1817/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης λόγω έλλειψης ενημέρωσης της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Legislator headnote
AI generated1817/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι). Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι, όπως υποστηρίζεται, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Full text
Απόφαση 1817 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1817/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσατσάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παπανικολάου.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης λόγω έλλειψης ενημέρωσης της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-9-2005 και 24-10-2005 αγωγές των διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5161/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 693/20007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 11-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι, όπως υποστηρίζεται, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι παραβάσεις αυτές συντελέστηκαν κατά τον αναιρεσείοντα, επειδή το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες μετά των δικαιοπαρόχων τους το επίδικο από του έτους 1979 συνεχώς επί μία εικοσαετία και πλέον, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν περιελαμβάνετο στην αγωγή τους που στηριζόταν, κατά τον αναιρεσείοντα, μόνο σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, αλλά ούτε και στις προτάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι προς απόκρουση της δικής του διεκδικητικής του αγωγής.
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την αποδοχή της περί διαταράξεως της νομής αγωγής των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον, κατά τις σαφείς παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, οι αναιρεσίβλητοι αναγνωρίσθηκαν, κατ' αποδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής τους, νομείς του επιδίκου και όχι κύριοι αυτού.
Οι ίδιοι λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσείοντος κατ' αποδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, είναι επίσης απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν νομίμως προς απόκρουση της διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσείοντος ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες μετά των δικαιοπαρόχων τους το επίδικο με διάνοια κυρίου από του έτους 1950 συνεχώς και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, ήτοι επί μία εικοσαετία και πλέον.
ΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα δε ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να παρατίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, Α.Π 32/1996 Ολ.).
Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτόν στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, ως προς την απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο ένα σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του.
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν μετ' επίκληση, είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθ' όσον στο αναιρετήριο δεν εξειδικεύονται τα αποδεικτικά αυτά μέσα κατά ταυτότητα και περιεχόμενο, αλλά ούτε και καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύοταν, αλλά ούτε και αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
ΙΙΙ). Kατά τις διατάξεις του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).
Εκ τούτων συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης όπως αναφέρεται στο μεταγλωτισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται περαιτέρω αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το λόγο ότι απέρριψε την διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, προς προσδιορισμό της ακριβούς θέσεως του διεκδικουμένου ακινήτου.
Το αίτημα δε αυτό του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε από το Εφετείο, το όποιο έκρινε, χωρίς να υπάρχει παραδοχή ότι για την επίλυση του ζητήματος απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, η διενέργειά της ανήκε στην μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κυριαρχική εξουσία του.
Εξάλλου απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του είναι ο αυτός ως άνω (δεύτερος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθ' όσον ο αναιρεσείων περιορίζεται στην αριθμητική αναφορά και μόνο του λόγου αναιρέσεως, χωρίς περαιτέρω να αναφέρει ποιες είναι οι προσαπτόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της ή του σκεπτικού που να έχει όμως τη θέση διατακτικού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.1.2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 693/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ