1817/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1817/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριέ ή αρζί - μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας, όχι όμως τα οικόπεδα έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν το χαρακτήρα "μούλκ".
Full text
Απόφαση 1817 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1817/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Γ. του Α., 2) Ε. Γ. του Α., 3) Α. Γ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσιρίκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1035/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1/6/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 25/10/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1/6/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 51 Εισ. Ν.ΑΚ., η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτηση τους, ενώ με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο α' του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην ΕτΚ (30-12-1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο Α.Κ., ο Εισ.
Ν.ΑΚ. και το ν.δ. 7/10 Μαίου 1945. Περαιτέρω, η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο, πριν την εισαγωγή του Α.Κ., ρυθμιζόταν από τον Ιταλικό Αστικό Κώδικα /1865, από την 1-1-1932 και πριν την εισαγωγή του Ιταλικού Αστικού Κώδικα από το Οθωμανικό δίκαιο. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου [ Ν. 7/1856 : Νόμος της 7 Ραμαζάν (1856) Περί Γαιών], σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91 -102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε α)ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτη δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν ,β) δημόσιες γαίες (ερα-ζί - εμιριέ ή αρζί - μιρί), γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (μεβ-κουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (με-τρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κ.λ.π.
Στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριέ ή αρζί - μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας, όχι όμως τα οικόπεδα έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν το χαρακτήρα "μούλκ".
Οι ανωτέρω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό Δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπίου) και ετήσιας δόσεως, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημοσίας εκτάσεως, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο.
Ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ".
Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από το σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού και επομένως δεν είναι δυνατή η, κατά τον ως άνω τρόπο, από τον σφετεριστή απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσαρούφ) επί δασών.
Το ως άνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως "τεσσαρούφ" μπορούσε να μεταβιβασθεί εν ζωή ή αιτία θανάτου, κατόπιν αδείας της αρχής και υπό τον όρο καταβολής χρηματικού τέλους "ταπού", όχι όμως και να κληρονομηθεί και μάλιστα με διαθήκη, αν και οι συγγενείς του θανόντος δικαιούχου είχαν το δικαίωμα μεταβιβάσεως (χακή - ντικάλ) ή εγκαταστάσεως στη δημόσια γη, την οποία προηγουμένως καλλιεργούσε ο θανών.
Η τυχόν όμως εγκατάλειψη της δημόσιας γης επί τριετία χωρίς να υπάρχει δικαιολογημένο κώλυμα για την καλλιέργεια, είχε ως αποτέλεσμα την έκπτωση του δικαιούχου από το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ),σύμφωνα με τα άρθρα 68, 69 έως 71 και 75 του άνω Οθωμανικού νόμου περί γαιών, η οποία είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη επαναφορά του πιο πάνω δικαιώματος στο Οθωμανικό Δημόσιο.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1248 και 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, στην πρώτη από την οποία προβλέπονται οι τρόποι κτήσεως της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της δεύτερης διατάξεως ,που προβλέπει τη δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία) προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί ακινήτων ελευθέρας κυριότητας ( μούλκ) όσο και επί δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.
Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού (με αριθμό 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30-12-1947).
Οι δε διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, οι οποίες αφορούν τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και επομένως και στη νήσο Πάτμο, αφού η εφαρμογή αυτών δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και τη λειτουργία των κτηματολογικών γραφείων.
Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στη Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του Ιταλ ΑΚ/1865 μ ε το άρθρο 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη από 1-1-1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685,686,2105,2106 και 2135 του Ιταλ.ΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).
Η ως άνω κτητική παραγραφή τυγχάνει εφαρμογής και επί ακινήτων που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους, κατά το άρθρο 2114 Ιταλ. ΑΚ/1865, διάταξη η οποία είναι αντίθετη προς αυτή του άρθρου 63 εδ. ε' του Κτηματολογικού Κανονισμού, κατά την οποία δεν επιτρέπεται σε βάρος των δημοσίων περιουσιακών (ιδιόκτητων) κτημάτων παραγραφή της κυριότητας ως προς τις γαίες "εραζί - εμιριέ ή "αρζί - μιρί".
Η ως άνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσεως της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής", δεν τυγχάνει εφαρμογής στη νήσο Πάτμο (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1 - 8 αυτού), αφού ουδέποτε έλαβε χώρα κατάρτιση κτηματολογίου και συνεπώς καταγραφή των ακινήτων σ' αυτό και ίδρυση κτηματολογικών γραφείων στη νήσο αυτή.
Στη συνέχεια ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του Ιταλ. ΑΚ/1942 από 21/4/1942 με το υπ' αριθμ. 170 /1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 Ιταλ.ΑΚ/1942, από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στη φυσική εξουσίαση του πράγματος από το νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί επί του πράγματος διάνοια κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.
Με την δε έναρξη ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α' ν. 510 /1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος διάνοια κυρίου (νομή) και ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναγνωρίζει το θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1-1-1932, δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στη Δωδεκάνησο. Επομένως, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις ως άνω διατάξεις του Ιταλ.ΑΚ/1865, Ιταλ.
ΑΚ/1942 και Ελληνικού ΑΚ, διότι από 1-1-1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας, μέχρι 10-1-1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στη Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 Β.Δ., ο Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονταν, σύμφωνα και με τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του πράγματος για την κτήση της κυριότητας.
Όμως είναι δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσα-ρούφ), εφόσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10-1-1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία εφαρμόζεται το άρθρο 4 παρ. 2 α.ν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της μη συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως.
Η κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) είναι δυνατή και μετά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογικού Κανονισμού και μάλιστα όχι μόνο στις ήδη παραχωρηθείσες σε ιδιώτες εκτάσεις, κατά τη σύνταξη του Κτηματολογίου, αλλά και στις μη παραχωρηθείσες εκτάσεις, όπως είναι όλες οι εκτάσεις στη Δωδεκάνησο όπου δεν έλαβε χώρα κατάρτιση κτηματολογίου, όπως στην Πάτμο, αφού δεν υπήρχε λόγος να μη συνεχισθεί το ίδιο καθεστώς όπως και προηγουμένως.
Τούτο δε διότι το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) των ιδιωτών επί δημοσίων γαιών στη νήσο Πάτμο θα καταγράφονταν επ' ονόματι αυτών, με την προσκομιδή των τίτλων αυτών (ταπίων) ή με την αναγνώριση του ως άνω δικαιώματος κατά τις εργασίες ταξινόμησης των ακινήτων από τα συντάσσοντα το κτηματολόγιο όργανα, σύμφωνα με το άρθρο 4 εδ.
δ' και ε' Κτηματολογικού Κανονισμού, κατά την κατάρτιση του κτηματολογίου και στην Πάτμο, η οποία δεν έγινε τελικά ή με την παραχώρηση δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρουφ) σε ιδιώτες επί δημοσίων γαιών από τον Κυβερνήτη, που μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε (άρθρο 4 εδ. στ' Κτηματ. Κανονισμού). Με το άρθρο δε 9 παρ.1 εδ.
α' ν. 2100/1952, που ισχύει από 26/4/1952 ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στη Δωδωκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί -εμιριέ) αποσβένυται οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρουφ) επί των ανωτέρω κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως δυνάμει της ως άνω διατάξεως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στη νήσο Πάτμο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/-1938, ήτοι πριν την 10-1 - 1949 έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς, με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρουφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 423/1947.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδο-Χή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου (εξ αδιαθέτου ή νομίμου μοίρας) είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η δε κυριότητα των ακινήτων της κληρονομιάς, καθώς και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει στον κληρονόμο αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η εν λόγω αποδοχή μεταγραφεί.
Για το ορισμένο δε της αγωγής με την οποία ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας επί ακινήτου, που έχει αποκτηθεί με κληρονομική διαδοχή αρκεί να αναφέρεται στην αγωγή η ιδιότητα του ενάγοντος ως κληρονόμου, η αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή της σχετικής πράξεως, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, μόνο δε σε περίπτωση αμφισβητήσεως με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως της κυριότητας αυτού από τον εναγόμενο υποχρεώνεται ο ενάγων να καθορίσει τον τρόπο της κτήσεως αυτής (Α.Π. 722/2010, Α.Π. 292/2006).
Αν δε στηρίζει το δικαίωμα κυριότητας σε έκτακτη χρησικτησία οφείλει να επικαλεσθεί ότι αυτός και οι νόμιμοι δικαιοπάροχοι του νέμονταν με διάνοια κυρίου το ακίνητο, με αναφορά συγκεκριμένων υλικών πράξεων νομής επ' αυτού. Περαιτέρω , κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. α' του ν. 2664/1998 (Εθνικό Κτηματολόγιο) ορίζεται ότι στο Κτηματολόγιο καταχωρίζονται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων του ακινήτου και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει τη δημόσια πίστη προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, ενώ κατά το άρθρο 3 εδ.
α' και β' του ίδιου νόμου, από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε κάθε μία από τις κατά το ν. 2308/1995 κτηματογραφημένες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών. Με το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι, πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο Κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β' του άρθρου 3.
Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου (παρ. 1). Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της δεκαετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι δώδεκα έτη.
Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών διαδόχων. Με το άρθρο 7α παρ. 1 α' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, τα μη καταχωρισθέντα στις πρώτες εγγραφές δικαιώματα μεταβιβάζονται και επιβαρύνονται σύμφωνα με τις οικείες γι' αυτά διατάξεις σε περίπτωση δε μεταβίβασης της κυριότητας, εφόσον ο μεταβιβάζων δεν έχει ασκήσει και καταχωρίσει στο κτηματολογικό φύλλο του και ....νήτου την αγωγή που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6, την εγγραφή αναπληρώνει η εκ μέρους του αποκτώντος άσκηση και η με επιμέλεια του καταχώριση της αγωγής αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.
Τέλος κατά το άρθρο 12 παρ. 1 περ. ζ' το ίδιου ως άνω νόμου στα κτηματολογικά φύλλα καταχωρίζεται η κατά το άρθρο 1193 του Αστικού Κώδικα αποδοχή κληρονομιάς ή κληροδοσίας, εφόσον με αυτήν περιέχεται στον κληρονόμο ή τον κληροδόχο η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο της κληρονομιάς ή εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο ακίνητο, καθώς επίσης το αναφερόμενο στο άρθρο 1195 του Αστικού Κώδικα κληρονομητήριο.
Από τις παραπάνω διατάξεις του νόμου 2664/1998 προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής με την οποία ζητείται η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο Κτηματολογικό βιβλίο και η διόρθωση της ολικά ή μερικά (άρθρο 6 του ν. 2664/1998) και ο ενάγων θεμελιώνει το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητας σε κληρονομική διαδοχή, η μη ολοκλήρωση της γενόμενης αποδοχής της κληρονομιάς με τη μεταγραφή αυτής στα βιβλία μεταγραφών, μέχρι την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου, αναπληρώνεται με την καταχώριση της αγωγής αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.
Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ανέφεραν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 4/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της λεπτομερώς περιγραφόμενης κατά θέση, έκταση και γεωγραφικό στίγμα νησίδας με την ονομασία "ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ", ότι τη νησίδα αυτή την απέκτησαν τόσο με παράγωγο όσο και πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με κληρονομική διαδοχή από τους αναφερόμενους συγκυρίους κληρονομούμενους οι οποίοι, όπως και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους νέμονταν τη νησίδα αυτή με διάνοια κυρίου, με τις αναφερόμενες πράξεις νομής, ήτοι καλλιεργώντας την, εκμισθώνοντας την σε τρίτους για καλλιέργεια και βοσκή προβάτων και επιβλέποντας την για χρονικό διάστημα εκατόν περίπου ετών, ότι αποδέχθηκαν μετά το θάνατο των δικαιοπαρόχων τους την κληρονομιά, με την εις αυτή πράξη αποδοχής κληρονομιάς, την οποία αρνήθηκε να μεταγράψει ο αρμόδιος Υποθηκοφύλακας Πάτμου, ο οποίος απέρριψε τη σχετική αίτηση τους με τον ισχυρισμό ότι από τις 20/5/2004 είχε παύσει η λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου Πάτμου και ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογραφήσεως, η οποία έχει ήδη ολοκληρωθεί, η επίδικη νησίδα έχει λάβει τον Κ.Α.Ε.Κ. 100600903001/0/0 στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Πάτμου και έχει καταχωρηθεί από αρχική εγγραφή ως ανήκουσα στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Ζήτησαν δε με την αγωγή τους να αναγνωρισθούν συγκύριοι, κατά τα ανωτέρω ποσοστά της ως άνω νησίδας και να διορθωθεί η πρώτη (αρχική) ανακριβής εγγραφή στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πάτμου, ώστε να εμφαίνεται ότι είναι συγκύριοι της ως άνω νησίδας, κατά τα πιο πάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τους δύο λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολ Δ.
ότι η αγωγή, 1) ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας από τους αναιρεσίβλητους είναι αόριστη γιατί αν και επικαλούνται κληρονομική διαδοχή δεν επικαλούνται μεταγραφή της γενόμενης αποδοχής ή του εκδοθέντος κληρονομητηρίου και 2 ) είναι μη νόμιμη "διότι, α) εφόσον το επίδικο ακίνητο ήταν αγροτική έκταση, βοσκότοπος, περιλαμβάνεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών ( εραζί - εμιριέ ) και συνεπώς ο παππούς των δύο πρώτων εναγόντων και προπάππος του τρίτου ενάγοντος Ν.
Γ. του Χ. δεν μπορούσε να έχει αποκτήσει δικαίωμα πλήρους κυριότητας και να τη μεταβιβάσει με δωρητήριο συμβόλαιο το έτος 1936 στον πατέρα και πάππο των εναγόντων Α. Γ. του Ν. ... το τυχόν κτηθέν από το Ν. Χ. Γ. δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί με δωρεά στον Α. Γ. του Ν. και β) ο Α.
Γ. του Ν. μπορούσε ν' αποκτήσει μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί του επιδίκου ακινήτου, αφού πρόκειται περί δημοσίας γαίας (εραζί - εμιριέ) και μάλιστα μόνον στα καλλιεργήσιμα τμήματα του ακινήτου ..." είναι αβάσιμες. Συγκεκριμένα, α) ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας από τους αναιρεσίβλητους αναφέρεται στην αγωγή ότι οι τελευταίοι αποδέχθηκαν νομίμως την κληρονομιά των δικαιοπαρόχων τους, ότι ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας Πάτμου αρνήθηκε να μεταγράψει την ως άνω αποδοχή, απορρίπτοντας τη σχετική αίτηση τους και ότι η μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομιάς αναπληρώθηκε με την εγγραφή της κρινόμενης αγωγής στο κτηματολογικό φύλλου του επίδικου ακινήτου και β) όσον αφορά τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας από τους αναιρεσίβλητους, αναφερεται καθ' υποφοραν στην αγωγή, ως προς την αμφισβήτηση από το αναιρεσείον της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων επί της επίδικης νησίδας, οι ειδικότερες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους, για χρονικό διάστημα εκατό περίπου ετών, πριν από την άσκηση της αγωγής, μέχρι την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων δεν μπορούσαν να αποκτήσουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί της επίδικης νησίδας, η οποία περιλαμβάνεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριέ) αλλά μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) είναι επίσης αβάσιμοι,καθόσον όπως προαναφέρθηκε, με το άρθρο 9 παρ. 2 εδ.
α' του ν. 2100/1952 ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στη Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβένεται, οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως, δυνάμει της ως άνω διατάξεως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.
Επομένως, οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στη νήσο Πάτμο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του Α.Ν. 1539/1938 , ήτοι πριν την 10-1-1949 έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς, με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ.
α'του ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 Συνθήκης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας ,που κυρώθηκε με το ν.δ. 423 / 2947.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/6/2010 αίτηση για αναίρεση της 30/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ