1817/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1817/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν ά. 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ! ΙΓ! 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1817 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1817/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 126/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων 1. Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο και 2. Π. συζ. Μ. Π., κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 549,549Α,549Β,549Γ,579,579Α/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2016 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη με αριθμό 77/21.4.2016 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2 , 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 17-3-2016 αίτηση των:
α)Μ. Κ. Π. και β) Π. Π. - Β. κατοίκων ... (...) με την οποία ζητούν προς το συμφέρον τους την επανάληψη της διαδικασίας της 549,549 α, β, γ, 579 και 579α/2010 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία καταδικάστηκαν ο μεν πρώτος σε φυλάκιση ένδεκα μηνών για εξακολουθητική ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκίες η δε δεύτερη σε φυλάκιση πέντε μηνών για εξακολουθητική ψευδορκία μάρτυρα, και εκθέτω τα ακόλουθα:
II. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για κακούργημα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει Φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος.
Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο (απολύτως βέβαιο αναφέρει ο Εισ.
του ΑΠ Κ. Σταμάτης ΠΧ! 1982.654 και πολύ πιθανό ο Αντεισαγγελέας του ΑΠ Σ. Κανίνιας ΠΧ! 1983.964) και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 733/2012, ΑΠ 734/2012, ΑΠ 23/2011, ΑΠ 447/2010, ΑΠ 358/2010, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1139/2003, Π.
Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν ά. 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ! ΙΓ! 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007.
σελ. 214 και 215 ). Η δικαστική απόφαση αποτελεί νέο γεγονός για επανάληψη της διαδικασίας εφόσον αυτή είναι αμετάκλητη γιατί δεν νοείται η ανατροπή μιας αμετάκλητης απόφασης από μία απόφαση μη αμετάκλητη (ΑΠ 919/1990 ΠΧ! 1991.782, ΑΠ 1743/1990 ΠΧ! 1991.737 ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΑΠ 291/1994 ΠΧ! 1994. 384 Αν μία αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας απορριφθεί ο αιτών κατηγορούμενος δεν μπορεί να υποβάλει νέα αίτηση επικαλούμενους τους ίδιους λόγους αλλά πρέπει να επικαλεσθεί νέα πρόσθετα γεγονότα, διαφορετικά και άγνωστα μέχρι τότε (ΑΠ 1185/1994 ΠΧ! 1994.980, ΑΠ 230/1952 ΠΧ! 1952.362, Δαλακούρας ο.π.
σελ. 362 σημ. 967). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για πλημμελήματα από το Πενταμελές Εφετείο είναι , σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. III. Με την παραπάνω 549,549 α, β, γ, 579 και 579α/2010 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά (η αναίρεση κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την 1619/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου) ο πρώτος αιτών Μ.
Π. καταδικάστηκε για εξακολουθητική ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκίες και συγκεκριμένα για το ότι (διατακτικό) : "1) Κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα: (α) στον Πειραιά, στις 30-3-2005, ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας - πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της από 26-3-2003 μηνύσεως του εναντίον του ήδη εγκαλούντος Ε.
Κ. για παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας κατ’ εξακολούθηση, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι: "... Ερχόταν στο γραφείο μου συστηματικά και κατέγραψε τις συνομιλίες μας. Έβαζε το μαγνητόφωνο στην τσέπη του μπουφάν του.... Συνομολόγησε στις προτάσεις στο Πρωτοδικείο, αποκαλύπτοντας ότι είχε κασέτες, του είχε πέσει μια κασέτα στο γραφείο μου ..." (β) στον Πειραιά, στις 21-1-2008, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως μάρτυρας - πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της εφέσεως του ήδη εγκαλούντος Ε.
Κ. κατά της υπ’ αριθμ. ΒΤ 2887/2005 αποφάσεως του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατέθεσε, μεταξύ άλλων ότι: "... Στις 28-12 (εννοεί του 2002) είδα ότι με μαγνητοφωνούσε .... Όταν μπήκε στο δικό μου γραφείο μου είπε να κλείσω το παράθυρο διότι ακούγονταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια από τα μεγάφωνα του Δήμου". 2) Στον Πειραιά, στις 15-5-2003, στις 17-9-2003 και στις 21-1-2008, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, ήτοι με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν και ειδικότερα, κατά τους ως άνω τόπο και χρόνους, με προτροπές και παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, έπεισε τους συγκατηγορουμένους του δεύτερη και τρίτο, Π.
Π. και Ν. Σ. , να καταθέσουν ενόρκως ως μάρτυρες όσα υπό στοιχεία ΒΙ, Β2 και Γ του παρόντος αναφέρονται και να τελέσουν τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρος κατ’ εξακολούθηση και μη, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά κατωτέρω υπό τα στοιχεία αυτά". Η δεύτερη αιτούσα Π. Π. - Β. καταδικάστηκε με την ίδια απόφαση για εξακολουθητική ψευδορκία μάρτυρα και συγκεκριμένα για το ότι (διατακτικό). "1) Στον Πειραιά στις 15-5-2003, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου του 1ου Τμήματος Πειραιώς, που διενεργούσε προανάκριση επί της με ...
μηνύσεως του πρώτου κατηγορουμένου -συζύγου της σε βάρος του ήδη εγκαλούντος κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι: ‘ Όλο το περιεχόμενο της μηνύσεως του είναι αληθές. Στις 28-12-2002 ήλθε ο μηνυόμενος για τελευταία φορά στα γραφεία μας ... είδα τον μηνυόμενο ...να βγάζει από το μπουφάν του το μαγνητόφωνο και να το ενεργοποιεί και ύστερα να το τοποθετεί στη χάρτινη τσάντα του.
Μπαίνοντας στο γραφείο του συζύγου μου προφασίστηκε ότι κρύωνε και του είπε να κλείσει το παράθυρο γιατί κρύωνε, όπως και έγινε. Αυτό όμως που πράγματι τον ενδιέφερε ήταν να εξασφαλίσει απόλυτη ησυχία επειδή υπήρχε θόρυβος από έξω από τα μεγάφωνα του Δήμου από τα οποία ακούγονταν. συνεχώς τραγούδια Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς". 2) Στον Πειραιά, στις 21-1-2008, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της έφεσης του ήδη εγκαλούντος Ε.
Κ. κατά της υπ’ αριθμ. ΒΤ 2887/2005 αποφάσεως του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατέθεσε μεταξύ άλλων, ότι: "Στις 28-12 (εννοεί του 2002) τον είδα που έβγαλε το μαγνητόφωνο από τη δεξιά τσέπη του ... Την ημέρα εκείνη ακούγονταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια από τα μεγάφωνα του Δήμου και ο κατηγορούμενος είπε στον σύζυγο μου να κλείσε το παράθυρο ....
Ήταν 12 το μεσημέρι, εκείνη την ημέρα, και είμαι σίγουρη ότι ακούγονταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ο καιρός ήταν αίθριος και ο σύζυγος μου είχε ανοιχτό παράθυρο". Το δικαστήριο αυτό (Πενταμελές Εφετείο) στο σκεπτικό του δέχθηκε κατά πιστή αντιγραφή τα ακόλουθα: "Ο Μ. Π. ως δικηγόρος Πειραιά, κατόπιν προφορικής εντολής του εγκαλούντος Ε.
Κ. , που δόθηκε το έτος 1996, αλλά και με την χορήγηση του υπ’ αριθ. ...22-7-1999 γενικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Π. Π., ανέλαβε την διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων αυτού, είτε δια της δικαστικής οδού είτε δια συμβιβασμού. Οι σχέσεις των άνω διαδίκων υπήρξαν καλές, μέχρι τον Μάρτιο του 2002. Την 7-11-2000 ο εγκαλών δάνεισε στον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη πρώτο αιτούντα το ποσό των 20.000.000 δραχμών.
Ο πρώτος αιτών ισχυρίσθη, αβασίμως, ότι ο εγκαλών μαγνητοφωνούσε εν αγνοία του και χωρίς την συγκατάθεση του, τις ιδιωτικές τους συνομιλίες κατά τις επισκέψεις του στο δικηγορικό του γραφείο, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει προς όφελος του. Έτσι ο πρώτος αιτών την 26-3-2003 υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την έγκληση του, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η ως άνω παράνομη συμπεριφορά του εγκαλούντος, έγινε γνωστή σ’ αυτόν την 28-12-2002.
Περαιτέρω ο πρώτος αιτών, στον Πειραιά την 30-3-2005, ενώ εξεταζόταν ανωμοτί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της μηνύσεως του κατά του ήδη εγκαλούντος για παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας κατ’ εξακολούθηση, κατέθεσε μεταξύ των άλλων, ότι ο εγκαλών πήγαινε στο γραφείο του συστηματικά και κατέγραψε τις συνομιλίες τους, ότι έβαζε το μαγνητόφωνο στην τσέπη του μπουφάν του, ότι συνομολόγησε στις προτάσεις του στο Πρωτοδικείο ότι είχε κασέτες του και ότι είχε πέσει μια κασέτα στο γραφείο του.
Επίσης στον ίδιο τόπο, την 21-1-2008, ο πρώτος αιτών εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως πολιτικώς ενάγων, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι ο εγκαλών την 28-12-2002, είδε ότι τον μαγνητοφωνούσε και ότι, όταν μπήκε στο δικό του γραφείο, του είπε να κλείσει το παράθυρο, διότι ακούγονταν Χριστουγεννιάτικα τραγούδια, από το μεγάφωνο του Δήμου.
Εξάλλου η δεύτερη αιτούσα, σύζυγος του πρώτου, που το συμβολαιογραφείο της συστεγαζόταν δίπλα στο δικηγορικό γραφείο του συζύγου της, την 15-5-2003 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον του Πταισματοδίκου του 1ου τμήματος Πειραιώς, κατέθεσε τα ίδια και παρόμοια περιστατικά ως προς το ζήτημα της μαγνητοφωνήσεως εκ μέρους του ήδη εγκαλούντος και ότι είδε αυτόν να βγάζει από το μπουφάν του το μαγνητόφωνο και να το ενεργοποιεί και ύστερα να το τοποθετεί στην χάρτινη τσάντα του και ότι είπε στον σύζυγο της ότι κρύωνε, για να κλείσει τα παράθυρα μέσα στο γραφείο του, προκειμένου να εξασφαλίσει απόλυτη ησυχία, λόγω της μετάδοσης απ’ έξω τραγουδιών Χριστουγεννιάτικων.
Επίσης την 21-1-2008 η ιδία εξεταζομένη ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, κατέθεσε τα ίδια ως ανωτέρω και πρόσθεσε ότι ήταν 12 το μεσημέρι και ότι ο καιρός ήταν αίθριος και ο πρώτος αιτών, σύζυγος της, είχε ανοικτό το παράθυρο. Τέλος ο τρίτος κατηγορούμενος στην δίκη εκείνη και καταδικασθείς με την ίδια απόφαση Ν.
Σ., δικηγόρος Αθηνών, ο οποίος όμως δεν έχει υποβάλλει αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, στον Πειραιά την 17-9-2003 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς, κατέθεσε μεταξύ άλλων, τα ίδια και παρόμοια ως ανωτέρω εκτέθηκαν, υποστηρίζοντας ότι ξαφνικά τον είδε να κρατά στα χέρια του ένα μικρό μαγνητόφωνο, να ελέγχει μέσα σε αυτό την κασέτα εγγραφής και να το θέτει σε λειτουργία.
Όλα τα παραπάνω αναφερόμενα τα οποία κατέθεσαν οι ανωτέρω, είναι ψευδή και αυτοί το γνώριζαν, ενώ η αλήθεια είναι ότι ο εγκαλών, ο οποίος αθωώθηκε για την πράξη της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας, δεν μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του με τον πρώτο αιτούντα Μ. Π..
Επίσης προέκυψε ότι οι ηλεκτροηχητικές εγκαταστάσεις του Δήμου Πειραιά στο κέντρο της πόλης για τα Χριστούγεννα του 2002, δεν λειτουργούσαν την 28-12-2002 και στην Αττική επικρατούσε θερμοκρασία 3-12 βαθμών κελσίου. Ο δε άνω Ν. Σ., απολογούμενος, είπε ότι "μετά τις συζητήσεις που είχαμε ότι τον μαγνητοφωνούσε, κατέληξα να σκεφθώ ότι αυτό που κρατούσε, ήταν μαγνητόφωνο.
Δεν είχα καμιά πρόθεση. Δεν έδωσα την ανάλογη προσοχή στην ένορκη κατάθεση μου... Την κατάθεση αυτή δεν την έγραψα εγώ. Η κατάθεση ήταν έτοιμη και κατατέθηκε. Ο πρώτος κατηγορούμενος με κάλεσε να καταθέσω αυτά που είδα και άκουσα .... Εγώ δεν θα διατύπωνα έτσι την κατάθεση. Δεν θα έγραφα ότι τον είδα να βγάζει κασέτα και να κοιτάει.
Το έγραψε ο πρώτος κατηγορούμενος". Ο πρώτος αιτών στον Πειραιά, την 15-5-2003, 21-1-2008 και 17-9-2003, από πρόθεση προκάλεσε στην δεύτερη κατηγορουμένη και ήδη δεύτερη αιτούσα και στον τρίτο των κατηγορουμένων, Ν. Σ., την απόφαση να τελέσουν τις ως άνω πράξεις, με προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, τους έπεισε να καταθέσουν όσα κατέθεσαν, τα οποία ήταν εν γνώσει τους ψευδή".
IV. Με την από 22-1-2014 αίτησή τους οι κατηγορούμενοι Μ. Π. και Π. Π. - Β. ζήτησαν από τον Άρειο Πάγο την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ τους και την εξαφάνιση της αμετάκλητης αυτής καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Περαιά επικαλούμενοι νέα γεγονότα που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που τους καταδίκασε τα οποία οδηγούν στην αθώωσή τους.
Συγκεκριμένα αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ως νέα στοιχεία: α) Το ότι η καταδίκη τους, στηρίχθηκε μεταξύ των άλλων και στην κατάθεση του μάρτυρα Α. Ζ. που περιέχεται στα πρακτικά της υπ’ αριθ. 528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, τα οποία η καταδικαστική απόφαση έλαβε υπ’ όψη, καταθέσαντος ότι "στις 31-5-2002 στο γραφείο του Π.
πήγα μαζί με τον Μ. (εννοεί τον Ε. Κ. ). Δεν κρατούσε μαγνητόφωνο, ούτε μου είπε ότι θα μαγνητοφωνούσε την συνομιλία.... Εγώ γνωρίζω για την συνάντηση στις 31-5-2002", ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της νεότερης υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, ο ως άνω μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την συνάντηση του αιτούντος με τον μηνυτή Ε.
Κ. στο γραφείο του, την 31-5-2002, β) Το ότι μετά την καταδίκη τους, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, στο σκεπτικό της οποίας έγινε δεκτό στην 47η σελίδα, σειρά 21η και επόμενα, ότι: "εξάλλου, στις 18-3-2002 ο ήδη εγκαλών, επισκέφθηκε το γραφείο των κατηγορουμένων και εκεί κρατούσε μία συσκευή με την οποία ησχολείτο και ζήτησε να κλείσουν τα παράθυρα και στην συνέχεια εισήλθε στο γραφείο του 2ου κατηγορουμένου, όπου διεξήγαγαν έντονη συζήτηση και διαπληκτισμούς.
Τούτο το αντελήφθη η παρούσα τότε σύζυγος του 2ου κατηγορουμένου" (εννοεί την Π. Π. - Β. ) "και υπέθεσε, ενώ τούτο δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα, ότι ο εγκαλών μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες... Επίσης, πολλές φορές ο ήδη εγκαλών όταν επισκεπτόταν κατά την άνοιξη και το θέρος του έτους 2002 το γραφείο του 2ου κατηγορουμένου, φορούσε, καίτοι επικρατούσε ζέστη, μπουφάν, θεωρώντας ότι ο Ε.
Κ.ς πράγματι μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες μαζί του, ο Μ. Π. . ... υπέβαλε κατά του Ε. Κ. μήνυση για παραβίαση του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας ..."και στη σελίδα 57: "Αποδείχθηκε εξάλλου, όμως, σε σχέση με τα παραπάνω κατατιθέμενα από την πρώτη κατηγορουμένη" (εννοεί την Π. Π. - Β.)... "περιστατικά περί μαγνητοφωνήσεων των συνομιλιών του με τον Μ.
Π. , ότι ο εγκαλών, σε επισκέψεις στο γραφείο του 2ου κατηγορουμένου είχε βγάλει το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο η κατηγορουμένη ... όπως και ο Σ. , εξέλαβε ως μαγνητόφωνο και καλοπίστως νόμισε εκ πλάνης της και όχι εκ δόλου... ότι ο ρηθείς εγκαλών με αυτό (κινητό τηλέφωνο) μαγνητοφωνούσε τις ως άνω συνομιλίες του με τον κατηγορούμενο Μ.
Π. ...." δυνάμει της οποίας αθωώθηκαν ουσιαστικά για την ίδια πράξη, αλλ’ υπό τον νομικό χαρακτηρισμό της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφημήσεως του Ε. Κ.., πράξεις που φέρονταν ότι είχαν τελέσει μεν σε άλλους τόπους και χρόνους, με την αναπαραγωγή όμως και διάδοση του ίδιου γεγονότος, ότι δηλαδή αυτός (Ε.
Κ.ς), κατά το από μηνός Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2002, χρονικό διάστημα, κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών, γ) Το ότι με τις υπ’ αριθ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, απηλλάγησαν για το αυτό αδίκημα, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που φερόταν μεν ότι είχε τελεσθεί σε άλλους τόπους και χρόνους, με την αναπαραγωγή και διάδοση όμως ενώπιον των δικαστικών αρχών του Πειραιά του αυτού ως άνω δυσφημιστικού γεγονότος, ότι δηλαδή ο Ε.
Κ. κατά το από μηνός Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2002 χρονικό διάστημα, κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών και δ) Το ότι στην αίτηση που υπέβαλε ο Ε. Κ. στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας του να ασκήσει αναίρεση κατά των αθωωτικών διατάξεων της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, υπάρχει ομολογία του για την διάπραξη από αυτόν παρανόμων μαγνητοφωνήσεων.
Το δικαστήριο Σας (Α.Π.) με την 1183/2014 απόφασή του ,και με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση , απέρριψε ώς αβάσιμη στην ουσία της την αίτηση αυτή επαναλήψεως με το ακόλουθο σκεπτικό : "Εν σχέσει προς το άνω υπό α) αποδεικτικό μέσο, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πληττομένης αποφάσεως υπ’ αριθ. 549, 549 α, β και γ και 579, 579 α /2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ανεγνώσθη μόνον απόσπασμα της υπ’ αριθ. 528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, από την ανάγνωση τόσον των πρακτικών όσον και του σκεπτικού της ως άνω υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού των αιτούντων, ότι δηλαδή στην τελευταία γραμμή της σελίδας 44, υπάρχει η παραδοχή ότι ο μάρτυρας Α.
Ζ., δεν παρευρισκόταν κατά την συνάντηση του Ε. Κ. με τον αιτούντα στο γραφείο του, την 31-5-2002 και συνεπώς ο ισχυρισμός του αιτούντος περί νέου αποδεικτικού μέσου δεν επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά και την υπ’ αριθ. 684/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Εν σχέσει προς το άνω υπό δ) αποδεικτικό μέσο, από την ανάγνωση της (υπ’ αριθ.
γενικού πρωτοκόλλου ...17-4-2012 και αριθμό πρωτοκόλλου διοικητικού .../17-4-2012) αιτήσεως του Ε. Κ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία υποβλήθηκε αίτημά του για άσκηση αναιρέσεως κατά των αθωωτικών διατάξεων της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι σ’ αυτήν περιέχεται ομολογία ότι ο ίδιος προέβη σε παράνομες μαγνητοφωνήσεις, διότι τέτοια ομολογία δεν υπάρχει στην αίτηση, τουναντίον υπάρχει η σαφής αιτίαση ότι αμφότεροι οι στη δίκη εκείνη κατηγορούμενοι (Μ.
Π. και Π. Π.) εσφαλμένως κρίθηκαν αθώοι, λόγω αμφιβολιών ως προς τον δόλο τους, ως προς τους αναληθείς ισχυρισμούς των περί παρανόμων μαγνητοφωνήσεων και, συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος περί ομολογίας, ως νέου αποδεικτικού μέσου, δεν επιβεβαιώνεται. Από τα πρακτικά εξάλλου και το σκεπτικό των ετέρων υπ’ αριθ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, προκύπτει ότι οι αιτούντες αθωώθηκαν μεν από την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ’ εξακολούθηση, που φερόταν ότι είχε τελεσθεί με τον άνω ισχυρισμό, και την διάδοση από αυτούς, σε άλλους τόπους και χρόνους (δηλαδή στις 18-1-2012, 7-2-2012, 23-2-2012 παρ’ αμφοτέρων, 14-6-2011 μόνον από τον πρώτο αιτούντα), ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε αυτή (που φερόταν ότι είχαν τελεσθεί την 4-12-2007 με τον άνω ισχυρισμό από την δεύτερη αιτούσα και τον πρώτο αιτούντα αντιστοίχως), ψευδούς καταμηνύσεως (που φερόταν ότι είχε τελεσθεί την 6-10-2011 μόνον από τον πρώτο αιτούντα με την προσβολή ως πλαστού εγγράφου του Δήμου Πειραιά εν σχέσει προς τον χρόνο λειτουργίας των ηλεκτροηχήτικών εγκαταστάσεων του Δήμου αυτού κατά την 28-12-2002) και της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου (που φερόταν ότι είχε τελεσθεί μόνον από τον πρώτο αιτούντα με τον άνω ισχυρισμό στις 6-10-2011) ενώπιον των δικαστικών αρχών του Πειραιά του ιδίου δυσφημιστικού γεγονότος, ότι δηλαδή ο Ε.
Κ. μαγνητοφωνούσε εν αγνοία του πρώτου αιτούντος και παρά την θέληση του τις προφορικές τους συνομιλίες και τις τηλεφωνικές τους επικοινωνίες, αλλά για λόγους υποκειμενικούς, δηλαδή για έλλειψη δόλου. Το ότι όμως τα άνω δικαστήρια με μεταγενέστερες αποφάσεις τους, έκριναν διαφορετικά σε σχέση με τον δόλο των αιτούντων επί άλλων υποθέσεων (έλλειψη δόλου), καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη της αθωότητα των αιτούντων και επί της ενδίκου υποθέσεως, κατά την οποία εκδόθηκε η 549, 549 α, β γ, 579 και 579 α /2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς αμετάκλητη απόφαση, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας.
Το ότι με την υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, εκρίθη ότι σε άλλους τόπους και χρόνους οι κατηγορούμενοι εστερούντο δόλου ως προς την γνώση τους περί το άνω γεγονός, καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη της αθωότητα των αιτούντων και επί της ενδίκου υποθέσεως". Στην συνέχεια το δικαστήριο Σας, επικαλούμενο το σκεπτικό της καταδικαστικής αποφάσεως κατέληξε δεχόμενο ότι: "Τα φερόμενα ως προκύψαντα νέα στοιχεία δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα των αιτούντων, από δε την συνεκτίμηση και των πιο πάνω νέων στοιχείων, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν ή ότι καταδικάστηκαν άδικα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσαν.
Άλλωστε η υποστηριζομένη με την υπό κρίση αίτηση των αιτούντων εκδοχή ότι υπήρξε σύγχυση στην Π. Π. - Β. ως προς το εάν, αυτό που είδε, ήταν μαγνητόφωνο ή κινητό τηλέφωνο αποκρούεται από την απολογία της στην δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 684/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, διότι, κατ’ αυτήν, αυτή αντιμετωπίζοντας ευθέως το δίλημμα απήντησε ότι είδε τον εγκαλούντα να ενεργοποιεί ένα μικρό δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο, να το βάζει σε μία σακούλα και να μπαίνει στο γραφείο του συζύγου της.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στην δικαστική δαπάνη σύμφωνα με το αρθρ. 583 του ΚΠοινΔ". Ήδη οι αιτούντες με την από 17-3-2016 αίτηση τους ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ τους της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως επικαλούμενοι ως λόγους επανάληψης:
α) τα στοιχεία που είχε επικαλεσθεί στην από 22-1-2014 αίτησή τους επαναλήψεως της διαδικασίας που απορρίφθηκε με την 1183/2014 απόφαση του δικαστηρίου Σας και β) άλλες επιπλέον τέσσερες αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις που θα αναφερθούν αναλυτικά παρακάτω (V). Δηλαδή ο πυρήνας γενικά της υπόθεσης αυτής είναι αν ο Ε.
Κ. κατέγραφε τις προφορικές συνομιλίες που είχε με τον κατηγορούμενο Μ. Π. νωρίς την θέληση αυτού (Π.) από 28-3-2002 μέχρι 28-12-2002 και ιδίως κατά το διάστημα Ιουνίου Νοεμβρίου 2002. (V). Αίτηση επανάληψης της προσβαλλόμενης αποφάσεως και θέσεις γι’ αυτή : α) Οι λόγοι για την επανάληψη της αποφάσεως αυτής του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά που επικαλούνται ή οι αιτούντες και ταυτίζονται με αυτούς που προβλήθηκαν με την από 22-1-2014 αίτησή τους κατά της ίδιας αποφάσεως και απορρίφθηκαν με την 1183/2014 απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι επειδή δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση νέας επανάληψης διαδικασίας.
β) Οι λοιποί λόγοι επαναλήψεως που στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και προβάλλονται για πρώτη φορά πρέπει να ερευνηθούν στην ουσία τους. Οι αιτούντες για την στήριξη της αιτήσεως επαναλήψεως επικαλούνται τους ακόλουθους για πρώτη φορά λόγους: Α) την 684/20-4-2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημμάτων Πειραιά η οποία δέχθηκε (σελ. 44) ότι ο ουσιώδης μάρτυρας Α.
Ζ., που επιβεβαίωσε την μη καταγραφή των συνομιλιών, δεν ήταν παρών κατά τη συνάντηση της 31-5-2002. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή το δικαστήριο αυτό στο σκεπτικό μου: α) αναφέρει ότι ο Ε. Κ. εμφάνισε τον παραπάνω μάρτυρα Ζ. ως πρόθυμο να καταθέσει για τις διαφορές του με τον Μ. Π. (σελ. 57) και β) ενώ αναφέρεται στην απουσία του μάρτυρα αυτού στην συνάντηση της 31-5-2002 δεν λαμβάνει καμιά θέση για τις παράνομες καταγραφές των συνομιλιών της ημέρας εκείνης ότι δηλαδή αυτές δεν συνέβησαν όπως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση .
Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι. Β) την 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά (σελ. 47), όπως διορθώθηκε με την 733/3-11-2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία αυτοί αθωώθηκαν για όσα κατήγγειλε ότι τέλεσε (παράνομες μαγνητοφωνήσεις) ο Ε. Κ. από Μάρτιο του 2002 μέχρι 28-12-2002.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, η απαλλαγή τόσο των αιτούντων για συκοφαντική δυσφήμηση του Ε. Κ. για τις παράνομες καταγραφές των συνομιλιών στηρίχθηκε σε αμφιβολίες αφού δέχθηκε ότι αυτοί: α) εξέλαβαν το κινητό του τηλέφωνο ως μαγνητόφωνο και β) θεώρησαν εσφαλμένα ότι αυτός κάτω από το μπουφάν που φορούσε είχε μαγνητόφωνο (σελ. 57 ).
Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι. Γ) την 735/2014 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά με την οποία αυτοί αθωώθηκαν για τις πράξεις της ψευδορκίας, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του Ε. Κ. οι οποίες είχαν σχέση και με τις καταγραφές εκ μέρους του των συνομιλιών μεταξύ τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή: α) βασικό κεφάλαιο έρευνας ήταν η υπεξαγωγή εγγράφων και όχι οι καταγραφές των συνομιλιών και β) αυτοί αθωώθηκαν ελλείψει δόλου αφού όσα κατέθεσαν ή ισχυρίστηκαν έγιναν από αυτούς καλόπιστα, χωρίς δόλο και από πλάνη (σελ. 24 ). Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι και Δ) την 1301/2015 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά με την οποία ο πρώτος αθωώθηκε για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του Ε.
Κ. στον οποίο απέδιδε ότι προέβαινε σε παράνομες καταγραφές των συνομιλιών τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή το δικαστήριο αυτό τον αθώωσε ελλείψει του απαιτούμενου άμεσου δόλου και όχι για το ότι ο Ε. Κ. προέβαινε σε παράνομες καταγραφές των συνομιλιών τους . Δηλαδή από την απόφαση αυτή δεν καθίσταται φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι.
Συνοψίζοντας όσα παραπάνω εκθέτουμε οι λόγοι επαναλήψεως της διαδικασίας κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς πρέπει να απορριφθούν: α) ως απαράδεκτοι αυτοί που ήδη κρίθηκαν με την 1183/2014 απόφαση του Δικαστηρίου Σας (αμέσως παραπάνω υπό στοιχείο α!) και β) ως αβάσιμοι στην ουσία τους οι λοιποί (αμέσως παραπάνω υπό στοιχείο β!) και να επιβληθούν σε βάρος των αιτούντων τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ.
από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 , 58553/2006 και 123827/2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 17-3-2016 αίτηση του Μ. Κ. Π. και της Π. Π. - Β. κατοίκων ... (...) με την οποία ζητούν προς το συμφέρον τους την επανάληψη της διαδικασίας της 549,549 α, β, γ, 579 και 579α/2010 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία καταδικάστηκαν ο μεν πρώτος σε φυλάκιση ένδεκα μηνών για εξακολουθητική ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκίες η δε δεύτερη σε φυλάκιση πέντε μηνών για εξακολουθητική ψευδορκία μάρτυρα και Β) Να επιβληθούν σε καθένα από αυτούς τα σχετικά δικαστικά έξοδα ύψους 250 Ευρώ.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη από επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένοι πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις, οι οποίες αναφέρονται περιοριστικά στο ίδιο άρθρο, και όταν, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν πρόδηλο ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, υπό την προϋπόθεση ότι, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.
Ως γεγονότα εκλαμβάνονται, κατά την ιδία διάταξη, περιστατικά, σχέσεις, ιδιότητες, τα οποία είναι δυνατόν να ασκήσουν, αμέσως ή εμμέσως, επιρροή στην ελάσσονα πρόταση της αποφάσεως, η οποία πλήττεται με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Στα νέα ως άνω γεγονότα περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου.
Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που αγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ’ αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Την σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία.
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση από 17-3-2016 κοινή αίτηση, με την οποία οι αιτούντες 1) Μ. Π. 2) Π. Π., κάτοικοι Πειραιώς (...) επιδιώκουν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθ. 549, 549 α, β και γ και 579, 579 α /2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκαν αμετακλήτως για ψευδή ανώμοτη κατάθεση κατ’ εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή ο πρώτος και για ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση η δεύτερη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησαν κατ’ αυτής με την υπ’ αριθ. 1619/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, γιατί μετά την καταδίκη τους αποκαλύφθηκαν νέες αποδείξεις που καθιστούν φανερό, όπως διατείνονται, ότι είναι αθώοι των πράξεων αυτών, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθ. 549,549 α, β γ, 579 και 579 α /2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, καταδικάστηκαν ο πρώτος αιτών σε ποινή φυλακίσεως 11 μηνών για ψευδή ανώμοτη κατάθεση κατ’ εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος κατά συρροή, η δε δεύτερη σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών για ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 46 παρ.1α, 94 παρ.1, 98, 224 παρ.2 και 225 παρ.1 α ΠΚ).
Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ’ αυτής αναίρεση, απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1619/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Καταδικάσθηκαν, συγκεκριμένα, για το ότι: Ο πρώτος των κατηγορουμένων και ήδη αιτών Μ. Π. "με περισσότερες πράξεις τέλεσε τα παρακάτω εγκλήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές: 1) Κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα : (α) στον Πειραιά, στις 30-3-2005, ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας - πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της από 26-3-2003 μηνύσεως του εναντίον του ήδη εγκαλούντος Ε.
Κ. για παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας κατ’ εξακολούθηση, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι "... Ερχόταν στο γραφείο μου συστηματικά και κατέγραψε τις συνομιλίες μας. Έβαζε το μαγνητόφωνο στην τσέπη του μπουφάν του.... Συνομολόγησε στις προτάσεις στο Πρωτοδικείο, αποκαλύπτοντας ότι είχε κασέτες, του είχε πέσει μια κασέτα στο γραφείο μου..." (β) στον Πειραιά, στις 21-1-2008, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως μάρτυρας - πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της εφέσεως του ήδη εγκαλούντος Ε.
Κ. κατά της υπ’ αριθμ. ΒΤ 2887/2005 αποφάσεως του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατέθεσε, μεταξύ άλλων ότι "... Στις 28-12 (εννοεί του 2002) είδα ότι με μαγνητοφωνούσε.... Όταν μπήκε στο δικό μου γραφείο μου είπε να κλείσω το παράθυρο διότι ακούγονταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια από τα μεγάφωνα του Δήμου". 2) Στον Πειραιά, στις 15-5-2003, στις 17-9-2003 και στις 21-1-2008, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, ήτοι με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν και ειδικότερα, κατά τους ως άνω τόπο και χρόνους, με προτροπές και παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, έπεισε τους συγκατηγορουμένους του δεύτερη και τρίτο, Π.
Π. και Ν. Σ., να καταθέσουν ενόρκως ως μάρτυρες όσα υπό στοιχεία ΒI, Β2 και Γ του παρόντος αναφέρονται και να τελέσουν τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρος κατ’ εξακολούθηση και μη, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά κατωτέρω υπό τα στοιχεία αυτά". Η δεύτερη δε των κατηγορουμένων (Π. Π.) και ήδη αιτούσα, κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά την ένορκη εξέταση της ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα: "1) Στον Πειραιά στις 15-5- 2003, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου του 1ου Τμήματος Πειραιώς, που διενεργούσε προανάκριση επί της με ...
μηνύσεως του πρώτου κατηγορουμένου -συζύγου της σε βάρος του ήδη εγκαλούντος κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι: "Όλο το περιεχόμενο της μηνύσεως του είναι αληθές. Στις 28-12-2002 ήλθε ο μηνυόμενος για τελευταία φορά στα γραφεία μας... είδα τον μηνυόμενο... να βγάζει από το μπουφάν του το μαγνητόφωνο και να το ενεργοποιεί και ύστερα να το τοποθετεί στη χάρτινη τσάντα του.
Μπαίνοντας στο γραφείο του συζύγου μου προφασίστηκε ότι κρύωνε και του είπε να κλείσει το παράθυρο γιατί κρύωνε, όπως και έγινε. Αυτό όμως που πράγματι τον ενδιέφερε ήταν να εξασφαλίσει απόλυτη ησυχία επειδή υπήρχε θόρυβος από έξω από τα μεγάφωνα του Δήμου από τα οποία ακούγονταν συνεχώς τραγούδια Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς". 2) Στον Πειραιά, στις 21-1-2008, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της έφεσης του ήδη εγκαλούντος Ε.
Κ. κατά της υπ’ αριθμ. ΒΤ 2887/2005 αποφάσεως του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατέθεσε μεταξύ άλλων, ότι : "Στις 28-12 (εννοεί του 2002) τον είδα που έβγαλε το μαγνητόφωνο από τη δεξιά τσέπη του... Την ημέρα εκείνη ακούγονταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια από τα μεγάφωνα του Δήμου και ο κατηγορούμενος είπε στον σύζυγο μου να κλείσε το παράθυρο....
Ήταν 12 το μεσημέρι, εκείνη την ημέρα, και είμαι σίγουρη ότι ακούγονταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ο καιρός ήταν αίθριος και ο σύζυγος μου είχε ανοιχτό παράθυρο".
‘ Ηδη επιδιώκοντες οι αιτούντες την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την ως άνω απόφαση, δια της από 22-1-2014 κοινής αιτήσεώς των ζήτησαν από τον ‘ Αρειο Πάγο την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ τους και την εξαφάνιση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά επικαλούμενοι τότε νέα γεγονότα που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που τους καταδίκασε τα οποία εάν γνώριζε το Δικαστήριο θα τους κήρυττε αθώους. Συγκεκριμένα αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τότε ως νέα στοιχεία τα κάτωθι:
α) To ότι η καταδίκη τους, στηρίχθηκε μεταξύ των άλλων και στην κατάθεση του μάρτυρα Α. Ζ. που περιέχεται στα πρακτικά της υπ’ αριθ. 528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, τα οποία η καταδικαστική απόφαση έλαβε υπ’ όψη, καταθέσαντος ότι "στις 31-5-2002 στο γραφείο του Π. πήγα μαζί με τον Μ. (εννοεί τον Ε.
Κ.). Δεν κρατούσε μαγνητόφωνο, ούτε μου είπε ότι θα μαγνητοφωνούσε την συνομιλία.... Εγώ γνωρίζω για την συνάντηση στις 31-5-2002", ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της νεότερης υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, ο ως άνω μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την συνάντηση του αιτούντος με τον μηνυτή Ε.
Κ. στο γραφείο του, την 31-5-2002, β) Το ότι μετά την καταδίκη τους, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, στο σκεπτικό της οποίας έγινε δεκτό στην 47η σελίδα, σειρά 21η και επόμενα, ότι: "εξάλλου, στις 18-3-2002 ο ήδη εγκαλών, επισκέφθηκε το γραφείο των κατηγορουμένων και εκεί κρατούσε μία συσκευή με την οποία ησχολείτο και ζήτησε να κλείσουν τα παράθυρα και στην συνέχεια εισήλθε στο γραφείο του 2ου κατηγορουμένου, όπου διεξήγαγαν έντονη συζήτηση και διαπληκτισμούς.
Τούτο το αντελήφθη η παρούσα τότε σύζυγος του 2ου κατηγορουμένου" (εννοεί την Π. Π. - Β.) "και υπέθεσε, ενώ τούτο δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα, ότι ο εγκαλών μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες... Επίσης, πολλές φορές ο ήδη εγκαλών όταν επισκεπτόταν κατά την άνοιξη και το θέρος του έτους 2002 το γραφείο του 2ου κατηγορουμένου, φορούσε, καίτοι επικρατούσε ζέστη, μπουφάν, θεωρώντας ότι ο Ε.
Κ. πράγματι μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες μαζί του, ο Μ. Π. ... υπέβαλε κατά του Ε. Κ. μήνυση για παραβίαση του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας..." και στη σελίδα 57: "Αποδείχθηκε εξάλλου, όμως, σε σχέση με τα παραπάνω κατατιθέμενα από την πρώτη κατηγορουμένη" (εννοεί την Π. Π. - Β.)... "περιστατικά περί μαγνητοφωνήσεων των συνομιλιών του με τον Μ.
Π., ότι ο εγκαλών, σε επισκέψεις στο γραφείο του 2ου κατηγορουμένου είχε βγάλει το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο η κατηγορουμένη ... όπως και ο Σ. , εξέλαβε ως μαγνητόφωνο και καλοπίστως νόμισε εκ πλάνης της και όχι εκ δόλου... ότι ο ρηθείς εγκαλών με αυτό (κινητό τηλέφωνο) μαγνητοφωνούσε τις ως άνω συνομιλίες του με τον κατηγορούμενο Μ.
Π. . ..." δυνάμει της οποίας αθωώθηκαν ουσιαστικά για την ίδια πράξη, αλλ’ υπό τον νομικό χαρακτηρισμό της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφημήσεως του Ε. Κ.., πράξεις που φέρονταν ότι είχαν τελέσει μεν σε άλλους τόπους και χρόνους, με την αναπαραγωγή όμως και διάδοση του ίδιου γεγονότος, ότι δηλαδή αυτός (Ε.
Κ.), κατά το από μηνός Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2002, χρονικό διάστημα, κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών, γ) Το ότι με τις υπ’ αριθ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, απηλλάγησαν για το αυτό αδίκημα, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που φερόταν μεν ότι είχε τελεσθεί σε άλλους τόπους και χρόνους, με την αναπαραγωγή και διάδοση όμως ενώπιον των δικαστικών αρχών του Πειραιά του αυτού ως άνω δυσφημιστικού γεγονότος, ότι δηλαδή ο Ε.
Κ. κατά το από μηνός Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2002 χρονικό διάστημα, κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών τους συνομιλιών και των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών και δ) Το ότι στην αίτηση που υπέβαλε ο Ε. Κ. στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας του να ασκήσει αναίρεση κατά των αθωωτικών διατάξεων της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, υπάρχει ομολογία του για την διάπραξη από αυτόν παρανόμων μαγνητοφωνήσεων.
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) με την 1183/2014 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την αίτηση αυτή επαναλήψεως με το ακόλουθο σκεπτικό:
"Εν σχέσει προς το άνω υπό α) αποδεικτικό μέσο, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πληττομένης αποφάσεως υπ’ αριθ. 549, 549 α, β και γ και 579, 579 α /2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ανεγνώσθη μόνον απόσπασμα της υπ’ αριθ. 528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, από την ανάγνωση τόσον των πρακτικών όσον και του σκεπτικού της ως άνω υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού των αιτούντων, ότι δηλαδή στην τελευταία γραμμή της σελίδας 44, υπάρχει η παραδοχή ότι ο μάρτυρας Α.
Ζ., δεν παρευρισκόταν κατά την συνάντηση του Ε. Κ. με τον αιτούντα στο γραφείο του, την 31-5-2002 και συνεπώς ο ισχυρισμός του αιτούντος περί νέου αποδεικτικού μέσου δεν επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά και την υπ’ αριθ. 684/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Εν σχίσει προς το άνω υπό δ) αποδεικτικό μέσο, από την ανάγνωση της (υπ’ αριθ.
γενικού πρωτοκόλλου ...17-4-2012 και αριθμό πρωτοκόλλου διοικητικού .../17-4-2012) αιτήσεως του Ε. Κ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία υποβλήθηκε αίτημά του για άσκηση αναιρέσεως κατά των αθωωτικών διατάξεων της υπ’ αριθ. 684/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι σ’ αυτήν περιέχεται ομολογία ότι ο ίδιος προέβη σε παράνομες μαγνητοφωνήσεις, διότι τέτοια ομολογία δεν υπάρχει στην αίτηση, τουναντίον υπάρχει η σαφής αιτίαση ότι αμφότεροι οι στη δίκη εκείνη κατηγορούμενοι (Μ.
Π. και Π. Π. ) εσφαλμένως κρίθηκαν αθώοι, λόγω αμφιβολιών ως προς τον δόλο τους, ως προς τους αναληθείς ισχυρισμούς των περί παρανόμων μαγνητοφωνήσεων και, συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος περί ομολογίας, ως νέου αποδεικτικού μέσου, δεν επιβεβαιώνεται. Από τα πρακτικά εξάλλου και το σκεπτικό των ετέρων υπ’ αριθ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, προκύπτει ότι οι αιτούντες αθωώθηκαν μεν από την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ’ εξακολούθηση, που φερόταν ότι είχε τελεσθεί με τον άνω ισχυρισμό, και την διάδοση από αυτούς, σε άλλους τόπους και χρόνους (δηλαδή στις 18-1-2012, 7-2-2012, 23-2-2012 παρ’ αμφοτέρων, 14-6-2011 μόνον από τον πρώτο αιτούντα), ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε αυτή (που φερόταν ότι είχαν τελεσθεί την 4-12-2007 με τον άνω ισχυρισμό από την δεύτερη αιτούσα και τον πρώτο αιτούντα αντιστοίχως), ψευδούς καταμηνύσεως (που φερόταν ότι είχε τελεσθεί την 6-10-2011 μόνον από τον πρώτο αιτούντα με την προσβολή ως πλαστού εγγράφου του Δήμου Πειραιά εν σχέσει προς τον χρόνο λειτουργίας των ηλεκτροηχητικών εγκαταστάσεων του Δήμου αυτού κατά την 28-12-2002) και της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου (που φερόταν ότι είχε τελεσθεί μόνον από τον πρώτο αιτούντα με τον άνω ισχυρισμό στις 6-10-2011) ενώπιον των δικαστικών αρχών του Πειραιά του ιδίου δυσφημιστικού γεγονότος, ότι δηλαδή ο Ε.
Κ. μαγνητοφωνούσε εν αγνοία του πρώτου αιτούντος και παρά την θέληση του τις προφορικές τους συνομιλίες και τις τηλεφωνικές τους επικοινωνίες, αλλά για λόγους υποκειμενικούς, δηλαδή για έλλειψη δόλου. Το ότι όμως τα άνω δικαστήρια με μεταγενέστερες αποφάσεις τους, έκριναν διαφορετικά σε σχέση με τον δόλο των αιτούντων επί άλλων υποθέσεων (έλλειψη δόλου), καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη της αθωότητα των αιτούντων και επί της ενδίκου υποθέσεως, κατά την οποία εκδόθηκε η 549, 549 α, β γ, 579 και 579 a /2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς αμετάκλητη απόφαση, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας.
Το ότι με την υπ’ αριθ. 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, εκρίθη ότι σε άλλους τόπους και χρόνους οι κατηγορούμενοι εστερούντο δόλου ως προς την γνώση τους περί το άνω γεγονός, καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη της αθωότητα των αιτούντων και επί της ενδίκου υποθέσεως".
Στην συνέχεια το δικαστήριο αυτό, επικαλούμενο το σκεπτικό της καταδικαστικής αποφάσεως κατέληξε δεχόμενο ότι:
"Τα φερόμενα ως προκύψαντα νέα στοιχεία δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα των αιτούντων, από δε την συνεκτίμηση και των πιο πάνω νέων στοιχείων, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν ή ότι καταδικάστηκαν άδικα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσαν άλλωστε η υποστηριζομένη με την υπό κρίση αίτηση των αιτούντων εκδοχή ότι υπήρξε σύγχυση στην Π.
Π. - Β. ως προς το εάν, αυτό που είδε, ήταν μαγνητόφωνο ή κινητό τηλέφωνο αποκρούεται από την απολογία της στην δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 684/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, διότι, κατ’ αυτήν, αυτή αντιμετωπίζοντας ευθέως το δίλημμα απήντησε ότι είδε τον εγκαλούντα να ενεργοποιεί ένα μικρό δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο, να το βάζει σε μία σακούλα και να μπαίνει στο γραφείο του συζύγου της.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στην δικαστική δαπάνη σύμφωνα με το αρθρ. 583 του ΚΠοινΔ". Ήδη οι ως άνω αιτούντες με την κρινόμενη αίτηση από 17-3-2016 επικαλούνται ως λόγους επανάληψης της διαδικασίας και αυτούς για τους οποίους εξεδόθη ήδη η 1183/2014 απόφαση.
Ως προς αυτούς πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη διότι δεν μπορούν οι ίδιοι λόγοι να αποτελέσουν τη βάση για νέα επανάληψη διαδικασίας (ne bis in idem). Προβάλλονται όμως για πρώτη φορά οι παρακάτω λόγοι, που πρέπει να ερευνηθούν:
Α) Ότι με την 684/20-4-2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, η οποία δέχθηκε στη σελίδα 44 ότι ο ουσιώδης μάρτυρας Α. Ζ., που επιβεβαίωσε την μη καταγραφή των συνομιλιών, δεν ήταν παρών κατά την συνάντηση στις 31-5-2002. Ειδικότερα το δικαστήριο δέχθηκε ότι "Ακόμη δεν αποδείχθηκε ότι ο μάρτυρας Ζ. μετέβη το πρώτον στο γραφείο του 3ου κατηγορουμένου (Μ. Π.) στις 31-5-2002.
Συνεπώς τα ως άνω περιστατικά τα οποία κατέθεσε η πρώτη κατηγορουμένη (Π. Π.) και όσα κατέθεσε η δεύτερη (Γ. Γ.) ενόρκως στις 17-9-2003 με την .../2003 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά σε σχέση με την εντολή προς τον κατηγορούμενο προς διεκπεραίωση οικονομικών συμφερόντων που είχε ο εντολέας του με το θείο του Γ.
Κ., αποδεικνύονται αληθή". Όμως στη σελίδα 57 αναφέρεται ότι "τελικά εμφάνισε για μάρτυρα του στο γραφείο μας τον έμπιστο φίλο του Α. Ζ. κάτοικο Κρήτης, ο οποίος δήλωσε στον αιτούντα ότι πράγματι ήταν πρόθυμος να καταθέσει δικαστικώς ... Μεταξύ των συναντήσεων και επαφών που είχε ο αιτών με συναδέλφους δικηγόρους, που εκπροσωπούσαν το θείο του Γ.
Κ. και λογιστές και από τις δύο πλευρές στην έδρα των παραπάνω εταιρειών στην οδό ... στον ... οσάκις χρειάστηκε συμπεριλαμβάνονται και αυτές ακόμα της 30ης και 31ης Μαΐου 2002, ημερομηνίας που αυτός βρισκόταν για πολλές ώρες, μετά από επείγουσα και επίμονη πρόσκληση του Ε. Κ. στα προαναφερόμενα γραφεία των εταιρειών τους ...".
Όμως η ως άνω απόφαση της οποίας ζητείται η επανάληψη δεν αναφέρεται μόνο στην ημερομηνία 31-5-2002 αλλά για το χρονικό διάστημα από 18-3-2002 έως 28-12-2002 και εκ της ανωτέρω αποφάσεως που τελικά κήρυξε τους αιτούντες ενόχους κατά πλειοψηφία για ψευδορκία μάρτυρος κατ’ εξακολούθηση και μη για ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη κατά συρροή, αφορά μεμονωμένα περιστατικά και σε διαφορετικούς χρόνους εν σχέση με την απόφαση που ζητείται η επανάληψη και δεν λαμβάνει καμιά θέση για τις παράνομες καταγραφές των συνομιλιών που έλαβαν χώρα την ημέρα αυτή.
Εκ των ανωτέρω δεν καθίσταται φανερό μετά βεβαιότητος ότι οι αιτούντες είναι αθώοι.
Β) την 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά η οποία δέχθηκε στο σκεπτικό της "σε σχέση με τα παραπάνω κατατιθέμενα από την πρώτη κατηγορουμένη περιστατικά, περί μαγνητοφωνήσεων των συνομιλιών του με τον Μ. Π., ότι ο εγκαλών σε επισκέψεις του στο γραφείο του δευτέρου κατηγορουμένου είχε βγάλει το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο η κατηγορουμένη (όπως και ο ως άνω Σ.) εξέλαβε ως μαγνητόφωνο και καλοπίστως νόμισε αυτή (καθώς και ο ως άνω Σ.) εκ πλάνης του και όχι εκ δόλου ...". Εκ της ανωτέρω αποφάσεως δεν καθίσταται φανερό άπαντοι είναι αθώοι καθόσον αυτή εκδόθηκε για άλλα περιστατικά που έλαβαν χώρα σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους και με διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, με την αναπαραγωγή όμως και διάδοση του ίδιου γεγονότος, ότι δηλαδή αυτός (Ε. Κ.), κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2002, κατ’ εξακολούθηση προέβαινε σε παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών της συνομιλιών και των τηλεφωνικών της επικοινωνιών. Το ότι με την 684/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά εκρίθη ότι σε άλλους τόπους και χρόνους οι κατηγορούμενοι εστερούντο δόλου ως προς την γνώση τους για το ως άνω γεγονός, καθ’ αυτό, δεν καθιστά πρόδηλη την αθωότητα των αιτούντων και επί της ενδίκου υποθέσεως.
Γ) την 735/2014 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιά με την οποία αυτοί αθωώθηκαν για τις πράξεις της ψευδορκίας, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του Ε. Κ., οι οποίες είχαν σχέση και με τις καταγραφές εκ μέρους του, των συνομιλιών μεταξύ τους. Όμως από την επισκόπηση της απόφασης αυτής προκύπτει ότι βασικό κεφάλαιο έρευνας ήταν η υπεξαγωγή εγγράφων και όχι οι καταγραφές των συνομιλιών και ότι αθωώθηκαν κατά πλειοψηφία λόγω αμφιβολιών ως προς το δόλο, όπως προκύπτει από τις σελίδες 24, 25 του σκεπτικού της.
Δ) την 1301/2015 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά με την οποία ο πρώτος των αιτούντων αθωώθηκε για ψευδή καταμήνυση σε βάρος του Ε. Κ. που αφορά την ΑΒΜ, Α08/609 έγκληση και αφορούσε περιστατικά που έλαβαν χώρα στις 30-3-2005, 21-1-2008 ως και 15-5-2003, 17-9-2003 και 21-1-2008. Από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο έκρινε αυτόν αθώο ελλείψει του απαιτούμενου άμεσου δόλου και όχι γιατί δεν προέβαινε σε παράνομες καταγραφές των συνομιλιών της.
Τα ως άνω φερόμενα ως προκύψασα νέα στοιχεία δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα των αιτούντων, από δε την συνεκτίμηση και των πιο πάνω επικαλουμένων στοιχείων, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν ή ότι καταδικάστηκαν άδικα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσαν. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει: α) να απορριφθούν οι λόγοι επαναλήψεως της διαδικασίας που κρίθηκαν και περιλαμβάνονται στην 1183/2014 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) ως απαράδεκτοι και β) ως αβάσιμοι όλοι οι λοιποί λόγοι. Τέλος πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος εκάστου κατ’ άρθρον 583 § 1 ΚΠοινΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2016 αίτηση του Μ. Π. και της Π. Π.-Β. κατοίκων ... για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος τους της υπ’ αριθ. 549, 549, α,β,γ, 579, 579α/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και δ: α)καθό μέρος οι λόγοι της αιτήσεως ταυτίζονται με αυτούς που κρίθηκαν με την 1183/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου ως απαράδεκτη και β)ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αίτηση κατά τους λοιπούς λόγους.
Και
Καταδικάζει έκαστον των αιτούντων στη δικαστική δαπάνη της προκειμένης διαδικασίας την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016. Και
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ