίο αναφέρεται η άρνηση του πρώτου ενάγοντος να παραλάβει το μίσθιο τρίτο όροφο, με την προβολή απ' αυτόν του ισχυρισμού ότι η μίσθωση τούτου δεν έχει λυθεί.

Ήδη οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίζονται ότι η μίσθωση του τρίτου ορόφου δεν λύθηκε δεδομένου ότι η καταγγελία που έγινε από τη μισθώτρια, δεν απευθύνθηκε και κατά της τέταρτης ενάγουσας Ξ, η οποία είναι συνεκμισθώτρια του τρίτου ορόφου. Ο ισχυρισμός, όμως αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση, που όλοι οι ενάγοντες τυγχάνουν συνεκμισθωτές του τρίτου ορόφου, κατ' ίσα ιδανικά μέρη και ειδικότερα κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτoυ ο καθένας, εφόσον με τη σύμβαση μισθώσεως δεν συμφωνήθηκε ποσοστό συμμετοχής τους στη μίσθωση, υπάρχει κοινωνία δικαιώματος μεταξύ τους και συνεπώς η καταγγελία νομίμως απευθύνθηκε και επιδόθηκε στους τρεις πρώτους απ' αυτούς, οι οποίοι διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων (3/4 εξ αδιαιρέτου).

Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη, με επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε ότι ανεξαρτήτως του ότι η καταγγελία της μίσθωσης επιδόθηκε στην πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, για την επέλευση των αποτελεσμάτων της θα αρκούσε η επίδοση της καταγγελίας αυτής, μόνο στον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα με ρητό όρο όλων των παραπάνω μισθωτήριων συμφωνητικών, είχε οριστεί εντολοδόχος και αvτιπρόσωπος των λοιπών συνεκμισθωτών για όλες τις πράξεις και ενέργειες που έχουν σχέση με τα μίσθια και τις ως άνω συμβάσεις, και συνεπώς νoμιμoπoιείτo παθητικώς στην επίδοση σ΄ αυτόν της ως άνω καταγγελίας και για λογαριασμό της τέταρτης ενάγουσας.

Με τα δεδομένα αυτά η ασκηθείσα από την πρώτη εναγομένη - μισθώτρια καταγγελία της μισθωτικής συμβάσεως του τρίτου ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας, είναι έγκυρη και ισχυρή και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, δηλ. τη λύση της μισθωτικής συμβάσεως για το μέλλον, μετά πάροδο έξι μηνών από την άσκησή της, όπως προβλέπεται στο προαναφερόμενο συμφωνητικό και συγκεκριμένα στις 26.8.2003.

Επομένως, οι ενάγοντες εκμισθωτές δεν έχουν αξίωση κατά της πρώτης εναγομένης, για την καταβολή των αιτούμενων μισθωμάτων των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2003, κατά τους οποίους είχε λυθεί η μίσθωση συνεπεία της ως άνω καταγγελίας και η εναγομένη μισθώτρια είχε ήδη αποχωρήσει και από το μίσθιο τρίτο όροφο, τα κλειδιά του οποίου.

προσέφερε κατά τα προαναφερόμενα στους ενάγοντες, ούτε είχαν δικαίωμα να λύσουν τη μίσθωση μονομερώς και να εξώσουν τη μισθώτρια από το μίσθιο, λόγω καθυστερήσεως των ως άνω μισθωμάτων, καθώς και να απαιτήσουν τα μη δεδουλευμένα μισθώματα μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως, όπως προβλέπεται στον 17ο όρο της ένδικης συμβάσεως του τρίτου ορόφου, για την περίπτωση καθυστερήσεως καταβολής του μισθώματος.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η κρινόμενη αγωγή, έπρεπε ν' απορριφθεί ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη, τόσο ως προς την πρώτη εναγομένη μισθώτρια, όσο και ως προς το δεύτερο εναγόμενo, ο οποίος ενάγεται ως εγγυητής της εκπληρώσεως από την πρώτη εναγομένη των ασκούμενων με την αγωγή χρηματικών αξιώσεων των εναγόντων κατά της τελευταίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αυτών κατά των αναιρεσιβλήτων περί αποδόσεως του πιο πάνω μισθίου από την πρώτη αυτών και καταβολής των ως άνω μισθωμάτων παρ' αμφοτέρων. Με την αίτηση αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν με λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ την κύρια πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 486, 494, 788, 789 Α.Κ.

της τελευταίας ειδικότερα διότι ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα υπήγαγε σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και με λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. την άνω επάλληλη αιτιολογία αυτής, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι τα πιο πάνω διαλαμβανόμενα στην επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσίβλητους.

Οπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν την 7-3-2005 (χρονολογία συζήτησης της έφεσης 8-3-2005) τα παραπάνω είχαν προταθεί μ' αυτές από αυτούς (τότε εφεσίβλητους) ως υπεράσπιση κατά της άνω έφεσης.

Συνεπώς ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά τούτο, αφού η πιο πάνω επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, δεν πλήττεται αποτελεσματικώς, εφόσον ο λόγος με τον οποίο πλήττονταν αυτή κρίθηκε απορριπτέος, ο πρώτος πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 2-11-2005 αίτηση των Χ κ.λ.π. για αναίρεση της 6762/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαϊου 2007. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ