Supreme Court dismisses appeal against land ownership decision due to insufficient reasoning regarding forest status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding land ownership. The State argued the disputed area was partially forested, but the lower court found it to be grazing land based on topographic evidence and historical usage. The Court rejected the appeal because the lower court's reasoning was sufficient and did not lack legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 KPolD; Art. 576 §2 KPolD: An appeal is inadmissible if the lower court's decision has a legal basis and its reasoning is sufficient to establish the facts necessary for the application of the relevant law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1817 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1817/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Μπάνο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: νπδδ με την επωνυμία "..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-1985 αγωγή της ήδη καταργηθείσης Κοινότητας Αναστασίας Ν Σερρών, της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος ο ήδη αναιρεσίβλητος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/1986 και 58/1991 μη οριστικές, 168/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 48/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-1-2005 αίτηση του
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείων παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 28-8-2017 έκθεση της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της από 10-1-2005 αίτησης αναίρεσης περί αναιρέσεως της 48/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την .../5.7.2017 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Δ. Λ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", το οποίον απολείπεται, έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως, προκειμένου να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως δικάσιμο. Επομένως, αφού το εν λόγω νομικό πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του (απουσιάζοντος, αλλά προσηκόντως κληθέντος), αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 576 §2 εδ. α, γ ΚΠολΔ).
ΙΙ. Συμφώνως προς την διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν....έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συμφώνως προς τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο....δεν κήρυξε....απαράδεκτο". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η μη κήρυξη ιδρύει τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ότι με την 48/2002 προσβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στην κατ’ αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δοθέντος ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες περί την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 του ν. 2074/1920 επί τη βάσει της παραδοχής της επίδικης εκτάσεως ως βοσκοτόπου, τούτου όντος ανεπαρκούς προς κατηγοριοποίηση στις εγκαταλειμμένες ("μετρουκέ") γαίες, επί των οποίων είχε εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη, εν αντιθέσει προς τις (υπό την συνεχή επιτήρηση του Οθωμανικού Δημοσίου) δημόσιες γαίες ("εμλάκι μιριγέ") επί των οποίων η προμνησθείσα διάταξη ήταν ανεφάρμοστη. Προσέτι, με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την πληττομένη απόφασή του, διολίσθησε στην κατ’ αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεχθέν την ευδοκιμηθείσα επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, στην οποία εμπεριέχεται η κτήση της κυριότητος της επίδικης εκτάσεως εξαιτίας της χρησιμοποιήσεώς της κατά την τουρκοκρατία ως βοσκοτόπου (και όχι προς καλλιέργεια ή άλλη χρήση), από τους κατοίκους της πρώην Κοινότητος ....
IV. Με το άρθρ. 13 παρ.2 του υπ’ αριθμ. 2648/20.5.1917 δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το Κράτος, με το Ν. 1072/1917, ορίσθηκε ότι επί των εκτάσεων που έχουν αφεθεί στη κοινή χρήση, κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματα της χρήσεως, μέχρις ότου για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.
Ακολούθως, με το άρθ.1 εδ. α’ του Ν.2074/20 «περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών», ορίσθηκε ότι οι γαίες, που έχουν αφεθεί στη κοινή χρήση, σύμφωνα με τα αρθρ. 94, 95, 96, 98, 99 παρ.1, 100 και 102 του ως άνω τουρκικού νόμου περί γαιών, όπως είναι και οι βοσκήσιμες γαίες, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων, είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα.
Κατά δε το άρθρ. 12 του Ν. 1051/17, το οποίο δυνάμει του άρθρ.2 του Ν.2074/20 είναι εφαρμοστέο επί των ως άνω εκτάσεων, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία κοινότητα, καθίσταται περιουσία της κοινότητας, η οποία θα αποτελεσθεί από τον συνοικισμό αυτό. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι, από την ισχύ του Ν. 2074/1920, οι κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών οι οποίες είχαν ανέκαθεν αφεθεί, κατά τον νόμο περί γαιών, στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, που απετέλεσαν τις κοινότητες αυτές, έστω και αν φέρουν διαφορετικό όνομα και ότι επομένως έπαυσε έκτοτε να υπάρχει επί των γαιών αυτών το δικαίωμα κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους.
V. Κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση, στην από 22.4.1985 αγωγή της πρώην Κοινότητος ... Ν. Σερρών, που συνενώθηκε με τον ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο, εκτίθετο ως επικουρική βάση, ότι η επίδικη έκταση περιήλθε σε αυτήν ως βοσκήσιμος γαία, δυνάμει του αρθρ. 1 του Ν. 2074/1920 ("περί των εν ταις Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών"), κατά το οποίο, (περιληφθέν και στην περί Δήμων και Κοινοτήτων Κωδικοποίηση), οι αφεθείσες στην κοινή χρήση γαίες, συμφώνως προς τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 100 και 102 του από 7 Ραμαζάν 1274 (1856) νόμου περί γαιών, κατέστησαν περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί. Η αγωγική αυτή (επικουρική) βάση εμπεριέχει τα απαραίτητα για το ορισμένο στοιχεία, που απαιτούνται από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ. Το δε Εφετείο, που δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, κατά τα ως άνω και μετ’ απόρριψη του πρώτου λόγου εφέσεως, με τον οποίον το νυν αναιρεσείον υπεστήριζε τα αντίθετα, διερεύνησε τα περαιτέρω, δεν παρασύρθηκε στο αντιστοίχως καταλογιζόμενο ατόπημα. Για αυτό είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
VI. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της εφετειακής αποφάσεως έχουν ως ακολούθως:
"Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή, που ορίσθηκε με την υπ’ αριθμ. 58/91 πράξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου , οι οποίες περιέχονται στα υπ’ αριθμ. 42/94 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, και των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν, κατά τη.
κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής: Η επίδικη έκταση εδάφους, έχει συνολικό εμβαδόν 15.000 στρέμματα περίπου, και εκτείνεται βόρεια του συνοικισμού ...-Σερρών. Ανατολικά συνορεύει με το αγρόκτημα της κοινότητας ..., Δυτικά με βοσκή "..." και χαράδρα, Βόρεια επίσης με βοσκή "..." και νότια με δρόμο, περικλείεται δε από την οριογραμμή, η οποία αρχίζει ανατολικά από τη θέση "..." (που βρίσκεται βόρεια του χωριού ...) και από κει, ακολουθώντας βόρεια κατεύθυνση, διέρχεται από τις τοποθεσίες "...", "...
χωράφια», τη κορυφογραμμή ... και τη κορυφογραμμή υψώματος "..." και καταλήγει στη τοποθεσία "...", καλύπτοντας την ανατολική, πλευρά αυτής. Στη συνέχεια, από την εν λόγω τοποθεσία, ακολουθεί, με κατεύθυνση προς δυσμάς, δρόμο (μονοπάτι) και φτάνει στην πηγή "..." και από κει (με κατεύθυνση προς νότο), διέρχεται από τις τοποθεσίες "..." και περαιτέρω, ακολουθώντας τη χαράδρα που υπάρχει διέρχεται από τις τοποθεσίες "..." και καταλήγει στη θέση "...", καλύπτοντας τη βόρεια και δυτική πλευρά αυτής.
Τέλος από την τοποθεσία "...", ακολουθεί με ανατολική κατεύθυνση , το δρόμο που υπάρχει, και καταλήγει στη θέση "..." (από όπου, όπως προαναφέρθηκε, άρχισε), καλύπτοντας και τη νότια πλευρά αυτής. Η εν λόγω έκταση, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας αποτελούσε βοσκότοπο, ήτοι ενέπιπτε στη έννοια των γαιών "μετρουκέ" και είχε αφεθεί, από το τότε κυρίαρχο Οθωμανικό Κράτος , στην κοινή χρήση των κατοίκων του χωριού ...
Σερρών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν αυτήν για τη βόσκηση των ποιμνίων τους, μέχρι του έτους 1927, οπότε το παραπάνω χωριό αναγνωρίσθηκε σε κοινότητα, οι κάτοικοι της οποίας, εξακολούθησαν έκτοτε και μέχρι σήμερα να τη χρησιμοποιούν για τη βόσκηση των ποιμνίων τους. Τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν σαφώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, οι οποίες, όχι μόνο δεν αναιρούνται από αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά περαιτέρω ενισχύονται 1) από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη, σε επικυρωμένο αντίγραφο, από 15.8.1851, επίσημη βεβαίωση του Υποθηκοφυλακείου, από την οποία προκύπτει, ότι κατά το έτος 1848, μεταβιβάσθηκε στον Ν.
Γ. και Γ. Κ., ως αντιπροσώπων του χωριού ... και για λογαριασμό των κατοίκων αυτής, η κατοχή και η χρήση 5.675 στρεμ. (όση δηλαδή και η επίδικη κατά προσέγγιση), από τον Χ. Α. Μ., τότε κάτοικο ..., 2) από την υπ’ αριθμ. 34/88 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία εκδόθηκε κατ’ έφεση σε δίκη μεταξύ της ενάγουσας (πρώην Κοινότητας ...) και της Κοινότητας ...-Σερρών, με αντικείμενο το προβληθέν από τη τελευταία δικαίωμα συγχρήσεως στο νερό που ανέβλυζε από πηγή που υπήρχε στην επίδικη έκταση και η οποία (απόφαση), δέχθηκε τα ίδια πραγματικά περιστατικά και με βάση αυτά έκρινε ότι η επίδικη έκταση, είναι βοσκότοπος, (μετρουκέ) και περιήλθε, με βάση το Ν. 2074/1920, στη κυριότητα της ενάγουσας, 3) από το από 4/3/36 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του δασολόγου Κ.
Β., από το οποίο προκύπτει, αφενός μεν, ότι σε ορισμένα μόνον τμήματα της επίδικης έκτασης υπάρχει αραιά βλάστηση, αποτελούμενη από θάμνους δρυός και φυλλοβόλων πλατύφυλλων, η οποία, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι υπήρχε κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, δεν μπορεί να προσδόσει τον χαρακτήρα της δασικής έκτασης, στο σύνολο της επίδικης και αφετέρου ότι η υπόλοιπη είναι βοσκή.
Ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ότι πρόκειται κατά 50%, περί δασικής έκτασης και κατά 50%, από μέρη που παράγουν χόρτο, χρησιμοποιούμενη προς ατελή βόσκηση, χωρίς τη καταβολή τέλους (γαία "οτλάκ"), κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Συνεπώς, με βάση τα αποδειχθέντα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη προηγηθείσα σκέψη, η επίδικη έκταση περιήλθε στη κυριότητα, της ενάγουσας, πρώην πλέον κοινότητας ..., στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε αυτοδίκαια μετά το Ν. 2539/97 ο Δήμος Ν. Ζίχνης - Σερρών. Αντίθετο συμπέρασμα, δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός, ότι ορισμένοι κάτοικοι της ενάγουσας, υπέβαλαν στο Γραφείο Δ.Α.Π. Σερρών, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το εναγόμενο αιτήσεις για την απ’ ευθείας πώληση σ’ αυτούς των αναφερόμενων σ’ αυτές, ανταλλαξίμων αγρών, που βρίσκονται στη κτηματική περιοχή της ενάγουσας και κατέχονται από αυτούς, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω αγροί εμπίπτουν μέσα στην επίδικη έκταση. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας, η οποία σημειωτέον, περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο αυτής, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσης του, ελέγχονται ως αβάσιμα".
VIΙ. Η επισκόπηση των παραδοχών στηρίζει την δικανική κρίση της επάρκειας αυτών, με ειρμό αλληλουχίας και χωρίς αντιφατικότητες, μη δυναμένης της εν λόγω αποφάσεως να αντιμετωπισθεί, ότι στερείται νομίμου βάσεως εφαρμογής (προηκόντως) της διατάξεως του άρθρ. 1 Ν. 2074/1920, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
VIII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως ν’ απορριφθεί, συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.1.2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 48/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ