Supreme Court dismisses appeal for failure to appeal subsidiary claim basis to second instance court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a subsidiary claim basis that was not formally appealed. The appellant argued for the review of this alternative claim, but the lower court had already rejected it while accepting the primary claim. The court ruled that the second-instance court could not examine the unappealed subsidiary basis, constituting a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 552, 553, 495, 566, 559 of the Code of Civil Procedure: An appellate court cannot examine a subsidiary claim basis that was not formally appealed to it, as this constitutes a procedural error of omission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1817 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1817/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "NESTLE WATERS DIRECT HELLAS ΥΔΑΤΑ ΑΕ" (προγενέστερης επωνυμίας "AQUA SPRING ΑΕΒΕ" που εδρεύει στη ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη, που ανεκάλεσε την από 15-2-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γιάννα Παναγοπούλου-Μπέκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17140/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 718/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2012 αίτησή της που κατέθεσε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (αριθ. καταθ. 1967/12).
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 28-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 552 και 553 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, ακολούθως δε απορριφθεί η αγωγή ως προς την γενομένη δεκτή βάση αυτής, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στα μεταβιβασθέντα στο εφετείο κεφάλαια, όσο και η πρωτόδικη, ως προς τις οριστικές της διατάξεις (κεφάλαια) που δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως.
Για το παραδεκτό όμως της σχετικής αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 566 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η κατάθεση του δικογράφου της αναιρέσεως και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την συμπροσβαλλομένη εν μέρει οριστική απόφαση (Α.Π.1183/2010, 306/2009, 581/2008).Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της εναγούσης και εφεσιβλήτου, η οποία έχει κατατεθεί νομίμως στη γραμματεία τόσο του Εφετείου όσο και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εξέδωσαν τις υπ` αριθμ. 218/2012 και 17140/2007 αντίστοιχες αποφάσεις, ζητείται, για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους, η αναίρεση των συμπροσβαλλομένων ως άνω αποφάσεων.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδιαιτέρως των δικογράφων της αγωγής της αναιρεσειούσης, της εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, και των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και του Εφετείου προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " NESTLE WATERS DIRECT HELLAS A.E." (πρώην "AQUA SPRING A.E.B.E.)", με την ένδικη, από 30-6-2005, αγωγή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξέθετε:
Ότι με βάση την από 10-1-2000 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που υπεγράφη μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΟΥΑ ΣΠΡΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και του εναγομένου, ο τελευταίος ορίστηκε αποκλειστικός διανομέας αρχικώς μεν στους νομούς Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής και Κιλκίς, εν συνεχεία δε και στους νομούς Πέλλης, Σερρών και Ημαθίας, των προϊόντων, που αυτή εμπορευόταν, δηλαδή φυσικού πόσιμου νερού με την εμπορική επωνυμία "Αqua Spring", συσκευασμένου σε επιστρεφόμενα στην ίδια πολυκαρβονικά δοχεία, χωρητικότητoς 18,9 λίτρων, ιδιοκτησίας της, τοποθετούμενα σε ειδικές συσκευές-θερμοψύκτες, σύμφωνα με τους όρους, που αναφέρονται στη σύμβαση.
Ότι στη θέση της ως άνω εταιρείας στις 23-8-2001 υπεισήλθε η ίδια (ενάγουσα), η οποία και συνέχισε μετά από προφορική συμφωνία, να προμηθεύει τον εναγόμενο με τα προαναφερθέντα προϊόντα, με τους ίδιους όρους της ως είρηται συμβάσεως διανομής. Ότι αυτή (ενάγουσα) κατήγγειλε την μεταξύ των σύμβαση διανομής για παραβίαση εκ μέρους του εναγομένου ουσιωδών όρων αυτής και τον εκάλεσε να της επιστρέψει τα ευρισκόμενα στην κατοχή του κινητά πράγματα και συγκεκριμένα όλους τους θερμοψύκτες, τα πολυκαρβονικά δοχεία και τις ειδικές μεταλλικές παλέτες.
Ότι ο εναγόμενος, την 1-6-2005 της απέδωσε μέρος των ανωτέρω πραγμάτων, κατεκράτησε όμως και εξακολουθεί έκτοτε να κατέχει παρανόμως προσβάλλοντας την επ' αυτών νομή της, 1.175 θερμοψύκτες, 1.102 πολυκαρβονικά δοχεία και 27 μεταλλικές παλέτες, συνολικής αξίας 204.287 ευρώ. Εζήτησε δ' ακολούθως με την αγωγή της η ενάγουσα να αναγνωρισθεί νομέας των ανωτέρω κινητών πραγμάτων και να υποχρεωθεί η εναγομένη και οποιοσδήποτε τρίτος έλκων εξ αυτής δικαιώματα να της αποδώσει την νομήν των πραγμάτων αυτών με βάση την μεταξύ των σύμβαση διανομής άλλως δε και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την συμπροσβαλλομένη απόφασή του έκρινε νόμιμη και εν μέρει βάσιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της, αναγνωρίζοντας την ενάγουσα νομέα των προαναφερομένων θερμοψυκτών και μεταλλικών παλετών και υποχρεώνοντας τον εναγόμενο και οποιονδήποτε τρίτο κατέχοντα επ' ονόματί του ή έλκοντα εξ αυτού τα δικαιώματά του στην προς αυτήν απόδοση της νομής τούτων.
Περαιτέρω το ίδιο, ως άνω, πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την συμπροσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ως μη νόμιμη και απορριπτέα την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, λόγω της επιβοηθητικής φύσεως αυτής και της μη επικλήσεως εκ μέρους της εναγούσης ότι επήλθε παραγραφή της εκ της αποβολής εκ της νομής της αξιώσεως αυτής.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο εναγόμενος άσκησε την από 12-6-2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2371/15-6-2007 έφεση, η οποία εισήχθη ενώπιον του Εφετείο με επιμέλεια της εναγούσης και συνεζητήθη με επίσπευση της ιδίας κατά τη δικάσιμο της 13-5-2011, οπότε και εξεδόθη η συμπροσβαλλομένη απόφαση.
Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της, δεχόμενο την ένσταση του εκκαλούντος-εναγομένου περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως συμπληρωθείσης εν επιδικία, και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την 15-6-2007, που ασκήθηκε η έφεση, μέχρι την 9-2-2010,οπότε και έλαβε χώρα η επομένη διαδικαστική πράξη που ήταν η κατάθεση από την ενάγουσα-εφεσίβλητη του δικογράφου της εφέσεως στη γραμματεία του Εφετείου και ο ορισμός δικασίμου, με την σύνταξη της αντιστοίχου υπ' αριθμ. 578/9-2-2010 πράξεως.
Περαιτέρω το Εφετείο, μετά την απόρριψη της κυρίας βάσεως της ενδίκου αγωγής δεν προχώρησε στην έρευνα της επικουρικής τοιαύτης, απορρίπτοντας και το σχετικό αίτημα της εφεσιβλήτου, με την αιτιολογία ότι δεν είχε σχετική εξουσία, αφού η συγκεκριμένη αγωγική βάση είχε ήδη ερευνηθεί και απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν είχε εισαχθεί ενώπιόν του με έφεση της εναγούσης.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση τόσο της αποφάσεως του Εφετείου, όσο και εκείνης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τις απορριφθείσες βάσεις της αγωγής, που δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την βασιμότητα των λόγων αυτής.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, απορρίψαν την αγωγή ως νόμω αβάσιμη προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή ή μη εφαρμογή του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή της ιστορικής βάσεως της αγωγής σ` αυτόν.
Περαιτέρω, ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς και παραδεκτώς προταθέντες, ασκούντες δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυρισμοί, όπως είναι οι βάσεις αγωγής και οι λόγοι εφέσεως.Μη νόμιμοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ` αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004).Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Εξάλλου, από το άρθρο 904 του Α.Κ. προκύπτει, ότι η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απορρίψεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π.306/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κατά του αναιρεσιβλήτου αγωγή της η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα, ιστορεί όσα ανωτέρω εξετέθησαν και αιτείται, κατά τα προλεχθέντα, την καταψήφιση του εναγομένου στην προς αυτήν απόδοση των επιδίκων κινητών πραγμάτων, με βάση τη σύμβαση και τις περί νομής διατάξεις, άλλως δε και επικουρικώς σύμφωνα με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας, με την συμπροσβαλλομένη οριστική απόφασή του, την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής λόγω της επιβοηθητικής φύσεως αυτής και της θεμελιώσεώς της επί των αυτών πραγματικών περιστατικών με την κυρία βάση της αγωγής, η οποία κρίθηκε νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ, αναιρετική πλημμέλεια, παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ.
και εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον λόγο του αναιρετηρίου που αφορά την συμπροσβαλλομένη πρωτόδικη απόφαση. Αβάσιμες είναι ωσαύτως και οι δια του αυτού αναιρετικού λόγου προσαπτόμενες στην ίδια απόφαση και για την ίδια αιτία (απόρριψη επικουρικής βάσεως της αγωγής) αιτιάσεις για πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 9 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα στην υπέρβαση του αντικειμένου της δίκης, δια της εκδόσεως αποφάσεως επί της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρικής βάσεως, χωρίς την πλήρωση της αιρέσεως απορρίψεως της κυρίας βάσεως υπό την οποία τελούσε και στην παραβίαση του συστήματος διαθέσεως δια της αγνοήσεως της επικουρικής διατάξεως των αγωγικών αιτημάτων.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, ως τοιαύτης νοουμένης κάθε αυτοτελούς αιτήσεως των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιαδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (Α.Π. 156/2012, 115/2011, 341/2010).
Επίσης, ο από το άρθρο 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή σε εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς, με τον προβλεπόμενο από τον εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 12/2000, 1/1999, Α.Π.2001/2009, 1735/2008 862/2011). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως ως βασίμου, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και, αν η ουσία της υποθέσεως ερευνήθηκε στον πρώτο βαθμό, κρατεί αυτό την υπόθεση και την δικάζει κατ` ουσίαν.
Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για την οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα και, επομένως, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως αγωγή ως προς την κυρία βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κυρία βάση της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής βάσεως.
Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στην θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Εάν δεν ενεργήσει έτσι το Εφετείο αφήνει αδίκαστη αίτηση και δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως. Παραδεκτώς δε προτείνεται ο λόγος αυτός στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 εδ. α` του ιδίου Κώδικα, διότι το ελάττωμα της αποφάσεως, δεν υπήρχε στον χρόνο της τελευταίας συζητήσεως, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, αφού κατά το χρόνο εκδικάσεως της εφέσεως του εναγομένου, δεν είχε ακόμη εξαφανισθεί η πρωτόδικη και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες, που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και να εξετάσει αίτηση που νόμιμα είχε υποβάλει με την αγωγή του.
Εάν, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερεύνησε και απέρριψε την επικουρική βάση και δέχθηκε την αγωγή κατά την κυρία βάση της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει την έφεση του εναγομένου, ο οποίος παραπονείται για την παραδοχή με την εκκαλουμένη απόφαση της αγωγής κατά την κυρία βάση της, δεν μπορεί να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, χωρίς έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος.
Αν δε το εφετείο χωρίς ειδικό λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως ως προς την ερευνηθείσα και απορριφθείσα επικουρική βάση, ερευνήσει αυτήν, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεχθεί την αγωγή κατά την μη μεταβιβασθείσα ενώπιόν του επικουρική της βάση, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων (λόγων εφέσεως) που δεν προτάθηκαν ενώπιον αυτού νομίμως (Α.Π.834/2008, 1887/2008, 124/2007, 306/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, ως ήδη εξετέθη, ασκήθηκε έφεση μόνο από τον εναγόμενο, που είχε ως αντικείμενο την απόρριψη της γενομένης δεκτής κυρίας βάσεως της αγωγής, ενώ ως προς την ερευνηθείσα και απορριφθείσα επικουρική βάση της αγωγής δεν ασκήθηκε έφεση εκ μέρους της εναγούσης.
Ενόψει τούτου, το Εφετείο, μετά την παραδοχή της εφέσεως και την απόρριψη της αγωγής κατά την κυρία βάση της δεν ερεύνησε την μη μεταβιβασβείσα ενώπιόν του, δια λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως, επικουρική βάση της αγωγής. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην προβλεπομένη από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια της καταλείψεως δηλαδή αδίκαστης της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρικής βάσεως της αγωγής, αφού, σύμφωνα με τα προλεχθέντα, η βάση αυτή της αγωγής δεν εισήχθη νομίμως προς εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου. Επομένως ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται επίσης στην προσβαλλομένη απόφαση, για την ίδια ως άνω αιτία και οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικές πλημμέλειες, τυγχάνει αβάσιμος.Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2012 αίτηση της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία " NESTLE WATERS DIRECT HELLAS A.E." για αναίρεση των υπ' αριθμ.17140/2007 και 718/2012 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντιστοίχως. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα, εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ